Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 373/2025

Αριθμός απόφασης 373/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποχελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……………., η οποία δεν παραστάθηκε, στο ακροατήριο.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………….. 2) ………… 3) …………….οι οποίοι παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Χριστίνας Βαρβούνη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Οι εφεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εκκαλούσας, την από 26-4-2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2023 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 2360/2024 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η εναγομένη, με την από 16-9-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 6-2-2025 και, μετά από αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσιβλήτων κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως αναφέρεται ανωτέρω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και, ακολούθως, τροποποιήθηκε, με το άρθρο 28 του ν. 4842/2021, με έναρξη ισχύος, κατ’ άρθρο 120 εδ. β’ αυτού, από την 1-1-2022, εφαρμοζόμενου και επί εκκρεμών ένδικων μέσων (άρθρο 116 παρ. 2 β’ αυτού) «Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή». Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι για τυπικό λόγο, διότι, παρότι στην πραγματικότητα οι λόγοι έφεσης δεν εξετάζονται, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και, για το λόγο αυτό, είναι πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί την παραδοχή τους (ΑΠ 1382/19, ΑΠ 641/17, ΑΠ 700/17 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή των θεμελιακών δικονομικών αρχών της εκατέρωθεν ακρόασης και της τήρησης προδικασίας (άρθρα 110 παρ. 2 και 111 ΚΠολΔ), σε περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε διαδίκου, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο, εάν νομίμως φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση ενώπιον του, η οποία, μετά την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, συντελείται, κατά το άρθρο 498 ΚΠολΔ, με κλήση, κατά την προσδιορισθείσα, με επιμέλεια του διαδίκου, δικάσιμο, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο και δεν αρκεί, μόνον, ο προσδιορισμός δικασίμου, αλλά απαιτείται και επίδοση της κλήσης, η οποία έχει τα ίδια αποτελέσματα και για εκείνον, με παραγγελία του οποίου έγινε, και υποδηλώνει τη βούλησή του ότι επιθυμεί την εκδίκαση της έφεσης, ενώ η μη επίδοσή της υποδηλώνει την αντίθετη προς τούτο βούληση του διαδίκου. Αν ο εκκαλών δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει ο παριστάμενος εφεσίβλητος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση, να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 549/07 ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση αδυναμίας διακρίβωσης του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, διότι ελλείπει η απαιτούμενη προδικασία της κλήσης προς συζήτηση (ΑΠ 106/19, ΑΠ 864/17 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, προς εμφάνιση, και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται, σύμφωνα με την όμοια διάταξη του άρθρου 260 παρ. 4 ΚΠολΔ, και στην περίπτωση κατά την οποία οι εγγεγραμμένες στο πινάκιο υποθέσεις δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας και ορίζεται αυτεπαγγέλτως για τη συζήτησή τους νέα δικάσιμος. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου, για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί, κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε, με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η έλλειψη ή η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του, για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου, για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 241/15, ΑΠ 1507/14, ΑΠ 111/13, ΑΠ 1794/12, ΑΠ 354/11, ΑΠ 281/11, ΑΠ 1379/09, ΑΠ 136/99 ΤΝΠ Δ.Σ.Α.). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εφεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εκκαλούσας, την από 26-4-2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2023 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 2360/2024 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της ως άνω αποφάσεως, η εναγομένη, άσκησε από 16-9-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση. Η έφεση αυτή τυγχάνει παραδεκτή, καθώς έχει ασκηθεί, νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αφού ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε, στην εκκαλούσα, στις 19-7-2024 (βλ. την υπ’ αριθμ. ….. ΣΤ/19-7-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών /……………….), η δε έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 17-9-2024, ήτοι, εντός της, προβλεπομένης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών, από την επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.1, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι στην ανωτέρω προθεσμία δεν συνυπολογίζεται ο μήνας Αύγουστος (άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η έφεση προσδιορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 6-2-2025, με επίσπευση της εκκαλούσας, αφού, όπως προκύπτει από. τη σχετική από 2-10-2024 σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, ……………., επί προσκομιζομένου από τους εφεσίβλητους αντιγράφου της υπό κρίση έφεσης, ακριβές αντίγραφο της έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, επέδωσε η εκκαλούσα στους εφεσίβλητους. Στην ανωτέρω δε δικάσιμο της 6-2-2025, η υπόθεση αναβλήθηκε, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, η εκκαλούσα δεν παραστάθηκε, καθ’ οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, στη σειρά της από το πινάκιο, ενώ οι εφεσίβλητοι παρέστησαν, νομίμως, δια της προαναφερομένης πληρεξούσιας δικηγόρου τους, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, σύμφωνα και με τα προπαρατιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εκκαλούσα, – εφόσον η ίδια είχε επισπεύσει τη συζήτηση της εφέσεως, για την ως άνω αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται κλήτευση αυτής, στην παρούσα μετ’ αναβολή δικάσιμο, και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο να λογίζεται, κατ’ άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων- πρέπει να δικασθεί ερήμην. Συνακολούθως, πρέπει η κρινομένη έφεσή της να απορριφθεί (άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ), χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα αυτής, να ορισθεί το νόμιμο παράβολο, για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, κατά της παρούσας απόφασης, από την απολιπόμενη εκκαλούσα (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), και, τέλος, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος των εφεσιβλήτων, να καταδικασθεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα αυτών, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 183, 184 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εκκαλούσας.-

-ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο, για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, κατά της παρούσας, στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.-

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ’ αριθμ. 2360/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.-ΚΑΙ

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων στις

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ