Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 728/2025

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ  ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ              

τμήμα 4ο

Αριθμός  απόφασης :   728/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(τμήμα 4ο)

 Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την  …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : …………….. o οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δικηγόρο Παναγιώτη Γεωργόπουλο.

 ΤΗΣ    ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ  : ………………….η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Αναστασία Κατσαϊτη (ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Ε ΜΟΥΣΑΣ].

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη  άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο  Πειραιώς  την από  10.3.2023 και με αρ.  καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2023 αγωγή της,  επί της οποίας  εκδόθηκε η με αρ. 712/2024  απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που κήρυξε τη δίκη καταργημένη.

Την απόφαση αυτή  προσέβαλε ενώπιον του παρόντος  Δικαστηρίου  ο εναγόμενος  και ήδη εκκαλών με την από 6-03-2024   και  με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024   έφεσή του,  η οποία φέρεται προς συζήτηση με την από 14-03-2024 με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2024 κλήση. Ορίστηκε για τη δικάσιμο της 5.12.2024, οπότε και αναβλήθηκε για την παρούσα συνεδρίαση.

Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με  τη διάταξη του άρθρου 193 του ΚΠολΔ «δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης». Με τη διάταξη αυτή, η οποία είναι συνταγματική και δεν αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις (βλ. ΑΠ 54/2006), αποσκοπείται ο αποκλεισμός της δυνατότητας αυτοτελούς άσκησης ενδίκων μέσων, και επομένως και εκείνου της έφεσης, μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο αυτής επί της ουσίας της υπόθεσης και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανώτερου δικαστηρίου για έρευνα της υπόθεσης από την προσβολή και μόνο της απόφασης για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υπόθεσης (βλ. ΑΠ 317/2008, ΑΠ 777/2007). Ο περιορισμός αυτός ισχύει και όταν ο διάδικος που ηττήθηκε ως προς τα έξοδα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης επειδή, μετά από προηγούμενη ερευνά της από το δικαστήριο, νίκησε ως προς αυτήν. Εάν όμως, εξαιτίας παραίτησης  του ενάγοντος από τα κύρια αγωγικά αιτήματά του, ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αποφάνθηκε  επί της ουσίας της υπόθεσης, αλλά, μόνο  κατά σχετική αίτηση του ενάγοντος-ή του εναγομένου, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου- αποφάνθηκε μόνο επί του παρεπομένου αιτήματος της αγωγής, για τα έξοδα, το κεφάλαιο αυτό των δικαστικών εξόδων αποτελεί αυτοτελές επίδικο αντικείμενο της δίκης και, συνεπώς, είναι επιτρεπτή η προσβολή της πρωτόδικης απόφασης  με έφεση, χωρίς να προσκρούει η άσκησή της στην ως άνω απαγόρευση του άρθρου 193 ΚΠολΔ και να είναι απαράδεκτη, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2008 όπ, ΕφΠειρ 527/2021,  ΕφΘεσ 2000/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 881/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΔΣΑ).

Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση με την από 14-03-2024 με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2024  κλήση του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, η από 6-03-2024 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου  ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2024 έφεσή του  κατά της με αρ. 712/2024 οριστικής απόφασης  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασίας διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση,  η οποία εκδόθηκε επί της από 10.3.2023 και με αρ.  καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023  αγωγής της εναγόμενης κατά του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος.  Η ενάγουσα με την από 18.9.2023 και με αριθμό κατάθεσης ……………./19.9.2023 μεταγενέστερη αγωγή της, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 19.9.2023, μία ημέρα πριν τη συζήτηση της επίδικης αγωγής παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (20.9.2023) ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της ενάγουσας επισήμανε την επίδοση του άνω δικογράφου και την  επέλευση  ήδη των εννόμων συνεπειών της παραίτησης, οι δε πληρεξούσιοι Δικηγόροι του εναγόμενου αμφισβήτησαν το κύρος αυτής και ζήτησαν την έκδοση απόφασης, η οποία, εφόσον έκρινε το έγκυρο της παραίτησης, να προέβαινε στην επιβολή της δικαστικής δαπάνης σε βάρος της ενάγουσας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία κήρυξε τη δίκη καταργημένη και απέρριψε την αίτηση του εναγόμενου για επιβολή σε βάρος  της ενάγουσας των δικαστικών του εξόδων. Κατόπιν αυτών  το  κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων κατέστη  αυτοτελές επίδικο αντικείμενο της δίκης,  ώστε είναι επιτρεπτή η προσβολή της ως άνω πρωτόδικης απόφασης με την υπό κρίση έφεση, με την οποία απορρίφθηκε η σχετική αίτηση του εναγόμενου,  χωρίς να προσκρούει η άσκησή της στην απαγόρευση του ανωτέρω άρθρου 193 του ΚΠολΔ. Εξάλλου η έφεση αυτή έχει ασκηθεί  νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η απόφαση επιδόθηκε στις 27.3.2024 και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στη Γραμματεία  του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 12.3.2024, ήτοι πριν από την επίδοση της απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516, 517 και 518  ΚΠολΔ) κι έχει  κατατεθεί το αντίστοιχο  παράβολο  των 100 € ………………….).   Επομένως, αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδάφ. α`, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, πριν από τη συζήτησή της, μπορεί να γίνει, είτε με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου έχει ως αποτέλεσμα, ότι η αγωγή θεωρείται, πως δεν ασκήθηκε και η σχετική δίκη καταργείται. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 188 παρ. 1, 189 παρ. 1 εδάφ. γ`, 191, 192 ΚΠολΔ 63 παρ.1 και 68 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 “Κώδικα Δικηγόρων”, που  έχουν  εν προκειμένω εφαρμογή, συνάγεται, ότι στην περίπτωση παραίτησης από της αγωγής, ως διαδικαστικής πράξεως, που γίνεται από τον ενάγοντα, με δήλωση στο ακροατήριο, κατά την ορισθείσα, για εκδίκασή της, ημεροχρονολογία και πριν την προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως από τον εναγόμενο, γεννιέται υπέρ του τελευταίου αυτού αξίωση, κατά του παραιτούμενου ενάγοντος, που εξομοιώνεται με διάδικο που ηττάται, για απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων, στα οποία αυτός υποβλήθηκε, μέχρι το χρόνο της παραίτησης και στα οποία περιλαμβάνεται και η, κατά την ισχύουσα διατίμηση, αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, για τη σύνταξη προτάσεων, προς απόκρουση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας ο ενάγων παραιτήθηκε, η εκκαθάριση δε των εξόδων αυτών γίνεται, είτε με την έκδοση οριστικής απόφασης (άρθρο 191 ΚΠολΔ), χωρίς την υποχρέωση υποβολής καταλόγου (άρθρο 190 ΚΠολΔ), είτε  τη διαδικασία των αμοιβών, για την παροχή εργασίας (άρθρ. 679 επ. ΚΠολΔ) από το Μονομελές Πρωτοδικείο ή από το Ειρηνοδικείο, αν η δίκη διεξαγόταν σ` αυτό. Η αξίωση αυτή του εναγόμενου έχει ως  γενεσιουργό αιτία την παραίτηση του ενάγοντος, από την οποία αντίστοιχα γεννιέται υποχρέωση προς ικανοποίησή της (ΑΠ 435/2020, Α.Π.539/2008  ΤΝΠ Νόμος). Η ως άνω αξίωση υφίσταται και στην περίπτωση, που ο παραιτούμενος ενάγων ασκήσει νέα αγωγή, με την ίδια ιστορική και νομική βάση και  ο χρόνος της παραιτήσεως καθορίζει και το ύψος των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων που προκαλούνται. Έτσι, αν η παραίτηση γίνει εγκαίρως, και ειδικότερα πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αγωγής δικάσιμο με δικόγραφο που θα επιδοθεί στον εναγόμενο, αποδίδονται στον τελευταίο τα γενόμενα έξοδα μέχρι τον χρόνο παραιτήσεως, που ολοκληρώνεται με την επίδοση του σχετικού δικογράφου και όχι τα τυχόν μεταγενέστερα από αυτή, ως περιττά ή από υπερβολή πρόνοια,  ώστε δεν αποδίδονται στον εναγόμενο τα έξοδα για την παράσταση και σύνταξη προτάσεων, που κατατέθηκαν στο χρόνο της συζήτησης (ΑΠ 648/2009, ΑΠ 539/2008, ΕφΘεσ 2000/2017, ΕφΑθ 881/2011 ό.π). Για να είναι καταβλητέα η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου για τις προτάσεις (που κατατέθηκαν πριν λάβει χώρα η παραίτηση) πρέπει να λάβει χώρα όχι μόνο σύνταξη, αλλά και κατάθεση προτάσεων, ακόμα και αν πρόκειται για ειδική διαδικασία κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, αφού και σ` αυτή την περίπτωση ο εναγόμενος έχει το δικονομικό δικαίωμα να προβεί σε κατάθεση των προτάσεων που έχει συντάξει προς απόκρουση της αγωγής (ΑΠ  460/2024, ΑΠ 387/2023, ΑΠ 915/2020, ΑΠ 1890/2017,  ΑΠ 539/2008, ΕφΘεσ 2000/2017, ΕφΑθ 881/2011 ό.π.). Αντίθετα δεν αποδίδονται τα έξοδα, στα οποία ο αντίδικος του παραιτούμενου υποβλήθηκε  για τη σύνταξη προτάσεων, ενώ γνώριζε ότι είχε ήδη γίνει παραίτηση, αφού τότε πρόκειται για έξοδα από υπερβολική πρόνοια ή απροσεξία (ΑΠ 1282/2025 , ΑΠ 383/2024, ΑΠ 369/2020, ΑΠ 70/2021, ΑΠ 52/2020, ΑΠ 1471/2017 www.areiospagos.gr). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4848/2021  το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, μόνο όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή σε συγγενείς εξ αίματος έως και τον δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να συμψηφίσει ένα μέρος των εξόδων, εάν, κατ` εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η δυνατότητα ολικού ή μερικού συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων παρέχεται στο Δικαστήριο και στην περίπτωση, που επιλαμβάνεται τέτοιας υπόθεσης, με βάση το άρθρο 192 ΚΠολΔ. και ειδικότερα σε περίπτωση, που γίνει παραίτηση διαδίκου από διαδικαστική πράξη του ή από ολόκληρη τη δίκη. Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή το  Δικαστήριο, για τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων, τα οποία πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του παραιτηθέντος διαδίκου, λαμβάνει υπόψη του όλες τις πιο πάνω διατάξεις, τόσο του Κώδικα περί Δικηγόρων, όσο και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 179, γιατί ο νόμος δεν διακρίνει. Είναι γεγονός ότι  διάταξη του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δι θέτει ως προϋπόθεση, για συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, ιδιαίτερη δυσχέρεια περί την ερμηνεία διατάξεων, που «εφαρμόσθηκαν», αναφερόμενη στην περάτωση της δίκης με οριστική απόφαση, σε καμιά περίπτωση, όμως, ο νομοθέτης δεν θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της ίδιας διάταξης και επί παραίτησης από διαδικαστικής πράξεως, πράγμα το οποίο επιβάλλεται τόσο από την αρχή της επιείκειας, που εφαρμόζεται σε όλο το δίκαιο, όσο και στον επιδιωκόμενο, με την παραίτηση, σκοπό της καταργήσεως των δικών. Εξάλλου η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ ή ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός τους, λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, κατά το άρθρο 179 του ιδίου Κώδικα, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας  (ΑΠ 435/2020,  ΑΠ  1034/2012  ΧΡΙΔ 2013/46, ΕΦΑΔ 2013/256, ΕφΘεσ 2000/2017, ΕφΠειρ 60/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:  Η ενάγουσα,  με την επίδικη από 10.3.2023 και με αρ.  καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………………/2023 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι  κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον εναγόμενο (σύναψη 25.11.1993), ο  οποίος  λύθηκε με την με αρ. 5294/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, αυξήθηκε η περιουσία του, με τα αναφερόμενα στην αγωγή ακίνητα, κείμενα  στις Ηνωμένες Πολιτείες και  Σύρο που απέκτησε μέσω εταιριών συμφερόντων του,   αξίας 171.000.000  €, τα οποία είχε αποκτήσει  πριν λάβει χώρα η  διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων τον Απρίλιος 2014. ¨Ότι η ίδια συνέβαλε στην επαύξηση αυτής της περιουσίας του κατά ποσοστό  ½, άλλως κατά το 1/3. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 85.500.000 € κι επικουρικώς αυτό των 57.000.000 €, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η συζήτηση της αγωγής προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 10.5.013, οπότε και αναβλήθηκε γι΄αυτήν της 20.9.2023.   Όπως  ήδη εκτέθηκε, η ενάγουσα  παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής, με την με την από 18.9.2023 και με αριθμό κατάθεσης ……………/19.9.2023 μεταγενέστερη αγωγή της, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο  στις 19.9.2023, (βλ. την  επισημείωση στο δικόγραφο της δικαστικής επιμελήτριας . ……….), ήτοι μία ημέρα πριν τη συζήτηση της αγωγής. Η παραίτηση αυτή  συντελέστηκε και ολοκληρώθηκε κατά άρθρο 297 του ΚΠολΔ, με δικόγραφο που επιδόθηκε στον εναγόμενο, στις 19.9.2023, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του εναγόμενου, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις, όπως κρίθηκε άλλωστε και με την εκκαλούμενη απόφαση,  η σχετική διάταξη της οποίας δεν  προσβάλλεται με την έφεση. Ωστόσο συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος της ενάγουσας, όπως ζήτησε ο εναγόμενος με τις προτάσεις του κι επανέλαβαν οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι του, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο. Με δεδομένο ότι τα αποτελέσματα της παραίτησης επέρχονται στις 19.9.2023 με την επίδοση του δικογράφου,  αποδοτέα είναι τα έξοδα που είχε υποβληθεί έως τότε ο εναγόμενος. Ο τελευταίος είχε καταθέσει  νομότυπα, κατ΄άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ  προτάσεις στις  13.9.2023,   μία εβδομάδα πριν τη συζήτηση  της αγωγής, δηλαδή πριν του επιδοθεί το δικόγραφο παραίτησης της αγωγής. Στις προτάσεις του αυτές  επισήμανε το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε ασκήσει προγενέστερη αγωγή με όμοιο περιεχόμενο, από την οποία είχε παραιτηθεί ομοίως με την επίδοση της παρούσας αγωγής, με προφανή σκοπό όπως εξέθετε να κρατήσει η ενάγουσα ενεργή την αντιδικία ως αντίβαρο των αξιώσεών του   και επισημαίνοντας την στρεψοδικία και παρελκυστική τακτική της ζητούσε την επιδίκασε της δικαστικής δαπάνης ακριβώς κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων. Δεν προκύπτει όμως  ότι είχε πληροφορηθεί με οποιονδήποτε τρόπο,  ότι η ενάγουσα θα παραιτείτο και  από το δικόγραφο και της ένδικης αγωγής, ανεξαρτήτως αν αυτό ήταν πιθανό με βάση την έως τώρα στάση της, η δε ενέργειά του δεν μπορεί να θωρηθεί περιττή και  από υπερβολική πρόνοια, αφού η  κατάθεση των προτάσεων έγινε επιτρεπτώς την άνω ημερομηνία  για  την απόκρουση της σε βάρος του αγωγής, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αναμένει  τη συζήτηση αυτής, η οποία είχε αναβληθεί ήδη  μία φορά (ώστε δεν ήταν δυνατό να αναβληθεί εκ νέου), ούτε ακόμα να αναμένει την πιθανή παραίτηση της ενάγουσας και από την παρούσα αγωγή. Συνεπώς η αμοιβή του  πληρεξουσίου του Δικηγόρου, την οποία ζητά ο εναγόμενος  αποτελεί αναγκαίο έξοδο, που  αυτός υποβλήθηκε κατ΄άρθρο 188 του ΚΠολΔ, η οποία περιλαμβάνεται στη δικαστική δαπάνη (βλ. ΑΠ 460/2024). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τελείως την αίτηση του εναγόμενου, κρίνοντας  αντίθετα ότι η κατάθεση των προτάσεων αυτού έγινε από υπερβολή πρόνοια,  έσφαλε ως προς την ερμηνεία κι εφαρμογή των άνω διατάξεων και συνεπώς κατά παραδοχή της έφεσης του εναγόμενου θα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την πληττόμενη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, κατ’άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ και να  κρατηθεί η υπόθεση για να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, κατά το ίδιο μέρος.  Για την εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης όπως εκτέθηκε, λαμβάνονται υπόψη  καταρχήν οι διατάξεις  του Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρα 58 παρ.3, 68 παρ.1 και 63 παρ.1 περ. i αρ.η του ν. 4194/2013 (κώδικα Δικηγόρων) και  προσδιορίζεται αυτή καταρχήν  σε ποσοστό 0,05% : 2 ήτοι 0,025 % , επί της αξίας  του αντικειμένου της διαφοράς,  δεδομένου ότι η  το αίτημα της αγωγής ανέρχεται πέραν από το ποσό των 25.000.001 €.  Ωστόσο, ενόψει του αντικειμένου και της ιστορικής αιτίας της αγωγής  (αγωγή του άρθρου 1400 ΑΚ συμμετοχής  στα αποκτήματα, με περιεχόμενο την επαύξηση  της περιουσίας του εναγόμενου, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα κατά εννιά ακίνητα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας,  κείμενα τα οχτώ στην αλλοδαπή και ένα στην  ημεδαπή ανήκοντα σε εταιρίες συμφερόντων του), αλλά και της ευρύτερης αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, που άπτεται τόσο σε ζητήματα αστικής φύσεως, αλλά και ποινικά  αδικήματα, κρίνεται ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου των εφαρμοστέων διατάξεων είναι ιδιαίτερα δυσχερής, ώστε  θα πρέπει να γίνει συμψηφισμός κατά ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του εναγόμενου και να προσδιοριστούν αυτά στο  ποσό των 3.000 €, που κρίνεται εύλογο, τα οποία οφείλει να καταβάλει η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη.  Σε βάρος της εφεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος – εναγόμενου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, εφόσον η έφεση γίνεται δεκτή, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή στον εκκαλούντα του κατατεθέντος από αυτόν  παραβόλου, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ  τυπικά και κατ΄ουσίαν  την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη, με αρ. 712/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της αίτησης του εναγόμενου περί καταβολής  δικαστικών εξόδων, που ασκήθηκε με τις προτάσεις του και προφορικά.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά ένα μέρος την ως άνω αίτηση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας – εφεσίβλητης,  τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου – εκκαλούντος, του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των  τριών  χιλιάδων επτακοσίων (3.000) €.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εφεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) €.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον εκκαλούντα που κατέθεσε αυτό.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις  4.12.2025.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ