ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 763/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
2ο ΤΜΗΜΑ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος : …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο (ΑΜΔΣΑ : …………).
Των εφεσίβλητων : 1) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………………» και το διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……………., με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. : ……….. και ΑΦΜ : …………, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
2) Της εταιρίας με την επωνυμία «…………….», η οποία εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής, ……….., με ΑΦΜ : ……… και με αρ. Γ.Ε.ΜΗ. : ……………, νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (Αρ. Απόφασης 207/1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της Πράξης 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμ. 153/8-1-2019 Πράξη, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρίας με την επωνυμία «……………», με έδρα το ………. Ιρλανδίας (………………..) και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιριών της Ιρλανδίας …………….., όπως νομίμως εκπροσωπείται, δυνάμει του από 18 Ιουνίου 2021 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Διαχείρισης Απαιτήσεων, το οποίο αποτελεί περίληψη της από 8-4-2021 Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης, ως τροποποιήθηκε κατά καιρούς και το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 22-6-2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …./22-6-2021 στον τόμο ……… και με αύξοντα αριθμό …., σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει κατόπιν της από 10-4-2023 νεότερης συμπλήρωσης αυτού δυνάμει της από 10-4-2023 Περίληψης Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης Απαιτήσεων, καταχωρηθείσας νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 11-4-2023 με αριθμό πρωτοκόλλου …./11-4-2023 στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ….. και του υπ’ αριθμ. …………./15-6-2021 Ειδικού Πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ………….., της τελευταίας αλλοδαπής εταιρίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………» και το διακριτικό τίτλο «………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……………, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ.: … και ΑΦΜ : …., νομίμως εκπροσωπούμενης (Επωφελούμενη), υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….» (και ήδη μετονομασθείσας σε «…………..»), με αριθμό ΓΕ.ΜΗ. : ….. και ΑΦΜ : ….. (Διασπώμενη), κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρία – πιστωτικό ίδρυμα, εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με τη με αριθμό πρωτ. 45.089/16-4-2021 Απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύτηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/16-4-2021 και ………./16-4-2021 και ………./2-10-2021 Ανακοινώσεις αντίστοιχα, δυνάμει της από 30 Απριλίου 2020 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30-4-2020 με αριθμό πρωτοκόλλου …../30-4-2020 στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ……, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 και ως αυτή συμπληρώθηκε συνεπεία της ανωτέρω καθολικής διαδοχής λόγω διάσπασης/απόσχισης, δυνάμει του από 20-4-2021 Παραρτήματος Μεταβολής της ως προς το πρόσωπο του Μεταβιβάζοντος, καταχωρηθέντος νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 20-4-2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …./20-4-2021 στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ……., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Παπαδήμα (ΑΜΔΣΠ : ……).
Επί της από 14-10-2014 με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2014 και ειδικό ………/2014 αγωγής της ενάγουσας τράπεζας «………» εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου ………….. κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 4408/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, συνεπεία της ερημοδικίας του εναγόμενου, έγινε δεκτή η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν (απόφαση). Την απόφαση αυτή πρόσβαλε ο εναγόμενος, με την από 3-4-2024 με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2024 και ειδικό ……/2024 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην της πρώτης των καθ’ ων η ανακοπή ερημοδικίας και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 2564/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγιναν δεκτές η ανωτέρω ανακοπή ερημοδικίας και η ανωτέρω αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτήν (απόφαση).
Την απόφαση αυτή (2564/2024) προσβάλλει ο ανακόπτων ερημοδικίας και εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 3-4-2024 έφεσή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./2024 και ειδικό ……/2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2024 και ειδικό …./2024 για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Στη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του εκκαλούντος και της δεύτερης των εφεσίβλητων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και, αφού έλαβαν το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη με αριθμό ….. Θ/11-12-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……………., που επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της ένδικης έφεσης δεύτερη των εφεσίβλητων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (8-5-2025), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των εφεσίβλητων (άρθρα 126 παρ. 1 στοιχ. γ, 129 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ωστόσο, στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πρώτη των εφεσίβλητων, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ στον αρμόδιο γραμματέα από πληρεξούσιο δικηγόρο της ότι επιθυμεί να δικαστεί χωρίς να παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και ως εκ τούτου, η απολειπόμενη πρώτη εφεσίβλητη πρέπει να δικαστεί ερήμην. Πλην όμως, η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α ΚΠολΔ), δοθέντος ότι οι παριστάμενοι λοιποί διάδικοι, ήτοι ο εκκαλών και η επισπεύδουσα τη συζήτηση της έφεσης δεύτερη εφεσίβλητη αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως αντίγραφα του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου (αγωγής), καθώς και των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη απόφαση (2564/2024) πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όχι όμως, και των τυχόν έγγραφων πρωτόδικων προτάσεων της απολειπόμενης πρώτης εφεσίβλητης, όπως επί ποινή απαραδέκτου της προκείμενης συζήτησης επιβάλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, καθότι η τελευταία, ερημοδικαζόμενη πρωτοδίκως, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε κατέθεσε προτάσεις στην πρωτοβάθμια δίκη. Άλλωστε, η απολειπόμενη πρώτη εφεσίβλητη θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται στην παρούσα δίκη από τη νομίμως παριστάμενη δεύτερη εφεσίβλητη – αναγκαία ομόδικό της (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ) [πρβλ. ΑΠ 1720/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].
ΙΙ. Η υπό κρίση έφεση του εν μέρει ηττηθέντος ανακόπτοντος ερημοδικίας και εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος κατά α) της πρώτης των καθ’ ων η ανακοπή ερημοδικίας και ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και κατά β) της δεύτερης των καθ’ ων η ανακοπή ερημοδικίας και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 2564/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην της πρώτης των καθ’ ων η ανακοπή ερημοδικίας και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει το εκδώσαν την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείο (άρθρα 19, 495, 498 ΚΠολΔ), ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του ένδικου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 5-11-2024, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης στον ανακόπτοντα ερημοδικίας και εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, που έλαβε χώρα, με παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου της δεύτερης των καθ’ ων η ανακοπή ερημοδικίας, την 8-10-2024, όπως προκύπτει από τη με ίδια ημερομηνία επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ………… στο ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα ερημοδικίας και εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, το οποίο μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο τελευταίος στο παρόν Δικαστήριο (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ). Για δε το παραδεκτό της εφέσεως έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ παράβολο ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/5-11-2024 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό ……………../2024 e-παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522, 524 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
III. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ενάγουσα τράπεζα «…………..» άσκησε την κρινόμενη αγωγή της κατά α) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», β) του ………. και γ) του ………….. Με την αγωγή αυτή η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, δυνάμει σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, να της καταβάλουν το ποσό των 249.614,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 13-10-2010, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτή. Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε ερήμην των εναγόμενων την 14-6-2017, εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 4408/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, συνεπεία της ερημοδικίας των εναγόμενων, έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην ενάγουσα το αιτούμενο ποσό των 249.614,80 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις πιο πάνω διακρίσεις και επιβλήθηκαν σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας ύψους 4.745,00 ευρώ. Κατά της παραπάνω απόφασης (4408/2017) ο εναγόμενος …………. άσκησε την από 3-4-2024 με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό ……/2024 ανακοπή ερημοδικίας κατά της ενάγουσας τράπεζας «………..» και της εταιρίας με την επωνυμία «…………….». Επ’ αυτής, γενομένης συζητήσεως την 17-5-2024 ερήμην της πρώτης των καθ’ ων η ανακοπή ερημοδικίας και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2564/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφενός έγινε τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας, εξαφανίστηκε η ανακοπτομένη απόφαση (4408/2017), πλην της διάταξης του παραβόλου ερημοδικίας και διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου στον ανακόπτοντα, αφετέρου έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος ……….. να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 249.614,80 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις πιο πάνω διακρίσεις και επιβλήθηκαν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας ύψους 4.745,00 ευρώ. Κατά της παραπάνω απόφασης (2564/2024) παραπονείται ο ανακόπτων ερημοδικίας και εναγόμενος και ήδη εκκαλών, με την υπό κρίση έφεσή του, ζητώντας, κατά τη δέουσα εκτίμηση, τη μερική εξαφάνισή της και δη κατά το κεφάλαιο που αφορά στην ένδικη αγωγή, για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εναντίον του αγωγή.
ΙV. Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ενάγουσα τράπεζα «…….» άσκησε την κρινόμενη από 14-10-2014 με αριθμό κατάθεσης γενικό ………./2014 και ειδικό ………../2014 αγωγή της κατά α) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……….», β) του ………… και γ) του ………… Με την αγωγή αυτή η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν το ποσό των 249.614,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 13-10-2010, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, οφειλόμενο από την επικαλούμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήψε η ενάγουσα ως πιστώτρια με την πρώτη εναγόμενη εταιρία ως πιστούχο και τους λοιπούς εναγόμενους ως εγγυητές. Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε ερήμην των εναγόμενων την 14-6-2017 κατόπιν αναβολής από την αρχική δικάσιμο της 4ης-3-2016, εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 4408/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ειδικότερα, δυνάμει αυτής, έγινε, συνεπεία της ερημοδικίας των εναγόμενων, δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην ενάγουσα το ποσό των 249.614,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 13-10-2010, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, μέχρι την πλήρη εξόφληση και επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγόμενων τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας ύψους 4.745,00 ευρώ. Κατά της παραπάνω απόφασης (4408/2017) ο τρίτος εναγόμενος …………. άσκησε την από 3-4-2024 με αριθμό κατάθεσης γενικό ……./2024 και ειδικό …../2024 ανακοπή ερημοδικίας κατά της ενάγουσας τράπεζας «……………» και της εταιρίας με την επωνυμία «…………………». Επί της ανακοπής ερημοδικίας, γενομένης συζητήσεως την 17-5-2024 ερήμην της πρώτης των καθ’ ων η ανακοπή ερημοδικίας και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2564/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Συγκεκριμένα, δυνάμει αυτής, έγινε τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή η ανακοπή ερημοδικίας, εξαφανίστηκε η ανακοπτομένη απόφαση (4408/2017), πλην της διάταξης του παραβόλου ερημοδικίας και διατάχθηκε η επιστροφή του παραβόλου στον ανακόπτοντα και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ένδικης διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε (άρθρο 509 εδ. α ΚΠολΔ), οπότε, δοθέντος ότι κρίθηκε η αγωγή ορισμένη και νόμιμη, κατόπιν έγινε δεκτή αυτή (αγωγή) ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος ……………… να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 249.614,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 13-10-2010, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, μέχρι την πλήρη εξόφληση και επιβλήθηκαν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας ύψους 4.745,00 ευρώ. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση (2564/2024) δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη ασκηθείσα, κατά το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, μολονότι έκρινε ότι η επίδοση της αγωγής έγινε μη νόμιμα, καθώς ο ίδιος είχε μη νόμιμα κλητευθεί ως αγνώστου διαμονής και αφού δέχθηκε ότι ήταν γνωστής διαμονής. Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός, παραδεκτά προβαλλόμενος το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη ως αποδεικνυόμενος εγγράφως (άρθρο 527 περ. 6 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η επικαλούμενη νέα διάταξη του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία στην περίπτωση του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015, αν η αγωγή δεν επιδοθεί εμπροθέσμως, θεωρείται ως μη ασκηθείσα (ανυπόστατη, ΤριμΕφΑθ 678/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), δεν τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, δοθέντος ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε νόμιμα πριν την 1-1-2016 (κατάθεση αγωγής στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την 16-10-2014 και επίδοση στον εναγόμενο την 5-11-2014, σύμφωνα με το άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015) και η επικαλούμενη ως άνω διάταξη (215 παρ. 2 ΚΠολΔ), συνδεόμενη με τη νέα τακτική διαδικασία, όπως αναμορφώθηκε με το Ν. 4335/2015, καταλαμβάνει τις αγωγές που κατατέθηκαν μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου ένατου του άρθρου πρώτου του Ν. 4335/2015. Σημειωτέον ότι τα τυχόν ελαττώματα της επίδοσης της αγωγής υπό το καθεστώς της νέας τακτικής διαδικασίας πλήττουν την υπόσταση της αγωγής, η οποία θεωρείται αναδρομικά ανύπαρκτη και δεν αφορούν μόνο το παραδεκτό της συζήτησης αυτής, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς (ΤριμΕφΑθ 678/2023 ο.π.). Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, η μη νόμιμη επίδοση της ένδικης αγωγής, που ασκήθηκε πριν την 1-1-2016, δεν επιδρά στην υπόσταση της αγωγής, όπως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και ο λόγος αυτός στο σύνολό του. Έτι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της με αριθμό …………/17-6-2003 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας τράπεζας «………….» ως πιστώτριας και της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………..» ως πιστούχου, χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, εξυπηρετούμενη με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Ειδικότερα, με την ένδικη σύμβαση συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι τόκοι και προμήθειες λογίζονται και είναι πληρωτέοι ανά τρίμηνο, ήτοι την 31η Μαρτίου, 30η Ιουνίου, 30η Σεπτεμβρίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, οπότε κλείνεται περιοδικά ο ή οι λογαριασμοί της συμβάσεως και ότι σε περίπτωση μη καταβολής τους θα οφείλεται και επ’ αυτών εφεξής τόκος και προμήθεια κατά τα προβλεπόμενα στον όρο 8 και στις παραγράφους 8.2, 8.3 και 8.4 της ένδικης σύμβασης. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η τράπεζα δύναται να τηρεί ένα ή πλείονες λογαριασμούς, δικαιούται δε οποτεδήποτε μονομερώς να διαχωρίζει τον ή τους λογαριασμούς αυτούς σε πλείονες ή να συνενώνει πλείονες τυχόν τηρούμενους λογαριασμούς σε ένα κατά την εκάστοτε κρατούσα σε αυτή λογιστική τάξη, να κλείνει τον ή τους λογαριασμούς οποτεδήποτε θελήσει, χωρίς να έχει υποχρέωση να ειδοποιήσει προηγουμένως τον πιστούχο και το κατάλοιπο του ή των λογαριασμών θα είναι αμέσως απαιτητό, εντόκως με το ανώτατο όριο του τόκου υπερημερίας που επιτρέπεται για τις τραπεζικές συναλλαγές (όρος 5 και 8.1). Ακόμα, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος της πίστωσης κατά τους όρους 5 και 10 της συμβάσεως, θα κλείνονται οριστικά και οι τηρούμενοι με βάση αυτή ένας ή περισσότεροι λογαριασμοί και η τράπεζα θα δικαιούται τότε να συνενώσει αυτούς σε ένα ενιαίο λογαριασμό με άθροισμα ή συμψηφισμό των καταλοίπων τους. Επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι τόκος οφείλεται και επί των καθυστερούμενων τόκων υπερημερίας κατά τα οριζόμενα στους όρους 6.9 και 8.7 της συμβάσεως πιστώσεως, προ και μετά το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, που λογίζεται, εκκαθαρίζεται και ανατοκίζεται ανά ημερολογιακό εξάμηνο κατά τα συνομολογούμενα στον όρο 8 της σύμβασης, καθώς και ότι τον πιστούχο βαρύνουν τα πάσης φύσεως τέλη, εισφορές και δικαιώματα υπέρ οιουδήποτε και οι πάσης φύσεως δαπάνες για την κατάρτιση, λειτουργία και εκτέλεση της σύμβασης (όρος 21). Επιπρόσθετα, συμφωνήθηκε ότι τα αποσπάσματα από τα βιβλία της τράπεζας, που εμφανίζουν την κίνηση του ή των σχετικών λογαριασμών της πίστωσης, από την έναρξή τους ή από την τελευταία αναγνώριση του πιστούχου και εντεύθεν, αποτελούν, κατά τον όρο 9 της σύμβασης, πλήρη απόδειξη της απαίτησής της κατά του πιστούχου, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης ή των σχετικών λογαριασμών, καθώς και ότι στο τέλος κάθε τριμήνου θα αποστέλλεται από την τράπεζα στον πιστούχο αντίγραφο του ή των λογαριασμών, που θα εμφανίζει την κίνησή τους και ότι, αν ο πιστούχος δεν δηλώσει εντός τριάντα (30) ημερών ότι διαφωνεί με το περιεχόμενό του, συνομολογείται ότι έχει αναγνωρίσει ανεπιφύλακτα τα κονδύλια του ή των λογαριασμών και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπό τους (όρος 9). Ακόμα, αποδείχθηκε ότι στην ανωτέρω σύμβαση συμβλήθηκαν ως εγγυητές ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόμενων, ……….. και …………, αντιστοίχως, υπογράφοντας αυτήν και δηλώνοντας έκαστος ότι εγγυάται ανεπιφύλακτα προς την τράπεζα, ως αυτοφειλέτης, την πλήρη, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμών της πίστωσης, από κεφάλαιο, τόκους πάσης φύσεως, τυχόν προμήθειες, τέλη και έξοδα και την εκπλήρωση από τον πιστούχο όλων των υποχρεώσεων, που αναλαμβάνει με τη σύμβαση, που δεσμεύουν παράλληλα και τον ίδιο ενεχόμενος εις ολόκληρον μετ’ αυτού ως αυτοφειλέτης, καθώς και ότι τον εγγυητή δεσμεύει κάθε αναγνώριση χρέους, παρούσα ή μέλλουσα, του πιστούχου προς την τράπεζα από τη σύμβαση, χωρίς άλλη διατύπωση ή κοινοποίηση εκ μέρους της τράπεζας προς αυτόν, παραιτηθέντες των ενστάσεων διαιρέσεως και διζήσεως και των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ενστάσεων ή ευεργετημάτων εν γένει από τις διατάξεις των άρθρων 853, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ, ευθυνόμενοι έτσι αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον μετά του πιστούχου, ως αυτοφειλέτες (όρος 25). Στη συνέχεια, με την από 14-7-2006 πρόσθετη πράξη, στην οποία συμβλήθηκαν και οι άνω εγγυητές και που ρητά συμφωνήθηκε ότι αποτελεί ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο με την άνω αρχική σύμβαση και διέπεται από τους όρους, που περιλαμβάνονται σε αυτήν, η πίστωση αυξήθηκε κατά το ποσό των 450.000 ευρώ και έτσι το συνολικό ύψος της ανήλθε στο ποσό των 750.000 ευρώ. Για δε την εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης τηρήθηκε ο με αριθμό …………… λογαριασμός, ο οποίος την 4-7-2008 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 190.571,76 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε αυθημερόν στο με αριθμό …………. λογαριασμό, ο οποίος συνέχισε να εξυπηρετεί τη σύμβαση. Επειδή η άνω πιστούχος δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις της, η ενάγουσα την 12-10-2010 έκλεισε το λογαριασμό αυτό, που εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 249.614,80 ευρώ και κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση πίστωσης. Προς απόδειξη της απαίτησής της προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως νόμιμα επικυρωμένο απόσπασμα από τα σε ηλεκτρονική μορφή τηρούμενα εμπορικά βιβλία της τράπεζας, στο οποίο εμφαίνεται η αναλυτική κίνηση του προαναφερόμενου με αριθμό ……………… λογαριασμού, από το άνοιγμά του μέχρι την 4-7-2008, οπότε το χρεωστικό υπόλοιπό του κατά την ημερομηνία εκείνη, ποσού 190.571,76 ευρώ, μεταφέρθηκε στον προαναφερόμενο με αριθμό ………… λογαριασμό, όπως και η κίνηση του τελευταίου, από το άνοιγμά του την 4-7-2008 μέχρι το κλείσιμό του την 12-10-2010, με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 249.614,80 ευρώ, με τα επιμέρους κονδύλια, όπως και η αιτία και το ποσό πίστωσης και χρέωσης κάθε κονδυλίου. Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί, κατά τον προαναφερθέντα συμβατικό όρο 9, πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας. Ακολούθως, με την από 25-8-2014 εξώδικη δήλωση και πρόσκλησή της, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, για όλους τους εναγόμενους ως αγνώστου διαμονής και άγνωστης έδρας, αντιστοίχως, όπως προκύπτει από τις με αριθμό ……/25-9-2014, …../25-9-2014 και ……/25-9-2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………………. σε συνδυασμό με τις διαταχθείσες δημοσιεύσεις στις εφημερίδες «…………..» και «……………» (με ημερομηνία 8-10-2014 και 10-10-2014), αντιστοίχως, η ενάγουσα τους γνωστοποίησε ότι κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης και έκλεισε το λογαριασμό, που την εξυπηρετούσε και τους κάλεσε να της καταβάλουν το ως άνω οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο. Με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος ευθύνεται έναντι της ενάγουσας για την καταβολή του ανωτέρω ποσού, εξαιτίας της συμβατικής υποχρέωσής του ως εγγυητή και ως εκ τούτου, οφείλει να της καταβάλει το ποσό αυτό, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την άνω πιστούχο (και τον έτερο εγγυητή), ενεχόμενος και ως αυτοφειλέτης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 13-10-2010 (επομένη της ημερομηνίας κλεισίματος του λογαριασμού), κατά τους όρους της ένδικης σύμβασης (όρος 6.10) και δη κατά 2,5 % μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο κατά τα προβλεπόμενα στη με αριθμό ………./1996 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2601/1998, μέχρις εξοφλήσεως. Κατόπιν, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30-4-2020 με αριθμό πρωτοκόλλου ……/30-4-2020 στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ……., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η ενάγουσα τράπεζα μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εδρεύουσα στο …. Ιρλανδίας εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….» την επίδικη απαίτηση και τα απορρέοντα από αυτή δικαιώματα. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 18-6-2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, που αποτελεί περίληψη της από 8-4-2021 Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης και η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 22-6-2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …/22-6-2021 στον τόμο ….. και με αύξοντα αριθμό ………, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η άνω αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού ανέθεσε στην εταιρία με την επωνυμία «……………» τη διαχείριση της επίδικης απαίτησης, όπως η ανωτέρω σύμβαση ισχύει κατόπιν της από 10-4-2023 νεότερης συμπλήρωσης αυτής δυνάμει της από 10-4-2023 περίληψης της Σύμβασης Μακροπρόθεσμης Διαχείρισης, που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 11-4-2023 με αριθμό πρωτοκόλλου ……/11-4-2023 στον τόμο ….. και με αύξοντα αριθμό …….. Έτι περαιτέρω, με τους δεύτερο και τρίτο συναφείς λόγους έφεσης ο τρίτος εναγόμενος επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του περί ολικής άλλως μερικής εξόφλησης της ένδικης απαίτησης, λόγω διενέργειας πλειστηριασμού με πλειστηρίασμα ποσού 168.853,26 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, εισέπραξε η ενάγουσα τράπεζα έναντι της ένδικης απαίτησης. Αναφορικά με τον προβαλλόμενο αυτόν ισχυρισμό, αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Η ενάγουσα τράπεζα «…………..» επέσπευσε πλειστηριασμό σε εκτέλεση του πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό 4408/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία) και δυνάμει της από 16-5-2019 επιταγής προς πληρωμή, για συνολικό ποσό απαίτησης 254.449,80 ευρώ νομιμοτόκως, σε βάρος ακίνητης περιουσίας της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..». Συγκεκριμένα, δυνάμει της με αριθμό ……../18-7-2019 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …………, κατασχέθηκε το υπό στοιχεία Κάπα κεφαλαίο δύο (Κ-2) κατάστημα του ισογείου πολυκατοικίας κείμενης επί της …………………….στον Πειραιά, όπως ειδικότερα κατά θέση, έκταση και όρια περιγράφεται σε αυτή. Ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό ……./26-2-2020 έκθεσης δημόσιου πλειστηριασμού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών …………. ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, που διενεργήθηκε με ηλεκτρονικά μέσα, εκπλειστηριάστηκε η πιο πάνω κατασχεθείσα ακίνητη περιουσία της πιστούχου εταιρίας και το ακίνητο κατακυρώθηκε σε υπερθεματιστή στην τιμή των 227.001 ευρώ. Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων : α) η ενάγουσα – επισπεύδουσα τράπεζα «……….», με την από 28-2-2020 αναγγελία της, για την απαίτησή της από την ένδικη με αριθμό …………/17-6-2003 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, όπως της επιδικάστηκε με τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο (……./2017), αιτούμενη να καταταγεί οριστικά ως εγχειρόγραφη δανείστρια για το συνολικό ποσό των 254.359,80 ευρώ εντόκως, συντασσομένης της με αριθμό …………../12-3-2020 πράξης κατάθεσης εγγράφων αναγγελίας της ως άνω συμβολαιογράφου και β) η τράπεζα «……………….» ως καθολική διάδοχος της «………………………..», με την από 9-3-2020 αναγγελία της, για τις απαιτήσεις της από τη με αριθμό ……/13-2-1990 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τη με αριθμό …………../28-3-1990 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, αιτούμενη να καταταγεί ως εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανείστρια για το συνολικό ποσό του 1.128.949,71 ευρώ, συντασσομένης της με αριθμό ……../12-3-2020 πράξης κατάθεσης εγγράφων αναγγελίας της ως άνω συμβολαιογράφου. Δυνάμει δε του με αριθμό …../10-6-2020 πίνακα κατάταξης δανειστών της ως άνω συμβολαιογράφου, η ενάγουσα – επισπεύδουσα τράπεζα «……………..» κατατάχθηκε προνομιακά και οριστικά για έξοδα εκτέλεσης για ποσό 4.812,34 ευρώ και μη προνομιακά και οριστικά ως εγχειρόγραφη δανείστρια μόνο για το ποσό των 4.482,85 ευρώ, ενώ η τράπεζα «………………..» ως καθολική διάδοχος της «…………» κατατάχθηκε ως εμπραγμάτως ασφαλισμένη δανείστρια προνομιακά και υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαιτήσεώς της για το ποσό των 142.168,80 ευρώ και μη προνομιακά και τυχαία για το ποσό των 17.389,27 ευρώ. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί ολικής εξόφλησης πρέπει να απορριφθεί, αφού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατατάχθηκε οριστικά ως εγχειρόγραφη δανείστρια μόνο για το ποσό των 4.482,85 ευρώ, έναντι της ένδικης απαίτησης. Αλλά και ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός περί μερικής εξόφλησης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, διότι, πέραν της οριστικής κατάταξης, δεν αποδείχθηκε και η είσπραξη του εν λόγω ποσού, καθότι δεν προέκυψε αν ο πιο πάνω πίνακας κατάταξης έχει προσβληθεί με ανακοπή και αν έχει λάβει χώρα διανομή του πλειστηριάσματος από την υπάλληλο του πλειστηριασμού. Επομένως, οι πιο πάνω συναφείς λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν. Κατ’ ακολουθίαν και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος …….. να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 249.614,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 13-10-2010 (επομένη της ημερομηνίας κλεισίματος του λογαριασμού), πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο εκκαλών παραπονείται για το ύψος του ποσού (4.745,00 ευρώ) των δικαστικών εξόδων, με το οποίο επιβαρύνθηκε πρωτοδίκως λόγω της ήττας του, διότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη της, για τον προσδιορισμό του εν λόγω ποσού, τη δυσχερή οικονομική του κατάσταση ως συνταξιούχου, αλλά και τα σοβαρά προβλήματα της υγείας του και το ποσοστό αναπηρίας του. Ωστόσο, τα πιο πάνω επικαλούμενα κριτήρια, συναρτώμενα ιδίως με την οικονομική και προσωπική κατάσταση του εναγόμενου, ουδόλως συνεκτιμώνται κατά νόμο από το δικάσαν δικαστήριο για τον προσδιορισμό των δικαστικών εξόδων, απορριπτόμενου του πιο πάνω προβαλλόμενου ισχυρισμού ως μη νόμιμου. Σε κάθε περίπτωση, τα δικαστικά έξοδα προσδιορίστηκαν πρωτοδίκως στο προσήκον μέτρο, λαμβανομένων υπόψη των αποδοτέων κατά το άρθρο 189 ΚΠολΔ εξόδων, της αξίας του αντικειμένου της δίκης, του καταβληθέντος δικαστικού ενσήμου και της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας (άρθρα 189 ΚΠολΔ, 63, 68 και 84 του Ν. 4194/2013 – Κώδικας Δικηγόρων). Άρα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τελευταίο λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και ο λόγος αυτός στο σύνολό του.
V. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση (2564/2024) έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 249.614,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 13-10-2010 (επομένη της ημερομηνίας κλεισίματος του λογαριασμού), πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, μέχρι την πλήρη εξόφληση, ορθά κατ’ αποτέλεσμα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε και ορθά κατ’ αποτέλεσμα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με εκείνες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους σχετικούς λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση έφεσή του στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Επίσης, πρέπει τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, ενώ δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ της πρώτης των εφεσίβλητων, αφού λόγω της ερημοδικίας της δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, ούτε άλλωστε υποβλήθηκε σε τέτοια. Ακόμα, δεν θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας, διότι, παρά την ερημοδικία της πρώτης των εφεσίβλητων, η έφεση απορρίφθηκε και ως εκ τούτου, η τελευταία δεν έχει έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ΕφΘεσσαλ 920/1993 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος Ι, υπό άρθρο 505, παρ. 4, σελ. 895). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../5-11-2024 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η έφεσή του απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης των εφεσίβλητων και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση κατά της με αριθμό 2564/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 30 Δεκεμβρίου 2025, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ