ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός αποφάσεως 752/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας ………., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. Δ.Σ. Θεσσαλονίκης ……..), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στον Πειραιά, με ΑΦΜ ….., νομίμως εκπροσωπουμένης από την εκκαθαρίστρια της ……………, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεόφιλου Ρουμελιώτη (Α.Μ Δ.Σ.Α. ………).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 14/10/2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2014 αγωγή, με την οποία ζητούσε όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Ακολούθως η εναγόμενη άσκησε σε βάρος του ……….., την από 13/6/2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2018, ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Το τελευταίο, συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή και την ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, στις 11/10/2018, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 2046/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή και δέχθηκε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως η εναγόμενη άσκησε την από 7/9/2019 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2019 και β) δικογράφου ………./2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 20/3/2025 και κατόπιν αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115 παρ. 2, 242 παρ. 2 και 686 επ. ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για τις οποίες είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, κατά συνέπεια, δεν ισχύει η ευχέρεια των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (ΑΠ 1184/2021, areiospagos.gr). Ειδικότερα, η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την προφορικότητα της συζήτησης των υπαγομένων στη διαδικασία αυτή υποθέσεων, ακόμη και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εισάγεται, προς συζήτηση, έφεση, κατά απόφασης που εκδόθηκε μεν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως, με αυτήν δεν λαμβάνονται ασφαλιστικά ή ρυθμιστικά της κατάστασης μέτρα, αλλά τέμνεται οριστικά η διαφορά, και, για το λόγο αυτό, υπόκειται σε έφεση και αναίρεση και δεν ισχύει η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ. Στις περιπτώσεις αυτές, στην κατ’ έφεση δίκη τηρείται, επίσης, η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (Π. Τζίφρα Ασφαλιστικά Μέτρα, εκδ. 4η, σελ. 579), και έτσι επιτρέπεται και η, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εξέταση μαρτύρων, ακόμη και για ζητήματα για τα οποία εξετάσθηκαν μάρτυρες στην πρωτοβάθμια δίκη, ενώ η υπόθεση κρίνεται κατά πιθανολόγηση, με αποτέλεσμα, ακόμη και στην περίπτωση που οι διάδικοι δικάστηκαν αντιμωλία, στην έκκλητη δίκη να μην μπορεί να παραλειφθεί η προφορική συζήτηση και, συνεπώς, να μην επιτρέπεται δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη. Σε μια τέτοια περίπτωση, που δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο διάδικος που κατέθεσε προτάσεις και δεν παρουσιάσθηκε στη συζήτηση, δικάζεται ερήμην (ΑΠ 1184/2021 ό.π, ΕφΠειρ 531/2020, ΕφΠειρ 295/2020, ΕφΠειρ 41/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 36/2019, ΕφΘεσ 896/2018, ΕφΑθ 1123/2014, ΕφΑθ 2203/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 § 3 ΚΠολΔ (όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 Ν. 4842/2021), σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 271 και 272 του ιδίου Κώδικα, όταν δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο ο εκκαλών ή εμφανιστεί και δεν συμμετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο στη συζήτηση της εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης, καθώς και τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του. Όταν, δε, η υπόθεση συζητείται κατόπιν αναβολής, τότε, κατ’άρθρο 226 παρ.4 εδαφ.δ ΚΠολΔ, κλήση του, απόντος κατά την αρχική δικάσιμο, διαδίκου δεν χρειάζεται για την μετ’αναβολή δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει, ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Όταν την επίσπευση κάνει ο εκκαλών ή την κάνει ο εφεσίβλητος και ο εκκαλών έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, το δικαστήριο θα απορρίψει την έφεση, εφόσον αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς. Σύμφωνα, δε, με την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 524 ΚΠολΔ, η απόρριψη της έφεσης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο, θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή, πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης (ΑΠ 268/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 14/10/2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2014 αγωγή, με την οποία ζητούσε όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Ακολούθως η εναγόμενη άσκησε σε βάρος του ………., την από 13/6/2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2018, ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Το τελευταίο, συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή και την ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, στις 11/10/2018, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 2046/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή και δέχθηκε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως η εναγόμενη άσκησε την από 7/9/2019 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……………./2019 και β) δικογράφου ……./2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση από την εφεσίβλητη για τις 20/3/2025, για την οποία (δικάσιμο) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η πληρεξούσια δικηγόρος και αντίκλητος της εκκαλούσας (βλ. την υπ’ αριθ. ……………/14-2-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης ………) και κατόπιν αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο. Στη τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εκκαλούσα παρέστη αυτοπροσώπως υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρου, με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η εφεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις. Η παράσταση αυτή της εκκαλούσας, όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι η προσήκουσα, δεδομένου ότι, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία εκδικάζεται η ένδικη έφεση, η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον η εκκαλούσα δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, και, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, πρέπει να δικασθεί ερήμην.
Περαιτέρω, η κρινόμενη από 7/9/2019 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2019 και β) δικογράφου …………./2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 2046/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί της από 14/10/2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../2014 αγωγής και της από 13/6/2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2018, ανακοίνωσης δίκης – προσεπίκλησης – παρεμπίπτουσας αγωγής, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 11/9/2019, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 31/12/2018 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο για την άσκηση της εφέσεως (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει μεν η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) πλην όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ) καθώς και να οριστεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της εκκαλούσας (άρθρα 501, 502 §1, 505 §2 ΚΠολΔ), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η εκκαλούσα, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της εκκαλούσας.
Ορίζει το παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Απορρίπτει την από 7/9/2019 έφεση.
Καταδικάζει την εκκαλούσα, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, για την άσκηση της έφεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 17 Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ