ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 545/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα K.Σ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………………., ο οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Ζάρδα, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………….» και τον δ.τ. «……………», με ΑΦΜ ……………. και αρ. ΓΕ.ΜΗ …………….., που εδρεύει στη ……….. Αττικής, ………….., και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) ………………, ατομικά και ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας, κατοίκου ………. Αττικής, …………, άλλως οδός ……………, με ΑΦΜ ………………., οι οποίοι παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αριστοτέλη Μερακούλια.
Ο εκκαλών, άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 4-9-2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2023 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 4067/2024 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών, με την από 2-1-2025 έφεση, προς το Δικαστήριο τούτο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αριθμό ……………./2025, και στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό ……………/2025, και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω αναφέρεται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 2-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. …………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση του εκκαλούντος, κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 4067/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί, νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης και δεν έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της τελευταίας, στις 11-12-2024, έως την άσκηση της ως άνω εφέσεως, στις 3-1-2025 (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 513 παρ. 1β΄, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επιπροσθέτως, για το παραδεκτό της ασκήσεως αυτής, δεν απαιτείται η καταβολή σχετικού παραβόλου, ένεκα της εργατικής φύσεως της προκειμένης διαφοράς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα το εκ περισσού προσκομιζόμενο από τον εκκαλούντα υπ’ αριθμ. ……………../2025 e – παράβολο, να πρέπει να αποδοθεί σε αυτόν, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης (ΑΠ 791/17, ΕΔωδ 29/21, ΕΠατρ 82/21, ΕΑ 37/20 ΝΟΜΟΣ). Δοθείσης, συνεπώς, της κατά τα ανωτέρω, νομότυπης και εμπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεως, πρέπει η τελευταία να γίνει τυπικά δεκτή. Πριν, όμως, ερευνηθεί, κατ’ άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, πρέπει να ερευνηθεί το ορισμένο και νόμιμο της, εφ’ ης η εκκαλούμενη απόφαση, αγωγής. Και τούτο διότι, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 522, 524 παρ. 1, 525 παρ. 1 και 536 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το Εφετείο, στο οποίο, με την άσκηση της εφέσεως μεταβιβάζεται η υπόθεση, εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτή και τους προσθέτους λόγους, έχει, ως προς την αγωγή, την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, συνεπώς, μπορεί, και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει, αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1417/19, ΑΠ 470/18, ΑΠ 781/17, ΑΠ 226/16, ΑΠ 845/11, ΑΠ 279/10, Καλλ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, έκδοση δ`, 2006, σελ. 140), το νόμω βάσιμο και το παραδεκτό αυτής (ΕΑ 755/20, ΕΑ 6053/19, ΕΑ 4424/19, ΕΑ 1166/19, ΕΑ 29/19, πρβλ. ΑΠ 40/06, ΑΠ 7/01 ΕλλΔικ 42. 925, ΑΠ 103/01 ΕλλΔικ 42. 714) και να την απορρίψει, αν δεν στηρίζεται στο νόμο ή ασκήθηκε απαραδέκτως, αρκεί, εκ του αποτελέσματος αυτού, να μην καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος, χωρίς να συντρέξει κάποια εκ των περιπτώσεων του άρθρου 536 ΚΠολΔ [ΑΠ 1417/19, ΑΠ 1396/19, ΑΠ 1290/19, ΑΠ 1631/17, ΑΠ 769/17, ΑΠ 207/17, ΑΠ 224/16, ΑΠ 1344/15, ΑΠ 258/15, ΑΠ 356/13, ΑΠ 1493/07, ΑΠ 786/07, Κυρ. Οικονόμου, Η Έφεση (Συστηματική κατ’ άρθρο ερμηνεία του Κ.Πολ.Δ.) 2017, άρθρο 522, αρ. 23, σελ. 191-192, όπου και περαιτέρω παραπομπές]. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25.08.1920, και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 εδ. α` ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του πρώτου ως άνω νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο τραυματισμός του μισθωτού, εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Εφόσον επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος, δημιουργείται, προεχόντως, αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330 ή 914 και 919). Η ευθύνη του εργοδότη για την ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι αντικειμενική, δηλαδή, δεν προϋποθέτει δικό του πταίσμα. Η λειτουργία της ρυθμίζεται, με ειδικό τρόπο, στην εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρα 16 του ν. 551/1915, 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951). Παράλληλα, όμως, προς την αξίωση για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, δημιουργείται και αξίωση για αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος εργαζομένου (ή των μελών της οικογενείας του, σε περίπτωση θανάτου του) με την, εκ μέρους του εργοδότη, που ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων στα οποία αναθέτει την εκπλήρωση των εργοδοτικών του υποχρεώσεων (ήτοι των «προστηθέντων», ΑΚ 922) καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, για την ανακούφιση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΚ 299, 932). Η αξίωση αυτή είναι αδικοπρακτική (ΑΚ 914). Ως παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη νοείται και η παράβαση, από αυτόν, γενικών ή ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων ή και μόνη η παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας υπέρ της ζωής και της υγείας (ΑΚ 662), την οποία αυτός υπέχει, έναντι του εργαζόμενου, και την οποία οφείλει να εκπληρώνει με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, ήτοι οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι απαραίτητα η ειδική αμέλεια που περιγράφεται στο άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 117/86, ΑΠ 614/17 ΝΟΜΟΣ). Και, επιπλέον, η αξίωση αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο πταίσμα και την επέλευση της ζημίας, με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατόν να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη (ΑΠ 1004/24, ΑΠ 370/18, ΑΠ 1389/18, ΑΠ 614/17, ΑΠ 757/15, ΑΠ 145/14 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το άρθρο 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούληση του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή παραλείψαντα, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Έτσι, προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι: α) πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο (ως όργανα, κατά τον νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 AK (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, την συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων αυτών κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Δεδομένου δε, ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως “η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του”, προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία, είτε των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ, είτε των προστηθέντων απ` αυτό, κατ’ άρθρο 922 AK (ΑΠ 1885/14). Το καταστατικό δε όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου (ΑΠ 450/24 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………………» και τον δ.τ. «…………..», καθώς και κατά της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………………..» και τον δ.τ. «……………….» και του ……………, ατομικά και ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας, των δύο τελευταίων αυτών ήδη εφεσιβλήτων, την από 4-9-2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………../2023 αγωγή, με την οποία εκτίθετο ότι, τον Αύγουστο του έτους 2019, ο ενάγων, δυνάμει άτυπης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσελήφθη από τον τρίτο εναγόμενο, στις υπηρεσίες της δεύτερης εναγομένης, ως οικοδόμος. Ότι, σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως, ο ενάγων παρείχε, έκτοτε, την ως άνω εργασία, υπό τις οδηγίες του τρίτου εναγομένου, επί πενθήμερο, εβδομαδιαίως, και με ωράριο από 7.30 π.μ. έως 15.00 μ.μ., ημερησίως, συνεχώς έως και τις 10-5-2023, αντί ημερομισθίου, ύψους, αρχικά, πενήντα (50) ευρώ και, ακολούθως, από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2022 και εφεξής, εξήντα (60) ευρώ. Ότι, από την αρχή της συμβατικής του σχέσης με τη δεύτερη εναγομένη, ο ενάγων ζητούσε προσωπικά και επανειλημμένως από τον τρίτο εναγόμενο να τον ασφαλίσει νόμιμα, πλην όμως, αυτός αρνείτο. Ότι τόπος εργασίας του ενάγοντος ήταν, κυρίως, ο Πειραιάς, αλλά και έτερες περιοχές της Αττικής, στις οποίες η δεύτερη εναγομένη, σύμφωνα με τον καταστατικό της σκοπό, ανήγειρε οικοδομές από το έτος 2011, ότε και συνεστήθη. Ότι, στις 10-5-2023 και περί ώρα 13.15 μ.μ., ο ενάγων, εργαζόμενος, για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, σε έργο (ανοικοδομούμενο κατάστημα εστίασης), κυριότητας της πρώτης εναγομένης, στον Πειραιά, υπέστη σοβαρό ατύχημα, πέφτοντας από ύψος 2,50 μέτρων, στο έδαφος, με το κεφάλι. Ότι, ειδικότερα, την ως άνω ημέρα, ο ίδιος εργαζόταν, από το πρωί, στην ανωτέρω οικοδομή, μαζί με τους …………. και ………………, ενώ παρών ήταν και ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος τους έδινε εντολές και οδηγίες. Ότι, συγκεκριμένα, ο ενάγων ήταν ανεβασμένος σε μία σκαλωσιά και κολλούσε ξύλα σε ένα κούτελο στο ταβάνι. Ότι, περί ώρα 13.15 μ.μ., επιχειρώντας ο ίδιος να κατέβει από τη σκαλωσιά, χρησιμοποιώντας μία σκάλα, η σκάλα γλίστρησε και μετακινήθηκε, με αποτέλεσμα την αφύλακτη πτώση του στο έδαφος, όπου κατόπιν της πρόσκρουσής του με το κεφάλι, έχασε τις αισθήσεις του και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Ότι, συνεπεία του ενδίκου ως άνω ατυχήματος, ο ενάγων υπέστη σοβαρότατες κακώσεις, και δη, πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού και εγκεφαλικού κρανίου, θλάσεις εγκεφάλου ινιακά δεξιά και μετωπιαία αριστερά, καθώς και υποσκληρίδειο αιμάτωμα ινιακά αριστερά, ενώ ήδη παρουσιάζει αριστερή ημιπάρεση, αδυναμία ορθοστάτησης και αρχόμενες οστεοποιήσεις στα αριστερά άνω και κάτω άκρα, καθώς και τύφλωση στον αριστερό του οφθαλμό. Ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις των θεραπόντων ιατρών του ενάγοντος, ο ίδιος, ηλικίας πλέον 55 ετών, δεν θα μπορέσει ποτέ να εργασθεί ξανά, ως οικοδόμος, εργασία που, από μικρή ηλικία, αποτελούσε τη μοναδική που γνώριζε και ασκούσε, δοθέντος ότι έχει καταστεί, κατά τα ανωτέρω, κινητικά ανάπηρος και τυφλός. Ότι, λόγω της ανωτέρω κατάστασης της υγείας του, ο ενάγων έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ταλαιπωρία και θλίψη, ενώ έχει καταβαθρωθεί και η προσωπική, κοινωνική και οικογενειακή ζωή του, δοθέντος ότι είναι πλέον ανίκανος να ανταποκριθεί στο ρόλο του οικογενειάρχη, -συζύγου και πατρός ενός ανηλίκου τέκνου-, που έως τώρα επιτελούσε, καθώς, ενώ, μέχρι την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, υπήρξε υγιής, αρτιμελής και παραγωγικός οικογενειάρχης, που φρόντιζε την οικογένειά του, πλέον, είναι εντελώς ανήμπορος, καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι, βασανιζόμενος από καθημερινούς πόνους και τυφλός από το ένα μάτι, γεγονός που τον έχει συντρίψει σωματικά και ψυχικά. Ότι υπαίτιοι του εν λόγω ατυχήματος και της συνακόλουθης ως άνω βλάβης της υγείας του ενάγοντος τυγχάνουν άπαντες οι εναγόμενοι, καθώς, παρά το νόμο, παρέλειψαν, από ενδεχόμενο δόλο, ή τουλάχιστον, από βαριά τους αμέλεια, να εφοδιάσουν τον ενάγοντα με τα απαιτούμενα είδη ατομικής προστασίας, και συγκεκριμένα, με το απαιτούμενο κράνος προστασίας της κεφαλής, αλλά και τους αναγκαίους ιμάντες αντιπτωτικής προστασίας, προκειμένου να εκμηδενισθούν ή έστω να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι πτώσης του από το ύψος της σκαλωσιάς, περίπου 2,50 μέτρων, επί της οποίας εργαζόταν. Ότι, ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη, κυρία του ως άνω έργου, είχε επιφυλάξει, για τον εαυτό της, την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου αυτού, δίνοντας, μάλιστα, οδηγίες και κατευθύνσεις στη δεύτερη εναγομένη, με την οποία τελούσε σε σχέση προστήσεως, με αποτέλεσμα να φέρει και αυτή (η πρώτη εναγομένη) πλήρη, εις ολόκληρον ευθύνη, για την πρόκληση του ατυχήματος, αφού και η ίδια, με ενδεχόμενο δόλο ή τουλάχιστον από βαρεία αμέλεια, δεν προμήθευσε τον ενάγοντα, με τα ως άνω μέτρα ατομικής προστασίας, ούτε επέβλεψε την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών, από το προσωπικό της δεύτερης εναγομένης, στο οποίο ο ενάγων ανήκε. Ότι αναφορικά με την ευθύνη του τρίτου εναγομένου, αυτός παρέλειψε να τηρήσει τα προδιαληφθέντα μέτρα ασφαλείας, παρότι δραστηριοποιείτο συστηματικά στο αντικείμενο της ανέγερσης οικοδομών, από το έτος 2011, και, συνεπώς, γνώριζε πολύ καλά ότι η μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας, ελλόχευε σοβαρότατους κινδύνους για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, ενώ παρέλειψε να αναγγείλει και το εργατικό ατύχημα του ενάγοντος στην Επιθεώρηση Εργασίας, παρά τη σχετική του νόμιμη υποχρέωση. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητείτο να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος και υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, να καταβάλουν στον ενάγοντα ποσό 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, καθώς και ποσό 300.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την προκληθείσα σε αυτόν, συνεπεία του ενδίκου ως άνω ατυχήματος, αναπηρία, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση. Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4067/2024 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη και απορρίφθηκε, ακολούθως, ως ουσία αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο ενάγων άσκησε, κατά της δεύτερης και του τρίτου των ως άνω εναγομένων, την από 2-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, με την οποία, επικαλούμενος λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή. Υπό τα ανωτέρω δε εκτιθέμενα σε αυτήν, ο τρίτος εναγόμενος ενάγεται, ως ευθυνόμενος για το ως άνω ατύχημα, -πλέον της ιδιότητάς του, ως διαχειριστού και νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας του ενάγοντος ομόρρυθμης εταιρίας-, και ατομικά, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρονται στην αγωγή συγκεκριμένα περιστατικά που να θεμελιώνουν νόμιμο λόγο σχετικής ατομικής του ευθύνης. Ως εκ τούτου, η αγωγή, καθ’ ο μέρος αφορά στην ως άνω ευθύνη του τρίτου εναγομένου, τυγχάνει αόριστη. Το πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ορισμένη, και ως προς τούτο, την ανωτέρω αγωγή, έσφαλε σχετικά με την εφαρμογή του νόμου, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του ορισμένου της αγωγής, από το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, σύμφωνα και με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη. Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, καθ’ ο μέρος με αυτή κρίθηκε ορισμένη η αγωγή, και ως προς την ατομική ευθύνη του τρίτου εναγομένου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, πρέπει -γενομένης δεκτής, ως προς το μέρος αυτό, της εφέσεως, και ως ουσιαστικά βάσιμης-, να εξαφανισθεί και, αφού κρατηθεί και δικασθεί, κατά τούτο, η αγωγή, να απορριφθεί αυτή, ως προς την επικαλούμενη ατομική ευθύνη του τρίτου εναγομένου, λόγω αοριστίας. Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοδίκου δικαστηρίου, και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, των υπ’ αριθμ. …../2-2-2024 και ……/2-2-2024 ενόρκων βεβαιώσεων των ……….. και ……….., αντίστοιχα, που ελήφθησαν με επιμέλεια του ενάγοντος, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, κατόπιν προηγούμενης νόμιμης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθμ. …./29-1-2024, …../29-1-2024 και ………/29-1-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….) και όλων των μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει έγγραφης σύμβασης ανάθεσης έργου, που συνήφθη, στις 15-3-2023, μεταξύ της πρώτης εναγομένης, μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………….», και του τρίτου εναγομένου, …………, Πολιτικού Μηχανικού, η πρώτη, υπό την ιδιότητα του εργοδότη, ανέθεσε στον ως άνω εναγόμενο, ως εργολάβο, τη, για λογαριασμό της, εργασία κατασκευής καταστήματός της, επί της οδού ……………, στον Πειραιά, αντί συνολικής αμοιβή, ύψους 49.500 ευρώ, που αφορούσε, ειδικότερα, στην εκτέλεση ηλεκτρολογικών, υδραυλικών και ξυλουργικών εργασιών, την τοποθέτηση πλακιδίων – γυψοσανίδων και μεταλλικών κατασκευών και τον χρωματισμό του καταστήματος (βλ. την από 15-3-2023 σύμβαση ανάθεσης έργου). Στο έργο αυτό απασχολήθηκε, ως οικοδόμος, και ο ενάγων, ο οποίος, από τον Αύγουστο του έτους 2019, είχε προσληφθεί, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τον τρίτο εναγόμενο, προκειμένου να ασχοληθεί, υπό την ως άνω ειδικότητα, στα οικοδομικά έργα που αναλάμβανε ο ανωτέρω εναγόμενος. Στα πλαίσια της ως άνω εργασίας του, στις 10-5-2023, ο ενάγων, μαζί με τους ………. και ……………, εκτελούσε ξυλουργικές εργασίες και εργασίες ελαιοχρωματισμού στο εσωτερικό του ανωτέρω καταστήματος, υπό την επίβλεψη του τρίτου εναγομένου, ο οποίος ήταν παρών. Περί ώρα δε 13.15 μ.μ., ο ενάγων, εκτελώντας, συγκεκριμένα, εργασίας συγκόλλησης ξύλινων τμημάτων σε τμήμα τοίχου του ως άνω καταστήματος, είχε ανέβει, για να αφήσει δοχείο με κόλλα πάνω στο δάπεδο κινητού μεταλλικού ικριώματος – πύργου, που υπήρχε στημένο στο χώρο του καταστήματος, για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών. Ο πύργος αποτελούνταν από δύο μεταλλικά πλαϊνά στοιχεία – πλαίσια, με τροχούς στις απολήξεις τους, ζεύγη διαγωνίων – χιαστά, στις δύο πλευρές του, και τέσσερα μαδέρια για δάπεδο εργασίας, το οποίο βρισκόταν σε ύψος περίπου δύο (2) μέτρων. Ο ενάγων, αφού άφησε την κόλλα, προσπάθησε να κατέβει από το δάπεδο εργασίας του πύργου, χρησιμοποιώντας φορητή κλίμακα αλουμινίου. Η φορητή επεκτεινόμενη – ανοιγόμενη, μεταλλική κλίμακα (αλουμινίου), τύπου Λ -λάμδα-, ύψους περίπου τριών (3) μέτρων, που υπήρχε στο χώρο, ήταν ανοιγόμενη ως Λ και τοποθετημένη πλησίον του πύργου, κοντά στη μακρύτερη πλευρά του, για να διευκολύνει την άνοδο και την κάθοδο στο δάπεδο εργασίας αυτού. Ο ενάγων, σύμφωνα με δήλωσή του, στην Επιθεωρήτριας Υγείας και Ασφαλείας στην Εργασία, δεν πάτησε σωστά, με συνέπεια να χάσει την ισορροπία του και να πέσει, με το κεφάλι, στο δάπεδο, (αφού πρώτα προσέκρουσε, με το κεφάλι του, στο σιδερένιο χερούλι της πόρτας, που υπήρχε στο σημείο εκείνο), και να τραυματισθεί στο κεφάλι. Ο ενάγων δεν κρατούσε κάτι, εκείνη τη στιγμή, στα χέρια του, ενώ, κατά την πτώση του, δεν χρησιμοποίησε τα χέρια του, για να κρατηθεί από κάπου, όπως επιβεβαιώνεται, τόσο από τον ίδιο, όσο και από τις μαρτυρίες των λοιπών ως άνω παρόντων, σύμφωνα με τις οποίες, η ως άνω κλίμακα δεν παρασύρθηκε από τον ενάγοντα, κατά την πτώση αυτού (βλ. τα σχετικά διαλαμβανόμενα περί των συνθηκών του ατυχήματος στη με αριθμ. πρωτ. ……../21-11-2023 έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος). Αμέσως, οι συνάδελφοί του ειδοποίησαν το ΕΚΑΒ και, περί ώρα 13.58, ο ενάγων μεταφέρθηκε, με ασθενοφόρο, στο Γ.Ν. «ΤΖΑΝΕΙΟ» και, στη συνέχεια, έγινε διανοσοκομειακή διακομιδή του στο Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ», οπότε, περί ώρα 17.20, ο ίδιος εισήχθη στη ΜΕΘ, όπου παρέμεινε μέχρι την 16η-6-2023, και μεταφέρθηκε, ακολούθως, στη Νευροχειρουργική Κλινική. Κατά τον Ιούνιο και Αύγουστο του έτους 2023, εμφάνιζε αριστερή ημιπάρεση, αδυναμία ορθοστάτησης και αρχόμενες έκτοπες οστεοποιήσεις στα αριστερά άνω και κάτω άκρα, ενώ διαπιστώθηκε και απώλεια όρασης από τον αριστερό του οφθαλμό. Στις 19-9-2023, μεταφέρθηκε σε Κλινική Φυσ. Ιατρικής – Αποκατάστασης του Εθνικού Κέντρου Αποκατάστασης, όπου νοσηλεύθηκε, ακολουθώντας πρόγραμμα αποκατάστασης, λόγω αριστερής ημιπάρεσης, σε έδαφος εγκεφαλοκρανιακής κάκωσης, εξερχόμενος την 1η-3-2024, λόγω βελτίωσης. Ο ενάγων ισχυρίζεται, με την αγωγή του, -καθ’ ο μέρος αυτή κρίθηκε ορισμένη, κατά τα ανωτέρω, και καθ’ ο μέρος μεταβιβάζεται η υπόθεση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με την κρινομένη έφεση-, ότι υπαίτιοι της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος τυγχάνουν η μεν δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, ως εργοδότρια αυτού, ο δε τρίτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της, ελλείψει τηρήσεως των αναγκαίων, κατά το νόμο, μέτρων ασφαλείας, και δη, λόγω της παραλείψεως του εφοδιασμού του, με τα απαιτούμενα είδη ατομικής προστασίας του, και συγκεκριμένα, με κράνος προστασίας της κεφαλής, καθώς και με ιμάντες αντιπτωτικής προστασίας. Πλην όμως, εργοδότης του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι ήταν ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος, υπό την ιδιότητα του εργολάβου του ανωτέρω έργου, βάσει της προαναφερόμενης σύμβασης ανάθεσης έργου, προσέλαβε τον ενάγοντα προσωπικά, προκειμένου ο τελευταίος να εργασθεί στο έργο αυτό, ως οικοδόμος. Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, ομόρρυθμη εταιρία, υπήρξε εργοδότρια του ενάγοντος, στο ως άνω έργο, καθώς η εταιρία αυτή, δραστηριοποιούμενη στον τομέα διαχείρισης ακινήτων, συμπεριλαμβανομένης και της ανέγερσης οικοδομών, επί οικοπέδων ιδιοκτησίας της ή τρίτων, ως αποδείχθηκε, ουδόλως συμβλήθηκε, με οποιονδήποτε τρόπο, στο ανωτέρω έργο, ούτε, άλλωστε, είχε οποιαδήποτε σχέση με τον ενάγοντα. Εξάλλου, όπως κατέθεσαν αμφότεροι οι εξετασθέντες μάρτυρες των διαδίκων, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μόνον τον τρίτο εναγόμενο γνώριζαν οι ίδιοι, ως εργοδότη τους, και μόνον από αυτόν ελάμβαναν εντολές και οδηγίες, τόσο στα προηγούμενα, όσο και στο επίδικο έργο. Ως εκ τούτου, ουδεμία ευθύνη βαρύνει την δεύτερη εναγομένη, αναφορικά με την επέλευση του ως άνω ατυχήματος του ενάγοντος, απορριπτομένης, για το λόγο αυτό, της αγωγής, σε βάρος της τελευταίας, ως ουσία αβάσιμης. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, εδέχθη τα ίδια και απέρριψε, την αγωγή, κατά της ως άνω δεύτερης εναγομένης εταιρίας, κατ’ ουσίαν, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του πρώτου λόγου εφέσεως, ως ουσιαστικά αβάσιμου. Περαιτέρω, αναφορικά με την ευθύνη του τρίτου εναγομένου, ως προς το ανωτέρω ατύχημα, εφόσον, υπό τα προεκτιθέμενα, δεν αποδείχθηκε σχετική ευθύνη της ως άνω δεύτερης εναγομένης, ομόρρυθμης εταιρίας, δεν θεμελιώνεται αντίστοιχη ευθύνη, ούτε του εναγομένου αυτού, δοθέντος ότι ο εν λόγω, τρίτος εναγόμενος ενάγεται, με την υπό κρίση αγωγή, ορισμένως, κατά τα προαναφερόμενα, μόνον, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της, οι δε επικαλούμενες, εκ μέρους του, παραλείψεις, και αληθείς ακόμη υποτιθέμενες, δεν έγιναν κατά την εκτέλεση καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί σε αυτόν από την εναγομένη ως άνω εταιρία, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η ίδια δεν είχε την οποιαδήποτε συμμετοχή στο ανωτέρω έργο και ουδεμία έννομη σχέση συνέδεε αυτήν με τον ενάγοντα. Συνεπώς, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα, στην ουσία της, και ως προς τον τρίτο εναγόμενο, σύμφωνα με τα ανωτέρω. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε, επίσης, κατ’ ουσίαν, την αγωγή, κατά του τρίτου εναγομένου, δεχόμενο, συγκεκριμένα, την έλλειψη ατομικής ευθύνης αυτού, ως εργολάβου του ως άνω έργου και εργοδότη του ενάγοντος, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κυρίως, για το λόγο ότι, αφενός, ο ως άνω εναγόμενος είχε μεριμνήσει για τη χορήγηση μέτρων ατομικής προστασίας στον ενάγοντα, και ειδικότερα, είχε προμηθεύσει αυτόν με προστατευτικό κράνος, το οποίο, όμως, ο τελευταίος δεν φορούσε, λόγω περιορισμού στις κινήσεις του και υπερβολικής εμπιστοσύνης στις ικανότητές του, εξαιτίας της τριαντακονταετούς εργασιακής εμπειρίας του, αφετέρου, η χρήση ιμάντων ασφαλείας αντιπτωτικής προστασίας, δεν απαιτείτο, εκ του νόμου, στην προκειμένη περίπτωση, καθώς επρόκειτο για εσωτερικές εργασίες που εκτελούνται σε ύψος κάτω των 2,50 μέτρων, με αποτέλεσμα να μην γεννάται σχετική παράνομη παράλειψη του τρίτου εναγομένου, ενώ, τέλος, και η χρήση του κινητού μεταλλικού ικριώματος ήταν ενδεδειγμένη, για την εκτέλεση της εργασίας που είχε ανατεθεί στον ενάγοντα, καθώς αυτή ήταν εσωτερική και δεν υπερέβαινε τα 12,00 μέτρα, το δε ικρίωμα είχε ύψος 2,00 μέτρα και διέθετε δάπεδο εργασίας. Ειδικότερα, με την εκκαλουμένη απόφαση, έγιναν, επί λέξει, δεκτά τα εξής: «Σχετικά με την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος, αποδείχθηκε ότι κατά την προσπάθεια του ενάγοντος να κατέλθει από το μεταλλικό ικρίωμα, αυτό δεν μετακινήθηκε καθόλου, ούτε άλλωστε προβάλλεται σχετικός αγωγικός ισχυρισμός. Επομένως, τυχόν μη λειτουργία των φρένων στους τροχούς που βρίσκονταν στις απολήξεις του ικριώματος, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος και ήταν παρών στο χώρο του ατυχήματος δεν επέδρασε με κανένα τρόπο στην πρόκλησή του. Ούτε, όμως η εφαπτόμενη στο ικρίωμα φορητή κλίμακα μετακινήθηκε, αφού ο παθών έκανε μεν το βηματισμό για να την προσεγγίσει, λόγω και της μεταξύ τους υψομετρικής διαφοράς 10 εκατοστών, ως προελέχθη, αλλά δεν πρόλαβε να πατήσει πάνω σ’ αυτή, επειδή απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε. Η κρίση περί του ότι το πόδι του δεν ήλθε σε επαφή με τη σκάλα ερείδεται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτός έπεσε με το κεφάλι. Αν, αντίθετα, είχε πατήσει ήδη στη σκάλα και αυτή γλιστρούσε λόγω αστάθειας, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος, η πτώση του δεν θα ήταν με το κεφάλι, αλλά με τον κορμό ή τα κάτω άκρα του. Συνεπώς, οποιαδήποτε τυχόν έλλειψη σταθερότητας της σκάλας, η οποία, άλλωστε, δεν αποδείχθηκε, δεν προκάλεσε ούτε συνετέλεσε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Άλλωστε, ο ενάγων κατά την προσπάθειά του να μεταβεί από το μεταλλικό ικρίωμα στη φορητή κλίμακα, παρότι τα χέρια του ήταν ελεύθερα, δεν κρατήθηκε από τη σκάλα, προκειμένου να πατήσει με ασφάλεια, να σταθεροποιηθεί το σώμα του πάνω σ’ αυτή και ακολούθως να κατέλθει. Σημειώνεται ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των εργασιών, ο ενάγων, όπως και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στο έργο, δεν φορούσε το προστατευτικό κράνος που του είχε προμηθεύσει ο τρίτος εναγόμενος ως εργοδότης του, αφενός επειδή η χρήση του περιόριζε τις κινήσεις του αφετέρου από υπερβολική εμπιστοσύνη στις ικανότητές του, καθώς ήταν έμπειρος οικοδόμος με τριακονταετή υπηρεσία. Ακόμη όμως και εάν ο ενάγων έφερε κράνος κατά τη στιγμή του ατυχήματος, δεν θα απετρέπετο η πτώση του και ο τραυματισμός του. Ως εκ τούτου, ο αγωγικός ισχυρισμός ότι δεν του είχε χορηγηθεί προστατευτικό κράνος από τον εργοδότη του και ότι η παράλειψη αυτή προκάλεσε το ένδικο ατύχημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επισημαίνεται ότι τουλάχιστον σε εσωτερικές εργασίες που εκτελούνται σε ύψος κάτω των 2,50 μ., όπως εν προκειμένω, δεν απαιτείται εκ του νόμου η χρήση ιμάντων ασφαλείας αντιπτωτικής προσατίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων, ώστε δεν υπάρχει σχετική παράνομη παράλειψη του τρίτου εναγομένου. Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδεικνύεται ότι ο τρίτος εναγόμενος εργοδότης δεν βαρύνεται με οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος. Εξάλλου, η χρήση κινητού μεταλλικού ικριώματος ήταν ενδεδειγμένη για την εκτέλεση της εργασίας που ανατέθηκε στον ενάγοντα, καθώς η εργασία ήταν εσωτερική και δεν υπερέβαινε τα 12,00 μ., το δε ικρίωμα ήταν ύψους 2,00 μ. και διέθετε δάπεδο εργασίας (άρθρα 2 παρ. 2 και 3 περ. γ εδ. β του π.δ. 778/1980). Επιπλέον, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό του ενάγοντος, ο τρίτος εναγόμενος είχε μεριμνήσει για την χορήγηση μέτρων ατομικής προστασίας και ειδικότερα προστατευτικού κράνους στον ενάγοντα, αλλά και στους λοιπούς εργαζομένους του, ζητώντας από αυτούς να το φορούν καθ’ ο χρόνο βρίσκονταν στο εργοτάξιο, πλην όμως ο ενάγων δεν συμμορφωνόταν για τους λόγους που προεκτέθηκαν. Το ένδικο ατύχημα οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποκλειστικά το γεγονός ότι ο παθών απώλεσε την ισορροπία του κατά τη μετάβασή του από το μεταλλικό ικρίωμα προς τη φορητή κλίμακα. Και τούτο, διότι, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος αδιαμφισβήτητα γνώριζε το βαθμό επικινδυνότητας που ενέχει η χρήση ικριωμάτων και κλίμακας, λόγω της πολυετούς εμπειρίας του στις οικοδομικές εργασίες, όπου είναι συνήθης η χρήση του παραπάνω εξοπλισμού και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερο ύψος από αυτό των 2,00 μ. που βρέθηκε στην επίδικη περίπτωση, από αμέλειά του δεν ακολούθησε ασφαλή και ενδεδειγμένο τρόπο καθόδου. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη στιγμή που επιχείρησε να πατήσει το πόδι του στη βαθμίδα της κλίμακας δεν φρόντισε να κρατιέται από αυτή (κλίμακα) με τα δύο του χέρια, ώστε να μεταβεί από το ικρίωμα στην κλίμακα με ασφάλεια, έχοντας τρία σημεία επαφής με την κλίμακα (2 χέρια και 1 πόδι), με αποτέλεσμα να χάσει εντελώς την ισορροπία του και να πέσει με το κεφάλι στο δάπεδο. Αν όμως ο ενάγων ακολουθούσε τον ανωτέρω ασφαλή τρόπο μετάβασης δεδομένου ότι τόσο το μεταλλικό ικρίωμα όσο και η φορητή κλίμακα ήταν σταθερά και προσηκόντως τοποθετημένα στο δάπεδο, το ένδικο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς τον τρίτο εναγόμενο…». Από τα προεκτιθέμενα, συνάγεται ότι, με την εκκαλουμένη απόφαση, απορρίφθηκε, στην ουσία της, αναφορικά με τον τρίτο εναγόμενο, η αγωγή, καθ’ ο μέρος αυτή εδράζετο στην ατομική ευθύνη του τελευταίου, ως προς την οποία, όμως, η εν λόγω αγωγή, με την παρούσα, κρίθηκε ότι τυγχάνει απορριπτέα, ως αόριστη. Επομένως, παρέλκει η εξέταση των δεύτερου και τρίτου λόγων εφέσεως, με τους οποίους, ο εκκαλών παραπονείται ότι, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε, κατά του τρίτου εναγομένου, υπό τις ανωτέρω σκέψεις σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την ευθύνη του ως άνω εναγομένου στην επέλευση αυτού, την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως, προς έρευνα, πρέπει η έφεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης, να απορριφθεί, στην ουσία της, ενώ, κατά το μέρος που στέφεται κατά του τρίτου εναγομένου, να γίνει αυτή και κατ’ ουσίαν δεκτή, και αφού εξαφανισθεί, ως προς αυτόν, η εκκαλουμένη -μη αρκούσης της αντικαταστάσεως των αιτιολογιών της, καθώς το δεδικασμένο που παράγεται, από όσα έγιναν, κατά τα ανωτέρω δεκτά, με την παρούσα, είναι διαφορετικό-, και δικασθεί, ως προς τον τελευταίο, η αγωγή, να απορριφθεί αυτή, το μεν, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, καθ’ ο μέρος εδράζεται σε ατομική ευθύνη του ως άνω εναγομένου, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, το δε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθ’ ο μέρος εδράζεται σε σχετική ευθύνη αυτού, λόγω της ιδιότητάς του, ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της δεύτερης εναγομένης, και τέλος, πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, κατ’ άρθρα 183 και 179 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.-
-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του υπ’ αριθμ. ……………/2025 e – παραβόλου εφέσεως στον εκκαλούντα.-
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν την έφεση, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του τρίτου εναγομένου.–
-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμ. 4067/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθ’ ο μέρος αφορά στον τρίτο εναγόμενο.-
-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του τρίτου εναγομένου.-
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά του τρίτου εναγομένου, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.- ΚΑΙ
-ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στις 2.9.2025
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ