ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 72/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος – αιτούντος: ………………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διονυσία Λόξα.
Της εφεσίβλητης – καθής η αίτηση: Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «………..», με διακριτικό τίτλο «……………», όπως μετονομάστηκε από «……………» με Α.Φ.Μ. ……….., που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων (…………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας, νομιμοποιούμενης κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………» που εδρεύει στο ….. Ιρλανδίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 ν. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. ΑΚ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο της Ευάγγελο Ψύχα (ΔΕ Ευάγγελος Ψύχας και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία).
Ο ανακόπτοντων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 2-12-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2024 ανακοπή του ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2057/2025 απόφαση, με την οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ανακόπτων, με την από 25-5-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………../2025 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, …………./2025), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Στο ίδιο δικόγραφο ο εκκαλών σώρευσε και αίτηση αναστολής της εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 25-5-2025 έφεση του εκκαλούντος προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 2057/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 2-12-2024 ανακοπή του εκκαλούντος προς ακύρωση της από 10-10-2024 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. …./2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ’ αριθμ. …………./31-10-2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ………, δυνάμει της οποίας η καθής επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτου, κυριότητας του ανακόπτοντος, απέρριψε αυτή, έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, εντός διετίας από την έκδοση της εκκαλουμένης, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ. 1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό του ένδικου μέσου κατατέθηκε από τον εκκαλούντα κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α στοιχ. β’ ΚΠολΔ, το με κωδικό …………….. e-παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο (βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e- παράβολου). Επίσης, στο ίδιο δικόγραφο της έφεσης νόμιμα και παραδεκτά σωρεύεται κατ’ άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης, ενώ σημειώνεται ότι στις 30-5-2025, έγινε δεκτό από την Πρόεδρο Υπηρεσίας του Δικαστηρίου αυτού το ομοίως σωρευθέν από τον εκκαλούντα στο εφετήριο, αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής και ανεστάλη η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
Με την ως άνω ένδικη ανακοπή του ο ανακόπτων (ήδη εκκαλών) ζητεί, για τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο λόγους να ακυρωθούν η από 10-10-2024 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. ……/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η υπ’ αριθμ. ……………../31-10-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ………., δυνάμει της οποίας η καθής επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτου, κυριότητας του ανακόπτοντος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή. Ήδη, με την υπό κρίση έφεσή του ο ανακόπτων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τους λόγους ανακοπής του, και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η ανακοπή του και να ακυρωθεί η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του. Τέλος ζητεί να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στο σύνολο της δικαστικής του δαπάνης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των ν. 4354/2015 και 3156/2003, προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους, γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000. Από την καταχώριση αυτή, αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοιο, ισχύει πλασματικά εκ του νόμου, η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων. Η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρο 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται, για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται από αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Απαιτείται δε η επίδοση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενών τραπεζικών απαιτήσεων, κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και, εν συνεχεία, η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση, θέτει μεν, συνήθως, τον τύπο πριν από την ουσία, όχι όμως σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι των τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου. 3 του ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 177/2022, ΕφΘεσ 160/2022, αδημ., ΕφΠειρ 574/2020 δημ. σε efeteio-peir-gr, ΕφΘεσ 1643/2019, αδημ.).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, υπ’ αριθμ. 20783/9-11-2020 (ΦΕΚ Β’ 4944/9-11-2020), «Καθορισμός εντύπου σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003»: «Οι προβλεπόμενες από την παρ. 8 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 συμβάσεις καταχωρίζονται με υποβολή εντύπου, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29,7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και το ποσό ή ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, κατά την κρίση των συμβαλλομένων, τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις (ενδεικτικά: ονοματεπώνυμο ή επωνυμία οφειλετών και εγγυητών, τυχόν μοναδικοί αριθμοί καταχώρισης των τιτλοποιού μενών απαιτήσεων στα βιβλία του μεταβιβάζοντος) και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών (για τις οποίες αρκεί και απλή αναφορά ότι υφίστανται). Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών, καθώς και ημερομηνία δημοσίευσης καταχώρισης στο ενεχυροφυλάκειο. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Το αναλυτικό περιεχόμενο κάθε σελίδας με τις οικείες υποσημειώσεις εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο παράρτημα της παρούσας απόφαση υπόδειγμα. Τα στοιχεία που εξατομικεύουν τις τιτλοποιούμενες απαιτήσεις και τις παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές εξασφαλίσεις αυτών μπορούν να αναγράφονται σε ξεχωριστό παράρτημα. Το παράρτημα μονογράφεται σε κάθε σελίδα του από τα συμβαλλόμενα μέρη είτε με ιδιόχειρη είτε με έντυπη ή ηλεκτρονική υπογραφή. Μαζί με το παραπάνω έντυπο, συνυποβάλλεται η μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση ή περίληψη αυτής, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 ή συμβολαιογραφικό έγγραφο ή πρακτικό διοικητικού συμβουλίου, με την οποία οι υπογράφοντες το έντυπο δηλώνουν ή, από τα οποία προκύπτει, ότι έχουν νομίμως εξουσιοδοτηθεί από τους συμβαλλομένους για την υπογραφή και υποβολή του. Τα μέρη δεν υποχρεούνται να υποβάλλουν οιοδήποτε άλλο έγγραφο, πλην των ως άνω αναφερομένων, για την ολοκλήρωση της καταχώρισης των παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 στο οικείο ενεχυροφυλάκειο.». Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθορίζονται μεν τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το έντυπο της περίληψης της καταχωριστέας πράξης, πλην όμως δεν ορίζονται οι συνέπειες που επάγεται η ενδεχόμενη έλλειψη ή ελλιπής παράθεση ορισμένων από αυτά και ειδικότερα, δεν απειλείται ρητώς ποινή ακυρότητας.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, ισχυριζόμενος ότι υφίσταται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής για τη διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του. Ειδικότερα, ο καθού ισχυρίζεται ότι επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του βάσει της από 23-12-2020 σύμβαση διαχείρισης, ενώ στη συνέχεια καταρτίστηκε η από 24-11-2022 σύμβαση συμπλήρωσης η οποία ουδέποτε του κοινοποιήθηκε. Ότι από τα έγγραφα που του κοινοποιήθηκαν δεν αποδεικνύεται ότι η απαίτηση της αρχικής δανείστριας τράπεζας έχει εκχωρηθεί στην επισπεύδουσα. Ότι από τις κοινοποιούμενες σε αυτόν συμβάσεις κοινοποιήθηκαν μόνο περιλήψεις, ενώ δεν του κοινοποιήθηκαν οι τροποποιητικές συμβάσεις. Ωστόσο, από την επισκόπηση της από 10-10-2024 επιταγής προς πληρωμή που κοινοποίησε η καθής στον ανακόπτοντα προκύπτει ότι συγκοινοποιήθηκαν σε αυτόν: 1) η υπ’ αριθμ. πρωτ. ……. (20-11-2014) ανακοίνωση καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) στοιχείων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», 2) η υπ’ αριθμ. πρωτ. ………….. (20-11-2014) ανακοίνωση καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) στοιχείων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», 3) Το υπ’ αριθμ. 12584/21-11-2014 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Α.Ε. – Ε.Π.Ε.) στο οποίο δημοσιεύθηκε η ανακοίνωση καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο της συγχώνευσης της «……….» και της «…………..», 4) η υπ’ αριθμ. πρωτ. …. (20-11-2014) απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας όπως αυτή καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.Μ.Η), 5) η υπ’ αριθμ. ………../5-11-2014 Πράξη Συγχώνευσης του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………. της ………. με τη …………., 6) η υπ’ αριθμ. πρωτ. …../16-9-2019 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος ……., αρ. ….), περίληψης της από 12-9-2019 σύμβασης εκχώρησης από την Τράπεζα ….. προς την ……………. τιτλοποποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 10, 14 Ν. 3156/2003, 7) Ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …../2019 περίληψη, από τα οποία αποδεικνύεται η εκχώρηση από την Τράπεζα Πειραιώς προς την …………. των εκ της υπ’ αριθ. …………../18-5-2006 ιδιωτικής σύμβασης στεγαστικού-επισκευαστικού δανείου μετά των πρόσθετων πράξεων αυτής, 8) η υπ’ αριθμ. πρωτ. …../13-7-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών (τόμος …., αριθμ. ……) περίληψης της μεταβολής (επαναγοράς) της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβαση συνεπεία της επανεκχώρησης προς την Τράπεζα Πειραιώς (αποτιτλοποίησης-επαναμεταβίβασης), μέρους των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, σε εκτέλεση της αρχικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, 9) Ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενών απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …../2020 περίληψη, από τα οποία αποδεικνύεται η επανεκχώρηση προς την Τράπεζα Πειραιώς των απαιτήσεων εκ της υπ’ αριθμ. …………../18-5-2006 ιδιωτικής σύμβασης στεγαστικού-επισκευαστικού δανείου μετά των πρόσθετων πράξεων αυτής, 10) η υπ’ αριθμ. πρωτ. ……………./22-7-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …, αρ. ……), περίληψης της από 21-07-2020 σύμβασης εκχώρησης από την Τράπεζα Πειραιώς προς την «………..» τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 10, 14 του ν. 3156/2003, 11) Ακριβές αντίγραφο από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών αποσπάσματος των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα στην υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/2020 περίληψη, από τα οποία αποδεικνύεται η εκχώρηση από την Τράπεζα Πειραιώς προς την «…………….» των εκ της υπ’ αριθ. ………………../18-5-2006 ιδιωτικής σύμβασης στεγαστικού-επισκευαστικού δανείου μετά των πρόσθετων πράξεων αυτής, 12) η υπ’ αριθμ. πρωτ. …./22-7-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αρ. ……), περίληψη της από 21-7-2020 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της δικαιούχου των απαιτήσεων «…………» και της διαχειρίστριας «…………», 13) η υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/24-12-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αρ. …..), περίληψης του από 23-12-2020 ιδιωτικού συμφωνητικού δυνάμει του οποίου λύθηκε η ως άνω από 21-7-2020 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της δικαιούχου των απαιτήσεων «……………» και της διαχειρίστριας «……………», 14) η υπ’ αριθμ. πρωτ. …../24-12-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …. αρ. …….), περίληψης της από 23-12-2020 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της δικαιούχου των απαιτήσεων «………….» και της διαχειρίστριας «…………….», 15) Το ΦΕΚ Β’ 3533/20-9-2019 στο οποίο δημοσιεύθηκε η χορήγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος της υπ’ αριθμ. ……/17-9-2019 άδειας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις κατά το ν. 4354/2015 προς την εταιρεία «……………..» ήδη μετονομασθείσα σε …………, 16) η από 5-11-2019 και υπ’ αριθμ. πρωτ. 1832581 ανακοίνωση της Υπηρεσίας Γ.Ε.ΜΗ. του Εμπορικού & Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, από την οποία προκύπτει η αλλαγή επωνυμίας της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………..» σε «……………», και διακριτικό τίτλο «……………… μετά τους κάτωθι αυτής επισυναπτόμενού καταστατικού της ως άνω εταιρείας ως αναπόσπαστο μέρος της ανακοίνωσης, 17) η υπ’ αριθμ. πρωτ. …/24-11-2022 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …. αρ. …) περίληψης της από 24-11-2022 μεταβολής της σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της δικαιούχου των απαιτήσεων «………..» και της διαχειρίστριας «…………….», 18) η υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../24-11-2022 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …. αρ. …..) περίληψης της από 24-11-2022 μεταβολής / προσθήκης της Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Τιτλοποιούμενων Επιχειρηματικών Απαιτήσεων από την Τράπεζα Πειραιώς προς την «……………», σύμφωνα με το άρθρα 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003 και 19) Το ΦΕΚ Β’ 4471/31-7-2024 Χορήγηση άδειας λειτουργίας διαχειριστή πιστώσεων στην εταιρεία με την επωνυμία «……………» σύμφωνα με τον ν. 5072/2023 και την υπ’ αριθμ. …/…../30-1-2024 Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής (Π.Ε.Ε). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι συγκοινοποιήθηκαν στον ανακόπτοντα, κατ’ άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ όλα τα απαραίτητα έγγραφα, βάσει των οποίων προκύπτει η νομιμοποίηση της καθής, κατά τρόπο ώστε να ταυτοποιείται η απαίτηση και να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία ειδικού σκοπού, τη διαχείριση των οποίων ανέλαβε η καθής η ανακοπή, περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η συγκοινοποίηση, με την επιταγή προς εκτέλεση, αντιγράφων των καταχωρισθέντων και δημοσιευθέντων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, αποσπασμάτων των συμβάσεων πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και των συμβάσεων διαχείρισης των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, επαρκεί για την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 925 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, ως προς την υποχρέωση συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων, και στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής και της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεση της ειδικής αυτής διαδοχής και της ανάθεσης διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια, παρακωλύοντας την πρόσβαση των δανειστών αδικαιολόγητα στην εκτελεστική διαδικασία. Τα όσα ισχυρίζεται ο ανακόπτων με τον υπό κρίση λόγο έφεσης και ανακοπής περί μη κοινοποίησης παραρτημάτων και τροποποιητικών συμβάσεων τυγχάνουν απορριπτέα, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο υπό κρίση λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι ακύρως επισπεύδεται η ένδικη αναγκαστική εκτέλεση, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής ως επισπεύδουσας την ένδικη εκτέλεση, διότι η τελευταία ενήργησε ως διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης της ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου της απαίτησης τράπεζας, κατόπιν μεταβίβασης της απαίτησης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων κατά τον ν. 3156/2003, πλην όμως στην πραγματικότητα η καθής δεν είχε εξουσία να πράττει αυτό, αφού, σε αντίθεση με τον ν. 4354/2015, ο ν. 4256/2003 δεν προσδίδει στον διαχειριστή απαίτησης που μεταβιβάστηκε προς τιτλοποίηση την ιδιότητα του μη δικαιούχου δικαιούχου, άρα ούτε και τη νομιμοποίηση προς άσκηση πράξεων όπως η σύνταξη και η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση κάτωθι αυτής καθώς και η εντολή προς εκτέλεση. Ότι εν προκειμένω, η καθής εταιρεία στην οποία η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε τη διαχείριση των αποκτώμενων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και της επίδικης, δεν έχει οριστεί εκ του νόμου μη δικαιούχος, κατ’ εξαίρεση νομιμοποιούμενος διάδικος, αλλά ως εκούσιος άμεσος αντιπρόσωπος που στερείται του δικαιώματος να προβεί στην επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού δεν εκχωρήθηκε η απαίτηση σε αυτήν και, επομένως, δεν νομιμοποιείται να ενεργεί τις ένδικες πράξεις για λογαριασμό της εντολέως της που για τον λόγο αυτό τυγχάνουν άκυρες. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Ειδικότερα, με αυτό το περιεχόμενο, ο προκείμενος λόγος που αφορά στο πραγματικό της μεταβίβασης και της νομιμοποίησης της καθής ως διαχειρίστριας της ένδικης απαίτησης με δικαιούχο ως ειδική διάδοχο της εταιρείας «………..» την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού «……………..» κρίνεται νόμω αβάσιμος διότι, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων των ν. 4354/2015 και ν. 3156/2003, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ), όπως εν προκειμένω η αιτούσα την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής και ήδη επισπεύδουσα την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση καθής η ανακοπή, φέρουν την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου και έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια, προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξαρτήτως από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελέσθηκε η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ήτοι ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων αυτών και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελέστηκε σύμφωνα με τις διατάζεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων ως εν προκειμένω. Περαιτέρω, η καθής τυγχάνει εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, όπως τούτο δεν αμφισβητείται ειδικά από τον ανακόπτοντα και επομένως, ως τέτοια, νομιμοποιείται εξαιρετικά ως μη δικαιούχος διάδικος κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, είτε η διαχείριση της ένδικης απαίτησης της έχει ανατεθεί κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 είτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν 3156/2003. Σύμφωνα με όσα δέχθηκε και η υπ’ αριθμ. 1/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, έχουν τη δυνατότητα ενεργητικής νομιμοποίησης άσκησης διαδικαστικών εν γένει πράξεων (όπως και πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης), τόσο όταν η μεταβίβαση και η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών στις εν λόγω εταιρείες πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, είτε με βάση τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του ν. 3156/2003. Η εκκαλουμένη που δέχτηκε τα ίδια ορθά ερμήνευσε τον νόμο και ο υπό κρίση λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι η καθής επίσπευσε καταχρηστικά αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του, παρότι είχε ήδη ασκήσει την από 25-8-2024 έφεσή του κατά της υπ’ αριθμ. 293/2024 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η από 27-7-2017 (με αριθμό κατάθεσης ……………./2017) αίτησή του περί υπαγωγής του στον ν. 3869/2010, η δε έφεσή του συζητείται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 8-4-2032. Ο λόγος αυτός δεν είναι νόμιμος, διότι μετά την απόρριψη της αίτησης του οφειλέτη περί υπαγωγής του στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 δεν υπάρχει πλέον εμπόδιο για την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του από πιστωτή, αφού η τυχόν χορηγηθείσα αναστολή εκτέλεσης με προσωρινή διαταγή θα είχε ως όριο την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Ο νομοθέτης έχει προβλέψει τη δυνατότητα του οφειλέτη, του οποίου η αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3869/2010 απορρίφθηκε πρωτοδίκως, να επιδιώξει την αναστολή των σε βάρος του μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και μετά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4161/2013 προστέθηκε πέμπτη παράγραφος στο άρθρο 6 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία «Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.» Για τη χορήγηση της αναστολής, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, προϋποτίθεται άσκηση εμπρόθεσμα από τον οφειλέτη έφεσης κατά της απορριπτικής αποφάσεως υπαγωγής του στο ν. 3869/2010. Προσθέτως, απαιτείται πιθανολόγηση ότι από την εκτέλεση δύναται να προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του οφειλέτη και ότι θα ευδοκιμήσει η έφεση που θα οδηγήσει στην παραδοχή της αίτησης αυτού. Ο νόμος δεν προβλέπει ειδική ρύθμιση ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που διατάσσει την αναστολή. Για τον λόγο δε αυτό, πρέπει να τύχει αναλογικής εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 763 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει σήμερα, που ορίζει ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, όπως και το δικαστήριο, που δικάζει την έφεση ή ο πρόεδρός του, είναι αρμόδια να αποφασίσουν για την τύχη της άνω αίτησης αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας που έχει ξεκινήσει σε βάρος του οφειλέτη (βλ. ΜΠρΑθ 2001/2025 που παραπέμπει στις ΜΠρΑθ 43/2023 στην ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΜΠρΠατρ 98/2022 στη ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΗρ 1261/2019 στην ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων αναφέρει στον σχετικό λόγο ανακοπής του ότι η άσκηση της έφεσής του κατά της απόφασης που απέρριψε την αίτηση υπαγωγής του στο ν. 3869/2010 και μόνο το γεγονός ότι ασκήθηκε έφεση και ότι εκκρεμεί η εκδίκασή της, καθιστά καταχρηστική τη συμπεριφορά της καθής να επισπεύσει σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, ήτοι ότι η συμπεριφορά αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού με την προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης η καθής σπεύδει να αναδιαμορφώσει την περιουσιακή του κατάσταση, καθιστώντας έτσι την ενδεχομένως θετική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου άνευ αντικειμένου. Ωστόσο, δεν εκθέτει ο ανακόπτων στον σχετικό λόγο της ανακοπής του προηγηθείσα συμπεριφορά της καθής η ανακοπή, από την οποία, μετά την απόρριψη της αίτησής του πρωτοδίκως, του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν θα προχωρήσει σε επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, για να ικανοποιήσει τις κατά εκείνου απαιτήσεις της. Η εκ μέρους του άσκηση έφεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την αίτηση υπαγωγής του στον ν. 3869/2010, συνιστά δική του ενέργεια και όχι ενέργεια της καθής η ανακοπή, ώστε η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους της, δεν μπορεί να θεωρηθεί κακόπιστη και καταχρηστική. Επισημαίνεται, ότι δεν δύναται, μέσω της επίκλησης της καταχρηστικότητας, να παρακαμφθεί δικαστικά η σαφής νομοθετική βούληση περί προστασίας της πρώτης κατοικίας, αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο του κάθε φορά ισχύοντος ειδικού νομοθετικού καθεστώτος προστασίας αυτής (εν προκειμένω κατά το άρθρο 6 παρ. 5 του ν. 3869/29010) ώστε να επάγεται γενική απαγόρευση της κατάσχεσης και πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, αφού αυτό θα καθιστούσε περιττή την όλη τυπική και αυστηρή διαδικασία, που οφείλει να τηρήσει ένας οφειλέτης προκειμένου να πετύχει την προστασία των ανωτέρω νόμων. Έτσι θα καταστρατηγούσε τον σκοπό του νομοθέτη και τις σαφείς προβλέψεις των σχετικών διατάξεων, οδηγώντας ταυτόχρονα σε ευμενέστερη θέση τους οφειλέτες οι οποίοι δεν πληρούν τα κριτήρια ένταξης στους ανωτέρω νόμους. Συνακόλουθα, η εκκαλουμένη, που απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και, επομένως, απορριπτέος τυγχάνει και ο τρίτος λόγος έφεσης.
Μετά ταύτα, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος της έφεσης προς εξέταση, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ ομοίως πρέπει να απορριφθεί και η σωρευόμενη αίτηση αναστολής ως άνευ αντικειμένου, καθόσον επ’ αυτής έχει εκδοθεί η προαναφερόμενη προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου τούτου, που ανέστειλε την πρόοδο της εκτέλεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 176 παρ.1, 191 παρ.2 και 183 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση και την σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ.2 ΚΠολΔ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του άρθρου 938 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσής του.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια ευρώ (400 €).
Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά, στις 29.1.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ