Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 56/2026

Αριθμός    56/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Τμήμα  Ναυτικό  

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα  Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ:  …………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Γεώργιο Παπανικολάου (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας των Βρετανικών Παρθένων Νήσων  με την επωνυμία «………» (Aριθ. Mητρώου ……….), η οποία εδρεύει στην ………… των Βρετανικών Παρθένων Νησων (…………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, δεν εκπροσωπήθηκε δε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  26.6.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………/2020) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 2377/2021 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης (ήδη εφεσίβλητης), κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 1.11.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………../2023 -ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ  ……………/2024)   έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η  8η.5.2025, μετά δε από αναβολή, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλουντος, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 1.11.2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2023 και προσδιορισμού ………../2024 έφεση του ενάγοντος Ολλανδού υπηκόου κατοίκου ………….. Ηνωμένου Βασιλείου κατά της με αριθμό 2377/2021 απόφασης του Τμήματος Ναυτικών περιουσιακών Διαφορών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης αλλοδαπής εταιρίας με έδρα την ……. των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η εφεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ήδη με τις προτάσεις του εκκαλούντος φέρεται ως αγνώστου διαμονής για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτές. Ακολούθως αυτή κλήθηκε για να παρασταθεί στη συζήτηση της έφεσης με βάση τη διάταξη του άρθρου 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …../9.10.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ……………. που κοινοποίησε το δικόγραφο της εφέσεως μετά την παραγγελία του υπογράφοντος το δικόγραφο της εφέσεως πληρεξουσίου δικηγόρου στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς ο οποίος έδωσε εντολή να δημοσιευθεί το επιδοθέν δικόγραφο στις εφημερίδες … και ….. Ακολούθως από τα προσκομιζόμενα φύλλα της εφημερίδας …. της 14.10.2025 και της εφημερίδας ……. της 15.10.2025 αποδεικνύεται ότι τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ και η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα η εφεσίβλητη (άρθρο 524 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με γενικώς αποδεκτή (άγραφη) αρχή του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, συναγόμενη, στο ελληνικό δίκαιο, εμμέσως και από τις διατάξεις των άρθρων 5 § 2 και 6 § 2 ΚΠολΔ (περί της οποίας βλ. Σπ. Βρέλλη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2008, σελ. 72, Χ. Μεϊδάνη, σε Ε. Βασιλακάκη, Δικονομικό Διεθνές Δίκαιο, 2008, σελ. 366, Τ. Παπαδοπούλου, Ο ρόλος του δικάζοντος δικαστή στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, 2000, σελ. 52, σημ. 140, Χ. Τσούκα, Ρήτρες διεθνούς δικαιοδοσίας – Ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, 1990, σελ. 25, Χ. Παμπούκη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2020, αρ. 1052, σελ. 828, πρβλ και Φ. Δωρή, Περιορισμοί της συμβατικής ελευθερίας στις ρήτρες αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, 1988, σελ. 224), οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, επί ιδιωτικών διαφορών που εμφανίζουν στοιχεία αλλοδαπότητας είτε εξ υποκειμένου, λόγω της προσωπικής κατάστασης των αντιδίκων είτε εξ αντικειμένου, λόγω των χαρακτηριστικών της κρινόμενης βιοτικής σχέσης ή εξαιτίας του εφαρμοστέου στην επίδικη έννομη σχέση ουσιαστικού δικαίου, κρίνονται πάντοτε κατά την lex fori, δηλαδή κατά το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 1584/2011, ΕΝαυτΔ 2012/45 = ΕπισκΕΔ 2012/106), ενώ το ίδιο ισχύει και για τα δικονομικά ζητήματα που ανακύπτουν στη δευτεροβάθμια δίκη, όπως είναι το παραδεκτό του ενδίκου μέσου της έφεσης και καθενός από τους λόγους της. Έτσι, επί ιδιωτικών διαφορών υπαγόμενων στη δικαιοδοσία των δευτεροβάθμιων ελληνικών δικαστηρίων, οι όροι έγκυρης έναρξης και διεξαγωγής της έκκλητης δίκης, μεταξύ των οποίων και το παραδεκτό του εισαγωγικού δικογράφου, κρίνονται κατά το ημεδαπό αστικό δικονομικό δίκαιο, η δε εξέτασή τους προηγείται της έρευνας της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων της έφεσης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ το εφετείο ερευνά αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως, ιδίως δε αν αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Αντικείμενο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλούμενης απόφασης, η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός των προθεσμιών του άρθρου 518 του ιδίου Κώδικα (ΤριμΕφΠειρ 142/2024 δημοσιευμένη σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1β` εδαφ. α` ΚΠολΔ, κατά την οποία έφεση συγχωρείται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων του πρώτου βαθμού, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή ανταγωγή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας και οι οποίες περιέχουν διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα, έτσι ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ανάκλησή τους (άρθρο 309 εδ. α` ΚΠολΔ). Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή και μόνο στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας για την παραδοχή ή απόρριψη του εξεταζόμενου αιτήματος ή δικαιώματος. Συνεπώς, δεν είναι οριστική και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, έστω και εσφαλμένα, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται γι` αυτήν (υπόθεση) με οριστική παραδοχή ή απόρριψη του αντίστοιχου αιτήματος και δεν απεκδύεται από κάθε σχετική με την υπόθεση εξουσία του. Δεν έχει δε σημασία, αν νόμιμα ή όχι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, καθόσον, αν δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου, η απόφαση, ως μη οριστική, υπόκειται σε ανάκληση από το ίδιο το δικαστήριο (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 300/2010, ΑΠ 358/2011 δημ. νόμος).

Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 134 και 136 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με τον ν.1334/1983. Η διεθνής αυτή σύμβαση, που κυρώθηκε με το ν. 1334/1983 και έχει την προβλεπόμενη από το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος ισχύ, δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί ότι ολοκληρώθηκε η πλασματική επίδοση με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο. Και τούτο για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, την οποία έχουν επικυρώσει τα Βρετανικά Παρθένα Νησιά, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, η απόδειξη της επίδοσης των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ 105/2014, 1818/2012, 1305/2011, ΑΠ 839/2010, ΝΟΜΟΣ). Ενόψει δε του ότι δεν περιέχεται στην άνω σύμβαση διάταξη, βάσει της οποίας ο χρόνος συντέλεσης της επίδοσης δικαστικής απόφασης προς διαμένοντα σε γνωστή διεύθυνση στην αλλοδαπή να μπορεί να θεωρηθεί μετατιθέμενος στην εκτέλεση της περί επίδοσης αιτήσεως μέσω της αρμόδιας Κεντρικής Αρχής, την πιστοποιούμενη με την προβλεπόμενη από το άρθρο 6 βεβαίωση, εξακολουθεί, συνεπώς και μετά την άνω σύμβαση να ισχύει η διάταξη του άρθρου 136 παρ.  1 ΚΠολΔ, κατά την οποία, στην περίπτωση αυτή η επίδοση θεωρείται συντελεσμένη από την παράδοση της εν λόγω απόφασης στον αρμόδιο Εισαγγελέα ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της λήψης της από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται (ΑΠ 1181/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 5/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΚαλαμ 38/2022 ΝΟΜΟΣ). Προκειμένου να μπορέσει η χώρα μας να παραμείνει συνεπής προς την ως άνω διεθνή της υποχρέωση, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση της Σύμβασης της Χάγης για την επίδοση εισαγωγικών δικογράφων στην αλλοδαπή η καταληκτική προθεσμία κατάθεσης στο Δικαστήριο του αποδεικτικού επίδοσης ή της βεβαίωσης της αρμόδιας αρχής του κράτους εκτέλεσης ότι η αγωγή ή άλλο εισαγωγικό δικόγραφο επιδόθηκε δεν είναι αυτή του γενικού κανόνα του ΚΠολΔ, αφού αυτός έρχεται σε αντίθεση με της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 15 της Σύμβασης της Χάγης με αποτέλεσμα να μην μπορεί εν προκειμένω να εφαρμοστεί αλλά η εξαίρεση από το γενικό κανόνα που προβλέπεται ρητά ότι η καταληκτική προθεσμία προσκομιδής του είναι η ημερομηνία της τυπικής συζήτησής της αγωγής ή έτερου εισαγωγικού δικογράφου. Τούτο σημαίνει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα ότι ο ενάγων ή ο εκκαλών προσκομίζει νομότυπα και εμπρόθεσμα μέχρι την τυπική συζήτηση της αγωγής ή της έφεσης το αποδεικτικό επίδοσης ή την βεβαίωση της αλλοδαπής αρχής ότι η αγωγή ή η έφεση επιδόθηκε (ΕφΔωδ 5/2022, ΝΟΜΟΣ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση φέρεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου η κρινόμενη από 1.11.2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2023 και προσδιορισμού ………./2024 έφεση του ενάγοντος Ολλανδού υπηκόου κατοίκου ……. Ηνωμένου Βασιλείου κατά της με αριθμό 2377/2021 απόφασης του Τμήματος Ναυτικών περιουσιακών Διαφορών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης αλλοδαπής εταιρίας με έδρα την ….. των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης επί της από 26.6.2020 με αριθμό …………../2020 αγωγής καθόσον η εναγομένη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και συζήτηση έγινε ερήμην της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά από επισκόπηση της με αριθμό …./26.5.2020 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ……………. διαπίστωσε ότι αντίγραφο της αγωγής κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα Πειραιώς την 1.10.2020 καθόσον η εναγομένη έχει έδρα στο εξωτερικό και ειδικότερα σε γνωστή διεύθυνση στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ότι η αγωγή κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 22.9.2020 πλην όμως δεν κοινοποιήθηκε εμπρόθεσμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 περ. 1 εδ. τελ. του ΚΠολΔ δηλαδή τουλάχιστον 60 ημέρες πριν τη συζήτηση της αγωγής. Ακολούθως κήρυξε το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής η οποία είχε αναβληθεί από τη δικάσιμο της 1ης.10.2020 για την 25.2.2021 χωρίς όμως να μεσολαβήσει εμπρόθεσμη κλήτευση. Όμως σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε έφεση συγχωρείται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων του πρώτου βαθμού, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή ανταγωγή, και  δεν είναι οριστική και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, έστω και εσφαλμένα, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται γι` αυτήν (υπόθεση) με οριστική παραδοχή ή απόρριψη του αντίστοιχου αιτήματος και δεν απεκδύεται από κάθε σχετική με την υπόθεση εξουσία του. Δεν έχει δε σημασία, αν νόμιμα ή όχι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, καθόσον, αν δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου, η απόφαση, ως μη οριστική, υπόκειται σε ανάκληση από το ίδιο το δικαστήριο. Αυτό επισημαίνεται εκ περισσού, διότι σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση εφαρμογής της Σύμβασης της Χάγης για την επίδοση εισαγωγικών δικογράφων στην αλλοδαπή, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση καθόσον τα Βρετανικά Παρθένα Νησιά έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση αυτή, η καταληκτική προθεσμία κατάθεσης στο Δικαστήριο του αποδεικτικού επίδοσης ή της βεβαίωσης της αρμόδιας αρχής του κράτους εκτέλεσης ότι η αγωγή ή άλλο εισαγωγικό δικόγραφο επιδόθηκε δεν είναι αυτή του γενικού κανόνα του ΚΠολΔ (δηλαδή βεβαίωση περί πραγματικής επίδοσης του εισαγωγικού δικογράφου στον κάτοικο εξωτερικού 60 μέρες πριν τη συζήτηση), αφού αυτός έρχεται σε αντίθεση με της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 15 της Σύμβασης της Χάγης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εφαρμοστεί, αλλά η εξαίρεση από το γενικό κανόνα που ορίζει ότι αρκεί η κατ’άρθρο 136 του παρ. 1 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα σε συνδυασμό με την  καταληκτική προθεσμία απόδειξης πραγματικής επίδοσης και προσκομιδής της αγωγής ή του έτερου εισαγωγικού δικογράφου την ημερομηνία της τυπικής συζήτησής της αγωγής ή του εισαγωγικού δικογράφου. Τούτο δε διότι η προθεσμία επίδοσης της αγωγής του άρθρου 215 του ΚΠολΔ ή του 591 του παρ. 1α του ΚΠολΔ που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι προθεσμία ενέργειας και δεν αποτελεί προπαρασκευαστική προθεσμία.

Ακολούθως των ανωτέρω θα απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη έφεση, ενώ δεν θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας λόγω της ερημοδικίας της εφεσίβλητης διότι η παρούσα δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ) καθώς παράβολο ερημοδικίας ορίζεται μόνο όταν εκδίδεται ερήμην απόφαση που απορρίπτει ή δέχεται την έφεση κατ’ουσίαν, και όχι όταν η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1008/2021 δημοσιευμένη σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΜονΕφΠειρ 333/2024, ΜονΕφΠειρ 554/2021 δημοσιευμένες σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην της εφεσίβλητης

Απορρίπτει την έφεση

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 23 Ιανουαρίου  2026,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος.

Η    ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ