ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 67/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2o Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας ………….., η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Γλύκα (Α.Μ Δ.Σ Πειραιώς …………), με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Του εφεσίβλητου …………, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικήτα Καλογιαννάκη (Α.Μ Δ.Σ.Α ……………).
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και του ……………, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 28/11/2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………………/2019 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. 286/2021 απόφαση του, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την ως άνω αγωγή προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Ο ενάγων επανέφερε την ως άνω αγωγή προς συζήτηση στο τελευταίο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 9/11/2022, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3942/2023 οριστική απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 2243/2024 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, η τελευταία άσκησε την από 13/9/2024 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………../2024 και β) δικογράφου …………../2024, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13/9/2024 έφεση της εναγομένης, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……../2024 και β) δικογράφου ……./2024, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 3942/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 2243/2024 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 28/11/2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2019 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και του . ………., η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 13/9/2024, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στην εναγομένη, που έλαβε χώρα στις 16/7/2024 (βλ. την υπ’ αριθ. …../2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, . …….) (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), εφόσον στην γνήσια προθεσμία του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου (άρθρο 147 παρ.2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Α. Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση δε αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση, δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομα στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων ταυ για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Β. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361 – 363 ΠΚ (όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης – άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ), που μπορεί να περιέχονται σε κάθε σύγχρονο μέσο διάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων (τύπος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο), αφού η κατοχυρωμένη, με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία, υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Σ). Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361 – 363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με εκπομπές των μέσων μαζικής ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε), εξυβριστικές ή δυσφημιστικές για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφ’ όσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως. Δεν αποκλείεται δε στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη και χαρακτηρισμός οσάκις μέσω αυτών, αμέσως ή εμμέσως, υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα και μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 361 του ΠΚ. Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοινώσεως που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν, ενώπιον τρίτου, γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του, τόσο ως ποινικό, όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 -367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 Π.Κ. ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ’ αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367 Π.Κ., και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1897/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 1265/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξυβρίσεως συντρέχει, ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 1573/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν είναι δε αναγκαίο, να προσδιορισθούν ειδικώς και οι φράσεις και οι εκφράσεις, οι οποίες ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τον εναγόμενο, αντί των χρησιμοποιηθέντων εξυβριστικών, λέξεων και φράσεων, για να αποδοθεί το νόημα των τελευταίων, χωρίς να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του παθόντος (ΑΠ 628/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις, που προαναφέρθηκαν, ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσον οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 129/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Γ. Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι η ψευδής καταμήνυση θεμελιώνεται αντικειμενικά μεν με την υποβολή ψευδούς μηνύσεως ή με την ψευδή ανακοίνωση στην αρχή ότι άλλος τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, υποκειμενικά δε με πρόθεση που ενέχει την θέληση της πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως και τη γνώση του υπαιτίου ότι η καταμήνυση ή ανακοίνωση είναι ψευδής και ακόμη με σκοπό αυτού να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυομένου για την εκτιθέμενη στη μήνυση ή την ανακοίνωση αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση (ΑΠ 899/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 346/2001 ΠοινΔ 2001.471).
Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει, ότι η πρώτη εναγομένη, με την αναφερόμενη ένορκη κατάθεση – μήνυσή της, κατήγγειλε ενώπιον των αστυνομικών οργάνων του Τμήματος Ασφαλείας Νίκαιας ότι ο ίδιος τέλεσε σε βάρος της τις αξιόποινες πράξεις του βιασμού κατ’ εξακολούθηση, της απειλής και της εξύβρισης. Ότι συνεπεία των ανωτέρω καταγγελιών ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για τις προαναφερόμενες πράξεις, κρατήθηκε από τις 4.12.2014 έως τις 8.12.2014, ενώ του επιβλήθηκαν οι περιοριστικοί όροι της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισης στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του. Ότι η παραπάνω πράξη της πρώτης εναγομένης έγινε καθ’ υπόδειξη του δεύτερου εναγομένου, συζύγου της, προκειμένου να καλυφθεί το γεγονός ότι ο ενάγων και η πρώτη εναγομένη είχαν, για ένα διάστημα, ερωτική σχέση. Ότι ακόμη, η πρώτη εναγομένη άσκησε εναντίου του την αναφερόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, δυνάμει δε της επ’ αυτής εκδοθείσας υπ’ αριθ. 1199/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να απέχει από οποιαδήποτε φυσική διαπροσωπική επικοινωνία με την πρώτη εναγομένη ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς της, τηλεφωνικά ή δια ζώσης, να μην πλησιάζει την ίδια ή την οικογένειά της σε απόσταση εκατό μέτρων, τόσο στον τόπο εργασίας της, όσο και στον τόπο κατοικίας της, με αποτέλεσμα να στερείται της ελευθερίας κίνησης στην περιοχή όπου διαμένει. Ότι περαιτέρω, στον εκτιθέμενο τόπο και χρόνο έπεσε θύμα ληστείας και επικίνδυνης σωματικής βλάβης, φυσικός δε αυτουργός των παραπάνω πράξεων ήταν, μεταξύ άλλων και το αναφερόμενο πρόσωπο, που εργάζεται στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, η οποία ήταν και ηθικός αυτουργός των ίδιων σε βάρος του τελεσθεισών πράξεων. Με βάση τα περιστατικά αυτά, επικαλούμενος ότι από τις παραπάνω εκτιθέμενες άδικες πράξεις σε βάρος του, που συνιστούν ταυτόχρονα και ποινικά αδικήματα, προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του, για τον επιπλέον λόγο ότι στερήθηκε την ελευθερία του, τη δυνατότητά του να μεταβεί στη χώρα καταγωγής του (Πακιστάν), υπέστη δε υλική ζημία, λόγω της αναγκαιότητα πρόσληψης δικηγόρου και υποβολής του σε δικαστικά έξοδα, και ηθική βλάβη, ζητεί να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση: α) από κοινού το ποσό των 10.000 ευρώ, για την αποκατάσταση της υλικής του ζημίας και β) εις ολόκληρον, το ποσό των 200.000 ευρώ για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Τέλος, ζητεί να διαταχθεί η προσωπική κράτηση των εναγομένων έως ένα έτος, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά του έξοδα.
Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 3942/2023 οριστική απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 2243/2024 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, μόνο ως προς την πρώτη εναγομένη και μόνο ως προς το κονδύλιο της ηθικής βλάβης και υποχρέωσε την τελευταία να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση της, η εναγόμενη προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης της, η εναγομένη παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση αοριστίας που υπέβαλλε πρωτοδίκως και έκρινε ορισμένη την αγωγή, ως προς το κονδύλιο της ηθικής βλάβης, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη αφού σε αυτήν δεν εξειδικεύονται τα πρόσωπα ενώπιον των οποίων δυσφημίσθηκε ο ενάγων. Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, ενώπιον τρίτου τελείται η πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ή της δυσφήμησης ή της εξύβρισης, ακόμα και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων (ΟλΑΠ [Ποιν] 3/2021, areiospagos.gr). Επομένως ορθά κρίθηκε ως ορισμένη η αγωγή, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένου παράλληλα και του πρώτου λόγου εφέσεως.
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης της, η εναγομένη παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, που υπέβαλλε πρωτοδίκως. Με την ως άνω ένσταση εκθέτει ότι η αγωγή του ενάγοντος ασκήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή ο εναγόμενος άφησε μακρό χρόνο να παρέλθει, δημιουργώντας της την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα του, ότι η αγωγή ασκήθηκε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως «αντίβαρο» στην ποινική δίκη εις βάρος του ενάγοντος, ότι ο τελευταίος άσκησε σε βάρος της μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση και ψευδή καταμήνυση η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 209/2020 διάταξη ταυ αρμοδίου Εισαγγελέως και επιπλέον την έχει εμπλέξει σε δήθεν ληστεία σε βάρος του μαζί με εντελώς άσχετο τρίτο εργαζόμενό της, ήτοι την κατονομάζει ως ηθική αυτουργό σε πράξεις για τις οποίες κατηγόρησε τον ……………., για τις οποίες αυτή απαλλάχθηκε με το υπ’ αριθ. …../2021 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ότι ο ενάγων έφθασε να επικαλεσθεί στην αγωγή του παράνομα αποδεικτικά μέσα, υπερβαίνοντας κάθε μέτρο και κάθε όριο καλόπιστης συμπεριφοράς και τα οποία απορρίφθηκαν ως αποδεικτικό μέσο από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο τόσο στο περιεχόμενό τους όσο και στη νομιμότητά προβολής τους καθώς πρόκειται για παράνομες ηχογραφήσεις συνομιλιών οι οποίες αφενός δεν προκύπτει από πουθενά η γνησιότητά τους και αφετέρου αν θέλει υποτεθεί ότι είναι πραγματικές, είναι τεχνηέντως αποσπασματικές προκειμένου να συνάδουν με τα λεγόμενα του ενάγοντα. Οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης, επιχειρούμενοι όπως θεμελιώσουν ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, τυγχάνουν μη νόμιμοι, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι οι ορισμοί του άρθρου αυτού δεν ισχύουν επί δικαιωμάτων, που ασκούνται κατ’ εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και το δικαίωμα άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1006/1999 ΕλλΔνη 40/1717, ΑΠ 980/1997 ΕλλΔνη 40/295, ΕφΔωδ 116/2000 Αρμ 2003/316). Σε κάθε δε περίπτωση τα άνω ιστορούμενα και αληθή υποτιθέμενα, δε συνιστούν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντα ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, ενόψει των οποίων, πέραν της αδράνειας του δικαιούχου – ενάγοντα, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματός του να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 37/2013, ΑΠ 91/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα η τυχόν παραβατική συμπεριφορά του ενάγοντα, στα πλαίσια της αντιδικίας του με την εναγομένη, δεν σημαίνει ότι αυτός δεν δύναται να ασκήσει τα δικαιώματα του από την αντίστοιχη παραβατική συμπεριφορά της εναγομένης κατ’ αυτού. Οι ως άνω εκτεθείσες περιστάσεις, όμως, θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εκτίμησης της προσωπικότητας του ενάγοντα και της προσβολής αυτής, κατά τον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής του βλάβης, σε περίπτωση βέβαια που αποδειχθεί η τέλεση αδικοπραξίας εις βάρος του. Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ως άνω ένσταση, απορριπτομένου παράλληλα και του ως άνω λόγου εφέσεως.
Από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα είναι ιδιοκτήτρια επιχείρησης πλυντηρίου αυτοκινήτων επί της οδού ………………… Νίκαιας και παντρεμένη με τον δεύτερο εναγόμενο, δημοτικό υπάλληλο, αλλά απασχολούμενο ατύπως και στην ως άνω επιχείρηση, με τον οποίο απέκτησαν μαζί τρία τέκνα. Στην εν λόγω επιχείρηση προσέλαβαν από το έτος 2009 ως υπάλληλο τον ενάγοντα, υπήκοο Πακιστάν, με τον οποίο ανέπτυξαν με την πάροδο του χρόνου άριστες σχέσεις και αμοιβαία εμπιστοσύνη, με αποτέλεσμα ο δεύτερος εναγόμενος να εγγυάται υπέρ αυτού, προκειμένου εκείνος να ανανεώσει την άδεια παραμονής του στη χώρα, περαιτέρω δε κατά ορισμένα διαστήματα, ο ενάγων να αναλαμβάνει αποκλειστικά και επιτυχώς τη λειτουργία της οικογενειακής επιχείρησης των εναγομένων. Περί τα μέσα Ιουνίου του έτους 2014 οι εναγόμενοι άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα στην μεταξύ τούς έγγαμη σχέση με κλιμακωτή επιδείνωση, που κατέληξε στην αποχώρηση του δεύτερου εναγόμενου από την συζυγική οικία στις 17.11.2014 και στο μεταξύ, στην ανάπτυξη αισθηματικής σχέσης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και του ενάγοντα υπαλλήλου της, από τα μέσα Οκτωβρίου 2014. Ειδικότερα, η εναγόμενη προσέγγισε τον ενάγοντα αρχικά φιλικά και έπειτα ερωτικά, αναπτύχθηκε δε μεταξύ τους ερωτική σχέση και συνευρέθηκαν τόσο στην οικία του ενάγοντα όσο και στην οικία της, εν αγνοία του συζύγου της. Σχετικά σύντομα ωστόσο, ο μεταξύ τους δεσμός διαρρήχθηκε και χώρισαν λόγω της πίεσης εκ της προσωπικής και συναισθηματικής εμπλοκής όλων των διαδίκων, ήτοι του ότι ο ενάγων τύγχανε εραστής αλλά και υπάλληλος της πρώτης εναγομένης και περαιτέρω έμπιστος του δεύτερου εναγόμενου, εν διαστάσει συζύγου της πρώτης εναγομένης. Το αποτέλεσμα ήταν να εκδηλώνονται μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης εντάσεις και η τελευταία να προσπαθεί να ισορροπήσει και να διαχειριστεί την κατάσταση πίεσης που δημιούργησε. Φοβούμενη δε να εκτεθεί στην οικογένεια και στον κοινωνικό της περίγυρο, άρχισε να εκδηλώνει συμπεριφορές θυμού έναντι του ενάγοντα και να προσπαθεί να τον πείσει να φύγει από τη χώρα απειλώντας ότι θα τον απολύσει, ότι θα ενημερώσει το σύζυγο της για τη μεταξύ τους σχέση και ότι εκείνος θα τον σκοτώσει και θα τον εκδιώξει στον τόπο καταγωγής του, το Πακιστάν. Μετά από κάποιες βδομάδες εντάσεων μεταξύ τον ενάγοντα και της εναγόμενης στο πλαίσιο της εργασιακής τους σχέσης και τηλεφωνικών συνομιλιών αντιπαράθεσής τους, που αμφότεροι ομολόγησαν ότι είχαν και αφορούσαν την προσωπική τους σχέση. Στη συνέχεια, αφού η εναγόμενη αποφάσισε και ενημέρωσε το σύζυγο της, ο οποίος ήθελε να επανασυνδεθούν, για όσα προέκυψαν με τον ενάγοντα, στις 3.12.2014, κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Α.Τ. Νίκαιας, ότι έθεσε η ίδια τέλος στην ερωτική της σχέση με τον ενάγοντα και ότι αυτός άρχισε να την απειλεί και να την εκβιάζει πως θα αποκαλύψει τη σχέση τους στο σύζυγό της και ότι στις 26.11.2014, ενώ πήγε να τον συναντήσει στην οικία του, προκειμένου να συζητήσουν την οριστική διακοπή της σχέσης τους κατά βούλησή της, ο ενάγων τη βίασε κατά φύση και παρά φύση. Ότι κατάφερε να ξεφύγει και στις 2.12.2014 της τηλεφώνησε, την εξύβρισε και την απείλησε, με αποτέλεσμα να φοβάται για τη ζωή της. Περαιτέρω δήλωσε στην αστυνομία ότι επιθυμεί την ποινική του δίωξη για όλες τις άδικες σε βάρος της πράξεις. Κατ’ ακολουθία της ένορκης κατάθεσης, ο ενάγων συνελήφθη στις 3.12.2014, οδηγήθηκε στον ανακριτή του Α Τμήματος Πλημμελειοδικών Πειραιά στις 4.12.2014 και κρατήθηκε έως τις 8.12.2014, οπότε άρθηκε η κράτησή του, πλην όμως του επιβλήθηκαν οι περιοριστικοί όροι της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της υποχρεωτικής εμφάνισής του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του άπαξ εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΑΝΑ/Δ/……/8.4.2014 διάταξη της Ανακρίτριας. Περαιτέρω, αυτός παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον τον Μ.Ο.Δ. Πειραιά με το με αριθμό ……../2015 Βούλευμα Πλημμελειοδικών Πειραιά για τις πράξεις του βιασμού κατ’ εξακολούθηση, της εξύβρισης και απειλής σε βάρος της πρώτης εναγόμενης, της απόπειρας βαριάς σωματικής βλάβης και αντίστασης σε βάρος του αστυνομικού, που τον προσέγγισε για να τον συλλάβει στις 3.12.2014 στο πλαίσιο του αυτοφώρου των πράξεων που είχε καταγγείλει η εναγόμενη και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος ομοεθνούς του, πού φερόταν να είχε λάβει χώρα στις 27.6.2014. Εν συνεχεία, η εναγόμενη κατέθεσε σε βάρος του την από 27.9.2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και εκδόθηκε η με αριθμό 1199/2016 απόφαση σύμφωνα με την οποία ο ενάγων υποχρεούτο να απέχει από οποιαδήποτε φυσική διαπροσωπική επικοινωνία με την ίδια ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς της τηλεφωνικά ή δια ζώσης, να μην την πλησιάζει σε απόσταση εκατό μέτρων εκείνη και την οικογένειά της στον τόπο κατοικίας και εργασίας της, με αποτέλεσμα να περιοριστεί η ελευθερία κινήσεως του ενάγοντα στον τόπο διαμονής του, που ήταν πολύ κοντά στον τόπο εργασίας και κατοικίας της εναγομένης. Περαιτέρω, η ποινική υπόθεση κατόπιν διαδοχικών αναβολών εκδικάσθηκε στις 11.10.2021 και εκδόθηκε η με αριθμό 189/2021 απόφαση του Μ.Ο.Δ. Πειραιά, με την οποία ο ενάγων αθωώθηκε με πλειοψηφία 6 προς 1 για την πράξη του βιασμού σε βάρος της εναγόμενης. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης εκτίθεται ότι «… η παθούσα ισχυρίζεται πως ο κατηγορούμενος άρχισε να γίνεται πιεστικός και ζηλιάρης απέναντί της και ήδη από το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να είναι μαζί του, ότι αυτός την πίεζε συνεχόμενα και με σωματική βία και απειλές την εξανάγκασε σε συνουσία 4 φορές εντός του Νοεμβρίου, πλην όμως αυτοί οι ισχυρισμοί της κρίνονται μη αληθείς από το παρόν Δικαστήριο, αφού προέκυψε από τη διαδικασία και δη από όσα η παθούσα κατέθεσε, ότι αυτή εξακολουθούσε να έχει ερωτική σχέση χωρίς να έχει γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο ότι ήθελε να διακόψουν, αντιθέτως δε, τον άφηνε με την εντύπωση ότι είναι ακόμη ζευγάρι αφού καθημερινώς πήγαινε από το σπίτι του και τον έπαιρνε με το αυτοκίνητο για να τον μεταφέρει στην εργασία του γιατί αυτός αργούσε να ξυπνήσει και δεν είχε μεταφορικό μέσο ακόμη και ημέρες μετά τους αναφερόμενους από αυτή βιασμούς. Σε ερώτηση που της τέθηκε γιατί πήγαινε στην οικία του κατηγορουμένου για να τον παραλάβει από εκεί αφού ήξερε ότι μπορεί να της επιτεθεί ερωτικά, απάντησε ότι διατηρούσε την αυταπάτη ότι μπορεί να το διαχειριστεί και ότι φρόντιζε να πάει το πρωί σε ώρα που ήταν κοντά στην ώρα ανοίγματος του μαγαζιού της για να μην έχει χρόνο ο κατηγορούμενος να της επιτεθεί. Παρόλο δε, πού κατά τους ισχυρισμούς της αντιμετώπιζε αυτήν την παθογόνα κατάσταση, εντούτοις δεν απέλυε τον κατηγορούμενο ούτε και αναζητούσε έτερο υπάλληλο να τον αντικαταστήσει γιατί ήταν πολύ δύσκολο να βρει άλλον υπάλληλο που να κάνει καλά, έστω το 60 με 70% της δουλειάς που έκανε ο κατηγορούμενος. Η παθούσα ανέφερε ακόμη ότι φοβούμενη το διασυρμό πίεζε τον κατηγορούμενο να φύγει για την πατρίδα του, το Πακιστάν υποσχόμενη ότι θα του έβγαζε η ίδια το εισιτήριο και λέγοντας του ότι φοβάται ότι θα του κάνει κακό ο άνδρας της. Ωστόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο πραγματικός λόγος πίεσης ήταν πράγματι ο φόβος της αντίδρασης του συζύγου της στην ανακάλυψη της εξωσυζυγικής της σχέσης και στο τι θα μπορούσε να προκαλέσει στον κατηγορούμενο και όχι ο διασυρμός της, γιατί αν πράγματι ο κατηγορούμενος είχε προβεί στην αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη του βιασμού κατ’ εξακολούθηση λογικά η επιθυμία της παθούσας θα ήταν να καταγγείλει την πράξη αυτή και να τιμωρηθεί αυτός και όχι να τον φυγαδεύσει και να παραμείνει ατιμώρητος. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε εργασιακή σχέση με την παθούσα δίχως έτερους πόρους βιοπορισμού, ξένος και δίχως υποστηρικτικό περιβάλλον, καταδεικνύει ότι αυτός ευρίσκετο σε ευάλωτη θέση και όχι η παθούσα, η οποία θα μπορούσε να καταγγείλει άμεσα τα συμβάντα, όπως κι εν τέλει έκανε, πλην όμως ενώ συνέχιζε τη σχέση μαζί του, μη γνωστοποιώντας του ότι δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν (την οποία γνωστοποίηση κατά τα λεγόμενά της έκανε στις 26 Νοεμβρίου και έχοντας υποστεί ήδη τρεις βιασμούς) όχι λόγω φόβου για τα τι θα μπορούσε να της προκαλέσει αλλά λόγω φόβου μήπως τυχόν τον χάσει από υπάλληλο. Ενόψει των ανωτέρω, θα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος για την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη του βιασμού κατ’ εξακολούθηση. Όσον αφορά τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις της εξύβρισης, της απειλής και της οπλοφορίας θα πρέπει να παύσει υφ’ όρον η ποινική δίωξη γι’ αυτές, κατ’ άρθρο 8 Ν. 4411/2016». Με βάση τα όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση, η εναγόμενη ψευδώς κατέθεσε ένορκα ότι ο ενάγων την είχε βιάσει κατ’ εξακολούθηση τον Νοέμβριο τον 2014, ήτοι ότι ο ενάγων μέσα στην οικία του με σωματική βία και απειλές σπουδαίου και άμεσου κινδύνου την εξανάγκασε σε συνουσία. Ειδικότερα, η εναγόμενη ευνόητα βίωσε άγχος και συναισθηματική πίεση από τις εξελίξεις που είχαν προκύψει στην προσωπική της ζωή, εντός μικρού χρονικού διαστήματος, ήτοι τη διάρρηξη της συζυγικής της σχέσης, τους καυγάδες και την αποχώρηση τον συζύγου της από την οικογενειακή στέγη και παράλληλα την ανάπτυξη προσωπικής – ερωτικής σχέσης με τον ενάγοντα και υπάλληλό τους. Ο τελευταίος λόγω της ξένης υπηκοότητάς του και της επαγγελματικής εξάρτησης από αυτήν αλλά και του ερωτικού ενδιαφέροντος τον εκδήλωσε κτητικότητα αλλά και φόβο μη χάσει τη δουλειά του. Εκείνη εν τέλει αποφάσισε να ξαναφτιάξει τη σχέση της με το σύζυγό της, προσπαθώντας προς τούτο άμεσα να τερματίσει τη σχέση της με τον ενάγοντα χωρίς να τον απορρίψει απόλυτα προσωπικά αλλά προσπαθώντας να τον πείσει πιεστικά να φύγει στην πατρίδα του. Στο πλαίσιο αυτό, προέκυψαν κάποιες συναινετικές ερωτικές συνευρέσεις τους και κατέληξε να αποφασίσει να καταθέσει ενόρκως στην αστυνομία σε βάρος του τα όσα, εκ της δικής της οπτικής, συνέβησαν μεταξύ τους, προσδίδοντας όμως στις πράξεις του ενάγοντα ψευδώς τα χαρακτηριστικά του βιασμού. Με την εν λόγω πράξη της η εναγόμενη, παρανόμως και υπαίτια προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντα, διότι με την ένορκη κατάθεσή της, έθεσε σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων και δη των αστυνομικών και ανακριτικών υπαλλήλων δικαστών, εισαγγελέων και γραμματέων, αλλά και του ακροατηρίου του Μ.Ο.Δ Πειραιώς, ψευδείς και μειωτικούς ισχυρισμούς για τα πρόσωπό του και αποδόθηκε σε αυτόν η κακουργηματική κατηγορία για βιασμό. Ο ενάγων, παρανόμως και υπαιτίως χαρακτηρίσθηκε στον κοινωνικό περίγυρό του ως βιαστής, άνθρωπος μειωμένης ηθικής αξίας και στερήθηκε την ελευθερία του για 5 ημέρες από τη σύλληψή του, ενώ επιπλέον περιορίσθηκε η προσωπική του ελευθερία λόγω των επιβληθέντων περιοριστικών όρων από τη διάταξη της Ανακρίτριας που διενήργησε την κύρια ανάκριση, για επτά έτη μέχρι την αθώωσή του. Επομένως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενη την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας από την εναγομένη, απορριπτομένων παράλληλα των τέταρτου και πέμπτου λόγου της εφέσεως της. Περαιτέρω, η κατά τα ανωτέρω άδικη και υπαίτια πράξη της εναγόμενης επέφερε στον ενάγοντα στεναχώρια και ψυχικό άλγος, για τα οποία πρέπει να αποζημιωθεί λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Για τον προσδιορισμό τον χρηματικού ποσού το οποίο τυγχάνει αναλογικό και δίκαιο για να παράσχει στον ενάγοντα μια ηθική ανακούφιση για τη στεναχώρια που βίωσε από τη σε βάρος του άδικη πράξη της εναγόμενης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η κοινή περί δικαίου συνείδηση για τη θέση σε μια ισορροπία των αντιτιθέμενων συμφερόντων του ενάγοντα ως παθόντα και της πρώτης εναγόμενης ως δράστιδας καθώς και όλων των συνθηκών που προσδιόρισαν την αδικοπραξία, περιλαμβανομένων του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του δικαιούχου και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε ο ενάγων τυγχάνει ένας αλλοδαπός, υπήκοος Πακιστάν με άδεια διαμονής στην Ελλάδα, υπήρξε υπάλληλος στο πλυντήριο αυτοκινήτων ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης και από τα εκκαθαριστικά σημειώματα της εφορίας των ετών 2019, 2020 και 2021 προκύπτει ότι τα εισοδήματά του ετησίως ανέρχονται στα ποσά των 3.563,85 ευρώ, 2.901,68 ευρώ και 5.626,32 ευρώ. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι είναι ένας έντονος χαρακτήρας, με πάθος, κτητικότητα και ένταση, στοιχεία που λειτούργησαν καθοριστικά στην αλληλεπίδρασή του με την πρώτη εναγόμενη, άλλωστε όπως αποδείχθηκε, όντας παράτολμος, παρότι του είχαν επιβληθεί περιοριστικοί όροι, τους παραβίασε ταξιδεύοντας στο Πακιστάν, ενώ καταδικάσθηκε με την με αριθμό 2539/2017 απόφαση του Α Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για παραβίαση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, που του απαγόρευε την επαφή με τους εναγομένους, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στις αποδείξεις. Ας σημειωθεί περαιτέρω, ότι με το με αριθμό …../2021 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η εναγόμενη απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες της ηθικής αυτουργίας που της απέδωσε ο ενάγων για τις πράξεις, που ο ίδιος επίσης απέδωσε στον ……………., πρώην εργαζόμενο της εναγόμενης, ως φυσικό αυτουργό. Τον τελευταίο κατηγόρησε ότι κατ’ εντολή της εναγόμενης και από κοινού με άγνωστους δράστες διέπραξε σε βάρος του τα αδικήματα της ληστείας, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της απειλής, για τα οποία προσδιορίσθηκε δικάσιμος. Επιπλέον, με την ανωτέρω απόφαση του Μ.Ο.Δ. με την οποία αθωώθηκε για το βιασμό, καταδικάσθηκε για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού καθώς και για οπλοχρησία, για πρόκληση επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε ομοεθνή του με εκσφενδονισμό μπαλτά στις 27.6.2014, για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών ετών. Η εναγόμενη είναι έγγαμη με τον ……………., με τον οποίο έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, αναγκάστηκε, δε, λόγω της αντιδικίας να μετακομίσει από την ιδιόκτητη οικία της σε μίσθιο ακίνητο στον ……… Αττικής, ενώ η επιχείρηση της αποδίδει ετήσιο εισόδημα μεταξύ 13.000 – 14.000 ευρώ. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογη και σύμφωνη με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, η αποζημίωση για την ηθική βλάβη του ενάγοντος πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, γενομένων εν μέρει δεκτών των τρίτου και έκτου λόγων εφέσεως της εναγομένης, με τους οποίους ζητούσε την μείωση του, επιδικασθέντος πρωτοδίκως, κονδυλίου των 20.000 ευρώ ως υπερβολικού και μη αναλογικού.
Επομένως, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση της εναγομένης και αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το ανωτέρω εκτεθέν στο σκεπτικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί στην ουσία, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα ποσό 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης για τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της πρώτης εναγομένης και να επιδικαστεί μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος εις βάρος της πρώτης εναγομένης, ανάλογη με την έκταση της νίκης του ενάγοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως, ειδικότερα, καθορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της εφέσεως στην εκκαλούσα, λόγω της αποδοχής της εφέσεως της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και, εν μέρει, κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 3942/2023 οριστική απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 2243/2024 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 28/11/2019 αγωγής, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη.
Υποχρεώνει την πρώτη εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα, το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας, μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στον καταθέσαντα τούτο.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 28 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ