ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 619/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
3° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Εραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία « …………….», που εδρεύει στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της …………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μάγκο, με δήλωση άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των εφεσίβλητων: 1. ………………2 ………….. 3……………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Κοντονάσιου, με δήλωση άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησαν οι εφεσίβλητοι την με αριθμό εκθ. καταθ. ………../2023 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 624/2024 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η εκκαλούσα με την με αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2024 έφεση, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση της εκκαλούσας κατά της 624/2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρα 19, 511 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτήν, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της (άρθρα 522,533 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι δυνάμει του από 1.11.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης και των ………, ………, …………, …….. και …………..εκμίσθωσαν στην εναγομένη ένα ισόγειο κατάστημα με αποθήκη και μια αίθουσα του πρώτου ορόφου, που βρίσκονται στον Πειραιά Αττικής προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την εναγομένη για την εμπορία αθλητικών και εποχιακών ειδών. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε αρχικά μέχρι την 31.10.2000, ενώ εν συνεχεία παρατάθηκε εκ του νόμου (πδ 34/1995) μέχρι την 31.10.2009, ενώ μετά τη λήξη της κατέστη αορίστου χρόνου μέχρι σήμερα. Ότι ο ………… εκ των αρχικών συμβαλλομένων στη μίσθωση απεβίωσε την 4.6.1999, καταλείποντας ως καθολικό του διάδοχο τον υιό του Παύλο Δαβραντζή του Σαράντου και της Γεωργίας, ο οποίος αφού υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση δυνάμει της προαναφερόμενης κληρονομικής διαδοχής κατά ποσοστό 3/9 εξ’ αδιαιρέτου και της υπ’ αριθμ. ……../2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα, άσκησε κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά αγωγή αιτούμενος την καταβολή των αναφερόμενων σε αυτήν μισθωμάτων που από δυστροπία δεν έχει καταβάλει η εναγομένη. Επι της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1368/2023 απόφαση που την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ότι οι ενάγοντες είναι νόμιμοι εξ’ αδιαθέτου κληρονόμοι του ………………., ο οποίος απεβίωσε την 6.10.2019, κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη ενάγουσα και κατά ποσοστό 3/8 εξ’ αδιαιρέτου η δεύτερη και ο τρίτος ενάγων. Ότι η εναγόμενη ενώ χρησιμοποιεί το μίσθιο κατάστημα από δυστροπία δεν έχει καταβάλει τα μισθώματα, που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή. Ζητούν περαιτέρω με την υπό κρίση αγωγή να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 51.500 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα κατά τα ποσοστά της κληρονομικής τους μερίδας, ήτοι ποσό 12.875 στην πρώτη ενάγουσα και από ποσό 19.312,50 στην δεύτερη και τρίτο ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Σύμφωνα με το άρθρο 222 ΚΠολΔ « όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, την οποία επιφέρει η άσκηση της αγωγής κατά το άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά, ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, ενώ αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της μέχρι να περατωθεί η πρώτη δίκη. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η έναρξη της εκκρεμοδικίας εντοπίζεται στο χρονικό σημείο κατάθεσης του αγωγικού δικογράφου και λήγει με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής, ανεξάρτητα αν η απόφαση τη δέχεται ή την απορρίπτει για λόγο δικονομικό ή ουσιαστικό και εφόσον δεν έχει ασκηθεί έφεση διότι η κατάθεση του ενδίκου μέσου επαναφέρει την εκκρεμοδικία. Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο που παράγεται από τις τελεσίδικες αποφάσεις μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε, όπως τέτοιο είναι και η απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας. Στην περίπτωση αυτή η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει τον συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, υπό την έννοια ότι αν ασκηθεί νέα, όμοια με την προηγούμενη αγωγή, ήτοι αγωγή με την ίδια δικονομική έλλειψη (αοριστία), το δικαστήριο θα απορρίψει τη νέα αυτή αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Εάν όμως ο ενάγων ασκήσει νέα, αλλά ορισμένη αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική αιτία και το ίδιο αίτημα, δεν υφίσταται πλέον το δεδικασμένο και η άσκηση της νέας αυτής αγωγής είναι παραδεκτή (ΑΠ 1048/2009, ΑΠ 404/2008). Καθίσταται τελεσίδικη η πρωτόδικη οριστική απόφαση, που απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας, με την παραίτηση από τα ένδικα μέσα, η οποία εφόσον έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατ’ αυτής, γίνεται κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ, ενώ εάν γίνει πριν από την άσκηση του ενδίκου μέσου, οπότε αφορά το δικαίωμα προς άσκησή του και συνεπάγεται στην ουσία αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης, μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή και σιωπηρά, όπως στην περίπτωση άσκησης νέας αγωγής από τον ενάγοντα που έχει το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα με την προηγούμενη, που απορρίφθηκε ως αόριστη, συναγόμενης αποδοχής της απορριπτικής απόφασης και παραίτησης από τα ένδικα μέσα κατ’ αυτής, με συνέπεια την τελεσιδικία της. Σε κάθε περίπτωση η νέα αγωγή, έχουσα την ίδια ιστορική και νομική αιτία, μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απόφαση που απέρριψε την προηγούμενη (Π 505/2020, ΑΠ 2074/2007).
Ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ……………….. είχε ασκήσει εναντίον της αγωγή για το ίδιο βιοτικό συμβάν, η οποία με την υπ’ αριθμ. 1368/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κρίθηκε αόριστη και απορρίφθηκε, γεγονός που καθιστά και την υπό κρίση αγωγή απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας, αφού αφενός η ανωτέρω προγενέστερη απόφαση δεν έχει τελεσιδικήσει αφετέρου ο αντίδικός της δεν παραιτήθηκε από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, αφού με την έκδοση της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 1368/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου σε βάρος της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση, έληξε η εκκρεμοδικία, ενώ δεν απαιτείται παραίτηση από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων ως καθολικών διαδόχων είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι με την προσκόμιση του υπ’ αριθμ. ……/2023 πιστοποιητικού του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Τρίπολης περί μη αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος νομιμοποιούνται στην έννομη σχέση της δίκης ως κληρονόμοι του θανόντος ……………..Από την εκτίμηση των ανωμοτί καταθέσεων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και από όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με το από 1.11.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης ακινήτου, που συνήφθη μεταξύ των εκμισθωτών ………………και της μισθώτριας εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρείας, εκμίσθωσαν στην εναγομένη ένα ισόγειο κατάστημα με αποθήκη και μια αίθουσα του πρώτου ορόφου, που βρίσκονται επί της οδού ……………… στον Πειραιά Αττικής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την εναγομένη για την εμπορία αθλητικών και εποχιακών ειδών. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε αρχικά μέχρι την 31.10.2000, εν συνεχεία παρατάθηκε εκ του νόμου λόγω της δωδεκαετούς διάρκειας των εμπορικών μισθώσεων (πδ 34/1995) μέχρι την 31.10.2009, οπότε μετά τη λήξη της κατέστη αορίστου χρόνου. Περαιτέρω ο αρχικός συμβαλλόμενος στην επαγγελματική μίσθωση ..…… απεβίωσε την 4.6.1999 καταλείποντας ως καθολικό του διάδοχο τον υιό του ……….., ο οποίος υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση δυνάμει της προαναφερόμενης κληρονομικής διαδοχής και της υπ’ αριθμ. …………../2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ μετά τον επισυμβάντα την 6.10.2019 θάνατό του οι ενάγοντες κατέστησαν νόμιμοι εξ’ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά τα ποσοστά της κληρονομικής τους μερίδας, ήτοι η μεν πρώτη ενάγουσα κατά ποσοστό 2/8, ενώ η δεύτερη ενάγουσα και ο τρίτος ενάγων κατά ποσοστό 3/8 αντίστοιχα έκαστος, τα οποία δεν αμφισβητούνται. Περαιτέρω συνεπεία της επιγενόμενης οικονομικής κρίσης με επακόλουθο τις μειωμένες πωλήσεις της εναγομένης εταιρείας ο δικαιοπάροχος των εναγόντων προέβη σε μείωση του μισθώματος, κατόπιν άτυπης προφορικής συμφωνίας με την εναγομένη, το οποίο ορίστηκε για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2014 έως τον Μάιο του έτους 2015 σε 500 ευρώ και έκτοτε έως τον Οκτώβριο του έτους 2019 σε 250 ευρώ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγόμενη εταιρεία κατέβαλε για οφειλόμενα μισθώματα του επίδικου χρονικού διαστήματος το συνολικό ποσό των 11.150 ευρώ και επομένως το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής της ανέρχεται στο ποσό των 9.600 ευρώ, το οποίο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες κατά το ποσοστό κυριότητός τους , όπως έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση και προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις κατάθεσης του ανωτέρω ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό του …………….., δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της προβαλλόμενης από αυτήν ένστασης εξόφλησης. Ισχυρίζεται όμως η εναγόμενη με τον προβαλλόμενο λόγο εφέσεως ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα κατέβαλε για οφειλόμενα μισθώματα το συνολικό ποσό των 16.500 ευρώ, ήτοι επιπλέον του ανωτέρω κριθέντος με την εκκαλουμένη απόφαση και ότι το υπόλοιπο της πραγματικής οφειλής της στους ενάγοντες ανέρχεται στο ποσό των 5.250 ευρώ. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν κρίνεται βάσιμος διότι από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις κατάθεσης του μισθώματος προκύπτει ότι η εναγόμενη έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.150 ευρώ, ενώ δεν δύναται το παρόν δικαστήριο να συνυπολογίσει τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στις δυσανάγνωστες αποδείξεις κατάθεσης που προσκομίζονται και αφετέρου από τις προσκομιζόμενες κινήσεις του τραπεζικού λογαριασμού του δικαιοπαρόχου των εναγόντων δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι τα κατατεθέντα ποσά αφορούν οφειλόμενες καταβολές μισθώματος του επίδικου χρονικού διαστήματος.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων (άρθρα 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την υπό κρίση έφεση.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23.10.2025 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ