Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 713/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός   713/2025

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, την …………………….., προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

(Ι) Της Εκκαλούσας: Της Ναυτικής Εταιρείας, με την επωνυ μία «………..» Ν. 959/79 (…………….) (Α.Φ.Μ. ……….- Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιώς), εδρεύουσας στη …. Αττικής στη συμβολή των οδών ……………., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Γεώργιου Παπα θεοδωρόπουλου (A.M.Δ.Σ.Π. …), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α  …../ 14-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013), ο οποίος κατέθεσε δήλωση, την 15-10-2025, προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεση χωρίς ο ίδιος να παραστεί, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ήτοι, χωρίς αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο ακροατήριο

Της Εφεσίβλητης: ………………., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της: (1) ………..(2) …………….  (Α.Φ.Μ. ………..- Δ.Ο.Υ. Ε Πειραιώς), κατοίκου ………. Αττικής, επί της οδού …………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Γεώργιου Κεχαγιόπουλου (A.M.Δ.Σ.Α. …………..), (Δικηγορική Εταιρεία  «ΒΛΑΣΣΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙ ΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»  (βλ. το υπ’ αριθμόν Α …………../14-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π. – άρθρο 61 Ν. 4194/2013), ο οποίος κατέθεσε δήλωση, την  15η Οκτωβρίου 2025, προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεση χωρίς ο ίδιος να παραστεί, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ήτοι, χωρίς αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο ακροατήριο.

 (ΙΙ) Της Καλούσας- Εκκαλούσας: ………., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της: (1) …………. (2) …………  (Α.Φ.Μ. ………….- Δ.Ο.Υ. Ε Πειραιώς), κατοίκου …. Αττικής, επί της οδού ……………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Γεώργιου Κεχαγιόπουλου, όπως ανωτέρω.

Της Καθ΄ ης η Κλήση-Εφεσίβλητης: Της Ναυτικής Εταιρείας, με την επωνυμία «………..» Ν. 959/79 (…………..) (Α.Φ.Μ. ……..- Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιώς), εδρεύουσας στη ……. Αττικής στη συμβολή των οδών ……………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Γεώργιου Παπαθεοδωρόπουλου (A.M.Δ.Σ.Π. …..), όπως ανωτέρω.

Η εκκαλούσα στην υπό στοιχεία (ΙΙ) έφεση …………, ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό τω ανηλίκων τέκνων της  άσκησε αρχικά σε βάρος της εφεσίβλητης Εταιρείας, καθώς επίσης και των εταιρειών «………….» και «…………….» ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 12.12.2022 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …………./2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ……../2022.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 3.766/2022 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών- Ναυτεργατικών Διαφορών 614, 621, 622 Κ.Πολ.Δ. και 82 Κ.Ι.Ν.Δ.), αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής κατά τα οριζόμενα σε αυτήν.

Ακολούθως, η εκκαλούσα στην υπό στοιχεία (ΙΙ) έφεση άσκησε την από 12 Δεκεμβρίου 2022 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …../2022 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …/2022.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 3.660/2023 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών- Ναυτεργατικών Διαφορών 614, 621, 622 Κ.Πολ.Δ. και 82 Κ.Ι.Ν.Δ.), με την οποία η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος αυτής ως προς την εφεσίβλητη εταιρεία και αντίστοιχα απορρίφθηκε ως προς τις υπόλοιπες εταιρείες, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα σε αυτήν.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη Εταιρεία «…………….»  άσκησε την από 23/01/2024 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) …../23-01-2024 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …/23-01-2024 και ακολούθως η Δικηγόρος Ελένη Γεωργακοπούλου προέβη στην κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …./09-04-2024 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ……/09-04-2024, δικάσιμος δε ορίστηκε η 10η Οκτωβρίου 2024.

Ομοίως κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως, η ενάγουσα άσκησε την από 09/04/2024 έφεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (= Εφετείου Πειραιώς), που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) ……/09-04-2024 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …./09-04-2024 και ακολούθως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …/09-04-2024 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …/09-04-2024, δικάσιμος δε ορίστηκε  ομοίως  η 10η Οκτωβρίου 2024.

Εξαιτίας του ότι η ένδικη υπόθεση είχε εισαχθεί προς εκδίκαση στο Τμήμα Ειδικών Διαδικασιών του Δικαστηρίου τούτου, αυτό με την υπ’ αριθμόν 576/2024 απόφασή του, κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο λόγω της φύσης της ένδικης υπόθεσης, ως ναυτική διαφορά και παρέπεμψε προς εκδίκαση αυτήν στο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Δικαστηρίου τούτου.

Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την από 06.12.2024 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …../2024 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ …/2024, δικάσιμος δε ορίστηκε αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων.

Οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων, που παραστάθηκαν, όπως ανωτέρω, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις, που προκατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου,.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι) Οι κρινόμενες αρμοδίως φερόμενες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.) εφέσεις, έχουν ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από το χρόνο έκδοσης αυτής, την 31-08-2022, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄87/23.7.2015) σε συνδυασμό με τη μη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης σε οποιονδήποτε διάδικο για γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, αφού δεν προσκομίζεται είτε έκθεση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης είτε αντίγραφο αυτής με επισημείωση Δικαστικού Επιμελητή για επίδοση αυτής, ενώ παράλληλα δεν προτείνεται ισχυρισμός για εκπρόθεσμη άσκηση τους, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει να διαδράμει η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. Β Κ.Πολ.Δ., το μεν δικόγραφο της υπό στοιχεία (Ι) εφέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 23η Ιανουαρίου 2024, το δε δικόγραφο της υπό στοιχεία (ΙΙ) εφέσεως την 09η Απριλίου 2024, αντίστοιχα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ για το παραδεκτό αυτών αφενός μεν δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου λόγω της φύσης της ένδικης υπόθεσης, ως εργατική διαφορά (άρθρο 495 §4 εδ. τελευταίο και 614 §3 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 – σχ. Κ. Ρίζο σε Ν. Λεοντή, Ειδικές Διαδικασίες κατά τον Κ. ΠολΔ, 2018, σσ. 239), αφετέρου δε έχουν κατατεθεί από τους υπόχρεους προς τούτο πληρεξούσιους Δικηγόρους των διαδίκων τα παράβολα προκαταβολής εισφορών και ενσήμων (άρθ. 61 παρ. 1 και 4 Ν. 4139/2013), (βλ. σχετ. τα υπ’ αριθ.  Α ……/23-01-2024 και Π …/18-09-2023 γραμμάτια /09-04-2024 προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Πειραιώς). Επομένως, αυτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 Κ. Πολ.Δ), κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Εφόσον οι παραπάνω εφέσεις εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ίδια παραπάνω δικάσιμο, πρέπει αυτές να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειάς τους, καθώς με αυτές προσβάλλεται η ίδια απόφαση, εκδοθείσα ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, σε δίκη με ταυτότητα νομικής και ιστορικής βάσης, ενώ υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατ’ αυτό τον τρόπο διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, δεδομένου ότι από τη συνεκδίκαση επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δ.

(ΙΙ) Με την ένδικη αγωγή της, η ενάγουσα, ενεργώντας για τον εαυτό της ατομικά αλλά και για λογαριασμό των δύο (2) ανήλικων τέκνων της, εκθέτει ότι τυγχάνει χήρα του ……………, ο οποίος απεβίωσε την 21.11.2021, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ήτοι,  αδιάθετος, καθώς δεν είχε συντάξει διαθήκη, ορίζοντας τα της κληρονομικής διαδοχής του, ενώ δεν έχει προσβληθεί το κληρονομικό δικαίωμα της, και καταλείποντας ως εγγύτερους συγγενείς του στη ζωή την ίδια και τα ανήλικα τέκνα τους. Ότι αυτός παρείχε την εργασία του, ως ναυτικός, έχοντας ναυτολογηθεί με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου,, κατά τα έτη 2019 και 2020, στο αναφερόμενο στην αγωγή πλοίο- του οποίου η τότε πρώτη (1η) εναγόμενη εταιρεία τύγχανε κυρία και η δεύτερη εφοπλίστρια, αντίστοιχα, με βάση διαδοχικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας, που συνήψε με τη δεύτερη (2η)  εναγόμενη εταιρεία τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα, για το έτος 2019: 04.02.2019 — 18.6.2019 και 03.7.2019 31. 12. 2019, για το έτος 2020, 01.01.2020 30.3.2020, 01.6.2020, 16.08.2020, 15.10.2020, 26. 10.2020 – 31.10.2020 και 06.11.2020 – 31.12.2020, ενώ, καθ’ όλες τις παραπάνω ναυτολογήσεις του, συμφωνήθηκε να λαμβάνει τις αποδοχές της ισχύουσας κάθε φοράς Σ.Σ.Ν.Ε. Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων. Ότι ο σύζυγός της, κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα, που ήταν ναυτολογημένος, ήταν επιφορτισμένος και με επιπλέον καθήκοντα πέραν αυτών της ειδικότητάς του, υποχρεούμενος για το λόγο αυτό να εργάζεται υπερωριακά κατά τέσσερις (4) ώρες πέραν του οκταώρου, χωρίς ωστόσο να καταβάλλεται σε αυτόν η αμοιβή της υπερωριακής απασχόλησης του¨ Ότι η δεύτερη εναγομένη δεν είχε μεριμνήσει για τη χορήγηση παρασκευασμένης τροφής στο πλοίο, και ως εκ τούτου έπρεπε να του καταβάλλεται το προβλεπόμενο με βάση τη Σ.Σ.Ν.Ε. αντίτιμο τροφής, ενώ επίσης δεν του παρείχε και την προβλεπόμενη, με βάση τη Σ.Σ.Ν.Ε., άδεια διανυκτέρευσης, με αποτέλεσμα να δικαιούται την αποζημίωση για μη χορηγηθείσα διανυκτέρευση. Τέλος, η εναγόμενη εταιρεία δεν κατέβαλλε σε αυτόν τα αναλογούντα στην πραγματική υπερωριακή απασχόλησή του επιδόματα εορτών της επίδικης περιόδου, μη συνυπολογίζοντας σε αυτά την πραγματική υπερωριακή του εργασία και τις λοιπές καταβλητέες αποδοχές του, με αποτέλεσμα να υφίστανται και ως προς αυτά, σημαντικές χρηματικές διαφορές. Στη συνέχεια, η ενάγουσα υπολογίζει τις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών, παραθέτοντας πρώτα τις κατά την αγωγή καταβλητέες αποδοχές (για μεν το έτος 2019 στο χρηματικό ποσό των 43.565,76 ευρώ για τις διάφορες αιτίες, που αναφέρονται) και στη συνέχεια αυτές, που πράγματι του καταβλήθηκαν για μισθοδοσία (17.003,97 ευρώ), και ως εκ τούτου έπρεπε να είχε καταβληθεί στον αποβιώσαντα σύζυγό της και η διαφορά (χρηματικού ποσού 26.561,90 ευρώ), το οποίο, κατά την αγωγή, δικαιούνται οι κληρονόμοι, που κατέλειπε, ήτοι η σύζυγος του- ενάγουσα κατά ποσοστό 2/8, δηλαδή, χρηματικό ποσό 6.640,48 ευρώ, για την ίδια ατομικά και για το καθένα από τα ανήλικα τέκνα της κατά ποσοστό 3/8 (9.960,71 ευρώ), αντίστοιχα, (για το έτος 2020 σε 31.629,21 ευρώ για τις διάφορες αιτίες, που αναφέρονται) και, στη συνέχεια, αυτές, που πράγματι του καταβλήθηκαν για μισθοδοσία (8.335,96 Ευρώ), με αποτέλεσμα, κατά τα στην αγωγή διαλαμβανόμενα, να έπρεπε να είχε καταβληθεί στο θανόντα και η διαφορά (χρηματικού ποσού 23.293,25 ευρώ), το οποίο δικαιούνται οι κληρονόμοι, που κατέλειπε, ήτο, η σύζυγος κατά ποσοστό 2/8 5.823,31 ευρώ, για την ίδια ατομικά και για το καθένα από τα ανήλικα τέκνα της, κατά ποσοστό 3/8 (8.734,97 ευρώ). Επιπλέον, η ενάγουσα, ζητεί, ως διαφορές επιδόματος εορτών Πάσχα για το έτος 2019, χρηματικού ποσού 1.528,20 ευρώ, Χριστουγέννων, για το έτος 2019 χρηματικού ποσού 3.116,93 ευρώ. Σύνολο, για διαφορές δώρων εορτών 2019 ο θανών δικαιούταν το συνολικό χρηματικό ποσό των 4.645,13 ευρώ (=1.528,20 ευρώ + 3.116,93 ευρώ), με αποτέλεσμα να αξιώνει, για την ίδια ατομικά, το χρηματικό ποσό των 1.161,28 ευρώ (2/8 αυτού) και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, το χρηματικό ποσό των 1.741,92 ευρώ (3/8 αυτού), για καθένα από αυτά. Αντίστοιχα, ως διαφορές επιδόματος εορτών Πάσχα, για το έτος 2020, το χρηματικό ποσό 1.512,15 ευρώ και ως διαφορές εορτών Χριστουγέννων, για το έτος 2020, το χρηματικό ποσό 2.134,87 ευρώ. Σύνολο, για διαφορές δώρων εορτών 2020 ο αποβιώσας δικαιούτο το συνολικό χρηματικό ποσό των 3.647,02 ευρώ= 1.512,15  ευρώ + 2.134,87 ευρώ), με αποτέλεσμα να αξιώνει, για την ίδια ατομικά, το χρηματικό ποσό των 911,76 ευρώ (2/8 αυτού) και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, το χρηματικό ποσό των 1.367,63 ευρώ (3/8 αυτού), για καθένα από τα ανήλικα τέκνα. Επίσης, η ενάγουσα εκθέτει ότι θα έπρεπε να είχε λάβει αποζημίωση – κατ’ άρθρο 27 Σ.Σ.Ν.Ε., λόγω διακοπής των πλόων του επίδικου πλοίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών – ίση με τις αποδοχές 22 ημερών, ήτοι 2.973,30 ευρώ που κατανέμεται ως εξής : στην πρώτη ατομικά 743,32 ευρώ και για λογαριασμό της δεύτερης και τρίτης ποσό 1.114,99 ευρώ. Επικαλούμενη έννομο συμφέρον η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες να της καταβάλουν: (α) ατομικά, το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.280,13 ευρώ, (β) ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της ………….., το χρηματικό ποσό των 22.920,20 ευρώ και τέλος (γ) ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της ……….., το χρηματικό ποσό των 22.920,20 Ευρώ (Ε), αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε, που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, διαφορετικά από το χρόνο της απολύσεως του αποβιώσαντος συζύγου της, διαφορετικά από την επίδοση της από 23.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …/(Ε.Α.Κ.Δ) …./2021 αγωγής της, που είχε λάβει χώρα την 28.12.2021, από το δικόγραφο της οποίας δηλώνει ότι παραιτείται, διαφορετικά από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία, αφού κρίθηκε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 192, 193, 3, 353, 361, 648, 649, 651 – 653, 655, 656 και 659 ΑΚ (ήδη 1-2, 3-5, 7, 8, ΙΙ του Κ.Ι.Ν.Δ 80/2022), 680, 1710, 1711, 1813, 1820, 1884 και 1885 ΑΚ, 39, 53, 54, 57, 60, 82, 84, 105 ξ Ι και 106 προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ (Ν. 3816/1958), άρθρο μόνο της Υ.Α. 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/07.οι.1982 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς» (Φ.Ε.Κ. Β’ 1/1982), των άρθρων 3, 6, 8 παρ. 13, 11, 13 παρ. 1, 2, 4, 5 και 6, 14, 15 παρ. 1α, 2 και 4, 18, 33 παρ. 1-3 και 5, 38, 39 της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2019, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμόν ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019, δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Β 3170/12-8-2019, και της Υ.Α. 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας), 68, 176, 191 ξ 2  ΚΠολΔ., εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 3660/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία αφενός μεν αυτή απορρίφθηκε ως προς τις εναγόμενες εταιρείες «……….» και «………..», ενώ έγινε δεκτή κατά ένα μέρος αυτής και υποχρεώθηκε η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία να καταβάλλει στην ενάγουσα, ατομικά μεν το συνολικό χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων εξακοσίων σαράντα οχτώ ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (5.648,35€) με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα, που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό καθένα από τα επιμέρους ποσά, που το αποτελούν και μέχρι την πλήρη εξόφληση, το δε ως ενεργούσα για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, ασκώντας τη γονική αυτών μέριμνα, το συνολικό χρηματικό ποσό των οχτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (8.472,53€) για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της, με το νόμιμο τόκο από την επομένη, την οποία κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό καθένα από τα επιμέρους ποσά, που το αποτελούν και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Κατά της παραπάνω απόφασης η μεν εναγόμενη Εταιρεία «…………» άσκησε την από 23/01/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ) …../(Ε.Α.Κ.Δ) ……./23-01-2024 έφεσή της, με την οποία επικαλείται πλημμέλειες αυτής, συνιστάμενες σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου αλλά και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η δε ενάγουσα …………………. άσκησε την από 09/04/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …/(Ε.Α.Κ.Δ.) …./ 09-04-2024 έφεσή της, με την οποία και αυτή επικαλείται πλημμέλειες αυτής, συνιστάμενες σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου αλλά και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ειδικότερα: 1) Η εναγόμενη εταιρεία άσκησε την υπό στοιχεία (Ι) έφεσή της, με την οποία πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση, για τους λόγους, που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την ειδικότητα, με την οποία ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας εταιρείας παρείχε την εργασία του, καθώς επίσης και με το ωράριο και εν γένει τα χρονικά πλαίσια, στα οποία ο τελευταίος εργαζόταν, ζητεί δε με την έφεσή της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την εξαρχής αναδίκαση της υπόθεσης, έτσι ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η σε βάρος της ασκηθείσα παραπάνω  αγωγή και να καταδικασθεί η ενάγουσα στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Η ενάγουσα άσκησε κατά της ίδιας ως άνω απόφασης την υπό στοιχείο (ΙΙ)  έφεσή της, με την οποία πλήττει αυτήν για τους λόγους, που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες εκτιμώμενες, ανάγονται σε πλημμελή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφορικά με την κρίση του επί της εξάλειψης του αγώγιμου χαρακτήρα της αξίωσης της επί των αποδοχών του αποβιώσαντος συζύγου της κατά το έτος 2019, λόγω παραγραφής επικαλούμενη ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 289 Κ.Ι.Ν.Δ. (Ν. 3.816/1958) ενιαύσια παραγραφή έχει ανασταλεί για όσους ειδικότερους λόγους αυτή εκθέτει, καθώς επίσης επικαλείται πλημμέλεια της εκκαλούμενης απόφασης αναφορικά με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο  ως προς την παροχή εργασίας από τον αποβιώσαντα σύζυγό της καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου απασχόλησης του κατά τέσσερις (4) ώρες, ήτοι, συνολικά επί δωδεκάωρο (12ωρο), με συνέπεια να της επιδικάσει ποσό μειωμένο από το πραγματικά δικαιούμενο χρηματικό ποσό, δηλαδή, επικαλείται πλημμέλειες της εκκαλούμενης απόφασης αναφορικά με τα αποδεικτικά πορίσματα της εκκαλουμένης αποφάσεως επί των ωρών της ημερήσιας απασχόλησής του αποβιώσαντος συζύγου της στο πλοίο της εναγόμενης εταιρείας, κατά το χρονικό διάστημα των ναυτολογήσεών του σε αυτό, όπως ισχυρίσθηκε με την αγωγή της, με αποτέλεσμα το ως άνω κονδύλιο να γίνει εν μέρει δεκτό ως κατ’ ουσία βάσιμο, (β) επί των επίσης γενομένων εν μέρει δεκτών ως κατ’ ουσία βάσιμων κονδυλίων επιδομάτων εορτών ετών 2019, 2020, με το δεύτερο λόγο έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ποσού, το οποίο έγινε δεκτό ότι της οφείλεται ως τέτοια αμοιβή, διότι, όπως διατείνεται, τούτο υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του αποβιώσαντος συζύγου της, συμπεριληφθέντος σε αυτό, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, και γ) επί της απορρίψεως του αγωγικού κονδυλίου σχετικά με την αποζημίωση αυτού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 και 75 Κ.Ι.Ν.Δ. Δηλαδή, επικαλείται  εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 74 του Ν.4690/2020, 83 του Ν.4790/2021 και 257 ΑΚ.  Ζητείται δε με την εν λόγω έφεση η μεταρρύθμιση της παραπάνω απόφασης, κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια αυτής, που βλάπτουν την εκκαλούσα, έτσι ώστε, αφού κρατηθεί και επανεκδικασθεί εξαρχής η υπόθεση, να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η ένδικη αγωγή της, ως κατ’ ουσία βάσι μη.

Οι λόγοι αυτοί, που παραδεκτά προβάλλονται, τυγχάνουν επαρκώς ορισμένοι και δεκτικοί δικαστικής αξιολόγησης και ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστούν ως προς τη βασιμότητά τους, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

(111) Από τις διατάξεις των άρθρων του 84, 105 και 106 προκύπτει ότι ο εν προκειμένω εφαρμοζόμενος προϊσχύων Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ – Ν. 3816/1958) διέκρινε τις έννοιες της πλοιοκτησίας, της κυριότητας επί πλοίου και του εφοπλισμού. Το ίδιο περιεχόμενο αποδίδει στις έννοιες αυτές και ο νέος ΚΙΝΔ (Ν. 5020/2023, βλ. σχετ. Α. Μπεχλιβάνη, Εγχειρίδιο Ναυτικού Δικαίου, 2023, σελ. 132 επομ.). Κατά τις παραπάνω διατάξεις, η πλοιοκτησία υποδηλώνει κυριότητα και εφοπλισμό, κατά τρόπο ώστε, όταν τα στοιχεία αυτά αποχωρίζονται, να υπάρχει αφενός (απλή) κυριότητα επί του πλοίου και αφετέρου εφοπλισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι κατά νόμο δυνατή η συνύπαρξη επί του ιδίου πλοίου πλοιοκτήτη και εφοπλιστή (ΑΠ 618/2015, Ε7 2015/1276, ΑΠ 1103/1996, Δνη 1997/1134, ΑΠ 991/1991, ΕΕμπΔ 1992/639 = ΕΕΔ 1992/1092 = ΕΝαυτΔ 1992/70). Ειδικότερα, πλοιοκτήτης κατά το νόμο είναι αυτός, που με σκοπό το κέρδος εκμεταλλεύεται δικό του πλοίο, (απλός) κύριος του πλοίου είναι εκείνος, που έχει επ’ αυτού το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας κατά την έννοια του άρθρου 1000 του ΑΚ και το δικαίωμα αυτό έχει εγγραφεί στο νηολόγιο, ενώ εφοπλιστής είναι αυτός, που εκμεταλλεύεται για δικό του λογαριασμό πλοίο που ανήκει σε άλλον (ΑΠ 1910/2009, ΕΝαυτΔ 2010/164 = ΕΕμπΔ 2010/970, ΑΠ 799/2001, ΕΝαυτΔ 2001/361 = ΕΕμπΔ 2002/389). Κρίσιμη επομένως για την κατάφαση πλοιοκτησίας ή εφοπλισμού είναι η διαπίστωση του εάν ο  φορέας της εκμετάλλευσης του πλοίου συμπίπτει με το φορέα του δικαιώματος της επ’ αυτού κυριότητας, καθώς στην πρώτη περίπτωση υφίσταται πλοιοκτησία, ενώ στη δεύτερη εφοπλισμός. Ως εκμετάλλευση του πλοίου νοείται η κερδοσκοπική διενέργεια ναυτιλιακών εργασιών με οποιονδήποτε τρόπο (ΤριμΕφΠειρ. 874/2013, ΕΝαυτΔ 2013/422) και οποιοδήποτε αντικείμενο, όπως [και] η μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων (ΤριμΕφΠειρ. 468/2011, ΕΝαυτΔ 2012/39 = ΕΕμπΔ 2012/681 = Αρμ. 2012/1288 = Ε7 2013/111). Ο εκμεταλλευόμενος το πλοίο οργανώνει οικονομικά τα μέσα, έμψυχα και υλικά, που είναι αναγκαία για την άσκηση με αυτό ναυσιπλοΐας με σκοπό το κέρδος και ειδικότερα συνάπτει τις σχετικές με την επιχειρηματική δραστηριότητα συμβάσεις, μεριμνά για τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και την αξιοπλοΐα του πλοίου, ενώ προσλαμβάνει, μισθοδοτεί, απολύει και, με τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, αποζημιώνει το πλήρωμα, όντας το υποκείμενο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις δικαιοπραξίες, που καταρτίζει ο πλοίαρχος και ενέχεται προσωπικά έναντι των δανειστών για την εκπλήρωσή τους, ενεργώντας πάντοτε για το δικό του οικονομικό συμφέρον είτε είναι ταυτόχρονα και ο κύριος του πλοίου είτε τρίτος, που συνήθως έλκει το δικαίωμα της εκμετάλλευσής του από αυτόν, δηλαδή ο εφοπλιστής. Και τούτο διότι κατά την έννοια του νόμου βασική προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκεί και ασκεί πράγματι για δικό του λογαριασμό τη ναυτιλιακή επιχείρηση, που συγκροτεί το πλοίο και εκτός από την απόλαυση των κερδών, επωμίζεται απεριόριστα και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του (ΑΠ 776/2010, ΕΝαυτΔ 2011/314 = Ε7 2012/373, ΑΠ 5/2009, Αρμ. 2009/1885 = ΔΕΕ 2009/800, ΑΠ 271/1998, ΕΝαυτΔ 1998/279, Α. Αντάπασης/Λ. Αθανασίου, Ναυτικό Δίκαιο, 2020, § 19, αρ. 769 επομ., σελ. 397 επομ., Α. Αντάπασης, Ιδιωτικό ναυτικό δίκαιο, 2015, σελ. 399 επομ., Ι. Ρόκας/Γ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, 2021, αρ. 201, σελ. 102, Ι. Κοροτζής, Κυριότητα πλοίου, πλοιοκτησία και εφοπλισμός, σε Δνη 1986/1098 επομ. [1102], Δ. Καμβύσης, Ιδιωτικόν Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, άρθρο 105, § 2, σελ. 323, βλ. και Λ. Γεωργακόπουλο, Ναυτικό Δίκαιο, 2006, § 19, ΙΙ 1, σελ. 127), ενώ ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του εφοπλισμού αποτελεί η ανάληψη από τον εφοπλιστή της ναυτικής ή τεχνικής διεύθυνσης του πλοίου (ΑΠ 1145/2003, ΕΝαυτΔ 2003/432 =  Δνη 2004/458 = ΕΕμπΔ 2004/819 = ΧρΙΔ 2004/55, ΜονΕφΠειρ. 184/2021, ΜονΕφΠατρ. 216/2021, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ. Πειρ. 468/2011, ΕΝαυτΔ 2012/39 = ΕΕμπΔ 2012/681 = Αρμ. 2012/1288 = Ε7 2013/111, βλ. και ΑΠ 777/2015, Ε7 2016/572), που ασκείται μέσω, αφενός, του πλοιάρχου που κατ’ άρθρο 106 § 1 ΚΙΝΔ διορίζεται από αυτόν και, αφετέρου, των μελών του πληρώματος, που προσλαμβάνονται μεν από τον πλοίαρχο (άρθρο 53 ΚΙΝΔ), ο οποίος όμως συμβάλλεται ως άμεσος αντιπρόσωπός του (βλ. άρθρο 39 ΚΙΝΔ και Δ. Καμβύση, ο.π., άρθρο 53, § 3, σελ. 136, τον ίδιο, Ναυτεργατικόν Δίκαιον, 1977, σελ. 64). Πάντως, η εφοπλιστική ιδιότητα δεν συνιστά αυτοτελή λόγο ευθύνης. Αυτή, αν υπάρχει, θεμελιώνεται στην έννομη σχέση, που αποτελεί το γενεσιουργό της λόγο. Έτσι, ο εφοπλιστής ευθύνεται για την ικανοποίηση ναυτεργατικών απαιτήσεων, εφόσον έχει και την ιδιότητα του εργοδότη των ναυτικών, που απασχολούνται στο πλοίο, που τελεί υπό εφοπλισμό (ΕφΠειρ. 832/2008, ΕΝαυτΔ 2009/13, Α. Αντάπασης, Εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτο και προστασία των ναυτικών δανειστών, σε Η προστασία των ναυτικών δανειστών – Πρακτικά και Εισηγήσεις 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτικού Δικαίου 1992, έκδοση ΔΣΠ, 1994, σελ. 437 – 538 [506]). Εφόσον δε η πρόσληψη του πληρώματος αποτελεί πράξη εκμετάλλευσης του πλοίου (ΑΠ 591/1988, ΕΕμπΔ 1988/496 = Δνη 1989/84 = ΕΝαυτΔ 1989/37), η αναφορά στην αγωγή με την οποία ασκούνται ναυτεργατικές αξιώσεις περισσότερων εργοδοτών του ενάγοντος ναυτικού ισοδυναμεί με την επίκληση συνεκμετάλλευσης του πλοίου από περισσότερα (φυσικά ή νομικά) πρόσωπα, η οποία όμως δεν συνεπάγεται και συνεφοπλιστεία, καθώς η έννοια αυτής δεν υπάρχει στο ελληνικό δίκαιο, αφού όταν περισσότερα πρόσωπα συναποφασίζουν να εκμεταλλευθούν από κοινού ένα πλοίο θα δρουν είτε υπό μορφή εμπορικής εταιρίας, η οποία θα έχει και την εφοπλιστική ιδιότητα είτε στα πλαίσια αφανούς εταιρίας, οπότε εφοπλιστής θα είναι ο εμφανής εταίρος (Α. Αντάπασης/Λ. Αθανασίου, ο.π., αρ. 774, σελ. 401, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο Ι, 2005, σελ. 139 – 140). Και τούτο υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το υπό συνεκμετάλλευση πλοίο είναι ξένο έναντι όλων των εκμεταλλευόμενων αυτό, αφού, αν ανήκει κατά κυριότητα σε κάποιον από αυτούς, ο τελευταίος, ναυτολογώντας στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό το πλήρωμα, αποκτά την ιδιότητα του πλοιοκτήτη, γεγονός, που αποκλείει τον εφοπλισμό του πλοίου του. Πάντως, στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία από την εκμετάλλευση του πλοίου γεννώνται σε βάρος του εφοπλιστή απαιτήσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, όπως σημειώθηκε, και εκείνες, που απορρέουν από συμβάσεις ναυτολόγησης των μελών του πληρώματος, δηλαδή αξιώσεις από συμβάσεις παροχής ναυτικής εργασίας (ΑΠ 1549/2006, Δνη 2006/1436 = Αρμ. 2007/549, ΜονΕφΠειρ. 590/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), οι δανειστές μπορούν, όπως συνάγεται από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του ΚΙΝΔ, να στραφούν τόσο σε βάρος του εφοπλιστή όσο και σε βάρος του κυρίου του πλοίου, ο οποίος, μολονότι δεν είναι προσωπικός οφειλέτης των ναυτικών, εντούτοις υπέχει εκ του νόμου ευθύνη για την ικανοποίηση των  απαιτήσεών τους (Μον. Εφ. Πειρ. 595/2020, Αρμ. 2023/648). Αυτή  η ex lege ευθύνη απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητας επί του πλοίου και είναι πραγματοπαγής και περιορισμένη, με την έννοια ότι ο κύριος του πλοίου ευθύνεται μόνο με το συγκεκριμένο στοιχείο της περιουσίας του και μέχρι την αξία του, ενώ αντίθετα ο εφοπλιστής ευθύνεται προσωπικά και απεριόριστα με όλη την περιουσία του (ΑΠ 689/2013, ΕΝαυτΔ 2013/183 = ΧρΙΔ 2013/688 = Ε7 2014/424 = ΕΕμπΔ 2013/946, για τη διαφορά του νόμιμου λόγου ευθύνης εφοπλιστή και απλού κυρίου του πλοίου βλ. και Μον. ΕφΠειρ. 91/2019, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο). Μεταξύ των προσώπων αυτών δεν υπάρχει παθητική σε ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ (ΑΠ 994/2007, ΕΝαυτΔ 2007/385 = ΠειρΝ 2008/199), δεδομένου ότι ο κύριος του πλοίου ευθύνεται μεν για την πληρωμή των απαιτήσεων από τον εφοπλισμό αλλά δεν είναι οφειλέτης του δανειστή και μάλιστα προσωπικός, αφού απλώς υποχρεούται να δεχθεί την αναγκαστική εκποίηση του πλοίου για την ικανοποίηση αλλότριου χρέους (ΑΠ 1652/1995, Δνη 1997/1569). Τούτο σημαίνει ότι ο απλός κύριος του πλοίου, όταν η αγωγή στρέφεται και εναντίον του, ομοδικεί μεν με τον εφοπλιστή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 74 αρ. 1 περ. α΄ ΚΠολΔ (απλή ομοδικία, βλ. σχετ. Μον. Εφ. Πειρ. 809/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 916/1986, ΕΝαυτΔ 1989/ 459 = ΠειρΝ 1986/460, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, 1993, § 40, σελ. 150 επομ., Π. Γέσιου – Φαλτσή, Η  ομοδικία εν τη πολιτική δίκη, 1970, σελ. 112), επειδή η ευθύνη του κυρίου αφορά την οφειλή του εφοπλιστή, που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης αλλά δεν καταδικάζεται στην εκπλήρωση της υποχρέωσης του τελευταίου σε ολόκληρο μαζί του (Α. Αντάπασης/Λ. Αθανασίου, ο.π., αρ. 804, σελ. 414, αντίθετος ο Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, Τόμος Δεύτερος, 2005, άρθρο 106, αρ. 2, σελ. 81). Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται, πρώτον, ότι στη σύμβαση ναυτολόγησης εργοδότης του ναυτικού μπορεί να είναι είτε ο πλοιοκτήτης είτε ο εφοπλιστής (Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο, 1990, αρ. 157, σελ. 104, Ν. Δελούκας, Ναυτικόν Δίκαιον, 1979, § 127, σελ. 202 επομ.), όχι όμως και οι δύο ενεργώντας από κοινού, δεύτερον, ότι ο δανειστής των απαιτήσεων από τον εφοπλισμό δύναται να στραφεί επιδιώκοντας την ικανοποίησή τους τόσο κατά του εφοπλιστή όσο και κατά του κυρίου του πλοίου, σωρεύοντας μάλιστα τις αξιώσεις του (υποκειμενικώς) στο ίδιο δικόγραφο και τρίτον ότι για την πληρότητα του περιεχομένου της αγωγής αυτής θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να μνημονεύεται, κατά το υιοθετούμενο από τον έλληνα δικονομικό νομοθέτη σύστημα του ουσιαστικού ή συγκεκριμένου προσδιορισμού του αντικειμένου της πολιτικής δίκης, υπό την σύγχρονη εκδοχή του, της λειτουργίας του κανόνα δικαίου (περί του οποίου βλ. αναλυτικά σε Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία, ΙΙ, 2005, § 60, σελ. 142 επομ. και Κ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, 2006, σελ. 24 επομ.), ο νόμιμος λόγος ευθύνης εκάστου εναγομένου και συγκεκριμένα όσον αφορά τον εφοπλιστή, η έννομη σχέση του με τον ενάγοντα, από την οποία απορρέει το επίδικο χρέος του και, όσον αφορά τον κύριο του πλοίου, η έννομη σχέση η οποία τον συνδέει με αυτό και, ειδικότερα, το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του πλοίου, ο αποχωρισμός από αυτό της εκμεταλλεύσεως του πράγματος και η ανάληψη αυτής από τον έτερο εναγόμενο (τον εφοπλιστή), δηλαδή τα περιστατικά, που κατά νόμο επάγονται την ευθύνη του κυρίου για αλλότριο χρέος. Με δεδομένο, επομένως, ότι η ευθύνη καθενός εναγομένου έχει διαφορετικό περιεχόμενο και πραγματικό (ΑΠ 1652/1995, ο.π., ΕφΠειρ. 19/1998, ΠειρΝ 1998/58), η σωρευτική αναφορά στο ίδιο δικόγραφο του ότι καθένας εναγόμενος, εκτός από την αντίστοιχη ιδιότητα του εφοπλιστή και του απλού κυρίου του πλοίου, έχει συγχρόνως και την ιδιότητα του εργοδότη του αντιδίκου του, επειδή προσέλαβε το ναυτικό που ενάγει για την ικανοποίηση αξιώσεών του από τη σύμβαση ναυτικής εργασίας, καθιστά την αγωγή αντιφατική και αόριστη ως προς το νόμιμο λόγο ευθύνης καθενός εναγομένου (Μον. ΕφΠειρ. 27/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό ποιος από αυτούς ενάγεται ως συμβατικός οφειλέτης του ενάγοντος και ποιος ως εκ του νόμου ευθυνόμενος απέναντί του, δεδομένου ότι η σύμπτωση των ιδιοτήτων αυτών στο ίδιο πρόσωπο δεν είναι νοητή και η ευθύνη κάθε εναγομένου θα είναι είτε προσωπική και ενοχική είτε πραγματοπαγής (ΜονΕφΠειρ. 129/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πράγματι, η αναφορά ότι ο φερόμενος, ως απλός κύριος του πλοίου, συμβλήθηκε στη σύμβαση ναυτολόγησης του ενάγοντος, χωρίς να (εκτίθεται ότι) ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος του εφοπλιστή (άρθρο 211 ΑΚ, βλ. σχετ. και Α. Κιάντου – Παμπούκη, ο.π., § 24, σελ. 93, Ι. Κοροτζή, Ναυτικό Δίκαιο, Τόμος Δεύτερος, 2005, άρθρο 106, αρ. 1, σελ. 80), αναιρεί τον αλλότριο χαρακτήρα του χρέους για την εκπλήρωση του οποίου ενάγεται και, ταυτόχρονα, προκαλεί σύγχυση, καθιστά ασαφή και εν τέλει ανατρέπει τον αγωγικό ισχυρισμό περί της ύπαρξης εφοπλισμού στο πλοίο. Η αοριστία των ισχυρισμών του ενάγοντος προκαλεί το απαράδεκτο της αγωγής του, το οποίο αποτελεί την κύρωση που συνεπάγεται η αδυναμία λειτουργίας του υπαγωγικού συλλογισμού (Γ. Μητσόπουλος, Σκέψεις ως προς την «αοριστίαν» της βάσεως της αγωγής, σε Δνη 1995/1 επομ. [3]) και η κατ’ αποτέλεσμα αποστέρηση του Δικαστηρίου από τη δυνατότητα να διακρίνει το είδος και την έννοια των εννόμων σχέσεων που καθίστανται επίδικες (Ν. Κλαμαρής, Ζητήματα εννόμου συμφέροντος, αοριστίας της αγωγής και επιδείξεως εγγράφων υπό το πρίσμα του συνταγματικού δικονομικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας, σε Δνη 2003/598 επομ. [604]). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 289 και 291 ΚΙΝΔ συνάγεται ότι οι αξιώσεις, που αναφέρονται στο πρώτο από αυτά, στις οποίες, σύμφωνα με την πρώτη περίπτωσή του, περιλαμβάνονται και εκείνες του πλοιάρχου και του πληρώματος για την πληρωμή των μισθών και των λοιπών παροχών, που πηγάζουν από τη σύμβαση ναυτολόγησης, υπόκεινται σε ετήσια παραγραφή, η οποία αρχίζει την πρώτη (1η) Ιανουαρίου και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου του έτους, που έπεται εκείνου, μέσα στο οποίο συμπίπτει η αφετηρία της (ΟλΑΠ 15/1992, Δνη 1992/765 = ΕΕμπΔ 1993/100 = ΕΝαυτΔ 1992/145). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 261 § 1, όπως ισχύει μετά το Ν. 4139/2013 και 263 ΑΚ, που έχουν συμπληρωματική εφαρμογή και στην παραγραφή αξιώσεων του ΚΙΝΔ, εφόσον ο τελευταίος δεν ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 1182/ 2000, ΕΕμπΔ 2000/779 = ΕΕΔ 2000/1055), σαφώς συνάγεται ότι η άσκηση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή, η οποία επανεκκινεί από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, που επέρχεται, μεταξύ άλλων, και με παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 361/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), που έχει βέβαια επιδοθεί (ΑΠ 198/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δεδομένου ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 εδαφ. α και 297 ΚΠολΔ στην περίπτωση αυτή η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, με αποτέλεσμα να αίρονται και μάλιστα αναδρομικά όλες οι συνέπειές της, δικονομικές και ουσιαστικές, μεταξύ των οποίων και η διακοπή της παραγραφής της αξίωσης (άρθρο 221 § 1 περ. γ ΚΠολΔ), που θεωρείται ότι ποτέ δεν διακόπηκε (ΑΠ 2/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και η προθεσμία της συμπληρώνεται στη λήξη του επόμενου έτους από εκείνο, εντός του οποίου συνέτρεξαν τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές, για λόγους επιείκειας προς τον ενάγοντα, η § 2 του άρθρου 263 ΑΚ ορίζει ότι το διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα, που είχε η άσκηση της αγωγής, αναβιώνει, εάν ο δικαιούχος της απαιτήσεως επανεγείρει την αγωγή μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την παραίτηση (Δ. Παπαδοπούλου – Κλαμαρή, σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Αστικός Κώδικας, 2η έκδοση [2016], τόμος Ιβ, Γενικές Αρχές, άρθρο 263, αρ. 12 και 18, σελ. 1431 και 1432). Η αναβίωση της διακοπής της παραγραφής, που αίρεται αναδρομικά στις περιπτώσεις της § 1 (ΑΠ 1359/2001, Δνη 2003/782 = ΧρΙΔ 2001/692), προϋποθέτει ότι η αγωγή ασκείται εκ νέου από τον ίδιο ενάγοντα ή, σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από το διάδοχό του, στρέφεται σε βάρος του ίδιου εναγομένου ή των διαδόχων του και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, όπως και η προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 52/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Β. Περάκη, Η παραγραφή μετά την άσκηση της αγωγής, Ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 261 ΑΚ, 2021, § 6, σελ. 268). Μετά δε και την επίδοση της νέας αγωγής κατά το άρθρο 215 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ η παραγραφή θεωρείται ότι διακόπηκε με την άσκηση της αρχικής, που απορρίφθηκε τελεσιδίκως ή από το δικόγραφο της οποίας χώρησε παραίτηση (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 172/2018, ΑΠ 898/2015, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο ισχυρισμός του δικαιούχου της επίδικης αξίωσης για διακοπή της παραγραφής με την έγερση αγωγής ή την επανέγερση, μέσα στην αποκλειστική προθεσμία των έξι (6) μηνών, προηγούμενης αγωγής του, που απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς ή από το δικόγραφο της οποίας έγινε παραίτηση, συνιστά γνήσια αντένσταση προς αντίκρουση της γνήσιας, αυθύπαρκτης ή αυτοτελούς, ανατρεπτικής ένστασης παραγραφής της αξιώσεως αυτής (ΑΠ 136/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1581/2017, E7 2018/575, ΑΠ 1234/2003, ΕΕΔ 2004/210 = Δνη 2005/438, Δ. Κονδύλης, ο.π., § 23, αρ. 2, σελ. 459, Α. Κορνηλάκης, σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Αστικός Κώδικας, 2η έκδοση [2016], τόμος Ιβ, Γενικές Αρχές, άρθρο 272, αρ. 1, σελ. 1455, Γ. Νικολόπουλος, Η έννοια και η λειτουργία της ενστάσεως στο Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, 1987, σελ. 79) και προβάλλεται παραδεκτά, στο μεν πρώτο βαθμό και, ειδικότερα στην εργατική διαδικασία, όπου η κατάθεση προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, εφόσον επιπλέον γίνει σχετική καταχώρηση στα πρακτικά, χωρίς να αρκεί η έμμεση συναγωγή της προβολής του από τις προτάσεις του ενάγοντος (ΟλΑΠ 2/2005, Δνη 2005/689 = Δ 2005/727, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 29/2022, ΑΠ 192/2008, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), στη δε έκκλητη δίκη, με λόγο έφεσης, κύριο ή πρόσθετο και με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, στο πεδίο εφαρμογής του οποίου υπάγονται όχι μόνον οι πραγματικοί ισχυρισμοί που εισφέρονται για πρώτη φορά στο Εφετείο αλλά και εκείνοι που, προταθέντες απαραδέκτως στον πρώτο βαθμό και απορριφθέντες για το λόγο αυτό, επαναφέρονται στο δεύτερο (ΑΠ 187/2023, ΑΠ 576/2023, ΑΠ 749/2020, ΑΠ 902/2008, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 2018, 114, αρ. 65, σελ. 725). Έτσι, είναι παραδεκτή η προβολή από τον ενάγοντα της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, το απαράδεκτο της προτάσεως του οποίου στον πρώτο βαθμό είχε, ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής του, εφόσον αποδεικνύεται πλήρως και αμέσως (ΑΠ 172/2023, ΑΠ΄755/2021, ΑΠ 664/2021, ΑΠ 1087/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δηλαδή με έγγραφα (ή με δικαστική ομολογία) κατ’ άρθρο 527 αρ. 6 ΚΠολΔ και μάλιστα ανεξαρτήτως αν τα έγγραφα αυτά προσκομίζονται για πρώτη φορά, δεδομένου ότι η εξουσία του Εφετείου να αποκρούσει αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη τη βραδεία προσκομιδή τους, επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη της § 2 του άρθρου 529 του ιδίου Κώδικα, κρίνει ότι ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, δεν ισχύει όταν τα έγγραφα αυτά αποσκοπούν στην απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που προτείνονται παραδεκτώς στην έκκλητη δίκη (Μ.Εφ.Π. 416/2024, Δημοσιευμένη στην Ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, Ν. Νίκας, ο.π., αρ. 82, σελ. 729, Α. Διακονής, σε Κ. Οικονόμου [επιμ.], Η Έφεση – Συστηματική κατ’ άρθρο ερμηνεία του ΚΠολΔ, 2017, άρθρο, άρθρο 527, αρ. 57, σελ. 283 και άρθρο 529 αρ. 10, σελ. 314, Δ. Μπαμπινιώτης, ο.π., σελ. 211). Περαιτέρω: (α) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν.4690/2020 ορίζεται ότι «Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 – 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων». Συναφώς, κατά τις διατάξεις των σχετικών Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων των Υπουργών Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Δικαιοσύνης, με τις οποίες επιβλήθηκε το μέτρο της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών στο σύνολο της Επικράτειας, ορίζεται ρητά η αναστολή παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Πλέον συγκεκριμένα: (β) σύμφωνα με την παρ. 1(β) του άρθρου τρίτου της υπ’ αριθ. ΔΙΖ/ΓΠ. οικ 17733 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 833/12.03.2020) ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται από τις 13.3.2020 έως και τις 27.3.2020 (…) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (γ) σύμφωνα με την παρ. 1(β) του άρθρου τρίτου της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 21159 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 1074/27.03.2020) ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται από τις 28.3.2020 έως και τις10.4.2020 (…) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (δ) Σύμφωνα με την παρ. 1(β) του άρθρου τρίτου της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 24403 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 1301/11.04.2020) ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται από τις 11.4. 2020 έως και τις 27.4.2020 (…) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ε) Σύμφωνα με την παρ. 1(β) του άρθρου πρώτου της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 26804 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 1588/25.04.2020) ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται από τις 28.4.2020 έως και τις 15.5.2020 (…) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (στ) Σύμφωνα με την παρ. 1(β) του άρθρου πρώτου της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 30340 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 1857/15.05.2020) ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται από τις 16.5.2020 έως και τις 31.5.2020 (…) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». Παρέπεται λοιπόν ότι για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από την 13.03/2020 μέχρι και την 31.05.2020 ίσχυσε αναστολή της παραγραφής των αξιώσεων με τις προαναφερόμενες  Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ). Εξάλλου, από το όμοιο, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν.4690/2020, περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 83 του Ν.4790/2021 προκύπτει ότι «α) Το χρονικό διάστημα από την 07.11.2020 μέχρι και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.4682/2020 (Α’ 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων». Συναφώς, κατά τις διατάξεις των σχετικών Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων των Υπουργών Εθνικής Άμυνας, Υγείας και Δικαιοσύνης, με τις οποίες επιβλήθηκε το μέτρο της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών στο σύνολο της Επικράτειας, ορίζεται ρητά η αναστολή παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Πλέον συγκεκριμένα: (στ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου πρώτου της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 71342 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 4899/ 06.11.2020) για το διάστημα από την 07.11.2020 μέχρι και την 30.11.2020 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ζ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 76629 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 5255/28.11.2020) για το διάστημα από τις 30.11/2020 έως και 7.12.2020 ορίζεται ότι: διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (η) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 78363 (Φ.Ε.Κ. Τεύχος Β’, Φύλλο 5350/5.12.2020) για το διάστημα από τις 7.12.2020 έως kol14.12.2020 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (θ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 80189 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 5486/12.12.2020) για το διάστημα από τις 13.12.2020 έως και 07.01.2021, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 80588 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 5509/15.12.2020), την ΔΙα/Γ.Π.οικ. 81699/17.12.2020 (ΦΕΚ 55 79/17.12.2020), την ΔΙα/ΓΠ.οικ. 83418/24.12.2020 (ΦΕΚ 5726/ 24.1 2.2020) και την ΔΙα/Γ.Π.οικ.83978/29-12-2020 (ΦΕΚ 5791/30.12. 2020) ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ι) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 2 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 1/2.1.2021) για το διάστημα από τις 03.01.2021 έως και 11.01.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ια) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 1293 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 30/8.1.2021) για το διάστημα από τις 11.01.2021 έως και 18.1.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ιβ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 3060 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 89/16.1.2021) για το διάστημα από τις 18.01.2021 έως και 25.1.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ιγ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 6877 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 341/29.1.2021) για το διάστημα από τις 30.1.2021 έως και 8.2.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ιδ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 3(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 8378 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 454/5.2.2021) για το διάστημα από τις 06.02.2021 έως και 15.2.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ιε) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 2(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 9147 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 534/10.2.2021) για το διάστημα από τις 11.2.2021 έως και 1.3.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ιστ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 12639 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 793/27. 2.2021) για το διάστημα από τις 1.3.2021 έως και 8.3.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ιζ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 5(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 13805 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 843/3.3.2021) για το διάστημα από τις 4.3.2021 έως και 16.3.2021, η οποία αντικαταστάθηκε από την υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 14453 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 895/6.3.2021) ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». ν(ιη) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 3(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 16320 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 996/13.3.2021) για το διάστημα από την 16.03.2021 μέχρι και την 22.03.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (ιθ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 3(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 17698 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 1076/20.3.2021) για το διάστημα από τις 20.03.2021 έως και 29.03.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». (κ) Σύμφωνα με την υποπαράγραφο 3(α) της παρ. 4 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ. ΔΙα/ΓΠ.οικ 18877 (ΦΕΚ Τεύχος Β’, Φύλλο 1194/27.3.2021) για το διάστημα από την 29.03.2021 μέχρι και την 050.4.2021 ορίζεται ότι: «Αναστέλλονται προσωρινά: αβ) οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών, καθώς και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων». Τέλος, σύμφωνα δε με τα οριζόμενα από την ΚΥΑ ΔΙα/Γ.Π.οικ. 20651/2.4.2021 «Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα για το διάστημα από τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 μέχρι και τη Δευτέρα, 12 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00» (ΦΕΚ Β’ 1308/3.4.2021) προβλέπεται ότι «Επανεκκινούν από την 06.04.2021, οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών των πολιτικών Δικαστηρίων καθώς και της παραγραφής των συναφών αξιώσεων, εφαρμοζομένων των σχετικών διατάξεων του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (ιδίως παράταση 10 πλήρων ημερών)». Παρέπεται λοιπόν ότι για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από 07.11.2020 έως και 05.04.2021 ίσχυσε αναστολή της παραγραφής των αξιώσεων δυνάμει των προαναφερομένων Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων (ΚΥΑ). Συνεπώς, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι τα διαστήματα από 13.03.2020 έως και 31.05.2020 (ήτοι διάστημα 79 ημερών) και από 07.11.2020 έως και 05.04.2021 (ήτοι διάστημα 149 ημερών), δεν συνυπολογίζονται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και στην παραγραφή των αντιστοίχων αξιώσεων. Περαιτέρω, στο άνω διάστημα των 149 ημερών, προστίθεται και χρονικό διάστημα επιπλέον 10 πλήρων ημερών, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 83 του Ν.4790/ 2021. Επομένως, το συνολικό χρονικό διάστημα των δύο αναστολών της λειτουργίας των Δικαστηρίων, ήτοι 238 ημέρες(= 79 + 149 + 10) δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία της παραγραφής των αντιστοίχων αξιώσεων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 257 ΑΚ προβλέπεται ότι «Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν παύσει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες». Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής, ο οποίος επανεκκινεί, όταν παύσει η αναστολή, χωρίς όμως να υπάρχει η δυνατότητα να συμπληρωθεί πριν περάσει επιπλέον διάστημα 6 μηνών.

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει περίπτωση αναστολής της παραγραφής των προαναφερομένων αξιώσεών στο πλαίσιο των μέτρων για τον περιορισμό της διασποράς του κορωνοϊου SARS-COV-2 κατ’ άρθρο 255 του Αστικού Κώδικα και επομένως το διάστημα της αναστολής, προστίθεται στον υπολογισμό του χρόνου της παραγραφής. Περαιτέρω, και υπό την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 257 ΑΚ, σε κάθε περίπτωση προστίθεται και χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών στον υπολειπόμενο χρόνο της παραγραφής, προκειμένου να μην αποστερηθούν οι δικαιούχοι των νομίμων δικαιωμάτων τους, λόγω περιστατικών ανώτερης βίας. Ως εκ τούτου, οι αγωγικές αξιώσεις του έτους 2019 δεν έχουν υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή, καθώς χώρησε αναστολή της ενιαύσιας παραγραφής λόγω της πανδημίας και συνακόλουθα της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα η σχετική προθεσμία της παραγραφής της επίδικης αξίωσης να παρατείνεται αντίστοιχα και να μην υπάρχει δυνατότητα να συμπληρωθεί πριν παρέλθει και επιπλέον διάστημα έξι (6) μηνών μετά τη συμπλήρωση του νομίμου χρόνου της αναστολής. Επομένως, δεδομένου ότι η προθεσμία της παραγραφής των αξιώσεών για το έτος 2019, η οποία κανονικά θα συμπληρωνόταν την 31.12.2020, παρατάθηκε νόμιμα κατά το προαναφερόμενο συνολικό διάστημα των 238 ημερών, που ανεστάλη η λειτουργία των Δικαστηρίων, μετά την παρέλευση του οποίου, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 257 ΑΚ, προστίθεται και επιπλέον διάστημα έξι (6) μηνών, αφού η σχετική παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν έξι (6) μήνες από τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής μετά την αναστολή, προκύπτει ότι οι εγερθείσες με την από 23.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) ……/(Ε.Α.Κ.Δ) …/2021 (αρχική) αγωγή, που επιδόθηκε στις εναγόμενες εταιρείες την 28.12.2021, ένδικες αξιώσεις για το έτος 2019 έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στο χρονικό διάστημα, που προστίθεται στον αρχικό χρόνο παραγραφής (238 ημέρες της αναστολής, πλέον διαστήματος 6 μηνών ή 180 ημερών, ήτοι συνολικά 418 η αέρες ή σχεδόν 14 μήνες). Επομένως, η αντένσταση για αναστολή της παραγραφής των αξιώσεων, που αφορούν στο έτος 2019, την οποία πρότεινε η ενάγουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προς απόκρουση της προταθείσας από τις εναγόμενες εταιρείες ένστασης παραγραφής των επίδικων αξιώσεων του έτους 2019, τυγχάνει βάσιμη, εφόσον συνυπολογίζεται στην αναστολή του χρονικού διαστήματος της χρονικά προγενέστερης αναστολής (13.3.020-31.5.2020), ελλείψει σχετικής πρόβλεψης, η διάταξη του άρθρου 257 εδ. β’ ΑΚ [Δημητρίου Κ. Βασιλείου, Η αναστολή της παραγραφής λόγω αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών Δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού και η συμπλήρωση αυτής, Με επτά πρακτικά παραδείγματα (μελέτη) ΕΕργΔ 2021 σ. 285], με αποτέλεσμα, εφόσον το εξάμηνο δεν εξαντλείται πριν την έναρξη της νέας αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων (07.11.2020), το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα της αναστολής της παραγραφής των αξιώσεων [είκοσι τρεις (23) ημέρες] να μην συνυπολογίζεται μετά το χρόνο λήξης της αναστολής αυτής (05.04.2021) η οποία συμπληρώνεται έτσι την 28.04.2021, στην οποία αθροίζονται και οι δέκα (10) ημέρες της χρονικά μεταγενέστερης αναστολής της παραγραφής των αξιώσεων, η οποία συμπληρώνεται την 08.05.2021. Συνεπώς, η ενιαύσια παραγραφή των διατάξεων των άρθρων 289 και 291 του ΚΙΝΔ, έχει ανασταλεί στην υπό κρίση περίπτωση, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την 13.03.2020  μέχρι και την 08.05.2021. Εφόσον λοιπόν μέχρι την αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων (13.03.2020), διέτρεξε χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών και δεκατριών (13) ημερών. υπολείπεται για τη συμπλήρωσή αυτής χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών και δεκαεφτά (17) ημερών, το οποίο εκκινεί την 19.05.2021 και συμπληρώνεται εννέα (9) μήνες και δεκαεπτά (17) ημέρες από το χρονικό αυτό σημείο και συγκεκριμένα την 25.02.2022. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η αρχική αγωγή  ασκήθηκε με επίδοση της αρχικής αγωγής στις δύο πρώτες εναγόμενες εταιρείες την 28.12.2021, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. ………../28.12.2021 και υπ’ αριθ. ……../28.12.2021 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς …………, οι επίδικες αξιώσεις για το έτος 2019 δεν έχουν υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 289 Κ1ΝΔ. και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα αντίθετα και έκανε δεκτή την ένσταση της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων και την εξ αυτού του λόγου εξάλειψη του αγώγιμου χαρακτήρα αυτών, εσφαλμένα εκτίμησε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις σχετικά με την αναστολή της ενιαυσίας παραγραφής των αξιώσεων του έτους 2019 και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 255-257 του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με τις παραπάνω Υπουργικές Αποφάσεις σχετικά με την αναστολή λειτουργίας των Υπηρεσιών των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας και ως εκ τούτου υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον πρώτο (1ο) κατά σειρά λόγο της υπό στοιχεία (ΙΙ) εφέσεως της ενάγουσας …………….. πλημμέλεια,  γενομένου του σχετικού λόγου δεκτού, ως βάσιμου.

Από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε διάδικο, όπως αυτά κατονομάζονται και διαριθμούνται στις προτάσεις τους, νόμιμα, (Ολ. ΑΠ 23/ 2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/2014), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα παραπάνω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα υπόλοιπα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 561/2008, ΑΠ 655/2005, δημοσιευμένες αμφότερες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών <<¨ΝΟΜΟΣ>>) είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 395 Κ. Πολ.Δ, (ΑΠ 154/1992, ΕλλΔνη 33-814, ΑΠ 796/1983, ΕλλΔνη 1983. 1398, ΕφΑθ 9440/1986, ΕλλΔνη 1986, 869,  από τις υπ’ αριθ. ……. και …/21-03-2022 ένορκες βεβαιώσεις των …………… και …………., που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 106 και 107 Κ.Πολ.Δ, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εφεσίβλητης εταιρείας, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. …., ……/16-03-2022 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………….., από τις υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΠ-ΕΒ-…-2022 και ΔΣΠ-ΕΒ-….-2022 ένορκες βεβαιώσεις των ………….. και …………….., που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης εταιρείας, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. …………./22-03-2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ……….., που επικαλούνται και προσκομίζουν στην προκείμενη δίκη  οι διάδικοι, από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές συνάγονται από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέτρο, που δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια αυτών, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρα 336 παρ. 4 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) {Ν. Παισίδου: Τα δικαστικά τεκμήρια, 1991, σελ. 230 κα σημ. 86, πρβλ. Στ. Κουσούλη στην Ερμηνεία Κ. Πολ.Δ. Κεραμέως/ Κονδύλη/Νίκα, Ι (2000) άρθρο 231, αριθ. 5), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ………… ., ο οποίος απεβίωσε την 21.11.20121, ήταν έγγαμος με την ενάγουσα …………. και από το γάμο τους είχαν αποκτήσει δύο (2) τέκνα: (Α) την ……….., (Β) και το …….., που γεννήθηκαν αμφότεροι την 07.12.2013, διάγοντας το δωδέκατο (12ο) έτος της ηλικίας τους, όντες όλοι παραπάνω οι πλησιέστεροι συγγενείς του παραπάνω αποβιώσαντος, και ως εκ τούτου υπεισήλθαν ως καθολικοί διάδοχοι αυτού, ήτοι, ως κληρονόμοι του, καθώς αυτός απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, ήτοι, αδιάθετος, με συνέπεια να επέλθει η κατά τις διατάξεις των άρθρων 1812 και επ. του Αστικού Κώδικα κληρονομική διαδοχή, καλούμενοι αυτοί στην υφιστάμενη κατά το χρόνο περιουσία του παραπάνω αποβιώσαντος, δηλαδή, στην κληρονομία του, κατά ποσοστό (2/8) η …………… κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου στο σύνολο της κληρονομίας, η ………., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στο σύνολο της κληρονομίας και τέλος ο …………. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στο σύνολο της κληρονομίας, στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ των άλλων και οι αξιώσεις, που απορρέουν από τις παρακάτω εκτιθέμενες συμβάσεις ναυτικής εργασίας, σύμφωνα με όσα πρόκειται να εκτεθούν στο οικείο κεφάλαιο της παρούσας, δεδομένου ότι αυτοί δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε δήλωση αποποίησης της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομίας, ενώ το κληρονομικό τους δικαίωμα δεν έχει προσβληθεί, από τρίτο, όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθ. πρωτ. …../22.3.2022, …../22.3.2022 και …./17.3.2022 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Πειραιώς. Επιπλέον, προέκυψε ότι ο ………….. ήταν Έλληνας απογεγραμμένος ναυτικός, κάτοχος του υπ’ αριθ. ………. ναυτικού φυλλαδίου. Αντίστοιχα, η ναυτική εταιρεία, με την επωνυμία «………………» Ν. 959/79 (……………) τυγχάνει πλοιοκτήτρια του με ελληνική σημαία επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου «SRΙΙΙ>), νηολογίου Πειραιά με αριθμό … και Δ.Δ.Σ …., κ.ο.χ. 2880,98, που ήταν δρομολογημένο σε ακτοπλοϊκές γραμμές εσωτερικού, μεταφέροντας επιβάτες και οχήματα. Περαιτέρω, η κατά τα παραπάνω ναυτική εταιρεία, με την από 03.11.2016 δήλωση εφοπλισμού, που καταχωρήθηκε στα νηολόγια Πειραιώς την 14.11.2016, παραχώρησε την εκμετάλλευση (εφοπλισμό) του ως άνω πλοίου «SRΙΙΙ» στην εταιρεία με την επωνυμία «………………..» , για το χρονικό διάστημα 01.01.2017 31.12.2021, ενώ με τη νέα από 03.01.2021 δήλωση παράτασης εφοπλισμού, που καταχωρήθηκε στα νηολόγια Πειραιώς την 27.01.2021, ο ως άνω εφοπλισμός του πλοίου «SRΙΙΙ» παρατάθηκε για το χρονικό διάστημα 01.01.2022 —31.12.2025. Επιπλέον, προέκυψε ότι ο ……………. συνήψε με την πλοιοκτήτρια εταιρεία, τις ακόλουθες συμβάσεις ναυτικής εργασίας, με βάση τις οποίες ναυτολογήθηκε στο συγκεκριμένο πλοίο, ως θαλαμηπόλος, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο ναυτικό του φυλλάδιο: (α) από την 04.02.2019 μέχρι την 18.06.2019, απολυθείς λόγω άδειας, (β) από την 03.07.2019 μέχρι την 30.03.2020, οπότε η σύμβαση ναυτικής εργασίας του τέθηκε σε αναστολή μέχρι την 31.05.2020, από την 01.06.2020 μέχρι την 16. 08.2020, απολυθείς λόγω άδειας μέχρι την 16.09.2020, (γ) την 15. 10.2020, αλλά από την 16.10.2020 μέχρι την 25.10.2020, οπότε η σύμβαση ναυτικής εργασίας του τέθηκε πάλι σε αναστολή και, εντέλει εργάστηκε από την 26.10.2020 μέχρι την 31.10.2020, οπότε απολύθηκε λόγω πέρατος των δρομολογίων (χρόνος παροχής εργασίας επτά (7) ημέρες (15.10.2020 και από 26.10 έως 31.10.2020). (δ) τέλος, από την 06.11.2020 μέχρι την 31.12.2020, απολυθείς λόγω πέρατος των δρομολογίων, χωρίς να επακολουθήσει νέα ναυτολόγησή του εντός εξήντα (60) ημερών και χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση. Έτσι, κατά το έτος 2019, αυτός υπηρέτησε στο πλοίο «SRIII» με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου από την 04-02-2019 μέχρι την 18-06-2019 (4,46 μήνες) και από την 03-07-2019 μέχρι την 31-12-2019 (5,93 μήνες), ήτοι για το συνολικό χρονικό διάστημα των 10,39 μηνών, ενώ κατά το έτος 2020, υπηρέτησε στο πλοίο «SRIII» με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου από 01-01-2020 μέχρι την 30-03-2020 (3 μήνες), από την 01-06-2020 μέχρι την 16-08-2020 (2,53 μήνες), την 15-10-2020 και από την 26-10-2020 μέχρι την 31-10-2020 (7 συνολικά ημέρες ή 0,23 μήνες) και από την 06-11-2020 μέχρι την 31-12-2020 (1,83 μήνες), ήτοι για το συνολικό χρονικό διάστημα των 7,59 μηνών. Πέραν των καθηκόντων του θαλαμηπόλου, ο αποβιώσας σύζυγός μου απασχολείτο μαζί με τους Ναύτες του πλοίου στην έχμαση των αυτοκινήτων στο γκαράζ του πλοίου, ενώ εκτελούσε και καθήκοντα «βατσιμάνη» (watchman) κατά τα χρονικά διαστήματα που το πλοίο δεν εκτελούσε δρομολόγια. Κατά την εκτέλεση των ενδεικτικά αναφερομένων καθηκόντων του, κατά καιρούς και ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες του πλοίου, επωμιζόταν και πρόσθετα καθήκοντα. Τούτο επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες ………….και ………….., οι οποίοι, ως συνυπηρετήσαντες με τον ………… στο επίδικο πλοίο σε χρόνους, που αυτός είχε ναυτολογηθεί βεβαιώνουν ότι αυτός παρείχε την εργασία του, ως θαλαμηπόλος και κατά τα χρονικά διαστήματα, που το πλοίο δεν εκτελούσε πλόες απασχολείτο ως βιτσαμάνης <<watchman>>. Οι καταθέσεις τους αυτές κρίνονται πειστικές, καθώς δεν περιέχουν αντιφάσεις ούτε αλληλοαναιρούνται, καταρρίπτουν δε αποδεικτικά τους ανταγωγικούς ισχυρισμούς της εφεσίβλητης εταιρείας ότι δηλαδή αυτός εργαζόταν μόνον, ως νυκτερινός φύλακας, ιδιότητα, με την οποία είχε προσληφθεί, συνάπτοντας τις επίδικες συμβάσεις. Ωστόσο οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επιβεβαιώνονται πλήρως από τα αποδεικτικά μέσα και κατά κύριο λόγο από τους μάρτυρες …………. και ………, με τις ένορκες βεβαιώσεις των οποίων επιβεβαιώνεται έστω και εν μέρει ότι ο ………….. εργάστηκε και ως θαλαμηπόλος στο επίδικο πλοίο, κατά τους θερινούς μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2019, ένεκα αδειών μελών του πληρώματος του επίδικου πλοίου, κατάθεση όμως, που προσκρούει στους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, καθώς οι συγκεκριμένοι μήνες της θερινής περιόδου αποτελούν μήνες αιχμής της τουριστικής περιόδου για τέτοιου είδους πλοία, όπως το επίδικο, γεγονός, που αποκλείει το ενδεχόμενο χορήγησης αδειών σε μέλη του πληρώματος, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτή την περίοδο οι οργανικές συνθέσεις των πλοίων ενισχύονται με την πρόσληψη επιπλέον μελών λόγω αυξημένης κίνησης και προς εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού. Για να ανταποκριθεί στα προαναφερόμενα καθήκοντα του αυτός εργαζόταν. κατ’ εντολή του αρχιθαλαμηπόλου της θέσης στην οποία ανήκε και εντός πλαισίων της καλύτερης λειτουργίας των υπηρεσιών του πλοίου, πέραν του νόμιμου ωραρίου του. Επομένως, από τα προαναφερθέντα, που αφορούν τις συνθήκες, οι οποίες επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ……………..  στο εν λόγω πλοίο, της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησης του σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας ο τελευταίος παρείχε υπερωριακή εργασία, η διάρκεια της οποίας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν μεγαλύτερη κατά τη θερινή περίοδο, λόγω της αυξημένης τουριστικής κίνησης, συνάγεται δε ότι ο μέσος όρος της συνολικής ημερήσιας απασχόλησης του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής του ήταν δέκα (10)  ώρες και όχι δώδεκα (12),  όπως αβάσιμα η ενάγουσα σύζυγός του ισχυρίζεται με το δεύτερο (2ο) κατά σειρά λόγο της υπό στοιχεία (ΙΙ) εφέσεως της. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με την οικεία Σ.Σ.Ε, ο αποβιώσας σύζυγος της ενάγουσας  παρείχε, κατά τις καθημερινές και Κυριακές δύο (2) ώρες υπερωριακής εργασίας και κατά τα Σάββατα και τις αργίες δέκα (10) ώρες τέτοιας εργασίας. Το γεγονός ότι η άνω υπερωριακή εργασία του δεν αναγραφόταν στο βιβλίο υπερωριών και ιδιαίτερων αμοιβών του πληρώματος, το οποίο τηρούσε η εναγόμενη εταιρεία, δια του προεστημένου οργάνου της, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών πλοίων και του άρθρου 11 της Σ.Σ.Ν.Ε. πληρωμάτων μεσογειακών και τουριστικών επιβατηγών πλοίων έτους 2019 δεν μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών τούτου (Εφ. Πειρ. 54/2022, 34/2022, www. Efeteio -peir.gr, Εφ.Πειρ. 452/2010, Εφ.Πειρ. 768/2003, αδημ.). Ούτε ο ισχυρισμός, που προβλήθηκε πρωτόδικα από την εναγόμενη και εκκαλούσα στην υπό στοιχεία (Ι) έφεση εταιρεία και επαναφέρεται με το σχετικό λόγο της έφεσής της, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια ναυτολόγησής του στο ανωτέρω πλοίο αυτός ουδέποτε εξέφρασε παράπονο σχετικά με την εργασία του και τις συνθήκες παροχής αυτής, λαμβάνοντας τις μηνιαίες αποδοχές του χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, δεν αναιρεί το αποδεικνυόμενο γεγονός ότι αυτός απασχολείτο υπερωριακά.  Συνεπώς, οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί της εφεσίβλητης εταιρείας περί της παροχής της εργασίας του, ως νυχτερινός φύλακας ασφάλειας και η παροχή εργασίας του εντός των νομίμων χρονικών ορίων των οκτώ (8) ωρών ημερησίως τυγχάνουν αβάσιμοι και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι τυγχάνουν απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Επιπλέον, δικαιοπρακτικά ορίστηκε ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη ότι ο μισθός και οι εν γένει αποδοχές του ναυτολογημένου ……………. θα καθορίζονταν με βάση την ισχύουσα κάθε φορά Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων (ένδειξη «Μισθός Σ.Σ.»). Περαιτέρω, με βάση τις διατάξεις της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2019 (Υ.Α. 2242.5-1.5/56040/2019, ΦΕΚ Β’ 3170/12.8. 2019) και εφόσον, κατά το έτος 2019 ο ………….. εργάστηκε ως, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα ως θαλαμηπόλος, θα έπρεπε να λάβει, ως δεδουλευμένες αποδοχές του, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, τα ακόλουθα  χρηματικά ποσά:  Με βάση τις διατάξεις της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων, έτους 2019 (Υ.Α. 2242.5-1.5/56040/2019, ΦΕΚ Β’ 3170/12-8-2019), και δεδομένου ότι κατά το έτος 2019 αυτός υπηρέτησε, ως θαλαμηπόλος από την 04-02-2019 μέχρι την 18-06-2019 (4,46 μήνες) και από την 03-07-2019 μέχρι την 31-12-2019 (5,93 μήνες), ήτοι για το συνολικό χρονικό διάστημα των 10,39 μηνών έπρεπε να λάβει για τις δεδουλευμένες αποδοχές του, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: (α) για μισθό ενεργείας το χρηματικό ποσό των 12.517,56 Ευρώ (Ε) (1.204,77 ευρώ X 10,39 μήνες), (β) για επίδομα Κυριακών το χρηματικό ποσό των 2.753,86 ευρώ (265,05 ευρώ X 10,39 μήνες), (γ) για αντίτιμο τροφής το χρηματικό ποσό των 6.227,76 ευρώ (19,98 ευρώ X 30 ημέρες = 599,40 ευρώ X 10,39 μήνες), (δ) για επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας το χρηματικό ποσό των 380,68 ευρώ (36,64 ευρώ X 10,39 μήνες), (ε) για αντίτιμο αδείας το χρηματικό ποσό των 3.470,77 ευρώ (1.204,77 + 265,05 = 1.469,82 : 22 = 66,81 X 5 = 334,05 μηνιαίως X 10,39 μήνες), (στ) για τροφοδοσία επί της αδείας το χρηματικό ποσό των 1.037,96 ευρώ (19,98 ευρώ X 5 ημέρες= 99,90 ευρώ μηνιαίως X 10,39 μήνες), (ζ) για επίδομα ιματισμού το χρηματικό ποσό των 600,33 ευρώ (57,78 ευρώ X 10,39 μήνες), (η) για υπερωρίες καθημερινών και Κυριακών το χρηματικό ποσό των 4.558,8 Ευρώ, δεδομένου ότι κατά το έτος 2019 εργάστηκε επί 262 καθημερινές και Κυριακές και ως εκ τούτου πραγματοποίησε συνολικά 524 ώρες υπερωριακής εργασίας καθημερινών και Κυριακών (262 X 2 ώρες = 524 ώρες), οι οποίες αμείβονται προς 8,70 ευρώ η κάθε ώρα (524 ώρες X 8,70 ευρώ = 4.558,8 ευρώ) (θ) για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών το χρηματικό ποσό των 6.890,40 ευρώ, δεδομένου ότι εργάστηκε επί 55 Σάββατα και αργίες, πραγματοποιώντας συνολικά 550 ώρες υπερωριακής εργασίας Σαββάτων και αργιών (55 ημέρες X 10 ώρες = 550 ώρες), οι οποίες αμείβονται προς 10,44 ευρώ η κάθε ώρα (550 ώρες X 10,44 ευρώ = 5.742,00 Ευρώ (Ε) και συνολικά το χρηματικό ποσό των 38.438,12 Ευρώ (Ε), έναντι του οποίου η εναγόμενη εταιρεία και ήδη εφεσίβλητη του κατέβαλε με τραπεζικές καταβολές στο λογαριασμό, που τηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς για μισθοδοσία του έτους 2019 τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: (α) την 07-03-2019 για μισθοδοσία Φεβρουάριου 2019 το χρηματικό ποσό των 1.008,86 ευρώ, (β) την 09-04-2019 για μισθοδοσία Μαρτίου 2019 το χρηματικό ποσό των 1.435,32 ευρώ, (γ) την 09-05-2019 για μισθοδοσία Απριλίου 2019 το χρηματικό ποσό των 1.174,61 ευρώ, (δ) την 10-06-2019 για μισθοδοσία Μαΐου 2019 το χρηματικό ποσό των 1.218,96 ευρώ, (ε) την 09-07-2019 για μισθοδοσία Ιουνίου 2019 το χρηματικό ποσό των 597,66 ευρώ, (στ) την 07-08-2019 για μισθοδοσία Ιουνίου 2019 το χρηματικό ποσό των 2.861,53 ευρώ, (ζ) την 05-09-2019 για μισθοδοσία Αυγούστου 2019 το χρηματικό ποσό των 3.130,74 (η) την 08-10-2019 για μισθοδοσία Σεπτεμβρίου 2019 το χρηματικό ποσό των 1.611,05 ευρώ, (η) την 17-10-2019 για αναδρομικά το χρηματικό ποσό των 178,22 ευρώ, (ι) την 7-11-2019 για μισθοδοσία Οκτωβρίου 2019 το χρηματικό ποσό των 1.605,71 ευρώ, (θ) την 10-12-2019 για μισθοδοσία Νοεμβρίου 2019 το χρηματικό ποσό των 1.179,50 ευρώ και (ιβ) την 30-12-2019 για μισθοδοσία Δεκεμβρίου 2019 το χρηματικό ποσό τω 1.001,81 ευρώ και συνολικά το χρηματικό ποσό των 17.003,97 ευρώ. Συνεπώς,  αυτός είχε δικαίωμα να λάβει για τις παραπάνω αιτίες το χρηματικό ποσό των 21.434,15 Ευρώ (Ε) (38. 438,12–17.003,97= 21.434,15 Ευρώ (Ε). Περαιτέρω, αναφορικά με το έτος 2.020, ο ως άνω είχε το δικαίωμα να λάβει τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: (α) για μισθό ενεργείας το χρηματικό ποσό των 9.096,01 ευρώ (1.204,77 Ευρώ (Ε) Χ 7,55 μήνες), (β) για επίδομα Κυριακών το χρηματικό ποσό των 2.001,12 Ευρώ (Ε) (265,05 Ευρώ (Ε)  Χ 7,55 μήνες), (γ) για αντίτιμο τροφής το χρηματικό ποσό των 4.525,47 Ευρώ (Ε) (19,98 Ευρώ (Ε) X 30 ημέρες 599,40 Ευρώ (Ε) X 7,55 μήνες), (δ) για επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας το χρηματικό ποσό των 276,63 Ευρώ (Ε) (36,64 Ευρώ (Ε) X 7,55 μήνες), (ε) για αντίτιμο αδείας το χρηματικό ποσό των 2.522,07 Ευρώ (Ε) (1.204,77 + 265,05= 1.469,82 : 22 = 66,81 Χ 5= 334,05 μηνιαίως X 7,55 μήνες), (ζ) για τροφοδοσία επί της αδείας το χρηματικό ποσό των 754,24 Ευρώ (Ε) (19,98 Ευρώ (Ε) X 5 ημέρες= 99,90 Ευρώ (Ε) μηνιαίως X 7,55 μήνες), (η) για επίδομα ιματισμού το χρηματικό ποσό των 436,23 Ευρώ (Ε) (57,78 Ευρώ (Ε) Χ 7,55 μήνες), (η) για υπερωρίες καθημερινών και Κυριακών το χρηματικό ποσό των 3.306,00 Ευρώ (Ε), (190 Χ 2 ώρες= 380 ώρες Χ 8,70 Ευρώ (Ε)= 3.306,00 Ευρώ (Ε) (θ) για υπερωρίες Σαββάτων και αργιών το χρηματικό ποσό των 4.071,6 ευρώ, δεδομένου ότι αυτός εργάστηκε επί 39 Σάββατα και αργίες, πραγματοποιώντας συνολικά 390 ώρες υπερωριακής εργασίας Σαββάτων και αργιών (39 ημέρες X 10 ώρες = 390 ώρες), οι οποίες αμείβονται προς 10,44 Ευρώ (Ε) η κάθε ώρα, αντίστοιχα (390 ώρες X 10,44 Ευρώ (Ε) = 4.071,6  Ευρώ (Ε) και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες το χρηματικό ποσό των 26.989,37 Ευρώ (Ε), έναντι του οποίου είχε λάβει διατραπεζικά το συνολικό χρηματικό ποσό των  8.335,96 Ευρώ (Ε), που ανέρχεται σε (α) την 07.02.2020 για μισθοδοσία Ιανουάριου 2020 το χρηματικό ποσό των 1.024,81 ευρώ, (β) την 06.3.2020 για μισθοδοσία Φεβρουάριου 2020 το ποσό των 1.156,79 Ευρώ (Ε), (γ) την 06.04.2020 για μισθοδοσία Μαρτίου 2020 το χρηματικό ποσό των 1.156,79 Ευρώ (Ε), (δ) την 08.07.2020 για μισθοδοσία Ιουνίου 2020 το χρηματικό ποσό των 1. 201,11 Ευρώ (Ε), (ε) την 04.08.2020 για μισθοδοσία Ιουλίου 2020 το χρηματικό ποσό των 1.200,96 Ευρώ (Ε), (στ) την 08.9.2020 για μισθοδοσία Αυγούστου 2020 το χρηματικό ποσό των 632,87 Ευρώ (Ε), (ζ) την 07.12.2020 για μισθοδοσία Νοεμβρίου 2020 το χρηματικό ποσό των 709,62 Ευρώ (Ε) και (η) την 05.01.2021 για μισθοδοσία Δεκεμβρίου 2020 το χρηματικό ποσό τω 1.253,01 Ευρώ (Ε) και συνολικά το χρηματικό ποσό των 8.335,96 Ευρώ (Ε), και ως εκ τούτου πρέπει να του καταβληθεί η διαφορά (26.989,37 – 8.335,96 =) 18. 653,41 Ευρώ (Ε). Αναφορικά με το επίδομα της εορτής του Πάσχα 2019 και με δεδομένο ότι οι τακτικές αποδοχές του ανέρχονταν κατά το έτος 2019 στο χρηματικό ποσό των 3.641,74 Ευρώ (Ε) (βασικός μισθός 1.204,77 ευρώ + επίδομα Κυριακών 265,05 ευρώ + αντίτιμο τροφής 599,40 + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 36, 64 ευρώ + αντίτιμο αδείας 334,05 ευρώ + τροφοδοσία επί της άδειας 99,90 ευρώ + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής εργασίας καθημερινών και Κυριακών 438,76 Ευρώ (Ε) (4.558,8: 10,39 = 438,76) + μέσος όρος υπερωριακής απασχόλησης Σαββάτων και αργιών 663,17 (6.890, 40:10,39= 663,17)= 3.641,74 Ευρώ (Ε): 22=165,53 Χ 10,75= 1779,44 Ευρώ (Ε), έναντι του οποίου εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 465,60 ευρώ, διατηρούσε αξίωση χρηματικού ποσού 1.313,84 Ευρώ (Ε). Αναφορικά με το επίδομα της εορτής των Χριστουγέννων του έτους 2019, με δεδομένο ότι οι τακτικές αποδοχές του ανέρχονταν κατά το έτος 2019 στο χρηματικό ποσό των 3.641,74 ευρώ (βασικός μισθός 1.204,77 ευρώ + επίδομα Κυριακών 265,05 ευρώ + αντίτιμο τροφής 599,40 + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ + αντίτιμο αδείας 334,05 ευρώ + τροφοδοσία επί της άδειας 99,90 ευρώ + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής εργασίας καθημερινών και Κυριακών 438,76 ευρώ (4. 558,8 : 10,39 = 438,76) + μέσος όρος υπερωριακής απασχόλησης Σαββάτων και αργιών 663,17  Ευρώ (Ε) (6.890,40 : 10,39= 663,17)= 3.641,74 Ευρώ (Ε): 22 = 165,53 Ευρώ (Ε) Χ 24,32 ημερομίσθια, που αποτελεί την αναλογία των 231 ημερών εργασίας, καθότι αυτός παρείχε την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από 01-05-2019 μέχρι 31-12-2019 = 4.025,68 Ευρώ (Ε), έναντι του οποίου εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 1.393,70 Ευρώ (Ε), διατηρούσε αξίωση χρηματικού ποσού 2.631,98 Ευρώ (Ε). Αναφορικά με το επίδομα της εορτής του Πάσχα του έτους 2.020 και με δεδομένο ότι οι τακτικές αποδοχές του ανέρχονταν κατά το έτος 2020 στο χρηματικό ποσό των 3.516,97 Ευρώ (Ε), υπολογιζόμενες αυτές, ως εξής: [βασικός μισθός: 1.204,77 Ευρώ (Ε) + επίδομα Κυριακών 265,05 Ευρώ (Ε) + αντίτιμο τροφής 599,40 + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 36,64 Ευρώ (Ε) + αντίτιμο αδείας 334,05 Ευρώ (Ε) + τροφοδοσία επί της άδειας 99,90 Ευρώ (Ε) + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής εργασίας καθημερινών και Κυριακών  437,88 Ευρώ (Ε) (3.306,00 Ευρώ (Ε) : 7,55 μήνες) + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής εργασίας Σαββάτων και αργιών 539,28 ευρώ (4.071,6 Ευρώ (Ε): 7,55 μήνες) = 539,28 Ευρώ (Ε)] και επειδή από 01.01.2020 έως 30.04.2020 εργάστηκε 89 ημέρες, έπρεπε να λάβει για αναλογία δώρου Πάσχα το χρηματικό ποσό των 1.777,66 Ευρώ (Ε) (τακτικές αποδοχές 3. 516,97 Ευρώ (Ε): 22 = 159,86 Ευρώ (Ε) Χ 11,12 ημερομίσθια η αναλογία των 89 ημερών εργασίας = 1.777,66 Ευρώ (Ε), έναντι του οποίου αυτός εισέπραξε, την 14.04.2020 το χρηματικό ποσό των 537,26 Ευρώ (Ε)  αυτός είχε το δικαίωμα να λάβει το χρηματικό ποσό των 1.240,40 Ευρώ (Ε)( 1.777,66-537, 26=1.240,40 Ευρώ (Ε)). Αναφορικά με το επίδομα της εορτής των Χριστουγέννων του έτους 2020 και με δεδομένο ότι οι τακτικές αποδοχές του κατά το έτος 2020 ανέρχονταν στο χρηματικό ποσό των 3.516,97 Ευρώ (Ε), υπολογιζόμενες αυτές, ως εξής:[βασικός μισθός 1.204,77 ευρώ + επίδομα Κυριακών 265,05 ευρώ + 599,40 αντίτιμο τροφής + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 36,64 ευρώ + αντίτιμο αδείας 334,05 ευρώ + τροφοδοσία επί της άδειας 99,90 Ευρώ (Ε) + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής εργασίας καθημερινών και Κυριακών  437, 88 Ευρώ (Ε), υπολογιζόμενο αυτό, ως εξής: 3.306,00 Ευρώ (Ε): 7,55 μήνες =437,88 Ευρώ (Ε) + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής εργασίας Σαββάτων και αργιών 539,28 Ευρώ (Ε) (4.071,6 Ευρώ (Ε): 7,55 μήνες = 539,28 Ευρώ (Ε) και επειδή από 01.5.2020 μέχρι την 31.12.2020 εργάστηκε για 140 ημέρες, έπρεπε να λάβει για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2020 το χρηματικό ποσό των 2.356, 36 Ευρώ (Ε) [τακτικές αποδοχές 3.516,97 Ευρώ (Ε): 22 = 159,86 ευρώ X 14,74 ημερομίσθια η αναλογία των 140 ημερών εργασίας, έναντι του οποίου αυτός εισέπραξε την 18.12.2020 το χρηματικό ποσό των 581,71 Ευρώ (Ε), και ως εκ τούτου είχε το δικαίωμα να λάβει το χρηματικό ποσό των 1.774,62 Ευρώ (Ε) (2.356,33 – 581,71= 1.774,62 Ευρώ (Ε). Αναφορικά με το αγωγικό κονδύλι της αποζημίωσης λόγω διανυκτέρευσης, αυτό τυγχάνει απορριπτέο, ως αβάσιμο, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις κατά τον προσήκοντα τρόπο, καθώς το συγκεκριμένο πλοίο ήταν δρομολογημένο στη γραμμή των Δυτικών Κυκλάδων (Πειραιάς— Σέριφος—Σίφνος- Μήλος με επιστροφή) το πλοίο δεν εκτελούσε νυχτερινούς πλόες, εφόσον εκκινούσε, ξεκινώντας, κάθε μέρα, νωρίς το πρωί από τον Πειραιά το δρομολόγιό του, όπου και επέστρεφε με το πέρας αυτού το απόγευμα της ίδιας ημέρας και τα πληρώματα επέστεφαν στις οικίες τους. Τέλος, ο ως άνω απολύθηκε την 31.12.2020 από το επίδικο πλοίο στον Πειραιά λόγω «διακοπής δρομολογίων»), όπως ανεγράφη στο ναυτικό του φυλλάδιο, (χωρίς παράπτωμα ή υπαιτιότητά του) αλλά λόγω της διακοπής των πλόων του πλοίου, χωρίς να ναυτολογηθεί και πάλι μέσα σε χρονικό διάστημα  εξήντα (60) ημερών. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 27 της εφαρμοστέα Σ.Σ.Ν.Ε. Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων: «Σε περίπτωση διακοπής των πλόων για οποιοδήποτε λόγο, πέραν των εξήκοντα (60) ημερών, καταβάλλεται στο πλήρωμα σε περίπτωση απόλυσής του αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές είκοσι δύο (22) ημερών», ενώ, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής, λαμβάνονται υπόψη ο καταβαλλόμενος μισθός, κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, (ο μισθός ενεργείας, το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή, η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας, το αντίτιμο τροφής, τα επιδόματα εορτών, καθώς και κάθε άλλη παροχή καταβαλλομένη, ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, τακτικώς καθ’ έκαστο μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικώς καθ’ ορισμένα χρονικά διαστήματα. Έτσι και εφόσον, κατά τα ανωτέρω διαληφθέντα, οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν, κατά το χρόνο της ως άνω απολύσεώς του (31.12.2020), στο συνολικό χρηματικό ποσό των 3.516,97 Ευρώ (Ε), θα έπρεπε να λάβει, ως αποζημίωση απόλυσης, κατ’ άρθρο 27 της ως άνω ΣΣΕ, το χρηματικό ποσό των 2.579,06 Ευρώ (Ε) (3.516,97 Ευρώ (Ε): 30 = 117,23 ευρώ Χ 22=2.579,06), έναντι του οποίου ουδέν εισέπραξε. Έτσι, από τις παραπάνω αιτίες αυτός διατηρούσε αξίωση ανερχόμενη στο χρηματικό ποσό των σαράντα εννέα χιλιάδων εξακοσίων είκοσι επτά Ευρώ και σαράντα έξι λεπτών (49.627,46)  Ευρώ (Ε) αναλυόμενη, ως ακολούθως: (Α) 21.434,15 Ευρώ (Ε), + (Β) 18. 653,41 Ευρώ (Ε)+ (Γ) 1.313,84 Ευρώ (Ε) + (Δ) 2.631,98 Ευρώ (Ε) + (Ε) 1.240,40 Ευρώ (Ε) + (ΣΤ) 1.774,62 + (Ζ) 2.579,06 Ευρώ (Ε)= 49.627,46 Ευρώ (Ε). Από το χρηματικό αυτό ποσό, η ενάγουσα δικαιούται ατομικά το χρηματικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων τετρακοσίων έξι Ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (12.406,86) Ευρώ (Ε)  και το καθένα από τα ανήλικα τέκνα της ενάγουσας το χρηματικό ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων εξακοσίων δέκα Ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (18.610,29) Ευρώ (Ε), αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα, που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό καθένα  από τα επιμέρους χρηματικά ποσά, που το αποτελούν και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτών, κατά οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας,  Κατά συνέπεια των παραπάνω το αίτημα της εφεσίβλητης εταιρείας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της καταβολής του χρηματικού ποσού των 11.296,71  Ευρώ (Ε), που ορίστηκε προσωρινά εκτελεστό με την εκκαλούμενη απόφαση τυγχάνει απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση των υπό κρίση εφέσεων η υπό στοιχεία (Ι) έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία, ενώ η υπό στοιχεία (Ι) πρέπει να απορριφθεί και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει  να κρατηθεί η υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), να δικασθεί κατ’ ουσία η ένδικη αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσία [εφόσον αρμόδια (άρθρα 16, 25 παρ. 2, 33 Κ.Πολ.Δ, 51 παρ. 3Α’ Ν. 2172/1993) και παραδεκτά εισήχθη αυτή στο Δικαστήριο τούτο κατά τη διαδικασία των άρθρων 1-465 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 Κ.Ι.Ν.Δ, καταβλήθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο για το αντικείμενό της και είναι και νόμιμη κατά τις προεκτεθείσες στις διατάξεις των άρθρων 192, 193, 3, 353, 361, 648, 649, 651 – 653, 655, 656 και 659 ΑΚ (ήδη 1-2, 3-5, 7, 8, ΙΙ του Κ.Ι.Ν.Δ 80/2022), 680, 1710, 1711, 1813, 1820, 1884 και 1885 ΑΚ, 39, 53, 54, 57, 60, 82, 84, 105 ξ Ι και 106 προϊσχύσαντος ΚΙΝΔ (Ν. 3816/ 1958), άρθρο μόνο της Υ.Α. 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/07.οι.1982 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς» (Φ.Ε.Κ. Β’ 1/1982), των άρθρων 3, 6, 8 παρ. 13, 11, 13 παρ. 1, 2, 4, 5 και 6, 14, 15 παρ. 1α, 2 και 4, 18, 33 παρ. 1-3 και 5, 38, 39 της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2019, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμόν ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019, δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Β 3170/12-8-2019, και της Υ.Α. 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας), 68, 176, 191 ξ 2  ΚΠολΔ, πρέπει δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως ανωτέρω και κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Περαιτέρω, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, η οποία υπέβαλε σχετικό αίτημα, ανάλογη με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

-ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από: (Α) 23/01/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./ (Ε.Α. Κ.Δ.) …../09-04-2024 έφεση της Ναυτικής Εταιρείας, με την επωνυμία «………..» Ν. 959/79 (………..)  και (Β) 09/04/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …/ (Ε.Α.Κ.Δ.) …../09-04-2024 έφεση της ………..

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις.

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23/01/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) ……/ (Ε.Α. Κ.Δ.) …./09-04-2024 έφεση της Ναυτικής Εταιρείας, με την επωνυμία «………….» Ν. 959/79 (………………..)

-ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν την από 09/04/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) ……../ (Ε.Α.Κ.Δ.) ……………/09-04-2024 έφεση της ………..

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμόν 3.660/2023 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών- Ναυτεργατικών Διαφορών 614, 621, 622 Κ.Πολ.Δ. και 82 Κ.Ι.Ν.Δ.),

-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ  κατ’ ουσία την υπόθεση επί της από 12.12.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογραφου (Γ.Α.Κ.) ……./ (Ε.Α.Κ.Δ.) ………/2022 αγωγή της ……………………….

-ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή κατά ένα μέρος.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα: (Α) ατομικά το χρηματικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων τετρακοσίων έξι Ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (12.406,86) Ευρώ (Ε)  και το καθένα (Β) για λογαριασμό του καθενός από τα ανήλικα τέκνα της ανήλικα τέκνα της το χρηματικό ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων εξακοσίων δέκα ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (18.610,29) Ευρώ (Ε), αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα, που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό καθένα από τα επιμέρους χρηματικά ποσά, που το αποτελούν και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αυτών.

– ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγόμενης εταιρεία μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) Ευρώ (Ε).

-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, την  01η Δεκεμβρίου 2025.

       Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                           Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ