ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 604 /2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ………………, η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Σαπουντζάκη.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «………………», που εδρεύει στο ……….., και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …………….., το οποίο παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Θεανούς Μπαντή, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Η εκκαλούσα, άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 14-7-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2022 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 1128/2023 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα, με την από 19-12-2024 έφεση, προς το Δικαστήριο τούτο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αριθμό ………/2024, και στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό …………../2024, και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω αναφέρεται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 19-12-2014 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση της εκκαλούσας, κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 1198/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί, νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης και δεν έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της τελευταίας, στις 4-4-2023, έως την άσκηση της ως άνω εφέσεως, στις 19-12-2024 (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 513 παρ. 1β΄, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Σημειώνεται δε ότι η εν λόγω διαφορά, ως εργατική, απαλλάσσεται, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠολΔ, της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου, για το παραδεκτό της έφεσης, και, κατά συνέπεια, ως εκ περισσού, προσκομίζεται, από την εκκαλούσα, το υπ’ αριθμ. ……………… παράβολο, το οποίο, για το λόγο τούτο, πρέπει να αποδοθεί στην τελευταία, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης (ΑΠ 791/17, ΕΔωδ 29/21, ΕΠατρ 82/21, ΕΑ 37/20 ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 200, 288, 299, 648, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τη γενική υποχρέωση πρόνοιας, πηγάζει, μεταξύ άλλων, και η υποχρέωση του εργοδότη να σέβεται την προσωπικότητα του μισθωτού, δηλαδή υποχρεούται να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια και να σέβεται την τιμή και την υπόληψή του. Έτσι, ο εργοδότης δεν δικαιούται να προβαίνει σε ενέργειες, από τις οποίες θίγεται η προσωπικότητα του εργαζομένου μισθωτού, ο δε τελευταίος δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, από την πράξη του εργοδότη, αν αυτή είναι παράνομη, είτε διότι υπερβαίνει τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος, είτε διότι αποτελεί καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού και προσβάλλει την προσωπικότητα του μισθωτού, στην εκδήλωση της επαγγελματικής αξίας και υπόληψής του, ή τον εκθέτει στους συναδέλφους του ή στον κοινωνικό του περιβάλλον (ΟλΑΠ 4/92 ΕλλΔικ 35. 329, ΑΠ 195/15 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1138/10 ΤΕΕ 2011. 497). Περαιτέρω, το λεγόμενο «mobbing» -ηθική παρενόχληση στην εργασία- παρατηρείται όταν, μέσα από ένα σύνολο επιμέρους ενεργειών, οι οποίες μεμονωμένα ιδώμενες δεν αξιολογούνται νομικά, υφίσταται μια προσχεδιασμένη συμπεριφορά, που συστηματικά στοχεύει στην ταπείνωση και την απαξίωση του εργαζομένου. Μέσα από τη συνολική εκτίμηση μεμονωμένων περιστατικών, τα οποία, αυτοτελώς ιδώμενα, δεν συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας ή συνιστούν ασήμαντη προσβολή, κοινωνικά ανεκτή, προκύπτει μια συστηματική συμπεριφορά του εργοδότη ή των συναδέλφων του εργαζομένου, που εγκαθιδρύει ένα εχθρικό και ταπεινωτικό περιβάλλον, σε βάρος του εργαζομένου, με συνέπεια να μην μπορεί να αξιωθεί από αυτόν η συνέχιση της εργασίας, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Η συστηματικότητα ακριβώς της συμπεριφοράς επιτρέπει την, από νομική σκοπιά, αξιολόγηση των επιμέρους ενεργειών ή παραλείψεων, ως ενιαίου γεγονότος, και είναι το στοιχείο που θεμελιώνει την ηθική και νομική απαξία του mobbing στην εργασία και τη διακρίνει από άλλες μορφές παρενόχλησης. Και σε αυτή την περίπτωση, ο εργοδότης, ο οποίος έχει την εξουσία οργάνωσης και διεύθυνσης της επιχείρησης, οφείλει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του θύματος από το mobbing, ενώ η παράλειψη λήψης των μέτρων αυτών θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, λόγω παράβασης συμβατικής υποχρέωσης, που στοχεύει στην προστασία της προσωπικότητας του εργαζομένου, και ειδικότερα της υποχρέωσης του να απασχολεί τον εργαζόμενο, με όρους και συνθήκες που διασφαλίζουν την αξιοπρέπεια του (βλ. Δ. Ζερδελή Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Δ΄ εκδ., σελ. 971-972). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 4443/2016 (άρθρα 1 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ, 1 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ και 1 της Οδηγίας 2014/54/ΕΕ), σκοπός των διατάξεων του Μέρους Α είναι η προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και η καταπολέμηση των διακρίσεων, μεταξύ άλλων, λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, σύμφωνα με την Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000, λόγω θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, και η διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων σύμφωνα με την Οδηγία 2014/54/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014. Κατά το άρθρο 2 του ιδίου ως άνω νόμου, απαγορεύεται κάθε μορφή διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, για δε τους σκοπούς των διατάξεων του Μέρους Α, ως «άμεση διάκριση» δε νοείται όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση. Ακολούθως, στο άρθρο 3 του ως άνω νόμου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού, καθώς και του άρθρου 4, η αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης, ηλικίας, οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου στον τομέα της εργασίας και της απασχόλησης, εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, όσον αφορά, τόσο τους όρους πρόσβασης στην εργασία και την απασχόληση εν γένει, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριότητας και σε όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής ιεραρχίας, καθώς και τους όρους υπηρεσιακής και επαγγελματικής εξέλιξης, όσο και τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και απασχόλησης, ιδίως όσον αφορά τις αποδοχές, την απόλυση, την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία. Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, στο πεδίο της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, στον τομέα της εργασίας και της απασχόλησης, προστέθηκε, ως λόγος διάκρισης, και ο όρος «χρόνια ασθένεια» που συμπλήρωσε τον αντίστοιχο λόγο, υπό τον όρο «αναπηρία», με σκοπό τη διεύρυνση του επιχειρούμενου από το Ν. 4074/2012 δικαιωματικού μοντέλου προστασίας για την ισότιμη πρόσβαση και συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι των ατόμων με αναπηρία. Μάλιστα, κατά την ανωτέρω αιτιολογική έκθεση, με τον όρο «χρόνια ασθένεια» εννοούνται οι ασθένειες εκείνες που προκύπτουν, είτε από παθήσεις, είτε από ατύχημα και παρουσιάζουν τουλάχιστον ένα από τα εξής χαρακτηριστικά: διάρκεια επ’ άπειρον και μη υφιστάμενη αναγνωρισμένη θεραπεία, υποτροπή ή πιθανότητα υποτροπής, μονιμότητα, μακροχρόνια παρακολούθηση, ιατρικές επισκέψεις και διαγνωστικές εξετάσεις, ενώ ο ασθενής χρειάζεται επανένταξη ή ειδική εκπαίδευση για να μπορέσει να την αντιμετωπίσει.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, την από 14-7-2022 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2022 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσελήφθη, στις 5-2-1999, στην Ελληνική Ομοσπονδία Πυγμαχίας, ενώ στις 16-3-2007, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 12489/16-03-2007 αποφάσεως του Υφυπουργού Πολιτισμού, μετατάχθηκε στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, όπου απασχολήθηκε στις λιμενικές εγκαταστάσεις, ως διοικητική υπάλληλος, και κατέγραφε τον ελλιμενισμό μικρών σκαφών στους λιμένες που ανήκαν στο …………….. Ότι στη θέση αυτή παρέμεινε, έως την 1η-6-2007, οπότε και μετακινήθηκε στο τηλεφωνικό κέντρο του εναγομένου, παρότι διέθετε πολύ περισσότερα προσόντα, που της επέτρεπαν να μετακινηθεί, σε μία θέση, όπου θα αναλάμβανε περισσότερες ευθύνες, και ειδικότερα, στα τμήματα που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι, από την πρώτη στιγμή της μετακίνησής της στο τηλεφωνικό κέντρο, αντιμετώπισε πολλά τεχνικά προβλήματα που σχετίζονταν με την εργασία της, τη διόρθωση των οποίων, πλείστες φορές είχε ζητήσει από τη Διεύθυνση του εναγομένου, ενώ, από τον Ιανουάριο του 2011, μετακινήθηκαν οι άλλες δύο υπάλληλοι του τηλεφωνικού κέντρου και παρέμεινε η μόνη εργαζόμενη σε αυτό, με αποτέλεσμα να αυξηθεί κατακόρυφα ο όγκος εργασίας της και να εργάζεται, υπό ιδιαίτερα στρεσογόνες συνθήκες. Ότι, επιπλέον, στον ανωτέρω χώρο εργασίας της, δεν υπήρχε ούτε θέρμανση, ούτε κλιματισμός, ώστε να καθίσταται, εκ του λόγου αυτού, ιδιαίτερα δυσχερής, για οποιονδήποτε εργαζόμενο, η απασχόληση σε ένα τόσο ανθυγιεινό περιβάλλον. Ότι, από το έτος 2011 έως το έτος 2012, το εναγόμενο έπαυσε να καταβάλει τους μισθούς των εργαζομένων, με αποτέλεσμα μόνο η ίδια, μαζί με έναν ακόμη συνάδελφό της από το σύνολο των 100 περίπου εργαζομένων του εναγομένου, να προβούν, στις 2-11-2011, σε επίσχεση εργασίας εννέα (9) περίπου μηνών, γεγονός που δυσαρέστησε τη Διεύθυνση, η οποία τους κατηγόρησε για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και προσπάθησε να τους οδηγήσει σε παραίτηση, ασκώντας τους συνεχή πίεση, μέσω απαξιωτικής και μειωτικής, για την προσωπικότητά τους, συμπεριφορά. Ότι, περαιτέρω, στις 7-5-2012, αυτή αντιμετωπίστηκε, με ιδιαίτερα εχθρικό τρόπο, από υπαλλήλους του λογιστηρίου του εναγομένου, ενώ, ακολούθως, παρενέβη στο σχετικό επεισόδιο και ο αναφερόμενος στην αγωγή Διευθυντής, εκδηλώνοντας βίαιη και προσβλητική συμπεριφορά, ως προς το πρόσωπό της, όπως η ίδια κατήγγειλε, στη συνέχεια, στο Α.Τ. Δημοτικού Θεάτρου. Ότι τα ανωτέρω τεχνικά προβλήματα στο τηλεφωνικό κέντρο, οι συνθήκες εργασίας της και, κυρίως, η μειωτική και επιθετική συμπεριφορά των προϊσταμένων του εναγομένου, εναντίον της, οι οποίοι προσπαθούσαν να την ωθήσουν σε παραίτηση, της δημιούργησαν ένα τεράστιο ψυχολογικό βάρος. Ότι, στις 25-4-2013, διαγνώσθηκε, για πρώτη φορά, με διπολική διαταραχή και της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Ότι, τον Ιανουάριο του έτους 2016, έλαβε χώρα ο θάνατος της μητέρας της, γεγονός που επιβάρυνε την ψυχική της υγεία. Ότι, για την ως άνω κατάσταση της υγείας της, ενημέρωσε τη Διεύθυνση του εναγομένου και το γιατρό εργασίας, υποβάλλοντας, εκ νέου, αιτήματα για τη μεταφορά της σε άλλη εργασιακή θέση, όπου δεν θα αντιμετώπιζε τις στρεσογόνες συνθήκες του τηλεφωνικού κέντρου, αιτήματα, τα οποία, όμως, δεν έγιναν, από το εναγόμενο, δεκτά. Ότι συνέπεια της εμφάνισης και επιδείνωσης της ψυχικής της νόσου ήταν, κατόπιν της από 29-6-2018 και με αριθμ. 2750 αποφάσεως του Διευθυντή ΕΦΚΑ, η ίδια να σταματήσει την εργασία της και να λαμβάνει, έκτοτε, αναπηρική σύνταξη, ύψους 435,86 ευρώ, πλέον ποσού 71,61 ευρώ, ως επικουρική σύνταξη, διακόπτοντας, παρά τη θέλησή της, την εργασιακή της πορεία και εξέλιξη. Ότι η εμφάνιση και επιδείνωση της ως άνω ψυχικής της παθήσεως οφείλοντο στην ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου. Ότι, παρότι η ίδια πάσχει από χρόνια ψυχική νόσο, καταλαμβανόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 5 του ν. 4443/2016, το εναγόμενο, αν και μπορούσε και όφειλε, ουδέν μέτρο έλαβε, προς εξασφάλιση της υγείας της και ουδέποτε προσάρμοσε την εργασία της, σύμφωνα με τις συστάσεις του θεράποντος ιατρού της, ώστε να μεταφερθεί αυτή σε άλλη θέση, εκτός τηλεφωνικού κέντρου, αγνοώντας τα σχετικά νόμιμά της αιτήματα. Ότι εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγομένου, αυτή υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, δικαιούται, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 50.000 ευρώ. Ότι, εάν το εναγόμενο δεν είχε προβεί στην προπεριγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά που της προκάλεσε και, εν συνεχεία, επιδείνωσε την ψυχική της νόσο, η ίδια θα συνέχιζε, μετά βεβαιότητας να εργάζεται, μέχρι την ηλικία των 67 ετών, ήτοι μέχρι το έτος 2031, με αποτέλεσμα να δικαιούται, για το χρονικό διάστημα Μαρτίου 2018 έως Ιούνιο 2031, τη διαφορά μεταξύ του μηνιαίου μισθού που ελάμβανε από το εναγόμενο, ύψους, κατά το έτος 2014 και πριν από τις αναφερόμενες αναρρωτικές άδειές της, 977,26 ευρώ, και της σύνταξης που λαμβάνει, συνολικού ποσού 507,47 ευρώ, και συνολικά, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, το ποσό των 75.166,40 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούτο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 125.166,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση, και να καταδικασθεί το εναγόμενο στη δικαστική της δαπάνη. Επί της ανωτέρω αγωγής, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1128/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, απορρίφθηκε αυτή, ακολούθως, ως ουσία αβάσιμη, και συμψηφίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων, η δικαστική δαπάνη. Κατά της αποφάσεως αυτής, η εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση έφεση, με την οποία, επικαλούμενη σφάλμα της εκκαλουμένης αποφάσεως, που συνίσταται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, να γίνει δεκτή η αγωγή.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, των υπ’ αριθμ. …./30-9-2022 και …../4-10-2022 ενόρκων βεβαιώσεων του …………… και του ……….., αντίστοιχα, που ελήφθησαν, με επιμέλεια της ενάγουσας, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως του εναγομένου (βλ. τις αντίστοιχες υπ’ αριθμ. ………. Β΄/27-9-2022 και …………… Β΄/28-9-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Αθηνών ………..) και της υπ’ αριθμ. …../2022 ενόρκου βεβαιώσεως του ……….., που ελήφθη, με επιμέλεια της ενάγουσας, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως του εναγομένου (βλ. την υπ’ αριθμ. ….. Β΄/30-9-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Αθηνών ……………….), όλων των, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), και από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και της Ελληνικής Ομοσπονδίας ………………., η πρώτη προσελήφθη, στις 5-2-1999, από την τελευταία, προκειμένου να εργασθεί σε αυτήν, υπό την ιδιότητα της διοικητικής υπαλλήλου. Την ως άνω εργασία, στην εν λόγω εργοδότριά της, παρείχε η ενάγουσα, έως τις 15-3-2007, οπότε, μετά από σχετική αίτησή της, η ίδια μετατάχθηκε, δια της υπ’ αριθμ. 12570/16-3-2007 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Αθλητισμού, στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, σε κενή οργανική θέση κλάδου Δ.Ε. Διοικητικών. Συγκεκριμένα, με την από 30-3-2007 απόφαση του συντονιστή Διευθυντή του εναγόμενου, ………….., με ισχύ από 27-3-2007, η ενάγουσα τοποθετήθηκε στο Γραφείο Μαρινών, παρέχοντας γραμματειακή υποστήριξη. Εν συνεχεία, δυνάμει της από 23-5-2007 αποφάσεως του ίδιου Διευθυντή, η ενάγουσα τοποθετήθηκε, από τις 1-6-2007, στο τηλεφωνικό κέντρο του εναγομένου, προκειμένου, σύμφωνα με τα σχετικά διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω απόφαση, να συνεχιστεί η ομαλή λειτουργία του, μετά την επιστροφή της κ. …………….. στον κλάδο των καθαριστριών, στον οποίο οργανικά ανήκε. Η ενάγουσα είναι απόφοιτη του Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης της Σιβιτανίδειου Δημόσιας Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων, έχοντας λάβει την ειδικότητα της ειδικού εφαρμογών αισθητικής, ενώ, κατά τη διάρκεια της εκεί φοίτησής της, έχει παρακολουθήσει και το μάθημα χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή α΄ και β΄ εξαμήνου. Επίσης, τυγχάνει κάτοχος πτυχίου «Certificate of Competency» της αγγλικής γλώσσας και πτυχίου «Diploma di Lingua ltaliana» της ιταλικής γλώσσας, που πιστοποιούν την «πολύ καλή» γνώση των ως άνω ξένων γλωσσών, επιπλέον δε, έχει παρακολουθήσει και μαθήματα τουρκικής γλώσσας έως το β’ επίπεδο. Άλλα ακαδημαϊκά προσόντα δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει, ούτε, άλλωστε, ότι φοίτησε σε τμήμα ιταλικής φιλολογίας ιταλικού πανεπιστημίου, ως ισχυρίζεται στην αγωγή της, στην οποία, εξάλλου, ουδόλως επικαλείται ότι τυγχάνει απόφοιτος του εν λόγω τμήματος. Η ίδια ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω προσόντα της ήταν πολύ περισσότερα από εκείνα που απαιτούνταν για την ως άνω θέση εργασίας, στην οποία είχε τοποθετηθεί, ενώ αρκούσαν για τη μετακίνησή της στις θέσεις των τμημάτων φυσιοθεραπείας ή δημοσίων σχέσεων προς υποδοχή ξένων αντιπροσωπειών για τους αγώνες καλαθοσφαίρισης, όπως, κατά καιρούς, αιτείτο. Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός, δεν αποδείχθηκε, καθώς, ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω προσόντα της υπερτερούσαν των αντιστοίχων, αναγκαίων για τη θέση υπαλλήλου στο τηλεφωνικό κέντρο του εναγομένου, ενώ, από τις αποδείξεις, ουδόλως προέκυψαν και τα προσόντα που απαιτούνταν για τις θέσεις στα δύο ως άνω προαναφερόμενα τμήματα του εναγομένου, στα οποία η ενάγουσα επιθυμούσε να μετακινηθεί. Σημειωτέον δε ότι ούτε και για την προηγούμενη θέση εργασίας της ενάγουσας, και δη αυτή της γραμματειακής υποστήριξης, στην οποία η ίδια παρέμεινε περίπου δύο μήνες, αποδείχθηκε ότι απαιτούνταν περισσότερα τυπικά προσόντα από αυτά της θέσης στο τηλεφωνικό κέντρο, γεγονός που ούτε η ενάγουσα διαλαμβάνει, άλλωστε, στην αγωγή της, στην οποία, επίσης, ουδόλως επικαλείται ότι, στην προηγούμενη ως άνω θέση της, ελάμβανε υψηλότερες μισθολογικές αποδοχές και είχε δυνατότητα ταχύτερης υπηρεσιακής εξέλιξης. Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι η ως άνω προηγούμενη θέση της ενάγουσας δεν υπερτερούσε σε σχέση με τη θέση στο τηλεφωνικό κέντρο του εναγομένου, όπου μετακινήθηκε, με αποτέλεσμα η μετακίνησή της αυτή να μην συνιστά υποβιβασμό της, για τον οποίο, σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα κάνει, το πρώτον, λόγο με τις πρωτόδικες προτάσεις της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, τέσσερα περίπου έτη μετά την τοποθέτησή της στην ως άνω θέση του τηλεφωνικού κέντρου, αιτήθηκε τη μετακίνησή της από αυτήν, αρχικά, με την από 28-2-2011 και με αριθμ. πρωτ. ………………. αίτησή της προς το εναγόμενο, απευθυνόμενη στην Πρόεδρο αυτού, κα …….., και κοινοποιούμενη στην Επιθεώρηση Εργασίας Πειραιά και στον Ιατρό Εργασίας του εναγομένου. Στην ως άνω αίτηση, η ενάγουσα διελάμβανε, επί λέξει, και τα εξής: «Σε συνέχεια της συζήτησης που είχαμε στις 25/2/11 σχετικά με την αλλαγή της θέσης εργασίας μου, σας παρακαλώ να λάβετε σοβαρά υπόψη σας τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζω και για τα οποία είχαν ενημερωθεί στο παρελθόν οι ιατροί εργασίας του Σταδίου, κ.κ. ………….. και ……………… Σας ενημερώνω ότι τα συγκεκριμένα προβλήματα δεν μου επιτρέπουν να εργάζομαι σε χώρο κρύο και υγρό διότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να επιδεινωθούν. Επίσης σας επισημαίνω ότι δεν έχω αντίρρηση να καλύψω οποιαδήποτε θέση εργασίας σύμφωνα με το βαθμό και τα προσόντα μου, αρκεί αυτό να συνάδει και με τις προϋποθέσεις και τους όρους υγιεινής και ασφάλειας, έτσι ώστε να μην επιδεινώνεται η ήδη επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας μου. Τέλος, σας ενημερώνω ότι αν παραστεί ανάγκη, μπορώ εκ νέου να επιβεβαιώσω όλα τα προαναφερόμενα με ιατρικά έγγραφα από δημόσια νοσοκομεία». Με νέα δε, από 25-6-2014 και με αριθμ. πρωτ. ……/… αίτησή της προς το εναγόμενο, η ενάγουσα ζήτησε από το τελευταίο να διερευνήσει εάν υπάρχει δυνατότητα μετακίνησής της σε θέση ανάλογη του πτυχίου της, σημειώνοντας, περαιτέρω, ότι, δυνάμει του σχετικού ως άνω διπλώματός της, ως ειδικού εφαρμογών αισθητικής, η ίδια δύναται να εργασθεί σε τμήμα φυσιοθεραπείας του εναγομένου, εφόσον υπάρχει αντίστοιχο τμήμα, ή σε άλλο οργανισμό, με μετάταξη, με την αντίστοιχη μισθολογική προσαρμογή. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας, η ενάγουσα έλαβε αντίγραφο του υπηρεσιακού της φακέλου, από την επισκόπηση του οποίου διαπίστωσε ότι δεν περιλαμβάνονταν σε αυτόν οι τίτλοι σπουδών της, με αποτέλεσμα να καταθέσει, εκ νέου, αυτούς, εμμένοντας στο αίτημά της για προσφορά των υπηρεσιών της, στο εναγόμενο, σε θέση ανάλογη των καθηκόντων της, σύμφωνα με το από 17-10-2014 και με αριθμ. πρωτ. …………../20-10-2014, απευθυνόμενο στη Διεύθυνση του Διοικητικού Τμήματος του εναγομένου, έγγραφό της. Εν συνεχεία, με το από 18-11-2015 και με αριθμ. πρωτ. ………./19-11-2015 έγγραφό της, προς το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του εναγομένου, η ενάγουσα ζήτησε, ενόψει της επικείμενης συνεδριάσεως αυτού, σχετικά με την αξιολόγηση των υπαλλήλων του, να ληφθούν υπόψη τα τυπικά προσόντα της, ως αναφέρονται στο επισυναπτόμενο βιογραφικό της, βάσει των οποίων, αυτή δύναται να ανταποκριθεί στην υποδοχή των ξένων αντιπροσωπειών, ιδιαίτερα όταν διεξάγονται αγώνες καλαθοσφαίρισης, ενώ, με νέο, από 22-4-2016 και με αριθμ. πρωτ. ……………/22-4-2016 έγγραφό της, προς τον Διευθυντή του εναγομένου, κ. ……….., επανήλθε στο αίτημά της περί αποκαταστάσεως της φύσεως της εργασίας της, ανάλογα με τα τυπικά της προσόντα, δηλώνοντας, επ’ αυτού, την πεποίθησή της ότι η ίδια μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο, από τη θέση του υπαλλήλου του Τμήματος των Δημοσίων Σχέσεων και στην υποδοχή των ξένων αντιπροσωπειών, όταν διεξάγονται αγώνες καλαθοσφαίρισης. Επακολούθησαν τα από 30-1-2017 και με αριθμ. πρωτ. ……..-……/30-1-2017 και από 27-2-2018 και με αριθμ. πρωτ. …./27-2-2018 έγγραφα της ενάγουσας προς τον Διευθυντή του εναγομένου, κ. ………., και το Υπηρεσιακό αυτού Συμβούλιο, αντίστοιχα, με τα οποία, η ίδια αιτήθηκε, ξανά, τη μετακίνησή της σε άλλη θέση, ανάλογη των τυπικών προσόντων της, επικαλούμενη ότι ο χώρος του τηλεφωνικού κέντρου, όπου εργάζεται είναι ιδιαίτερα στρεσογόνος και δημιουργεί επιπλέον επιβάρυνση για την υγεία της. Εξαιτίας δε της, έως τότε, μη ικανοποιήσεως των ανωτέρω αιτημάτων της ενάγουσας, για αλλαγή της εργασιακής της θέσης, η τελευταία, απέστειλε το από 6-2-2017 έγγραφο, στο Συνήγορο του Πολίτη, με το οποίο, -διαλαμβάνοντας ότι πάσχει από διπολική διαταραχή, λόγω της οποίας, είχε νοσηλευθεί επί είκοσι (20) ημέρες, τον Απρίλιο του έτους 2016, στην Ψυχιατρική Κλινική του Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας, βρίσκεται υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση και, συγχρόνως, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ότι, μετά την ως άνω νοσηλεία και την αναρρωτική της άδεια, διάρκειας επτά (7) μηνών, επέστρεψε στην εργασία της, ο χώρος της οποίας, όμως, τη φέρνει αντιμέτωπη με στρεσογόνες καταστάσεις και επιβαρύνει την υγεία της, λόγο για τον οποίο και αιτήθηκε τρείς φορές να συνομιλήσει με τη Διεύθυνση του εναγομένου, προκειμένου να εκθέσει το πρόβλημα υγείας της και να ζητήσει την αλλαγή θέση εργασίας, χωρίς, πάντως, να γίνει δεκτή, παρά την παρέλευση δύο (2) μηνών από τότε, ότι, με υπόδειξη του ιατρού εργασίας του εναγομένου, στις 30-1-2017, υπέβαλε και εγγράφως το αίτημα για μετακίνησή της σε άλλη θέση εργασίας, δίχως, όμως, να επακολουθήσει κάποια ενέργεια από τη Διεύθυνση του εναγομένου, ούτε καν συνάντησή της με αυτή, με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται συνεχώς η κατάσταση της υγείας της, με απρόβλεπτες συνέπειες-, ζητούσε την παρέμβαση αυτού, προς επίλυση του σχετικού ζητήματος. Ο Συνήγορος του Πολίτη, με το από 30-6-2017 έγγραφό του, προς το εναγόμενο, μεταξύ άλλων, ζήτησε από αυτό να εξετάσει τη δυνατότητά του να προβεί σε εύλογες αναπροσαρμογές, προκειμένου να μπορεί η ενάγουσα να εργασθεί, χωρίς επιβάρυνση της υγείας της, ενώ, σε σχέση με το αίτημα αυτής, για μετακίνησή της σε άλλη υπηρεσία, του ζήτησε να εξετάσει τη δυνατότητα απασχόλησής της σε καθήκοντα που αντιστοιχούν στη θέση, για την οποία αυτή είχε προσληφθεί, με τους περιορισμούς που συνεπαγόταν η κατάσταση της υγείας της. Το εναγόμενο, παρά τα ανωτέρω αιτήματα της ενάγουσας, ουδόλως προέβη σε μετακίνηση αυτής σε άλλη θέση εργασίας. Η ίδια, αναφερόμενη στο ανωτέρω πρόβλημα υγείας της, με το δικόγραφο της αγωγής της, ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο νευρολογικών εξετάσεων, στις οποίες υπεβλήθη, στις 25-4-2013, διαγνώστηκε, για πρώτη φορά, από τον Διευθυντή της Νευρολογικής Κλινικής του ….., …….…, με διπολική διαταραχή, προσκομίζοντας, προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού της, την από 9-11-2018 ιατρική βεβαίωση του ανωτέρω Ιατρού, στην οποία αναγράφεται ότι αυτός εξέτασε την ενάγουσα, στις 25-4-2013, λόγω διπολικής συναισθηματικής διαταραχής, και της χορηγήθηκε η αναφερόμενη φαρμακευτική αγωγή. Από τη βεβαίωση αυτή, όμως, σαφώς προκύπτει ότι η εν λόγω ασθένεια της ενάγουσας προϋπήρχε των ανωτέρω εξετάσεων της 25ης-4-2013, με αποτέλεσμα να κρίνεται αναπόδεικτος ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός της περί εμφανίσεως της εν λόγω νόσου, κατά τον ανωτέρω χρόνο, δοθέντος μάλιστα και του ότι τούτο ουδόλως επιβεβαιώνεται από άλλα προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα. Ακολούθως, στις 25-11-2015, η ενάγουσα προσήλθε στο Εξωτερικό Ψυχιατρικό Ιατρείο του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας, όπου, σύμφωνα με το από 26-11-2015 και με αριθμ. πρωτ. ………../26-11-2015 σχετικό πιστοποιητικό εξέτασης, ευρέθη πάσχουσα από διπολική συναισθηματική διαταραχή υπό φαρμακευτική αγωγή και τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση, και της συνεστήθη η αποφυγή στρεσογόνων παραγόντων. Εξαιτίας δε της ανωτέρω νόσου, η ίδια νοσηλεύθηκε, στη συνέχεια, εκτάκτως, στον Ψυχιατρικό Τομέα του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας «ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ», για τα διαστήματα από 24-4-2016 έως 10-5-2016 και από 4-3-2017 έως 22-3-2017 (βλ. τα σχετικά πιστοποιητικά νοσηλείας), και, ακολούθως, κρίθηκε ανάπηρη, σε ποσοστό: α) 40%, από 18-5-2016 έως 31-5-2017 (βλ. από 17-10-2016 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας ΙΚΑ), β) 50%, από 15-6-2017 έως 30-6-2019 (βλ. την από 6-10-2017 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας ΕΦΚΑ), και γ) 67%, από 1-7-2019 έως 30-6-2022 και από 1-7-2022 έως 30-6-2025 (βλ. τις από 26-6-2019 και 12-7-2022 Γνωστοποιήσεις αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας ΕΦΚΑ, αντίστοιχα). Περαιτέρω, κατόπιν σχετικής, με αριθμ. πρωτ. ………/15-6-2017 αιτήσεώς της, απονεμήθηκε στην ενάγουσα αναπηρική σύνταξη, από 10-3-2018, με ποσοστό αναπηρίας, κατά τη χορήγηση, το πρώτον, της σύνταξης αυτής, 50% (βλ. την υπ’ αριθμ. ………./29-6-2018 απόφαση του Διευθυντή ΕΦΚΑ – Περιφερειακό Υποκατάστημα Μισθωτών Αττικής – Πειραιώς – Νήσων), η οποία εξακολουθεί να της χορηγείται, κατόπιν συνεχών παρατάσεων, με αποφάσεις του Διευθυντή ΕΦΚΑ, ενώ, από 9-3-2018, η ίδια έχει διακόψει την εργασία της στο εναγόμενο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η διακοπή της ως άνω εργασίας της και η πρόωρη συνταξιοδότησή της, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εναγομένου, συνιστάμενη στην αδιαφορία του, ως προς τις εργασιακές συνθήκες και τα τεχνικά προβλήματα του τηλεφωνικού κέντρου, στην άρνηση μετακίνησής της σε άλλη θέση εργασίας, στη στάση, έναντι αυτής, των προϊσταμένων της, που αποσκοπούσε στην ψυχική της εξόντωση και την παραίτησή της, και, τέλος, στην απαξιωτική, σε βάρος της, συμπεριφορά, στο πλαίσιο ενός συνεχούς εργασιακού εκφοβισμού της, που είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση και επιδείνωση της ανωτέρω ψυχικής της νόσου. Σχετικώς δε, προσκομίζει το από 6-12-2021 πιστοποιητικό εξέτασής της από τον Ψυχίατρο του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας «ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ», …………….., σύμφωνα με το οποίο «Οι συνθήκες του εργασιακού της χώρου επέδρασαν καταλυτικά στην εμφάνιση και πορεία της Ψυχικής της νόσου», καθώς και την υπ’ αριθμ. ……./2022 ένορκη βεβαίωση του τελευταίου, ο οποίος παρακολουθεί την ενάγουσα, από τις 19-8-2014, που η ίδια επισκέφτηκε την Ψυχιατρική Κλινική του ως άνω Νοσοκομείου, λαμβάνοντας, ήδη, φαρμακευτική αγωγή για διπολική συναισθηματική διαταραχή, στην οποία βεβαίωση διαλαμβάνονται, επί λέξει, και τα εξής: «Η κα ………… είναι μία μορφωμένη γυναίκα με πολύ δυναμικό χαρακτήρα. Από την πρώτη συνεδρία μας διαπίστωσα ότι αυτό που την απασχολούσε ιδιαίτερα και της προκαλούσε στρες και πίεση ήταν η εργασία της. Συγκεκριμένα μου περιέγραφε τις συνθήκες που επικρατούσαν στον εργασιακό της χώρο, δηλαδή στο …….. Μου έλεγε ότι την είχαν μεταφέρει στο Τηλεφωνικό Κέντρο, ενώ είχε προσόντα για μια καλύτερη θέση, ότι στον χώρο του τηλεφωνικού κέντρου δεν υπήρχε ούτε θέρμανση, ούτε κλιματισμός και προέκυπταν συνεχώς πολλά τεχνικά προβλήματα που την εμπόδιζαν να εργαστεί. Για τα προβλήματα αυτά, όπως μου έλεγε, παραπονιόταν συνεχώς στη διοίκηση του ……, ζητώντας να επιλυθούν, αλλά αντιμετώπιζε πάντοτε εχθρική και προσβλητική συμπεριφορά. Επίσης, όπως μου είχε αναφέρει, βρισκόταν σε επίσχεση εργασίας για πολλούς μήνες επειδή δεν της κατέβαλαν τον μισθό της. Γενικότερα υφίστατο καθημερινά, όπως μου έλεγε, εργασιακό εκφοβισμό, ενώ ένιωθε ότι οι Προϊστάμενοι της προσπαθούσαν να την περιθωριοποιήσουν και να την ωθήσουν σε παραίτηση. Εγώ την είχα συμβουλεύσει αρχικά να ζητήσει να μεταφερθεί σε κάποια άλλη θέση εργασίας, καθόσον στο Τηλεφωνικό Κέντρο αντιμετώπιζε πολύ στρεσογόνες καταστάσεις που επηρέαζαν την υγεία της. Πράγματι η κα …….. μου είχε αναφέρει ότι είχε ζητήσει πολλές φορές εγγράφως να μεταφερθεί σε άλλη θέση, αλλά δεν είχε εισακουστεί. Από τον Απρίλιο του 2016 μέχρι τον Μάρτιο του 2017 η κα ……. χρειάστηκε να νοσηλευτεί δύο φορές στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Κρατικού Νίκαιας. Παρόλα αυτά η κατάσταση της υγείας της δεν βελτιώθηκε, εξαιτίας της πίεσης που βίωνε στην εργασία της. Κατόπιν τούτου διαπίστωσα ότι η παραμονή της στη συγκεκριμένη εργασιακή θέση με αυτές τις συνθήκες θα οδηγούσαν μόνο σε χειροτέρευση της ψυχικής της υγείας και γι’ αυτό τη συμβούλευσα να καταθέσει τα χαρτιά της στα ΚΕΠΑ προκειμένου να πιστοποιηθεί το ποσοστό αναπηρίας της. Έτσι πλέον με ποσοστό αναπηρίας 67% λαμβάνει αναπηρική σύνταξη αν και ήταν κάτι που η ίδια δεν ήθελε, καθόσον είναι μια νέα γυναίκα που ήθελε να εργαστεί. Κατόπιν όλων των συνεδριών που είχαμε κάνει και των διηγήσεων της κας ………., η άποψή μου είναι ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν στον εργασιακό της χώρο, η προσβλητική και απαξιωτική συμπεριφορά των Προϊσταμένων της, η συνεχής ένταση και πίεση που βίωνε η ασθενής απετέλεσαν καταλυτικούς παράγοντες για την εμφάνιση και την μετέπειτα επιδείνωση της ψυχικής της νόσου. Είναι δε βέβαιο ότι αν συνέχιζε να εργάζεται κάτω από τις ίδιες συνθήκες μέχρι και σήμερα, θα είχε παρουσιάσει ακόμα μεγαλύτερη επιδείνωση». Περαιτέρω, η ενάγουσα προσκομίζει την υπ’ αριθμ. ……/2022 ένορκη βεβαίωση του ……………., Ειδικού Ιατρού Εργασίας, Υπεύθυνου του Κέντρου Υγείας – Υγιεινής της Εργασίας Ελληνικού Ινστιτούτου για την Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία (ΕΛΙΝΥΑΕ) μέχρι το έτος 2015, στην οποία ο τελευταίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, σχετικά: «Τον Ιούνιο του 2017 η ………. απευθύνθηκε στη Γ.Σ.Ε.Ε. για να ζητήσει συμβουλές για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε στην εργασία της. Από τη Γ.Σ.Ε.Ε. την παρέπεμψαν σε μένα ως γιατρό εργασίας σύμβουλο του ΕΛΙΝΥΑΕ. Μου περιέγραψε τις συνθήκες που επικρατούσαν στο …………., ότι την είχαν υποβιβάσει στο Τηλεφωνικό Κέντρο σε μια αίθουσα χωρίς εξοπλισμό, χωρίς θέρμανση και κλιματισμό, ότι οι προϊστάμενοι της της μιλούσαν προσβλητικά και υποτιμητικά, ότι είχε ζητήσει πολλές φορές να μεταφερθεί σε άλλη θέση ανάλογη των προσόντων της αλλά αρνούνταν να δεχτούν το αίτημα της. Μου ανέφερε ότι αναγκάστηκε να προβεί για μήνες σε επίσχεση εργασίας επειδή δεν την πλήρωναν και ότι προσπαθούσαν να την ωθήσουν σε παραίτηση. Μου μίλησε ακόμα για ένα επεισόδιο που έλαβε χώρα, όταν ένας Προϊστάμενός της την προσέβαλε και την έσπρωξε στο χώρο εργασίας της επειδή είχε απευθυνθεί στο λογιστήριο για ένα θέμα που είχε προκύψει. Τέλος μου είπε ότι εξαιτίας όλων αυτών της παρουσιάστηκε ψυχιατρικό πρόβλημα, ότι λαμβάνει πλέον φαρμακευτική αγωγή και ότι αναγκάστηκε ακόμα και να νοσηλευτεί στην ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας…Ήταν φανερό ότι είχε υποστεί επί μακρό χρονικό διάστημα μια τεράστια ψυχική πίεση, ότι έδινε έναν καθημερινό αγώνα στην εργασία της που τελικά την εξάντλησε ψυχικά και είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση της ψυχικής της νόσου. Με ρώτησε τη γνώμη μου για όσα μου είπε και της είπα ότι οι συνθήκες και οι συμπεριφορές που μου περιέγραψε προσιδιάζουν ξεκάθαρα στο σύνδρομο του mobbing, καθώς δεχόταν συστηματικό εκφοβισμό, υποτίμηση, προσβλητικές συμπεριφορές και ώθηση προς παραίτηση. Της είπα ότι οι εργαζόμενοι που αντιμετωπίζουν τέτοιες πρακτικές στο χώρο εργασίας τους είναι πολύ πιθανό να εμφανίσουν εργασιακό άγχος που μπορεί να οδηγήσει σε μια σειρά ψυχικών ή σωματικών ασθενειών». Από τα ως άνω διαλαμβανόμενα στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις συνάγεται ότι την ενάγουσα απασχολούσε εντονότατα το ζήτημα της εργασίας της, καθώς, κατά την άσκησή της, ένιωθε, αφενός, άγχος και ψυχολογική πίεση, αφετέρου, ότι η Διοίκηση του εναγομένου την αντιμετώπιζε εχθρικά, καθώς και ότι οι Προϊστάμενοί της επεδείκνυαν απαξιωτική συμπεριφορά, απέναντί της, και επεδίωκαν την περιθωριοποίησή της. Ωστόσο δεν διευκρινίζεται σε αυτές, ιδίως δε, στην υπ’ αριθμ. ………/2022 ένορκη βεβαίωση του θεράποντος ως άνω Ιατρού της, ο συγκεκριμένος χρόνος εκδηλώσεως της εν λόγω νόσου, η οποία, πάντως, κατά τα δεκτά ανωτέρω, προϋπήρχε του έτους 2013. Η δε ενάγουσα δεν προσκομίζει προγενέστερα του έτους 2013 ιατρικά πιστοποιητικά, ενώ με την ως άνω από 28-2-2011 και με αριθμ. πρωτ. ………….. αίτησή της, προς το εναγόμενο, αναφέρεται, σε προβλήματα υγείας της, χωρίς, όμως, να τα εξειδικεύει. Επίσης, στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, αναφέρεται από τον εν λόγω Ιατρό της ενάγουσας, αορίστως, επιδείνωση της ως άνω ψυχικής της νόσου, δίχως, περαιτέρω, αφενός, να διευκρινίζεται εάν η τελευταία συνιστά αναμενόμενη συνέπεια της νόσου αυτής, ούτε πότε και με ποιες ιδιαίτερες εκδηλώσεις εμφανίστηκε η ως άνω επιδείνωση, και, αφετέρου, να μνημονεύονται οι επιβαρυντικοί παράγοντες που επηρέασαν την ενάγουσα στην επιδείνωση της υγείας της, καθώς και o βαθμός επίδρασής τους, -λαμβανομένου υπόψιν και του θανάτου της μητέρας της ενάγουσας, που σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα, από την ίδια, στην αγωγή της, επιβάρυνε ιδιαίτερα την ψυχική της νόσο-, ούτε και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ως άνω νόσου. Τόσο ο προαναφερόμενος ιατρός, όσο και ο έτερος στην υπ’ αριθμ. ……/2022 ένορκη βεβαίωσή του, εντοπίζουν απλώς τη συνθήκη της ψυχικής αντίδρασης της ενάγουσας, κατά τις υποκειμενικές και μόνο απόψεις της, και προτείνουν, ανάλογα, την αποφυγή στην έκθεσή της σε αυτή. Στη δε προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 6-6-2016 πιο αναλυτική ιατρική βεβαίωση του Ψυχιάτρου . ………., αναφέρεται ότι η τελευταία, εξαιτίας της νόσου της, εμφανίζει, μεταξύ άλλων «περιεχόμενο σκέψης με ιδέες συσχέτισης και αναφοράς, μνήμη με διαταραχές στην άμεση και πρόσφατη, προσοχή και συγκέντρωση με διαταραχές, βούληση με διαταραχές, με μειωμένη πρωτοβουλία και διαταραχή στην αυτόνομη πρωτοβουλιακή, στοχοκατευθυνόμενη δραστηριότητα, μειωμένη κοινωνικότητα, ανύπαρκτες σταθερές διαπροσωπικές σχέσεις», ενώ «Διαφαίνεται σοβαρού βαθμού αγχώδης διαταραχή, διαταραχή πανικού, ευερεθιστότητα, ανησυχία, ιδεοληψίες, Ψυχαναγκασμοί». Ακολούθως, αναφορικά με τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά σχετικά με την, εκ μέρους της ενάγουσας, επίσχεση εργασίας, τις συνθήκες παροχής της εργασίας της στο εναγόμενο και την απαξιωτική, προς αυτήν, συμπεριφορά των Προϊσταμένων της, αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά τα έτη 2011 και 2012, η ενάγουσα μαζί με το συνάδελφό της, …………….., προέβη, από 2-11-2011, σε, κατά διαστήματα, επισχέσεις εργασίας, συνολικής διάρκειας εννέα περίπου μηνών, λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, η οποία αφορούσε στο σύνολο των εργαζομένων του εναγομένου, που αριθμούσε τα 100 άτομα. Συγκεκριμένα, η ίδια, με την από 1-11-2011 εξώδικη δήλωσή της, άσκησε, το πρώτον, επίσχεση εργασίας, για αξίωση από υπόλοιπα δεδουλευμένων αποδοχών μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2011 και το αποταμιευτικό ποσό των μηνών Ιουλίου Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου του ιδίου έτους, την οποία επίσχεση, το εναγόμενο, με το υπ’ αριθμ. ………………./4-11-2011 έγγραφό του, απέκρουσε ως καταχρηστική, επικαλούμενο, μεταξύ άλλων, ότι, για πρώτη φορά, έχει καθυστερήσει η καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων του, γεγονός που οφείλεται στην μη πλήρη εκταμίευση της κρατικής επιχορήγησης που του αναλογεί, δηλώνοντας, ταυτόχρονα, στην ενάγουσα ότι, για όσο διάστημα θα συνεχίσει αυτή να απέχει από την εργασία της, -ενώ το λοιπό προσωπικό του εξακολουθεί να εργάζεται, αντιλαμβανόμενο τη δραματική οικονομική ύφεση της χώρας-, δεν θα της καταβάλει το αποταμιευτικό και τις αποδοχές της. Επακολούθησε το από 9-11-2011 έγγραφο της ενάγουσας και του ……………… προς τη Διεύθυνση του εναγομένου, με το οποίο, αμφότεροι αρνούντο τον ισχυρισμό του τελευταίου περί καταχρηστικότητας της ανωτέρω επίσχεσής τους, επικαλούμενοι σοβαρούς λόγους επιβίωσης, δοθέντος ότι ο μισθός τους αποτελούσε τη μοναδική πηγή εσόδων τους, και, ως εκ τούτου, δήλωναν στο εναγόμενο ότι εμμένουν στην απόφασή τους για επίσχεση εργασίας και ότι δεν θα επιστρέψουν στα καθήκοντά τους, αν δεν καταβληθούν οι νόμιμές τους αποδοχές. Μετά την καταβολή των ως άνω οφειλομένων, η ενάγουσα συνέχισε να παράσχει την ανωτέρω εργασία της στο εναγόμενο, έως τις 4-4-2012, αφότου και προέβη, λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών της Μαρτίου 2012, σε νέα επίσχεση εργασίας, με την από 3-4-2012 εξώδικη δήλωσή της, σε απάντηση της οποίας, το εναγόμενο, με το υπ’ αριθμ πρωτ. …………../9-4-2012 έγγραφό του, της δήλωσε ότι θεωρεί την ως άνω επίσχεση καταχρηστική και κάλεσε την ενάγουσα να επιστρέψει στα καθήκοντά της, επικαλούμενο την οικονομική δυσπραγία της χώρας και τη συνακόλουθη μείωση της κρατικής αυτού επιχορήγησης, καθώς και την καταβολή του ποσού των 600 ευρώ σε όλους του εργαζομένους του, στις 5-4-2012, έναντι της μισθοδοσίας του μηνός Μαρτίου 2012. Η ενάγουσα διέκοψε την ως άνω επίσχεση εργασίας της, στις 18-4-2012, σύμφωνα με σχετική από 18-4-2014 και με αριθμ. πρωτ. ………… έγγραφη δήλωσή της, προς τη Διοίκηση του εναγομένου. Στη συνέχεια, με το από 2-5-2012 σχετικό έγγραφό της, προς το εναγόμενο, η ίδια γνωστοποίησε επίσχεση εργασίας της, από 3-5-2012, λόγω μη καταβολής των αποδοχών της Απριλίου 2012, ενώ επακολούθησε και νέα, εκ μέρους της, επίσχεση εργασίας, από 5-7-2012, κοινοποιούμενη στο εναγόμενο στις 4-7-2012, λόγω μη καταβολής των αποδοχών της Ιουνίου 2012. Το εναγόμενο, με το από 12-7-2012 και με αριθμ. πρωτ. ………….. έγγραφό του, απάντησε στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων, ότι οι αποδοχές της για το μήνα Ιούνιο 2012 θα καταβάλλοντο με καθυστέρηση, καθώς η ίδια ευρίσκετο σε επίσχεση εργασίας, ήδη, από το Νοέμβριο του 2011, με ενδιάμεσες παύσεις, παρότι γνώριζε την επικρατούσα κατάσταση και, για το λόγο τούτο, το θέμα της θα έπρεπε να συζητηθεί με τη Νομική του Υπηρεσία και, περαιτέρω, διαμαρτυρήθηκε για τη μη επιστροφή αυτής στα υπηρεσιακά της καθήκοντα, σε συμμόρφωση με το ανωτέρω από 9-4-2012 έγγραφό του. Η ενάγουσα διέκοψε την εν λόγω επίσχεση εργασίας, στις 31-7-2012, σύμφωνα με σχετική από 31-7-2012 και με αριθμ. πρωτ. ………………. έγγραφη δήλωσή της, προς το εναγόμενο. Ακολούθως, λόγω της μη καταβολής των αποδοχών της, Αυγούστου 2012 και υπολοίπου αποδοχών της Ιουλίου 2012, η ίδια προέβη, από 3-9-2012, σε νέα επίσχεση εργασίας, με το από 3-9-2012 σχετικό έγγραφο αυτής, κοινοποιούμενο, αυθημερόν, στο εναγόμενο, το οποίο, με το από 10-9-2012 απαντητικό του έγγραφο, επανέλαβε ότι η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων οφείλετο στην καθυστερημένη κρατική επιχορήγηση, και χωρίς να κάνει, περαιτέρω, λόγο για καταχρηστική επίσχεση της εργασίας της ενάγουσας, όπως στα ανωτέρω έγγραφά του, ανέφερε ότι, σε κάθε περίπτωση, σεβόμενος το δικαίωμα της επίσχεσής της, της υπενθύμιζε, εκ νέου, ότι για όσο καιρό ευρίσκεται σε επίσχεση εργασίας, δεν πρέπει να σημαίνει την κάρτα παρουσίας της, καλώντας την να την καταθέσει στο γραφείο προσωπικού του. Η ανωτέρω επίσχεση έληξε στις 22-10-2012, οπότε και η ενάγουσα επέστρεψε στα εργασιακά της καθήκοντα, όπως συνάγεται και από το με αριθμ. πρωτ. …………../19-10-2012 έγγραφο της τελευταίας, προς τον Προέδρο του εναγομένου. Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της ως άνω, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2012, επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας, με αφορμή τη σχετική επιδότησή της, έλαβε χώρα έντονο επεισόδιο, μεταξύ αυτής και του Αναπληρωτή Συντονιστή Διευθυντή του εναγομένου, ………….. Συγκεκριμένα, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, υπήρξε διαπληκτισμός της ενάγουσας με δύο συναδέλφους της, υπαλλήλους στο Λογιστήριο του εναγομένου, οι οποίοι της ζήτησαν, με επιθετικό τρόπο, να αποχωρήσει, διότι τους δημιουργούσε πρόβλημα, οπότε παρενέβη ο ανωτέρω Αναπληρωτής Συντονιστής Διευθυντής του εναγομένου, ο οποίος απώθησε, έντονα, την ενάγουσα, προκειμένου νατην απομακρύνει, ζητώντας της να καθίσει σε παρακείμενη καρέκλα, σύμφωνα και με τα σχετικά κατατιθέμενα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από το μάρτυρα αποδείξεως. Για το ως άνω περιστατικό, η ενάγουσα κατέθεσε το, απευθυνόμενο προς τον Διευθυντή του εναγομένου, από 14-5-2012 και με αριθμ. πρωτ. …………../14-5-2012 έγγραφο, με το οποίο, του γνωστοποιούσε τα ανωτέρω τεκταινόμενα, και αναφέροντας ότι είχε δεχθεί, και στο παρελθόν, επιθέσεις και ανάρμοστη συμπεριφορά, ένεκα της επίσχεσης εργασίας στην οποία είχε προβεί, ζητούσε, με μέριμνα της Διοίκησης, να παύσει οποιαδήποτε ανάλογη συμπεριφορά, απέναντί της. Παράλληλα, εξέφρασε παράπονα, κατά του ………….., ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, εκδοθείσης σχετικώς της από 15-5-2012 εισαγγελικής παραγγελίας, προς το Α.Τ. του Δημοτικού Θεάτρου. Στο πλαίσιο δε Ε.Δ.Ε. που επακολούθησε, κατά της ενάγουσας, για το εν λόγω περιστατικό, ο ανωτέρω Αναπληρωτής Συντονιστής Διευθυντής του εναγομένου, με το από 22-11-2012 και με αριθμ. πρωτ. ………/22-11-2012 έγγραφό του, προς τον Πρόεδρο Δ.Σ. του εναγομένου, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την περαιτέρω αναζήτηση πειθαρχικών ευθυνών, σε βάρος της. Περαιτέρω, η ενάγουσα, με τα από 11-3-2012 και με αριθμ. πρωτ. …………./12-3-2012, από 17-7-2013 και με αριθμ. πρωτ. ………../17-7-2013, από 25-6-2014 και με αριθμ. πρωτ. ………../25-6-2014, από 8-7-2014 και με αριθμ. πρωτ. ………../8-7-2014, και από 1-12-2015 έγγραφά της, προς το εναγόμενο, διαμαρτύρετο για έλλειψη θέρμανσης και ψύξης του χώρου εργασίας της, και ζητούσε την επισκευή της κινητής μονάδας κλιματισμού που υπήρχε στο χώρο αυτό ή την προμήθεια νέας, ενώ, με τα από 12-03-2012 και με αριθμ. πρωτ. …………../12-3-2012, από 17-7-2013 και με αριθμ. πρωτ. …………./17-7-2013 και από 2-10-2015 και με αριθμ. πρωτ. ………../2-10-2015, έγγραφα, ζητούσε την επισκευή ή την αλλαγή της τηλεφωνικής κονσόλας, λόγω προβλημάτων στη λειτουργία της. Πλέον δε των ανωτέρω, με το προαναφερόμενο από 12-03-2012 και με αριθμ. πρωτ. ………………/12-3-2012 έγγραφό της, η ενάγουσα ζητούσε και την επάνδρωση του τμήματος με ένα ακόμη συνάδελφο, για να την αντικαθιστά, σε περίπτωση δικαιολογημένης απουσίας της, και, τέλος, με το από 10-7-2015 και με αριθμ. πρωτ. …………../13-7-2015, σχετικό της έγγραφο, τη σύνδεση του τηλεφωνικού κέντρου με εξωτερική γραμμή, για κλήση κινητών τηλεφώνων, σε περίπτωσης έκτακτης ανάγκης. Όπως αποδείχθηκε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στο χώρο του τηλεφωνικού κέντρου, όπου εργαζόταν η ενάγουσα, το υφιστάμενο κλιματιστικό δεν λειτουργούσε, αντικαταστάθηκε δε με νέο κλιματιστικό μηχάνημα, σύμφωνα και με τα κατατιθέμενα από το μάρτυρα ανταποδείξεως στο πρωτόδικο δικαστήριο, με εντολή του ιδίου, ως Προέδρου του εναγομένου για το διάστημα από Ιούνιο του 2015 έως Μάρτιο του 2017, σε χρόνο που δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς από τον ίδιο, στην ανωτέρω κατάθεσή αυτού, σε κάθε περίπτωση πάντως, μετά την 1η-12-2015, ως συνάγεται και από το γεγονός ότι η τελευταία σχετική έγγραφη διαμαρτυρία της ενάγουσας ανάγεται, κατά τα προεκτιθέμενα, στην ανωτέρω ημερομηνία. Μέχρι δε την αντικατάσταση του ως άνω κλιματιστικού, επικρατούσε στον ανωτέρω εργασιακό χώρο της ενάγουσας, έντονη ζέστη και κρύο, κατά τους καλοκαιρινούς και χειμερινούς μήνες, αντίστοιχα, το γεγονός, όμως, αυτό και μόνο δεν αποδείχθηκε ότι αρκούσε για την επιδείνωση της ψυχικής νόσου αυτής, δοθέντος και του ότι, ως σχετικά ανέφερε ο μάρτυρας αποδείξεως σε ερώτηση, κατά τη διαδικασία, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την επίδραση της έλλειψης κλιματισμού στην κατάσταση της υγείας της ενάγουσας «…δεν είναι αν θα αντέξεις το κρύο ή τη ζέστη, το θέμα είναι αν αντέχεις την ψυχολογική πίεση…». Ούτε, άλλωστε, η έλλειψη γραμμής, για την πραγματοποίηση κλήσεων σε κινητά τηλέφωνα, καθώς και τα τεχνικής φύσεως προβλήματα, που παρουσιάζονταν στην κονσόλα του τηλεφωνικού κέντρου, αποδείχθηκε ότι επέδρασαν στην επιδείνωση της ανωτέρω ασθένειάς της. Εξάλλου, και από τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερόμενων Ιατρών, δεν προκύπτει ότι ειδικά και μόνο αυτά τα ανωτέρω ζητήματα επιβάρυναν την ψυχική ασθένεια της ενάγουσας, και συνδέονται αιτιωδώς με την ύπαρξη και επιδείνωσή της. Πολλώ δε μάλλον, όταν καταλυτικό γεγονός για την επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας υπήρξε ο θάνατος της μητέρας της, που, ως προεκτέθη, επιβάρυνε ιδιαίτερα τον ψυχικό της κόσμο. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι επισχέσεις εργασίας, στις οποίες προέβη η ενάγουσα, τα έτη 2011 και 2012, λόγω οφειλής δεδουλευμένων αποδοχών της, προκάλεσαν εχθρική ή εκδικητική συμπεριφορά, έναντι αυτής, από το εναγόμενο, με συγκεκριμένες μειωτικές και προσβλητικές ενέργειες των Προϊσταμένων της ενάγουσας, σε βάρος της, με σκοπό την ψυχική της εξόντωση και την παραίτηση αυτής από την εργασία της, ως η ίδια ισχυρίζεται, με την ένδικη αγωγή της. Εξάλλου, στην τελευταία, ουδόλως εκτίθενται ειδικότερα περιστατικά τοιαύτης προσβλητικής συμπεριφοράς, σε βάρος της ενάγουσας, πλην εκείνου της 11ης-5-2012, με τον τότε Αναπληρωτή Συντονιστή Διευθυντή του εναγομένου, που, κατά τα ανωτέρω, συνέβη, όταν ο ίδιος παρενέβη, προκειμένου να αποσοβήσει επεισόδιο, μεταξύ της ενάγουσας και συναδέλφων της, και αποτελούσε μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο δεν ήταν ικανό από μόνο του να επιβαρύνει την ψυχική της νόσο. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε ενέργειας του εναγομένου, από την οποία να διαφαίνεται πρόθεση είτε απόλυσης της ενάγουσας, για λόγους εκδίκησης, εξαιτίας των ανωτέρω επισχέσεων εργασίας της, ή για άλλο λόγο, είτε εξαναγκασμού αυτής σε παραίτησή της, λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος ότι, αφενός, οι επισχέσεις της ενάγουσας έλαβαν χώρα 6 έτη πριν την συνταξιοδότησή της, χωρίς, έκτοτε, να έχει δημιουργηθεί ζήτημα σχετικά με την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, αφετέρου, η καθυστερημένη καταβολή των δεδουλευμένων της, τα έτη 2011 και 2021, αφορούσε στο σύνολο των εργαζομένων και όχι αποκλειστικά στην ίδια, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εχθρική και εκδικητική, εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη της, σε βάρος της, συμπεριφορά. Η κρίση αυτή επιρρωννύεται, άλλωστε, και από το ότι, εάν, πράγματι, υφίσταντο τοιαύτες μειωτικές ή επιθετικές συμπεριφορές, σε βάρος της ενάγουσας, για οποιοδήποτε λόγο, η τελευταία θα προέβαινε σε σχετικές καταγγελίες στη Διοίκηση του εναγομένου, ως έπραξε, σε άλλες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα. Ως προς δε τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η αλλαγή της θέσης εργασίας της αποτελούσε σύσταση του θεράποντος ιατρού της, προκειμένου να αποφευχθεί η επιδείνωση της υγείας της, δοθέντος του ιδιαίτερα στρεσογόνου και απαιτητικού χαρακτήρα της ανωτέρω εργασίας της, λεκτέα είναι τα εξής: Πράγματι, σύμφωνα με τη σχετική υπ’ αριθμ. ………/2022 ένορκη βεβαίωση του θεράποντος ιατρού της ενάγουσας, ο ίδιος είχε συμβουλεύσει την τελευταία να ζητήσει τη μεταφορά της σε άλλη θέση εργασίας. Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε και από τα σχετικά κατατιθέμενα από το μάρτυρα ανταποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η θέση της ενάγουσας, ως διοικητικής υπαλλήλου στο τηλεφωνικό κέντρο, δεν ήταν απαιτητική, ούτε είχε ιδιαίτερο φόρτο εργασίας, καθώς κάθε τμήμα του εναγομένου είχε δική του εξωτερική γραμμή, την οποία καλούσαν οι συνεργάτες του, με αποτέλεσμα να μην απαιτείτο η απασχόληση και άλλου υπαλλήλου στο κέντρο αυτό, καθόσον, μάλιστα, ως σχετικώς κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας, όταν η ενάγουσα απουσίαζε από την εργασία της, δεν αντικαθίστατο από άλλον εργαζόμενο. Εξάλλου, η συγκεκριμένη εργασία της ενάγουσας δεν ήταν αγχωτική και με πολλές ευθύνες, ώστε να επηρεάσει την ψυχική της υγεία, δοθέντος και του ότι, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας αποδείξεως στο πρωτόδικο δικαστήριο, στη θέση αυτή απασχολείται, μετά την αποχώρηση της ενάγουσας, ένα άτομο με ειδικές ανάγκες που μεταφέρει τους καφέδες και τις φωτοτυπίες. Ως εκ τούτου, τυχόν μετακίνηση της ενάγουσας σε θέση στην οποία η ίδια θα αναλάμβανε περισσότερες ευθύνες, με βάση τα προσόντα της, ως η ίδια αιτείτο, θα ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, περισσότερο πιεστική, σε σχέση με την ως άνω θέση εργασίας της, χωρίς μάλιστα να αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα και τις αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις των ανωτέρω ιατρών, εάν μία τέτοια εργασιακή μετακίνηση θα επιδρούσε και με ποιο τρόπο στην ψυχική της υγεία, και εάν θα μπορούσε η τελευταία να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτής. Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπερτερούσε από άποψη προσόντων ως προς τους συναδέλφους της, που απασχολούνταν στις δημόσιες σχέσεις και στην υποδοχή των ξένων αντιπροσωπειών του εναγομένου, ώστε να κρίνεται αδικαιολόγητη η άρνηση αυτού να της αναθέσει τα εν λόγω καθήκοντα. Σύμφωνα δε με τα σχετικά διαλαμβανόμενα στην κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφενός, υπήρχαν υπάλληλοι του εναγομένου που ομιλούσαν την αγγλική και ιταλική γλώσσα, η δε ενάγουσα, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, τέθηκε, το Δεκέμβριο του έτους 2015, στην υποδοχή της τουρκικής αντιπροσωπείας, πλην όμως, παρά το ανωτέρω πτυχίο της, δεν ομιλούσε την τουρκική γλώσσα καλά, αφετέρου, η υποδοχή των ξένων αντιπροσωπειών πραγματοποιείτο με βάρδιες των υπαλλήλων του εναγομένου. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται και από το με αριθμ. πρωτ. ……….. έγγραφο του εναγομένου με θέμα «Στελέχωση των Υπηρεσιών του ……………….» αυτοτελές τμήμα ξένων αντιπροσωπειών δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα η υποδοχή των ξένων αντιπροσωπειών να συνιστά πρόσθετη εργασία των υπαλλήλων του εναγομένου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι τα προσόντα της ενάγουσας υπερτερούσαν της θέσης της, ότι η ίδια είχε τα αναγκαία τυπικά προσόντα ή ότι, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε αυτή να ανταποκριθεί σε εργασία άλλου τμήματος του εναγομένου, χωρίς να επηρεάζεται η κατάσταση της ψυχικής της υγείας. Η δε μη ικανοποίηση των αιτημάτων της ενάγουσας για μετακίνηση αυτής σε άλλη θέση εργασίας δεν παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 4443/2016, ως διατείνεται η ίδια, με την αγωγή της, αφού δεν αποδείχθηκαν περιστάσεις που συνιστούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σε βάρος της, ούτε και δυσμενής διάκριση, οφειλομένη στην ανωτέρω χρόνια πάθησή της. Άλλωστε, ουδόλως προέκυψε, ούτε και η ενάγουσα επικαλέσθηκε ότι υπήρχαν σε άλλο συγκεκριμένο τμήμα κενές θέσεις εργασίας, στις οποίες θα μπορούσε να απασχοληθεί, ή ότι οι θέσεις αυτές καλύφθηκαν από άλλους συγκεκριμένους συναδέλφους της, που υπολείπονταν σε τυπικά προσόντα, σε σχέση με τα δικά της. Συνεπώς, χωρίς να αγνοείται το αντικειμενικό γεγονός της ύπαρξης της ως άνω ψυχικής ασθένειας της ενάγουσας και της σύστασης των αρμοδίων ψυχιάτρων περί αποφυγής του εργασιακού της περιβάλλοντος, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες, διότι είχε επισημανθεί ως «στρεσογόνος παράγοντας», που επέτεινε την εκδήλωση των συμπτωμάτων της ως άνω νόσου, η εν λόγω σύσταση δεν επάγεται, άνευ ετέρου, αντικειμενικό καταφατικό αποδεικτικό συμπέρασμα ότι αιτία πρόκλησής της αποτέλεσε η εργασιακή απασχόληση της ενάγουσας, κατά τις ως άνω περιγραφόμενες συνθήκες (ΕΑ 3107/22 ΝΟΜΟΣ), αντιθέτως δε, ως προεκτέθηκε, διαπιστώθηκε από τους ως άνω ιατρούς η συνθήκη της ψυχικής αντίδρασης της ενάγουσας, κατά τις υποκειμενικές και μόνο απόψεις της, και, αντίστοιχα, προτάθηκε η αποφυγή στην έκθεσή της σε αυτή. Ως εκ τούτου, η ως άνω ασθένεια της ενάγουσας και η εξέλιξη αυτής δεν συνδέονται αιτιωδώς με την παροχή εργασίας της, υπό τις αναφερθείσες συνθήκες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε, υπό την αυτή ως άνω αιτιολογία, ως αβασίμους, στην ουσία τους, τους ανωτέρω ισχυρισμούς της ενάγουσας, περί εκδηλώσεως της ψυχικής της νόσου και επιδεινώσεως αυτής, εξαιτίας της συναφούς, επικαλούμενης από την ίδια στην αγωγή της, συμπεριφοράς του εναγομένου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από την ενάγουσα, στην υπό κρίση έφεσή της. Ειδικότερα δε, όσον αφορά στο προαναφερόμενο συμβάν, μεταξύ της ενάγουσας και του ως άνω Αναπληρωτή Διευθυντή του εναγομένου, το περιστατικό αυτό, ορθά κρίθηκε, με την εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα και με τα ανωτέρω δεκτά από το παρόν Δικαστήριο, ότι δεν συνετέλεσε στην εμφάνιση και επιβάρυνση της ψυχικής ασθένειας της ενάγουσας. Πλην όμως, αποτελεί εκδήλωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, σε βάρος της τελευταίας, ως πράξη προσβάλλουσα την προσωπικότητα αυτής, ένεκα της οποίας, γεννάται ηθική βλάβη της ενάγουσας, θεμελιώνουσα αξίωση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάστασή της. Η εκκαλουμένη απόφαση, απορρίπτοντας στο σύνολό της την αγωγή και μη δεχόμενη ότι συντρέχει περίπτωση αδικοπραξίας από την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, από το ανωτέρω αποδειχθέν περιστατικό, έσφαλε, κατά τούτο, περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως υποστηρίζει με την ένδικη έφεσή της, η εκκαλούσα. Επομένως, πρέπει να εξαφανισθεί, κατά τα ανωτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση και το παρόν Δικαστήριο να κρατήσει και να δικάσει, κατά τούτο, την ένδικη αγωγή. Το εφεσίβλητο νομίμως επαναφέρει με τις προτάσεις του παρόντος βαθμού, κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, την πρωτοδίκως υποβληθείσα και μη εξετασθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση παραγραφής, αφού ισχυρίσθηκε ότι, από το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, έως της εγέρσεως της ένδικης αγωγής, στις 2-9-2022, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Ο ως άνω ισχυρισμός κρίνεται βάσιμος, στην ουσία του, καθώς από τις 11-5-2012, που, όπως απεδείχθη, συνέβη το ανωτέρω επεισόδιο και η ενάγουσα έλαβε γνώση του δράστη της, σε βάρος της, πράξης προσβολής της προσωπικότητάς της, έως την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 2-9-2022 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……..΄/2-9-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………………..), παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας και, επομένως, η αξίωση της ενάγουσας περί χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής της βλάβης, εκ του ως άνω, προσβάλλοντος την προσωπικότητά της, επιμέρους περιστατικού, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή (57, 59, 937 ΑΚ). Συνεπώς, η ένδικη αγωγή πρέπει, κατά τούτο, να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθεί η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 179 εδ. β ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.-
-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του υπ’ αριθμ. ………………… παραβόλου εφέσεως στην εκκαλούσα.-
-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ εν μέρει, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας αναφερόμενα, την, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ’ αριθμ. 1128/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.-
-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ, κατά τα ανωτέρω, την αγωγή.-
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.-ΚΑΙ
-ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στις 8.10.2025
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ