Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 71/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο ΤΜΗΜΑ

Αριθμός αποφάσεως 71/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ……………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλουσών: 1) ………. και 2) ……………., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωνσταντίνου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του εφεσίβλητου: ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Αρβανιτόπουλο.

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 28-4-2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../2023 αγωγή του, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3902/2024 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούσες, με την από 13-1-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………../2025 έφεσή τους (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, …………./2025), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλουσών δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς τους, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η φερόμενη προς συζήτηση και κρίση ενώπιον του παρόντος, αρμοδίου, καθ’ ύλη και κατά τόπο, Δικαστηρίου (άρθρα 19 και 29 παρ. 1ΚΠολΔ), παραπάνω έφεση, ασκήθηκε από τις, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, πρωτοδίκως ηττηθείσες διαδίκους νομίμως και εμπροθέσμως με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 14-1-2025 και εντός διετίας από την έκδοση της εκκαλουμένης (2-12-2024), δοθέντος ότι δεν προκύπτει και οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495 – 499, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της, έχει καταβληθεί και κατατεθεί το, απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παράβολο [υπ’ αριθμ. κωδ. παραβ. ………………. παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ].

Με την από 28-4-2023 αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι με τις εναγόμενες τυγχάνουν συγκύριοι σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του περιγραφόμενου  αγροτεμάχιου με την επ’ αυτού κτισμένη οικία, που κείται στην οδό …………. στη θέση «……» της νήσου Σαλαμίνας, κατόπιν αποδοχής κληρονομιάς του πατέρα τους. Ότι το ακίνητο, που αποτυπώνεται πλέον ως οικόπεδο, τυγχάνει άρτιο και οικοδομήσιμο και κείμενο εντός σχεδίου πόλης, είχε αποκτήσει αρχικά ο πατέρας τους με το υπ’ αριθμ. …………./12-2-1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά ……….., που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Ότι ο ενάγων με προσωπική του εργασία και έξοδα επιχείρησε τις αναλυτικά αναφερόμενες εργασίες για τη συντήρηση της στατικότητας και λειτουργικότητας του παλαιού ακινήτου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα και, εν τέλει, κάλεσε με την από 13-12-2022 εξώδικη δήλωσή του τις εναγόμενες να καταλήξουν σε κοινά αποδεκτή λύση εξώδικης διανομής ή αξιοποίησης του ακινήτου, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ότι το ακίνητο τυγχάνει ελεύθερο βαρών, η εμπορική αξία του ανέρχεται στο ποσό των 81.000 ευρώ και η αξία της μερίδας εκάστου κοινωνού στο ποσό των 27.000 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων ζητά να διαταχθεί η πώληση του επίκοινου ακινήτου με πλειστηριασμό προκειμένου έκαστος κοινωνός να λάβει από το εκπλειστηρίασμα την αξία της μερίδας του, να ορισθεί υπάλληλος πλειστηριασμού η συμβολαιογράφος Πειραιά …………. και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3902/2024 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή και συγκεκριμένα διέταξε την πώληση δια εκουσίου δημοσίου πλειστηριασμού του επίκοινου ακινήτου και τη διανομή του πλειστηριάσματος κατά τον λόγο της μερίδας εκάστου των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της ένδικης αγωγής στο σύνολό της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 6/2016, Ολ. ΑΠ 5/2011, Ολ.ΑΠ 16/2006, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1871/2014, ΑΠ 1504/2013, ΑΠ 1623/2012, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 1130/2011, Εφ.Λαμίας 5/2021, Εφ.Δωδ. 172/2020, ΕφΠατρ 67/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα (άρθρο 336 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τυγχάνουν τέκνα του ……….. και της ……………, ο οποίος με το υπ’ αριθμ. …………./12-2-1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά . ……, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, στον τόμο … και με α.α. …., απέκτησε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ένα αγροτεμάχιο έκτασης 587,20 τ.μ., κείμενο στη θέση «……..» της περιφέρειας της νήσου Σαλαμίνας, όπως εμφαίνεται στο από 26 Ιουνίου 1954 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ……….. Στο πιο πάνω ακίνητο ανήγειρε με δικές του δαπάνες μια ισόγεια κατοικία έκτασης 45,40 τ.μ. με υπόγεια αποθήκη 20,39 τ.μ., η οποία υφίσταται μέχρι σήμερα και σε νεότερη αποτύπωση το ακίνητο εμφαίνεται υπό στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από Φεβρουάριο του 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ………..  με έκταση 585,66 τ.μ., με την δήλωση του συντάξαντα μηχανικού ότι κείται εντός σχεδίου πόλης και τυγχάνει άρτιο και οικοδομήσιμο και συνορεύει βόρεια με την οδό ……., νότια με ιδιοκτησία ……….. ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με την οδό …………, έλαβε δε στο κτηματολογικό γραφείο Πειραιά και Νήσων τον ΚΑΕΚ …………/0/0 με καταχωρημένο εμβαδόν 581 τ.μ. Ο ……… απεβίωσε το 1992, οπότε και κλήθηκαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η σύζυγος και τα τέκνα του, οι οποίοι με την υπ αριθμ. ………./21-12-1993 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, στον τόμο ….. και με α.α. ……., κατέστησαν συγκύριοι σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου έκαστος. Η σύζυγος του ………….. και  μητέρα των διαδίκων απεβίωσε, στη συνέχεια, στις 10-4-2012, καταλείποντας την από 5-7-2010 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, καθιστώντας κληρονόμους της κατ’ ισομοιρία τους διαδίκους ως τέκνα της. Οι τελευταίοι με την υπ’ αριθμ. ……………/31-5-2013 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά ……….., που καταχωρήθηκε νόμιμα στο κτηματολογικό γραφείο Σαλαμίνας, με αριθμό 1395/2013, αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά και το ποσοστό του ¼ εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου. Κατόπιν των ανωτέρω επαγωγών, οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριοι σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος στο επίδικο ακίνητο.  Στη συνέχεια ο ενάγων, με την από 13-12-2022 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε νόμιμα στις εναγόμενες στις 15-12-2022, κάλεσε αυτές σε ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης, πλην όμως οι εναγόμενες δεν απάντησαν στην ως άνω εξώδικη δήλωση. Ωστόσο, μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής δήλωσαν με την από 19-10-2023 εξώδικη δήλωσή τους, την πρόθεσή τους να αγοράσουν την μερίδα του ενάγοντα στην αξία που προσδιορίζεται στην αγωγή, και δη στο ποσό των 27.000 ευρώ. Πλην όμως, εν τέλει, δεν επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για τη λύση της κοινωνίας εξωδίκως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, όπως ανωτέρω περιγράφεται, με έκταση 585,66 τ.μ., έχοντας στην μία του πλευρά το ήδη ανεγερθέν κτίσμα – κατοικία, ήτοι μια ισόγεια κατοικία έκτασης 45,40 τ.μ. με υπόγεια αποθήκη 20,39 τ.μ., και λαμβανομένων υπόψη, του πιο εμβαδού του επίκοινου ακινήτου, των ανωτέρω ποσοστών συγκυριότητας των διαδίκων, τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κρίνεται ότι είναι προδήλως ανέφικτη η αυτούσια διανομή του σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών διαδίκων, χωρίς μείωση της αξίας των μερίδων δεδομένου ότι αυτά δεν δύνανται να έχουν λειτουργική αυτοτέλεια, ήτοι είναι αδύνατη η αξιοποίησή τους σε περίπτωση κατάτμησης του κοινού, ενώ συγχρόνως εκμηδενίζεται η αξία του, καθόσον το άθροισμά τους κατ’ αξία θα υπολείπεται κατά πολύ της συνολικής αξίας του όλου ακινήτου ως εκ τούτου καθίσταται προδήλως ανέφικτη η αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου χωρίς να είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να διατάξει αποδείξεις προς τούτο (άρθρο 481 παρ. 1 ΚΠολΔ) καθώς θα έχει ως αποτέλεσμα την ουσιώδη μείωση της αξίας του και θα πρέπει να διαταχθεί η διανομή του επίδικου με πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό και η διανομή του πλειστηριάσματος στους διαδίκους κατά τα μερίδια της συγκυριότητάς τους, κατ’ άρθρο 484 ΚΠολΔ, ώστε κάθε ένας (διάδικος) να λάβει μέρος του τιμήματος αντίστοιχο προς το μερίδιό του. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούσες διαμαρτύρονται για τον λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο έφεσης οι εκκαλούσες διαμαρτύρονται περί εσφαλμένης απόρριψης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασής τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι ο ενάγων διαβιούσε επί πολλά έτη στη Μήλο, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για το επίδικο ακίνητο, για το όποιο άρχισε να επιδεικνύει ενδιαφέρον προ δεκαετίας περίπου, όταν επέστρεψε στην Αθήνα. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι από τη συμπεριφορά του ενάγοντος επί 30 έτη περίπου, προκύπτει ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τη λύση της κοινωνίας, οι ίδιες δε είχαν πειστεί ότι το επίδικο ακίνητο θα αποτελούσε την εξοχική τους κατοικία και ότι ο ενάγων δεν θα προέβαινε στην άσκηση του υπό κρίση δικαιώματος. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ουδόλως αδράνησε να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, οι ίδιες οι ενάγουσες δε αναφέρουν, ότι επί δεκαετίας πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής επιδείκνυε ενδιαφέρον για το επίδικο ακίνητο. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε, ο ενάγων με την από 13-12-2022 εξώδικη δήλωσή του κάλεσε εξωδίκως τις ενάγουσες για λύση της κοινωνίας και εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης. Επομένως, η ως άνω ένσταση είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της περιστατικά, ακόμη και αν είναι αληθινά, δεν αρκούν για να καταστήσουν την εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση της αγωγής, αντίθετη στη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ.  Με αυτά δε, που δέχθηκε και έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε την επικαλούμενη και προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, καθόσον τα αναφερόμενα ως επικληθέντα περιστατικά δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμω βασίμου της, ως αυτές αναλύθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη και γι’ αυτό ο υποστηρίζων τα αντίθετα λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ ), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στα πλαίσια της διάταξης αυτής το δικαστήριο, αξιοποιώντας και τη δυνατότητα που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μπορεί να διατάξει οτιδήποτε θα ήταν πρόσφορο να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων, σχετικά με την υπόθεση. Η κατά την ως άνω διάταξη αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων, αποβλέπει στην πληρότητα της έκθεσης των πραγματικών ισχυρισμών τους και όχι στην απόδειξη της αλήθειας αυτών. Ως εκ τούτου διαφέρει από την ένορκη ή ανώμοτη εξέταση των διαδίκων που προβλέπεται στο άρθρο 415 του ΚΠολΔ και δεν είναι υποστατό αποδεικτικό μέσο, αφού δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, όπως, αντίθετα, η εξέταση των διαδίκων, η οποία και αναφέρεται ρητά στην εν λόγω διάταξη. Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας, θεωρήσει τα όσα οι διάδικοι διευκρινιστικά εξέθεσαν κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο ακροατήριο, ως περιεχόμενο χωρίς όρκο κατάθεσης και τα συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11β` του ΚΠολΔ, δηλαδή της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που δεν προσκομίσθηκε (ΑΠ 264/2024, ΑΠ 1088/2018, ΑΠ 943/2017, ΑΠ 117/2016, ΑΠ 757/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο έφεσης οι εκκαλούσες διαμαρτύρονται για τον λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιγή το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, το οποίο (αίτημα) υποβάλλουν εκ νέου με τον υπό κρίση λόγο. Ωστόσο, ουδόλως κρίνεται ότι στην ένδικη υπόθεση υπάρχουν αμφίβολα σημεία που χρήζουν επεξήγησης και διευκρινίσεων από τους διαδίκους, επιπλέον η έκθεση των εκατέρωθέν πραγματικών ισχυρισμών είναι σαφής και επαρκής. Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο δεύτερος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ , το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία των άρθρων 118 – 120 ΚΠολΔ  και τους λόγους της έφεσης, οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε πραγματικά είτε σε νομικά σφάλματα του δικαστηρίου. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, πρέπει δηλαδή να καθορίζονται με πληρότητα οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιά­σεις, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του Εφετείου, ενόψει μάλιστα της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά τα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, για να είναι σε θέση το Δικαστήριο αυτό να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί αποκρούοντας αυτούς. Περαιτέρω, οι λόγοι της έφεσης, εκτός από σαφείς και ορισμένοι, πρέπει να είναι λυσιτελείς, δηλαδή να άγουν, αν θεωρηθούν βάσιμοι, σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 558/1990, ΕΕΝ 1991/121, ΕφΘεσ 983/2021, Νόμος).

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι εκκαλούσες διαμαρτύρονται για πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από την εκκαλουμένη, χωρίς, ωστόσο, να αποδίδουν συγκεκριμένο σφάλμα  σε αυτή, ούτε να βάλλουν κατά συγκεκριμένων αιτιολογιών. Επομένως, ο λόγος αυτός έφεσης τυγχάνει αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος.

Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης, περιλαμβανόμενοι στο δικόγραφο, προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου,  του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλουσών, λόγω της ήττας τους στη δίκη (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2  ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ, λόγω της μη παραδοχής του ενδίκου μέσου, πρέπει να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του προκατατεθέντος από τις εκκαλούσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 13-1-2025 έφεση

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση .

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τις εκκαλούσες παραβόλου

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εκκαλούσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις29.1.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                             H ΓPAMMATEAΣ