ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός αποφάσεως 762/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη, που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος :…………….. ο οποίος στο ακροατήριο παρασταθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Κώνστα, βάσει δηλώσεως.
Του εφεσιβλήτου :……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διονύσιο Πλέσσα.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 21-11-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2022 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου και ζήτησε να γίνει δεκτή. Επι της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1717/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, δια της οποίας απερρίφθη η αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εναγών με την από 7-11-2024 (αρ. εκθ. κατ. …………../2024) εφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ……………./2024, προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση του εναγοντος κατά της υπ’ αριθμ. 1717/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 21-11-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../2022 αγωγή του κατά του εναγομένου κατ’ ουσίαν, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1,2, 498, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517, 518 ΚΠολΔ), αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ εξάλλου δεν έχει παρέλθει διετία από την δημοσίευσή της, αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθει περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, “όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη”. Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση. Προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του. Αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο. Εξάλλου, πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αυξήσεως του παθητικού της ή μειώσεως του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994). Εφ’ όσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία. Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 Α.Κ. δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής. Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά, ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης. Συνεπώς, η απαίτηση του αδικαιολογήτου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση αυτής ή με ζημία του οποίου, επήλθε η ωφέλεια αυτή. Η εν λόγω ωφέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια. Η ευθύνη δε του λήπτη περιλαμβάνει, κατ’ αρχήν, την υποχρέωση αυτού προς απόδοση αυτούσιου – in natura – του πράγματος, που λήφθηκε αδικαιολόγητα και ως τέτοιο νοείται, εν προκειμένω, διασταλτικά, κάθε αντικείμενο ενσώματο, αντικαταστατό ή μη, ή ασώματο. Έτσι, η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ’ αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, αυτούσια, εφόσον σώζονται στα χέρια του λήπτη, έστω κι αν πρόκειται για αντικαταστατά πράγματα. Σε περίπτωση που ο λήπτης δεν είναι σε θέση να αποδώσει αυτούσια τα ληφθέντα, είτε λόγω της φύσης τους (π.χ. αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες κλπ) είτε από άλλους λόγους (π.χ. ανάλωση των ληφθέντων, από την οποία, όμως, ο λήπτης εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες θα προέβαινε κλπ), ο λήπτης πρέπει να αποδώσει την αξία τους. Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται με ρητή διάταξη, προκύπτει, όμως, από το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ (ΟλΑΠ 1773/1981, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 174/2024, ΑΠ 2019/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με την από από 21-11-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης (…………/2022) αγωγή, ο ενάγων εξέθετε ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος αδελφός του τυγχάνουν εταίροι και κατά το παρελθόν διαχειριστές της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………» με έδρα τον …………….. Αττικής και σκοπο την εμπορία ηλεκτρικών συσκευών, υφασμάτων και επίπλων και κάθε συναφή δραστηριότητα, με καθένα εξ αυτών να διαθετει από 150 εταιρικά μερίδια σε σύνολο 300 και ως εκ τούτου με αναλογία εταιρικής συμμετοχής καθενός 50%, η οποία εταιρεία λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειας αυτής λύθηκε την 9-2-2010 και εισήλθε στο στάδιο της εκκαθάρισης. Ότι το επιχειρηματικό αντικείμενο της ως άνω εταιρείας συνίστατο κυρίως στην αγορά από προμηθευτές εμπορευμάτων, κυρίως ηλεκτρικών συσκευών και στην μεταπώληση αυτών σε τρίτους καταναλωτές. Ότι από το έτος 2002 και εντεύθεν ο κύκλος εμπορικών εργασιών κατέστη ελλειμματικός, άλλως ζημιογόνος, με αποτέλεσμα να ανακύψει ανάγκη κάλυψης των ελλειμάτων αυτών. Ότι προκειμένου να καλύψουν τα ελλείμματα ζήτησε από τον εναγόμενο να εισφέρει ο καθένας κατά τον λόγο της εταιρικής μερίδας του ποσά στο εταιρικό ταμείο. Ότι ο εναγόμενος επικαλούμενος πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία του ζήτησε από αυτόν να αναλαβει αρχικα την καταβολή ποσών στο εταιρικό ταμείο, που θα κάλυπταν συνολικά τα ελλείματα και τις ζημίες και σε μεταγενέστερο χρόνο θα συμμετείχε και εκείνος κατά την αναλογία της εταιρικής μερίδας του, ήτοι κατά ποσοστό 50%, πρόταση την οποία ο ίδιος (εναγών) αποδέχθηκε. Ότι, ο ίδιος (ενάγων) από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2002 εως και εντεύθεν προέβη στις ειδικότερα αναφερόμενες μεταφορές ποσών από προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς του στον εταιρικό λογαριασμό συνολικού ύψους 136.492,00 ευρώ, ότι επιπλέον προέβη σε πληρωμές των ειδικότερα αναφερόμενων επιταγών προς την προμηθεύτρια επιχείρηση «……………….» και σε τρίτους συνολικού ύψους 142.148,27 ευρώ, καθώς και σε εξόφληση οφειλών προς την ως άνω προμηθεύτρια επιχείρηση συνολικού ύψους 143.317,45 ευρώ, ήτοι ο ίδιος κατέβαλε συνολικά προς κάλυψη των ελλειμμάτων της ως άνω εταιρείας το ποσό των 421.957,72 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος παρά την υπόσχεση του για καταβολή της δικής του συνεισφοράς, κατά την αναλογία της εταιρικής μερίδας του, σε μεταγενέστερο χρονο, ουδέν κατέβαλε μέχρι και σήμερα έναντι της δικής του συνεισφοράς, η οποία εν προκειμένω ανέρχεται στο ποσό των 210.978,86 (421.957,72 χ50%) ευρώ, με αποτέλεσμα ο τελευταίος, χωρίς νόμιμη αιτία να έχει αποφύγει την ελάττωση της περιουσίας του κατά το ως άνω ποσό , αλλά με ισόποση ζημία σε βάρος του ιδίου (ενάγοντος). Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν νομίμου και παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προκατατεθείσες προτάσεις του (άρθρα 223, 224, 295 παρ. 1 εδ β ΚΠολΔ) ζητούσε να αναγνωρισθει η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε αυτόν, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού το συνολικό ποσό των 210.978,86 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδοσεως της αγωγής και να καταδικασθεί στα δικαστικά του έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθ. 1717/2024 απόφαση διά της οποίας απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω νομικής αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγών και ήδη εκκαλών, με την υπό κρίση έφεσή του και δη για εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 117, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν, κατά νόμον, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της υπό του ενάγοντος κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένον αίτημα, ούτως ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της αμύνης, στο δε δικαστήριο η δυνατότης ελέγχου του νόμω βάσιμου της αγωγής. Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη, το δε δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει εξ αυτού του λόγου, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανών βάσει του οποίου ζητείται η παραδοχή του υποβληθέντος αιτήματος (ΑΠ 467/2000 Δνη 41, 1571, ΑΠ 1871/1999 Δνη 41, 1301, ΑΠ 1320/1998 Δνη 40, 113). Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί και θεραπευθεί ούτε με τις εγγράφους προτάσεις του ενάγοντος, ούτε με παραπομπή εις άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 280/1992 Δίκη 23, 1065, ΕΑ 7395/1998 Δνη 40, 1104). Ο ενάγων όμως μπορεί, κατ’ άρθρ. 224 εδ. β’ εν συνδυασμό) και 236 ΚΠολΔ να διευκρινίσει, συμπληρώσει και διορθώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως τους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην αγωγή, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της με την εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, αλλά δεν μπορεί να αναπληρώσει περιστατικά, τα οποία παρ’ ότι είναι αναγκαία για την νομική της θεμελίωση, την παραγωγή δηλαδή του αγωγικού δικαιώματος, δεν περιλαμβάνονται στην αγωγήν, δεν μπορεί δηλαδή να αναπληρώσει την νομική αοριστία της (ΑΠ 216/2002 Δνη 44, 121, ΑΠ 1374/1994 Δνη 37, 683). Ουσιώδες και απαραίτητο στοιχείο της αγωγής είναι η ιστορική βάση, δηλαδή η ακριβής εξιστόρηση όλων των ισχυρισμών περί πραγματικών περιστατικών από τα οποία, κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, (και ειδικώτερα από την εφαρμοστέα νομική διάταξη) πηγάζει το επίδικο δικαίωμα και η υπό του ενάγοντος επικαλουμένη έννομος συνέπεια. Η αναγραφή δε, στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για την θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και δη μετά τοιαύτης σαφήνειας, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως που απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα το μεν το δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής και να διατάξει τις επιβαλλόμενες αποδείξεις, το δε, ο εναγόμενος να αμυνθεί κατά της θεμελιουμένης επ’ αυτών αγωγικής αξιώσεως. Εξ άλλου, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να είναι αύταρκες, να περιλαμβάνει δηλαδή, όλα τα άνω πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμον, θεμελιώνουν το αξιούμενο δικαίωμα, χωρίς να υπάρχει δυνατότης, να συμπληρωθούν αυτά, από το περιεχόμενο άλλου εγγράφου, (διαδικαστικού ή εξωδίκου) αφού η τυχόν αοριστία της αγωγής, δεν δύναται να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ,ούτε με την παραπομπήνσε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε και από την εκτίμηση των αποδείξεων. Αν τα γεγονότα αυτά δεν αναφέρονται ή αναφέρονται με ασάφειες και ελλείψεις η αγωγή είναι αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη. (ΑΠ 915/80 ΝοΒ 29,296, ΑΠ 585/76 ΝοΒ 25,169, ΑΠ 685/64 ΝοΒ 13,379, ΕφΑ 1308/87 Δνη 29,525, ΕΑ 10316/80 ΑρχΝ ΛΒ,55). Αντιθέτως μη νόμιμη είναι η αγωγή όταν οι περιεχόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί είναι μεν πλήρεις υπό την ανωτέρω έννοιαν, πλην και αληθείς υποτιθέμενοι δεν είναι ικανοί να θεμελιώσουν το επίδικον δικαίωμα. Η αόριστη αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, για έλλειψη δηλαδή της διαδικαστικής προϋποθέσεως την οποίαν αξιώνει το άρθρον 216 παρ.1 α ΚΠολΔ (ΑΠ 915/1980 ΝοΒ 29,296, ΑΠ 201/76 Νοβ 24, 722, Δ Κονδύλη, Το Δεδικασμένον παρ 18 σημ 13, παρ 17 αριθ 2). Το σφάλμα αυτό επιδρά στην έκταση του δεδικασμένου που απορρέει από την απόφαση και επομένως εάν η αγωγή εκρίθη μη νόμιμη η εκκαλουμένη πρέπει να εξαφανισθή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της εκκαλουμένης δια της ορθής, κατ’ άρθρον 534 ΚΠολΔ, διότι η ορθή αιτιολογία οδηγεί σε διαφορετικό κατ’ αποτέλεσμα διατακτικό, αφού η απόρριψη της αγωγής ως μη νομίμου ισοδυναμεί (από πλευράς δεδικασμένου πάντοτε) προς κατ’ ουσίαν απόρριψη, ενώ η απόρριψη αυτής ως αόριστης γίνεται για τυπικούς λόγους (ΑΠ 1190/74 ΝοΒ 23.729, Σαμουήλ Η έφεσις Δ’ έκδ. αρ.855, 862, ΒαθρακοκοίληΚΠολΔ άρθρ. 534 αρ. 8,14, Κονδύλης οπ. αν. σελ. 217-219). Τούτο δε διότι η αοριστία είναι ελάττωμα του δικογράφου και δημιουργεί απαράδεκτο του δικογράφου, ενώ το νόμω βάσιμο αφορά την ύπαρξη ή ανυπαρξία αυτού τούτου του καταγομένου σε δίκη ουσιαστικού δικαιώματος βάσει των ισχυρισμών οι οποίοι περιέχονται στην αγωγή. Η διαφορά απορρίψεως αγωγής ως αόριστης ή μη νόμιμης έγκειται στην έκταση του δεδικασμένου, αφού στην πρώτη γίνεται για τυπικούς λόγους, στην δε δεύτερη ισοδυναμεί με κατ’ ουσίαν απόρριψη. Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, εσφαλμένως, δεν αρκεί αντικατάσταση της αιτιολογίας, αλλ’ εξαφανίζεται η απόφαση από το Εφετείο. Εάν πρωτοδίκως η απόφαση είχε απορριφθεί ως αόριστη (δηλαδή απαράδεκτη) και το Εφετείο κρίνει την αγωγή ως μη νόμιμη τότε δεν δύναται ούτε να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες και να απορρίψει την έφεση, διότι κωλύεται από την διαφορετική έκταση του προκύπτοντος σε εκατέρα των περιπτώσεων δεδικασμένου, ούτε και να εξαφανίσει την πρωτοβάθμια κατά παραδοχή του οικείου λόγου εφέσεως, διότι θα καταστήσει χείρονα την θέση του εκκαλούντος, αφού το εκ της εφετειακής αποφάσεως δεδικασμένο θα είναι δυσμενέστερο γι’ αυτόν, πράγμα το οποίο ο νόμος επιτρέπει μόνον στην όλως εξαιρετική περίπτωση όπου η υπόθεση ερευνάται κατ’ ουσίαν, δηλαδή όταν η αγωγή δεν είναι αόριστη, ως πρωτοδίκως απερρίφθη, αλλά νόμιμη πλην ουσία αβάσιμη. Συνεπώς στην περίπτωση όπου η αγωγή πρωτοδίκως απερρίφθη ως αόριστη, ενώ είναι νόμω αβάσιμη και εκκαλεί ο ενάγων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μη δυνάμενο ούτε να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες δια των ορθών (ως εκ της εκτάσεως του δεδικασμένου), ούτε και να εξαφανίσει την πρωτόδικη (λόγω χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος) θα περιορισθει στην απόρριψη της εφέσεως.(ΕφΑΘ 1126/2005, ΕφΑΘ 8166/2004, ΕφΑΘ 230.2001 αδημ.).
Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο είναι μη νόμιμη. Και τούτο διότι υπο τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων συμφώνησε με τον εναγόμενο εταίρο αδελφό του να προβει ο ίδιος (εναγών) σε καταβολές ποσών στο εταιρικό ταμείο που θα κάλυπταν συνολικώς τα ελλείμματα και τις ζημίες της ως άνω εταιρείας και σε μεταγενέστερο χρόνο θα συμμετείχε και εκείνος (εναγόμενος) κατά την αναλογία της εταιρικής μερίδας του, ήτοι κατά ποσοστό 50%, κατόπιν πρότασης του εναγομένου, την οποία ο ίδιος (ενάγων) αποδέχθηκε, οτι στην συνέχεια ο ίδιος (ενάγων) κατέβαλε συνολικά προς κάλυψη των ελλειμμάτων της ως άνω εταιρείας το συνολικό ποσό των 421.957,72 ευρώ και ότι ο εναγόμενος, παρά την υπόσχεση του για καταβολή της δικής του συνεισφοράς, κατά την αναλογία της εταιρικής μερίδας του, σε μεταγενέστερο χρόνο, ουδέν κατέβαλε έως και σήμερα έναντι της δικής του συνεισφοράς, ανερχόμενη υπό τα εκτιθέμενα στο ποσό των 210.978,00 ευρώ. Η παροχή, όμως, που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν γίνεται αναιτίως, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού και μπορεί , έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα δικαώματά του από την σύμβαση. Η αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μονον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, στοιχεία τα οποία δεν επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του. Συνεπώς οι χρηματικές καταβολές στις οποίες ο ενάγων προέβη για την κάλυψη των ελλειμάτων της ως άνω εταιρείας δεν μπορούν να αναζητηθούν με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Εν προκειμένω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω νομικής αοριστίας έσφαλε, καθόσον στην αγωγή εξετίθετο σαφώς η αιτία της περιουσιακής μετακίνησης, δηλαδή η προπεριγραφείσα σύμβαση. Όμως κατά το άρθρο 536 ΚΠολΔ, το Εφετείο χωρίς αντέφεση ή έφεση του εναγομένου, δεν μπορεί να καταστήσει χειρότερη την θέση του εκκαλούντος, παρά μόνον εάν την απορρίψει μετά από εκτίμηση αποδείξεων. Η κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου περί μη νομίμου αγωγής λογικώς αποκλείει την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία και συνεπώς το Δικαστήριο αυτό, για να μην καταστήσει χειρότερη την θέση του εκκαλούντος , διότι η απόρριψη της αγωγής ως μη νομίμου παράγει δεδικασμένο περί ανυπαρξίας του δικαιώματος, πρέπει να απορρίψει τον σχετικό λόγο εφέσεως.Συνεπώς έσφαλεν μεν η εκκαλουμένη η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω νομικής αοριστίας την αγωγή και εσφαλμένως ερμήνευσεν και εφήρμοσε την διάταξιν του άρθρου 904 ΚΠολΔ. Όμως ο συναφής (μοναδικός) λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθή διότι κατά τούτο έδει να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη και το Δικαστήριο τούτο δεν δύναται ούτε να εξαφανίσει κατά τούτο την εκκαλουμένην (διότι δεν δύναται άνευ αντεφέσεως ή εφέσεως του εναγομένου να καταστήσει χείρονα την θέση του εκκαλούντος, της υποθέσεως κατά τούτο μη δυναμένης να ερευνηθει κατ’ ουσίαν, ως κριθείσης μη νομίμου κατά τούτο της αγωγής) ούτε και να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (λόγω διαφοράς εκτάσεως του δεδικασμένου) κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη. Επομένως η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί εν συνόλω. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος του, να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 182,189 και 191 παρ. 2ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, μετά δε την απόρριψη της εφέσεως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο δημόσιο ταμείο (495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την έφεση αντιμωλίαν των διαδίκων .
Δέχεται τύποις και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την υπό κρίση έφεση .
Επιβάλλει εις βάρος του εκκαλούντος την δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποίαν καθορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 29.12.2025, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ