ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 73/2026
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο τμήμα
Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της εταιρείας περιορισμένης δραστηριότητας με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας, νομίμως εκπροσωπούμενης στην Ελλάδα από την διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαίτησης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……… με ΑΦΜ ……………., νόμιμα εκπροσωπούμενης η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Μαγριπλή, μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Μαγριπλής –Χαλακατεβάκης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» με δήλωση κατ άρθρο 242παρ2 ΚΠολΔ και
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …………….. , ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Μπαζίγου
Κοινοποιούμενη στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «……………….» και με διακριτικό τίτλο “………..” , που εδρεύει στο ……. Αττικής, οδός ……… με ΑΦΜ …………… και εκπροσωπείται νόμιμα.
Β) Της εκκαλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………….» και με διακριτικό τίτλο “…………” , που εδρεύει στο …….. Αττικής, οδός …………. με ΑΦΜ ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παλαιολόγο Παναγιωτόπουλο, μέλος της Δικηγορικης Εταιρείας με την επωνυμία «Π.Παναγόπουλος-Ν.Πέτσας-Ι. Ψωμιάδης Δικηγορική Εταιρεία» και
Των εφεσίβλητων: 1) …………… , ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Μπαζίγου και 2) Της εταιρείας περιορισμένης δραστηριότητας με την επωνυμία «………………» που εδρεύει στο ……. Ιρλανδίας, νομίμως εκπροσωπούμενης στην Ελλάδα από την από την διαχειρίστρια της τιτλοποιημένης απαίτησης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………. με ΑΦΜ ……………., νόμιμα εκπροσωπούμενης η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Μαγριπλή, μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Μαγριπλής –Χαλακατεβάκης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» με δήλωση κατ άρθρο 242παρ2 ΚΠολΔ
Ο ανακόπτων και νυν εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 5.5.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1837/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα σε αυτήν αναφερόμενα. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι καθ΄ ων η ανακοπή και ήδη εκκαλούσες, α) με την από 26.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……../2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……/2024) έφεση, η πρώτη εξ αυτών και β) με την από 5.8.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……./2024) έφεση η δεύτερη εξ αυτών. Δικάσιμος για την συζήτηση των ως άνω υποθέσεων ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, οπότε οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο με αριθμούς 15 και 16 και συζητήθηκαν.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εκκαλούσας της υπό στοιχείο β έφεσης και του εφεσίβλητου αφού έλαβαν τον λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας της υπό στοιχείο α έφεσης και δεύτερης εφεσίβλητης της υπό στοιχείο β έφεσης ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται για συζήτηση: α) η από 26.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………../2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2024) και β) η από 5.8.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …../2024) εφέσεις προς εξαφάνιση της με αριθμό 1837/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 5.5.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023) ανακοπή, του ανακόπτοντος και ήδη εφεσίβλητου, δέχθηκε αυτή και ακύρωσε τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό που διενεργήθηκε την 23.2.2023 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά . … ….., σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του εφεσίβλητου, με επισπεύδουσα την εκκαλούσα της υπό στοιχείο α έφεσης, και υπερθεματίστρια την εκκαλουσα της υπό στοιχείο β έφεσης. Με την ίδια απόφαση ακυρώθηκαν και α) η με αριθμό …../23.2.2023 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Πειραιά ……………, β) η με αριθμό …………./17.3.2023 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων που συνέταξε η ίδια ως άνω Συμβολαιογράφος και το με αριθμό …../17.3.2023 πρώτο εκτελεστό απόγραφο αυτής και γ) τις από …./27.3.2023 και …………../27.3.2023 εκθέσεις βίαιης αποβολής και εγκατάστασης και περιγραφής κινητών πραγμάτων που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς ……………. και καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικου Γραφείου Πειραιώς και Νήσων. Οι κρινόμενες εφέσεις ασκήθηκαν παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 Κ.ΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από τα έγραφα της δικογραφίας, προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω δε με την κατάθεση έκαστης έφεσης κατατέθηκε και το νόμιμο παράβολο, συνολικού ποσού 100 ευρώ, κατ΄άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ όπως προκύπτει από το με κωδικό . …………….. ηλεκτρονικό παράβολο δημοσίου, σε συνδυασμό με την από 4.9.2024 απόδειξη πληρωμής του για την υπό στοιχείο α έφεση και το με κωδικό …………… 0066 ηλεκτρονικό παράβολο δημοσίου σε συνδυασμό με την από 5.8. 2024 απόδειξη πληρωμής του για την υπό στοιχείο β έφεση. Οι ως άνω εφέσεις πρέπει να συνεκδικασθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 παρ.1, 80, 31 ΚΠολΔ κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ως πρωτοδίκως κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ από το παρόν αρμόδιο κατ’ άρθρο 19 περ.α’ ΚΠολΔ Δικαστήριο.
Το άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.. ορίζει : «Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται». Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υφίσταται, πλην των άλλων, και μεταξύ του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό και του υπερθεματιστή αφού δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον ένα και άκυρος για τον άλλο, ενώ με το άρθρο 933 παρ.1 εδ.δ. «η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται με ποινή απαραδέκτου κατά του επισπεύδοντα δανειστή και του υπερθεματιστή» Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 517 Κ.Πολ.Δ. η έφεση απευθύνεται κατ` εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Επί αναγκαστικής ομοδικίας, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, με την παρ. 4 του άρθρου 76 Κ.Πολ.Δ.. ορίζεται ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους εις την παρ.1 ομοδίκους επάγεται αποτελέσματα και για τους λοιπούς, αυτό δε υπό την έννοια ότι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ως ασκούντες αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, μολονότι αυτοί δεν το άσκησαν. Συνεπώς δεν απαιτείται από τον νόμο η έφεση που ασκείται από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους να απευθύνεται με ποινή το απαράδεκτο και κατά των ιδίων αυτού ομοδίκων, αφού, σε αντίθετη περίπτωση ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανίζεται να έχει ταυτοχρόνως την ιδιότητα του εφεσίβλητου και του εκκαλούντος, πράγμα που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο (Ολ.Α.Π. 63/1981, Α.Π. 885/2001 ΝΟΜΟΣ). Οι αναγκαίοι όμως ομόδικοι του εκκαλούντος πρέπει υποχρεωτικά να καλούνται στην κατ` έφεση δίκη, αφού και αυτοί, όπως λέχθηκε, θεωρούνται ότι άσκησαν έφεση, αλλιώς η συζήτηση είναι απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκοις (Α.Π. 1714/2022, Ε.Α. 213/2024, Ε.Α. 4443/2023 ΝΟΜΟΣ, Βαθρακοκοίλης Κ.Πολ.Λ. άρθρο 517 αριθ. 49 και εκεί παραπομπές). (Εφ.Κερκ. 7/2025 ΤΝΠ νομος). Ακολούθως η υπό στοιχείο β έφεση ασκηθείσα από την υπερθεματίστρια στρεφόμενη κατά της εκκαλούσας της υπό στοιχείο α έφεσης, ήτοι της αναγκαίας ομοδίκου της, επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως προς αυτήν, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι στην κρινόμενη έφεση δεν περιλαμβάνονται λόγοι που να την αφορούν.
Με την από 5.5.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2023) ανακοπή, ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος, έβαλε κατά των κατωτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, α) της με αριθμό …/23.2.2023 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Πειραιά ………., β) της με αριθμό …./17.3.2023 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων που συνέταξε η ίδια ως άνω Συμβολαιογράφος και του με αριθμό …./17.3.2023 πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής γ) των από …./27.3.2023 και ……../27.3.2023 εκθέσεων βίαιης αποβολής και εγκατάστασης και περιγραφής κινητών πραγμάτων που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς …………. και δ) της με αριθμό ………../1.6.2021 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών, ………., Με την εκκαλουμένη απόφαση, ή ανακοπή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ως προς το αίτημα ακύρωσης της με αριθμό ……../1.6.2021 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών, ………….. Εν συνεχεία απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυριζόταν ότι ο εκτελεστός τίτλος και η δυνάμει αυτού συνταχθείσα επιταγή προς εκτέλεση και συνεπώς και ο πλειστηριασμός που επισπεύσθηκε δυνάμει των ως άνω πράξεων εκτέλεσης πάσχει ακυρότητας, λόγω του ανεκκαθάριστου της απαίτησης της επισπεύδουσας, για το λόγο ότι στην επιταγή προς εκτέλεση δεν προσδιορίζεται το ποσό των κεφαλαιοποιημένων τόκων, ως ουσία αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος της ανακοπής με τον οποίο ο ανακόπτων ζητούσε την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων εκτέλεσης λόγω της αντίθεσής τους στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή η κατάσχεση επιβλήθηκε επί δυο ακινήτων, ενοποιημένων, ιδιοκτησίας του συνολικής αντικειμενικής αξίας βάσει Δ.Ο.Υ. 103.762,89 ευρώ, και με τιμή εκτίμησης σύμφωνα με την εταιρεία «………..» κατά το έτος 2021 68.000 ευρώ και 15.000 ευρώ αντίστοιχα, και εν τέλει εκπλειστηριάστηκαν για το ποσό των 59.502 ευρώ, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος. Με τον τρίτο κατά την εκκαλουμένη, υπό στοιχείο Β2 στην ανακοπή λόγο, ο ανακόπτων εξέθετε ότι η συνταχθείσα πράξη κατακυρωτικής έκθεσης, τυγχάνει άκυρη ως καταχρηστική επειδή ο ίδιος αν και βαριά και χρόνια ασθενής προσπάθησε να εξεύρει μια συμβιβαστική επίλυση της οφειλής του με την δανείστρια τράπεζα μέσω της κόρης του, η οποία κίνησε όλη την διαδικασία λόγω της σοβαρής πάθησής του, πλην όμως παρά την αρχική διάθεση της δανείστριας να προβεί σε ρύθμιση της οφειλής, εντέλει προέβη στην αναγκαστική εκποίηση του μοναδικού αξιόλογου περιουσιακού στοιχείου του, που αποτελεί την οικία του ίδιου και της οικογένειάς του, καίτοι ο ίδιος αδυνατεί να ανταπεξέλθει σε οποιαδήποτε ανάγκη λόγω της ιδιαίτερα επιβαρυμένης υγείας του. Ο ως άνω λόγος ανακοπής έγινε δεκτός ως ουσία βάσιμος με την εκκαλουμένη απόφαση, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η ανακοπή, να ακυρωθούν οι προαναφερθείσες πράξεις εκτέλεσης και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων. Ηδη με τις κρινόμενες εφέσεις τους οι εκκαλούσες ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που έκανε δεκτή την ανακοπή, για λόγους που ανάγονται στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και την πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και την απόρριψη της ανακοπής. Τέλος ζητούν να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στην δικαστική τους δαπάνη.
Από τον συνδυασμό των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 KΠολΔ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού ή με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτέλεσης υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του οφειλέτη. Επιπλέον δε, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ΄ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το δε ζήτημα εάν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που είναι δυνατόν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (Ολ.ΑΠ 6/2016, ΑΠ 1603/2014, ΑΠ 385/2010 Εφ.Αθ.(Μον).2634/2022 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επιπροσθέτως, η καταχρηστική συμπεριφορά, που στοιχειοθετεί προφανή υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να εμφανισθεί και στην περίπτωση που προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 1047/2003 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 6546/2008 ΕλλΔνη 2009.557, Εφ.Αθ.(Μον). 2634/2022 ό.π.) (Εφ.Πειρ.38/2025 ΤΝΠ Νομος). Κατά την ορθότερη άποψη, η οικονομική αδυναμία -έστω και μόνιμη- δεν δύναται να εξισωθεί με αδυναμία παροχής, και άρα κατ’ αρχήν δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον οφειλέτη προκειμένου αυτός να απαλλαγεί από τις συμβατικές του υποχρεώσεις [Μ. Ανδριανάτου, Αναπροσαρμογή επιχειρηματικών πιστωτικών συμβάσεων λόγω της οικονομικής κρίσης, 2022, σ. 197-205, Καλλιμόπουλος, Το δίκαιο του χρήματος (1993), σελ. 376 επ.].(Εφ.Αν.Κρήτης 19/2024 ΤΝΠ Νομος) Σε περίπτωση, όμως, δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχές του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει, σ’ αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια. Στα πλαίσια αυτά, κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητας της άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης, στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν είναι, επίσης η ειλικρινής πρόθεση του δανειολήπτη για διακανονισμό ή/και αναδιάρθρωση του χρέους με σκοπό την εξόφληση, όπως αυτή μπορεί για παράδειγμα να εκφράζεται από την συχνότητα της επικοινωνίας με την τράπεζα και την κατάθεση ρεαλιστικών και βιώσιμων προτάσεων αντιμετώπισης της οφειλής του. (ΑΠ 1352/2011,ΕφΑιγ 5″/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από την επανεκτίμηση της ένορκης εξέτασης της μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Δυνάμει της με αριθμό 233/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, της οποίας αντίγραφο του με αριθμό 09/2020 πρώτου (Α’) εκτελεστού απογράφου με την παραπόδας αυτού επιταγή προς εκτέλεση, επιδόθηκε στον εφεσίβλητο την 06η-11-2020, και επιτάχθηκε ο τελευταίος να καταβάλει τα κάτωθι ποσά: α) για επιδικασθέν κεφάλαιο: με το νόμιμο τόκο από την 15η-07-2016 και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, πλέον της εισφοράς του Ν. 128/1975 μέχρι την εξόφληση, β) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη: το ποσό των 1.800 ευρώ, γ) για απόγραφο, τέλη απογράφου και αντίγραφο εξ απογράφου : το ποσό των 1.920,22 ευρώ, δ) για σύνταξη της α’ επιταγής: το ποσό των 31,00 ευρώ ε) για δαπάνη επίδοσης της α’ επιταγής: το ποσό των 86,80 ευρώ στ) για σύνταξη της παρούσας επιταγής: το ποσό των 30,00 ευρώ ζ) για δαπάνη επίδοσης της παρούσας επιταγής: το ποσό των 86,80 ευρώ. Ήτοι συνολικά το ποσό των 46.434,88 ευρώ. Εν συνεχεία η εκκαλούσα της υπό στοιχείο α έφεσης, προέβη δυνάμει της με αριθμό 1560/2021 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ……….., στην κατάσχεση των με στοιχεία Δ1 και Δ2 διαμερισμάτων του τέταρτου υπέρ του ισογείου ορόφου μιας οικοδομής κείμενης στη θέση «…» ή «……», της Κοινοτικής Ενότητας Πειραιώς του Δήμου Πειραιώς επί των παραλλήλων οδών ……. επί της οποίας φέρει τον αριθμό …. και επεκτάσεως της οδού ……., εμβαδού 97,45 τμ και 21,90 τμ αντίστοιχα, τα οποία έχουν ενοποιηθεί, και έχουν αποκτήσει ενιαία λειτουργικότητα με αποτέλεσμα να προκύπτει ένα διαμέρισμα Δ ορόφου, συνολικής επιφάνειας 119,35 τ.μ. Ο αρχικός πλειστηριασμός ορίστηκε για την 16.2.2022, με τιμή πρώτης προσφοράς για το ενοποιημένο ακίνητο το ποσό των 83.000 ευρώ πλην όμως ματαιώθηκε, λόγω των μέτρων κατά του Covid-19. Εν συνεχεία μετά από δυο άκαρπους πλειστηριασμούς λόγω έλλειψης πλειοδοτών, ορίστηκε νέος πλειστηριασμός με τιμή πρώτης προσφοράς στο 80% της αρχικής, ήτοι 66.400 ευρώ. Ο πλειστηριασμός αυτός επίσης ματαιώθηκε λόγω έλλειψης πλειοδοτών και ο νέος ορίστηκε με τιμή πρώτης προσφοράς στο 65% της αρχικής, ήτοι 53.950 ευρώ, πλην όμως και αυτός όπως και ο επόμενος προσδιορισθείς πλειστηριασμός ματαιώθηκαν λόγω έλλειψης πλειοδοτών. Εν συνεχεία δυνάμει της με αριθμό ……./2022 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διατάχθηκε η διενέργεια νέου πλειστηριασμού και ορίστηκε τιμή πρώτης προσφοράς στο ποσό των 41.500 ευρώ. Εν τέλει ο πλειστηριασμός του ακινήτου διενεργήθηκε την 23-02- 2023 και το ακίνητο κατακυρώθηκε στην εκκαλούσα της υπό στοιχείο β έφεσης, έναντι πλειστηριάσματος ποσού, 59.502 ευρώ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις εκτυπώσεις αλληλογραφίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της επισπεύδουσας με την θυγατέρα του εφεσίβλητου ως αντιπροσώπου του, στις 16.10.2022, ήτοι κατά την ημερομηνία για την οποία είχε οριστεί η διενέργεια του αρχικού πλειστηριασμού, η τελευταία, ενημέρωσε τον πληρεξούσιο της επισπεύδουσας, ότι ο πατέρας της νοσηλεύεται με πνευμονικό οίδημα και καρδιακή ανεπάρκεια στο νοσοκομείο και ότι θα επικοινωνήσει μαζί του το συντομότερο δυνατό για να βρεθεί λύση σε σχέση με το στεγαστικό δάνειο. Την 21.1.2023 ο πληρεξούσιος της επισπεύδουσας ενημέρωσε την κόρη του εφεσίβλητου ότι η επισπεύδουσα του έδωσε εντολή για την συνέχιση του πλειστηριασμού στην οποία θα προβεί την 23.1. με ημερομηνία πλειστηριασμού στα τέλη του Φεβρουαρίου 2023, επισημαίνοντας ότι υπάρχει λόγος χρόνος ακόμη για την ρύθμιση της οφειλής, τονίζοντας όμως ότι για να συζητηθεί οποιαδήποτε λύση είναι απαιτητή η κατάθεση ποσού 30% της συνολικής οφειλής των 70.000 ευρώ, ήτοι 25.000 ευρώ περίπου, δεδομένου ότι δεν έχει υπάρξει κάποια καταβολή επί σειρά ετών. Σε απάντηση του ανωτέρω μηνύματος, η κόρη του εφεσίβλητου, αναφέρθηκε στην κακή κατάσταση της υγείας του πατέρα της ο οποίος δεν μπορούσε να σιτιστεί και να περπατήσει κανονικά, ζητώντας λίγο χρόνο ώστε να επιτευχθεί μια λύση έστω και την τελευταία στιγμή. Αυθημερόν ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, ενημέρωσε την κόρη του εφεσίβλητου, ότι υπάρχει de facto λίγος χρόνος, ότι αδυνατεί να αναστείλει ενέργειες χωρίς κάποια καταβολή, ότι και πολύ πριν τα προβλήματα υγείας του εφεσίβλητου η καταθετική εικόνα του παρέμενε ίδια, ζητώντας να επαναληφθεί η επικοινωνία προς τα μέσα του Φεβρουαρίου του 2023 τονίζοντας όμως ότι χωρίς καλή καταβολή δεν θα βρεθεί κάποια λύση λόγω της πολιτικής της εκκαλούσας και κυρίως της εικόνας του φακέλου με την χρόνια υπερημερία. Ετερη έγγραφη επικοινωνία δεν προσκομίζεται. Από τις ανωτέρω επικοινωνίες καθίσταται σαφές ότι η εκκαλούσα ρητά αναφέρει ότι χωρίς καταβολή που να καλύπτει ικανό μέρος της συνολικής απαίτησης δεν μπορεί να προβεί σε αναστολή του πλειστηριασμού, που θα οριζόταν για τα τέλη Φεβρουαρίου του 2023, και συνεπώς δεν άφησε περιθώρια ώστε να δημιουργηθεί βάσιμα στον εφεσίβλητο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να διενεργηθεί ο πλειστηριασμός των ακινήτων ιδιοκτησίας του, στοιχείο που απαιτείται ώστε να κριθεί καταχρηστική η συμπεριφορά της εκκαλούσας. Ούτε αποδείχθηκε ότι από την πλευρά του εφεσίβλητου, υπήρξε συγκεκριμένη πρόταση ρύθμισης του χρέους. Ακόμα ο εφεσίβλητος ήδη από το έτος 2014 παρουσίαζε σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα, τα οποία φέρεται να εντείνονται κατά την πάροδο των ετών, ενώ ήδη από τον Μάρτιο του έτους 2012, είχαν καταγγελθεί οι δανειακές συμβάσεις στις οποίες βασίστηκε η απαίτηση της επισπεύδουσας, παρότι κατά τα έτη αυτά ο εφεσίβλητος δήλωνε ετήσιο εισόδημα για τα οικονομικά έτη 2012, 2013 κι 2014 ποσού 80.770,79 ευρώ, 88.335,93 ευρώ, και 83.443,25 ευρώ αντίστοιχα. Σημειώνεται δε ότι ο εφεσίβλητος σε ουδεμία καταβολή, προσπάθεια ρύθμισης ή αίτηση υπαγωγής του σε προστατευτικούς για την κατοικία και τους υπερχρεωμένους οφειλέτες προέβη κατά την διάρκεια των ετών αυτών. Επιπλέον ενώ ο τελευταίος έχει στην κυριότητά του κατάστημα 67 τμ, ισόγειο, στην ίδια πολυκατοικία με τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα και ένα ακίνητο -γεωτεμάχιο μονοετούς καλλιέργειας, 373 στην Σαλαμίνα, ουδόλως προέβη σε ενέργειες εκμετάλλευσης ή εκποίησής τους ώστε να καλυφθεί μέρος της οφειλής του. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι έγιναν προσπάθειες εκποίησης του γεωτεμαχίου στην Σαλαμίνα, χωρίς όμως να αναφέρει ή εξ άλλων αποδεικτικών μέσων να αποδεικνύεται ποιες ήταν οι ενέργειες αυτές, πότε διενεργήθηκαν και τον λόγο για τον οποιο δεν ευοδώθηκαν. Ακόμα, ο εφεσίβλητος δεν επικαλείται ότι υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος ικανοποίησης της καθ’ ης, λιγότερο επαχθής για τον ίδιο, τον οποίο δεν αποδέχεται η τελευταία, αποσκοπώντας κακόβουλα στο να απωλέσει την κατοικία του, με την αναγκαστική εκτέλεση. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά και με δεδομένο ότι η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ανυπαίτια αδυναμία παροχής, ώστε να απαλλάσσεται από το χρέος του, συνάγεται ότι ο προσβληθείς πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε με κατάχρηση δικαιώματος της επισπεύδουσας καθώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για πρόσκαιρη αδυναμία του οφειλέτη, αφού δεν είχε υπάρξει επί σειρά ετών καμμία καταβολή η αίτηση ρύθμισης της οφειλής, ενώ από την αλληλογραφία των μερών που ανωτέρω αναφέρθηκε προκέκυψε ότι δεν υπήρξε συγκεκριμένη και βιώσιμη πρόταση ρύθμισης έστω και κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα. Ο εφεσίβλητος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας αλλά και οικονομικά και αναμφίβολα υφίσταται σημαντική βλάβη από την εκποίηση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων του, πλην όμως η συμπεριφορά της επισπεύδουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, καθότι παρήλθε επαρκές χρονικό διάστημα υπερημερίας του οφειλέτη της, και δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε κάποιος άλλος τρόπος ικανοποίησης της απαίτησής της, λιγότερο επαχθής για τον εφεσίβλητο. Σημειώνεται δε, ότι με την καταβολή του πλειστηριάσματος ικανοποιήθηκε όχι πλήρως αλλά κατά σημαντικό μέρος της η απαίτηση της επισπεύδουσας, με αποτέλεσμα η διενέργεια του πλειστηριασμού να της αποφέρει οικονομικό όφελος, το οποίο με άλλο τρόπο δεν θα μπορούσε να αποκομίσει, καθιστώντας, σε περίπτωση μη διενέργειας του πλειστηριασμού, ανενεργό τον εκτελεστό της τίτλο. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση που έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο ανακοπής και ακύρωσε τις προαναφερθείσες πράξεις εκτέλεσης δεχόμενο ότι η επισπεύδουσα ενήργησε καταχρηστικά εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να εξαφανιστεί ως προς το σκέλος αυτό, κατ αποδοχή των συνεκδικαζόμενων εφέσεων και ειδικότερα κατ’ αποδοχή του δεύτερου λόγου της υπό στοιχείο α έφεσης και κατ αποδοχή του πρώτου λόγου της υπό στοιχείο β έφεσης . Εν συνεχεία πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί ο τρίτος λόγος ανακοπής από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί δε αυτός ως ουσία αβάσιμος, απορριπτομένης εντέλει της ανακοπής στο σύνολό της, καθώς οι λοιποί λόγοι της είχαν απορριφθεί με την εκκαλουμένη απόφαση. Λόγω δε της αποδοχής των εφέσεων, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων κατά την άσκησή τους παραβόλων στις εκκαλούσες. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από α) 26.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …………/2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2024) και β) 5.8.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……..- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2024) εφέσεις, αντιμωλία των διαδίκων
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπό στοιχείο β έφεση, ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα λοιπά τυπικά και ουσιαστικά τις εφέσεις
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμό 1837/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικειου Πειραιώς, κατά το μέρος της που έκανε δεκτό τον τρίτο λόγο της από 5.5.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023) ανακοπής
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή των με κωδικούς ………. και ……………. ηλεκτρονικών παραβόλων δημοσίου στις εκκαλούσες
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ τον τρίτο λόγο της από 5.5.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………../2023) ανακοπής
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τον ως άνω λόγο ανακοπής
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την δικαστική δαπάνη των διαδίκων
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 29.1.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ