Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 62/2026

Αριθμός 62/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

3° Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος: ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Δέσποινας Κανάργια με δήλωση κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ.

Του εφεσίβλητου: …………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Fωνιανάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε ο εκκαλών την με αριθμό εκθ. καταθ. …../2024 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1865/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ο εκκαλών με την με γενικό αριθμ. εκθ. καταθ. ……../2025 έφεση, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση του εκκαλούντος κατά της 1865/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρα 19, 511 ΚΠολΔ ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτήν, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της (άρθρα 522,533 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται ο ενάγων ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί με την ιδιότητα του εργάτη οικοδομών στην ατομική επιχείρηση που διατηρεί ο εναγόμενος, ο οποίος δραστηριοποιείται σε κατασκευαστικές εργασίες και ανακαινίσεις κτιρίων. Ότι εργαζόμενος σε εργασίες αποκατάστασης επιχρισμάτων που είχε αναλάβει ο εναγόμενος υπέστη εργατικό ατύχημα υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του. Ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ανωτέρω ενδίκου ατυχήματος είναι ο εναγόμενος εργοδότης του, ο οποίος από αμέλειά του δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα προστασίας των εργαζομένων του κατά τα αναφερόμενα στην υπό κρίση αγωγή. Ζητεί περαιτέρω, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρα 223, 294 ΚΠολΔ), που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 27.400 ευρώ για αμοιβή πλασματικών υπηρεσιών αποκλειστικών νοσοκόμων καθώς και το ποσό των 1080 ευρώ για δαπάνες βελτιωμένης διατροφής και το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του, με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά.

Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων» ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής. Εξ αφορμής της εργασίας θεωρείται το ατύχημα όταν, παρά το γεγονός ότι λαμβάνει χώρα εκτός του τόπου ή του χρόνου εργασίας και δεν επέρχεται ως άμεση συνέπεια της εκτέλεσης αυτής, εμφανίζει με την εργασία μια σχέση αιτίου και αποτελέσματος υπό την έννοια ότι χωρίς την υποχρέωση του εργαζόμενου προς παροχή εργασίας δεν θα είχαν δημιουργηθεί οι ιδιαίτερες και αναγκαίες για την επέλευση του ατυχήματος πραγματικές συνθήκες (ΟλΑΠ 1287/1986).

Από το άρθρο 16 του ν. 551/1915 συνάγεται ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ΑΚ 299, 932), όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και γι’ αυτό εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986). Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν (ΑΚ 922), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 «περί κοινωνικών ασφαλίσεων» συνάγεται ότι, όταν ο παθών από εργατικό ατύχημα είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος αυτού. Απαλλάσσεται δηλαδή τόσο της κατά το κοινό δίκαιο ευθύνης για αποζημίωση όσο και της προβλεπόμενης από το ν. 551/1915 ειδικής αποζημίωσης και μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει στον παθόντα την από το άρθρο 34 παρ.2 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των υπό του ΙΚΑ χορηγούμενων παροχών. Η απαλλαγή αυτή καλύπτει και την περίπτωση της ειδικής αμέλειας κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση των διατάξεων των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφάλειας. Έτσι, λοιπόν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον εργοδότη ούτε την αυτοτελή αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 182/2015). Η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη από την ευθύνη προς αποζημίωση για περιουσιακή ζημία από εργατικό ατύχημα χωρεί, έστω κι αν δεν έχει γίνει η καταβολή των οφειλόμενων εισφορών στο ΙΚΑ και ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισης του μισθωτού σε αυτό, διότι ο νόμος απαιτεί απλά ο μισθωτός, που υπέστη το ατύχημα, να υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, χωρίς να αξιώνει και την προηγούμενη εγγραφή του στα μητρώα ασφαλισμένων του ιδρύματος, ενώ είναι αδιάφορο αν έχουν καταβληθεί οι εισφορές ή αν οφείλονται και από ποιον, αρκεί δε το ότι ο παθών δικαιούται να αξιώσει ασφαλιστικές παροχές από το ΙΚΑ, χωρίς να απαιτείται να έχει λάβει πράγματι αυτές. Στην ασφάλιση δε του ΙΚΑ υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια από την έναρξη της ισχύος του ν. 1902/1990, και όλοι οι αλλοδαποί οι οποίοι παρέχουν στο ελληνικό έδαφος εξαρτημένη εργασία υπό τους όρους του άρθρου 2 του α.ν. 1846/1951, ανεξαρτήτως αν απασχολούνται προσκαίρως και αν έχουν εφοδιαστεί με άδεια παραμονής ή εργασίας, δεδομένου ότι η άδεια αυτή δεν συνιστά κατά νόμο προϋπόθεση για την υπαγωγή τους στην ασφάλιση του ΙΚΑ. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο παθών διατηρεί την αξίωση του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τούτων, καθόσον η πιο πάνω απαλλαγή από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, ήτοι για αξίωση περιουσιακού χαρακτήρα, δεν καλύπτει την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού καμιά παροχή χορηγούμενη από το ΙΚΑ δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της, λόγω της διαφορετικής φύσης της αξίωσης αυτής (ΑΠ 1509/2011 ).

Η αγωγή αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν αφενός την επιδίκαση του ποσού των 27.400 ευρώ για αμοιβή πλασματικών υπηρεσιών αποκλειστικών νοσοκόμων και αφετέρου το ποσό των 1080 ευρώ για δαπάνες βελτιωμένης διατροφής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού ο ενάγων αφενός δεν επικαλείται δόλο του εναγομένου εργοδότη ως προς την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, αφετέρου είναι ήδη ασφαλισμένος του ΙΚΑ και επομένως ο εργοδότης ο οποίος έχει ασφαλίσει τον παθόντα εργαζόμενο απαλλάσσεται από την καταβολή της αποζημιώσεως του ν. 551/1915, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, ο οποίος είναι Αλβανός υπήκοος προσελήφθη στις 15.3.2018 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση με έδρα τον Πειραιά και δραστηριοποιείται στον τομέα των κατασκευαστικών εργασιών, προκειμένου να απασχοληθεί με την ιδιότητα του εργάτη οικοδομών σε διάφορες οικοδομικές εργασίες που αναλαμβάνει ο εναγόμενος. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 19.12.2023 πρωινή ώρα και ενώ ο ενάγων εκτελούσε εργασίες για την αποκατάσταση επιχρισμάτων στην πρόσοψη μετόπης οικοδομής ευρισκόμενη στο Κερατσίνι Αττικής, χρησιμοποίησε ικρίωμα το οποίο ήταν τοποθετημένο σε ύψος περί τα 2 μέτρα από το πεζοδρόμιο, αποτελούμενο από δυο ξύλινα μαδέρια, ενώ από τη δεξιά πλευρά της μετόπης τα μαδέρια εκτείνονταν και πέραν του σκελετού του κυρίως δαπέδου. Το ανωτέρω ικρίωμα είχε συναρμολογήσει ο ενάγων καθ’ υπόδειξη του εργοδότη του με υλικά που είχαν μεταφερθεί με όχημα της επιχείρησης, καθόσον όπως αποδείχθηκε η επιχείρηση δεν διέθετε εξειδικευμένο προσωπικό εγκατάστασης ικριωμάτων αλλά τις σχετικές εργασίες αναλάμβανε ο ενάγων, ο οποίος είχε τη σχετική προς τούτο πείρα, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ότι το ικρίωμα κατασκευάστηκε από άλλον εργαζόμενο ή ειδικευμένο προσωπικό, αφού στην επιχείρηση του εναγομένου εργάζονταν μόνο ανειδίκευτοι εργάτες οικοδομών. Προκειμένου να εκτελέσει τις εργασίες που του είχαν ανατεθεί και ενώ ο ενάγων ευρίσκετο επάνω στο ικρίωμα και δεξιά επί του πλευρικού τμήματός του στην προέκταση του δαπέδου εργασίας υποχώρησαν τα μαδέρια με αποτέλεσμα να πέσει ο ενάγων στο έδαφος και να τραυματιστεί σε αμφότερα τα κάτω άκρα υποστάς συντριπτικό ενδοαρθρικό κάταγμα έσω και έξω κνημιαίου κονδύλου δεξιού γόνατος και κάταγμα πτέρνης. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Τζάνειο όπου υποβλήθηκε σε δυο χειρουργικές επεμβάσεις αφενός ανάταξης και εσωτερικής οστεοσύνθεσης έσω σφυρού, ενώ το κάταγμα στο δεξιό γόνατο αντιμετωπίστηκε με εξωτερική οστεοσύνθεση της δεξιάς κνήμης. Έκτοτε ο ενάγων λαμβάνοντας συνεχώς αναρρωτικές άδειες εκινείτο εντός της οικίας του με βακτηρίες μασχάλης ενώ μέχρι σήμερα η κατάσταση της υγείας του έχει βελτιωθεί λόγω της αυτόνομης βάδισής του. Αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε το ένδικο ατύχημα όπως προκύπτει από την με αριθμ. …../2024 έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος της Επιθεωρήτριας Εργασίας ………….. το ικρίωμα έφερε μαδέρια που αποτελούσαν το δάπεδό του, τα οποία όμως αφενός δεν είχαν συζευχθεί κατάλληλα στο κάτω μέρος τους προς αποφυγή ανομοιόμορφου λυγισμού, αφετέρου δεν ήταν στερεωμένα προκειμένου να υπάρχει πρόσβαση στο προς δεξιά πλευρικό τμήμα της μετόπης που ήταν προέκταση του δαπέδου του, καθώς στο ένα άκρο τους που τελείωνε το ένα δάπεδο πρόσοψης και άρχιζε το άλλο αυτά στηρίζονταν επάνω στα μαδέρια του δαπέδου. Περαιτέρω όπως αναφέρεται στην ανωτέρω προσκομιζόμενη έκθεση έρευνας το πόρισμά της Επιθεωρήτριας εξήχθη και από φωτογραφίες που προσκόμισε ο ενάγων και τις οποίες είχε στην κατοχή του από δική του προγενέστερη του ατυχήματος λήψη για να τις επιδείξει στον εργοδότη του προκειμένου να τον ενημερώσει για τις εκτελούμενες από αυτόν εργασίες, γεγονός που αποδεικνύει ότι το επίδικο ικρίωμα κατασκευάστηκε από τον ενάγοντα καθόσον διέθετε τη σχετική εμπειρία. Περαιτέρω όμως δεν αποδείχθηκε ότι το εικονιζόμενο ικρίωμα στις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες, οι οποίες ελήφθησαν από αυτόν σε προγενέστερο του ατυχήματος χρόνο απεικονίζουν το συγκεκριμένο ικρίωμα επί του οποίου εργάστηκε ο ενάγων κατά την ημέρα του ατυχήματος και το οποίο προκάλεσε την πτώση του και το σοβαρό τραυματισμό του. Επομένως και οι αναφερόμενες στην έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος ελλείψεις και πλημμέλειες που επισημάνθηκαν από την Επιθεωρήτρια με βάση τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες δεν συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος, αφού οι συνημμένες φωτογραφίες δεν απεικονίζουν το ικρίωμα της ημέρας του επισυμβάντος ατυχήματος του ενάγοντος. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων ευρισκόμενος επάνω στο ικρίωμα και βαδίζοντας στην προέκταση του δαπέδου εργασίας προκειμένου να εργαστεί στο άκρο πλευρικό τμήμα της μετόπης του ορόφου της οικοδομής από αμέλειά του κινούμενος στην προέκταση του δαπέδου επέφερε την ανατροπή του, αφού υποχώρησαν εκείνα τα μαδέρια που συνιστούσαν το δάπεδο της προέκτασης, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ανετράπησαν τα μαδέρια από το ικρίωμα που αποτελούσαν το δάπεδο εργασίας του. Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν δεν προκύπτει αδικοπρακτική ευθύνη σε βάρος του εναγόμενου εργοδότη και συνεπεία αυτής ευθύνη για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος από το επίδικο ατύχημα αφού δεν αποδείχθηκε οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητά του για την πρόκληση του ατυχήματος, αλλά ούτε και παράβαση των ισχυόντων νόμων και κανονισμών περί των όρων ασφαλείας των εργαζομένων, απορριπτομένων των σχετικών λόγων εφέσεως ως αβάσιμων. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εκκαλούντος με τον προβαλλόμενο λόγο εφέσεως ότι η επιδικασθείσα πρωτοδίκως σε βάρος του δικαστική δαπάνη είναι άδικη και δυσανάλογη είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζει το ποσό της δικαστικής δαπάνης που αναλογεί στον εναγόμενο με αναλυτική αναφορά των εξόδων που κατέβαλε. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης του εκκαλούντος με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την υπό κρίση έφεση.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600 ) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26.1.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ