Αριθμός Αποφάσεως 648/2025
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή Εφέτη και Ελένη Μοτσοβολέα Εφέτη- Εισηγήτρια και από την Γραμματέα K.Σ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος – εφεσιβλήτου :…………….ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο, Ελένη Κοσσενα.
Του καθ’ου η κληση – εκκαλούντος : ………………., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο καλών-εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 19.7.2019 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……………./2019 αγωγή του κατά του εναγομένου- εκκαλούντος- καθ’ου η κλήση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2590/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος με την από 21.4.2021 και με αριθμ. εκθ. κατάθ. ……………/2021 έφεσή του. Επί της ως άνω εφέσεως εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 391/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που κατόπιν αποδοχής σχετικής αίτησης του εφεσιβλήτου υποχρέωσε τον εκκαλουντα στην υπέρ του εφεσιβλήτου παροχή εγγυοδοσίας ποσού 30.000,00 ευρώ και ανέστειλε την συζήτηση της εφέσεως μέχρι την κατάθεση της εγγοδοσίας εκ μέρους του εκκαλούντος.
Ήδη, με την από 12.12.2023 και με αριθμ. καταθ. ……………/2023 κλήση του ήδη καλούντος-εφεσιβλήτου επανέρχεται προς συζήτηση η προκειμένη υπόθεση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος του καλούντος-εφεσιβλήτου, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγόμενου ή του διαδίκου, εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή τον διάδικο που άσκησε την κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγομένου (του καθ’ ου η κύρια παρέμβαση ή του καθ’ ου ασκήθηκε το ένδικο μέσο) για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας στο οικείο δικαστήριο, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 171 και 172 ΚΠολΔ, προκύπτει: α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του, είναι ανάγκη να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση με ποινή απαραδέκτου (άρθρ. 263 περ. γ’ ΚΠολΔ), β) ότι κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσης της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος δεν έχει εμφανή περιουσία, έχει άγνωστη διαμονή, είναι αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του αιτούντος και, εν γένει, αφερέγγυος, γ) ότι για να διαταχθεί η εγγυοδοσία, πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη, προαποδεικτικά, από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για την αδυναμία εκτέλεσης της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση καταδίκης σ’ αυτά του υπόχρεου στην καταβολή της εγγυοδοσίας διαδίκου, δ) ότι το δικαστήριο, που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση της δίκης για εγγυοδοσία, ορίζει όχι μόνο το ποσό της, αλλά και την προθεσμία, εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει. Αν αυτή παρέλθει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγυοδοσία, “αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή, η κυρία παρέμβαση ή το ένδικο μέσο”, πράγμα που είναι υποχρεωτικό για το δικαστήριο και δεν απόκειται στην διακριτική του ευχέρεια. Η ανάκληση δε, θεωρείται, ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κύριας παρέμβασης ή του ενδίκου μέσου, ε) ότι το βάρος της απόδειξης των προϋποθέσεων της ανωτέρω δικονομικής αναβλητικής ένστασης, η οποία εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα, φέρει ο εναγόμενος, ο καθ’ ου η κυρία παρέμβαση ή εκείνος, κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ η ένσταση είναι βάσιμη, αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 169, 171 εδ.β και 172 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον διάδικο που το άσκησε για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του στα έξοδα. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν προχωρεί στη συζήτηση του ένδικου μέσου ώσπου να κατατεθεί η εγγύηση που διέταξε σχετικά με αυτό, αν δε η προθεσμία που ορίστηκε για την εγγυοδοσία περάσει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγύηση, αποφασίζει ότι ανακλήθηκε το ένδικο μέσο (ΑΠ 1269/2019, ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 990/2008, ΕφΑΘ 2663/2023, ΕφΠειρ ΕΠ 621/2015, ΕφΠειρ 709/2015 δημ. Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 12-12-2023 (αρ. καταθ. ………../2023) κλήση, παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 21- 4-2021 (αρ. καταθ. …………./2021) έφεση του καθού η κλήση -εκκαλούντος κατά του καλούντος – εφεσιβλήτου και κατά της υπ’ αρ. 2590/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αίτημα του εφεσιβλήτου να αποφανθεί το Δικαστήριο τούτο ότι η ως άνω έφεση έχει ανακληθεί, λόγω μη καταθέσεως της εγγυοδοσίας που διατάχθηκε, δυνάμει της υπ’ αριθ. 391/2023 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου. Επομένως, το αίτημα αυτό πρέπει να εξετασθεί στη συνέχεια ως προς τη βασιμότητά του, ερήμην του καθού η κλήση -εκκαλούντος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, αν και κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως προς τούτο, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ……/3-1-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……. …, σύμφωνα με την οποία αντίγραφο της κλήσεως επεδόθη στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του εκκαλούντος, …. …, ο οποίος εκπροσώπησε τον εκκαλούντα κατά την συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μετά την οποία εξεδοθη η υπ’ αριθ. 391/2023 απόφαση που διέταξε την εγγυοδοσία, ενώ τον εκπροσώπησε και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, από το άρθρο δε 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι “Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του”, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 587/2022, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1034/2019 ΝΟΜΟΣ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που επικαλείται και προσκομίζει ο καλών – εφεσίβλητος, προκύπτει ότι η δικονομική πορεία της εν λόγω υποθέσεως έχει ως ακολούθως: Επί της από 19.7.2019 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……………./2019 αγωγής του καλούντος – εφεσιβλήτου κατά του καθού η κλήση – εκκαλούντος εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ’ αρ. 2590/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτή έγινε δεκτή. Κατά της τελευταίας (εκκαλουμένης) αποφάσεως ο εναγόμενος (καθού η κλήση) άσκησε την από 21-4-2021 (αρ. καταθ. …………./2021) έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 391/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, ανεστάλη η πρόοδος της δίκης και διατάχθηκε εγγυοδοσία του εκκαλούντος υπέρ του καλούντος – εφεσιβλήτου, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, ως προς τα έξοδα της κατ’ έφεση διαδικασίας, δια της καταθέσεως μετρητών χρημάτων ενώπιον του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και καθορίσθηκε προθεσμία καταθέσεως του γραμματίου, που αφορά την ως άνω εγγυοδοσία, ενώπιον της Γραμματείας του ίδιου Δικαστηρίου, δύο (2) μηνών από την επίδοση της απόφασης αυτής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ……/2-10-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………………., που επικαλείται και προσκομίζει ο καλών – εφεσίβλητος, η υπ’ αριθ. 391/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η εν λόγω εγγυοδοσία, επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του εκκαλούντος, …………, στις 2- 10-2023. Όμως, ο εκκαλών δεν κατέθεσε, εντός της ως άνω δίμηνης προθεσμίας, το γραμμάτιο που αφορά την ως άνω εγγυοδοσία, ενώπιον της Γραμματείας του ίδιου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την 14-3-2025 βεβαίωση της Προϊσταμένης Γραμματέως του Πολιτικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς. Επομένως, ενόψει του ότι η ως άνω προθεσμία που ορίσθηκε για την εν λόγω εγγυοδοσία παρήλθε άπρακτη, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα του καλούντος – εφεσιβλητου και το Δικαστήριο τούτο να αποφανθεί ότι ανακλήθηκε η από 21-4-2021 (αρ. καταθ. ……………/2021) έφεση του καθού η κλήση – εκκαλούντος κατά του καλούντος-εφεσιβλήτου και της υπ’ αρ. 2590/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Εξάλλου, ενόψει του ότι η ως άνω ανάκληση έχει ως συνέπεια την κατάργηση της εν λόγω δίκης, δοθέντος ότι, αντιστοιχεί με παραίτηση από το σχετικό δικόγραφο, και δεν αποτελεί απόφαση επί της ως άνω εφέσεως (για την οποία είχε ανασταλεί η πρόοδος της δίκης), δεν μπορεί να τεθεί στο πλαίσιο της καταργούμενης αυτής δίκης και θέμα επιβολής των δικαστικών εξόδων εις βάρος του καθού η κλήση – εκκαλούντος, όπως ζητεί ο καλών – εφεσίβλητος, αλλά η εκκαθάριση των εξόδων αυτών θα γίνει κατά τη διαδικασία των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 192 του ίδιου κώδικα (ΕφΠειρ 621/2015 δημ. ΝΟΜΟΣ). Τέλος, λόγω της ερημοδικίας του καθού η κλήση – εκκαλούντος, πρέπει να καθορισθεί το παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας (άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην του καθού η κλήση – εκκαλούντος.
Ορίζει το παράβολο στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Αποφαίνεται ότι ανακλήθηκε η από 21-4-2021 (αρ. καταθ. ……………/2021) έφεση του καθού η κλήση – εκκαλούντος κατά του καλούντος – εφεσιβλήτου και της υπ’ αρ. 2590/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς .
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 16.10.2025 και δημοσιεύθηκε στις 3.11.2025 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και την πληρεξούσια δικηγόρο του καλούντος-εφεσιβλήτου
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ