Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 739/2025

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης   739/2025

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………….., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

1) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………………, ο οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Σαξώνη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρίας με την επωνυμία ……………… «…………….», με έδρα το ………. Αττικής, ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Μαρίας Λειβιδιώτη – Σαξώνη και Σταύρου Καναβάρου.

2) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρίας με την επωνυμία «……………», με μόνιμη εγκατάσταση υποκαταστήματος στο ……….. Αττικής, ……….. και ΑΦΜ ……………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Μαρίας Λειβιδιώτη – Σαξώνη και Σταύρου Καναβάρου.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …………….. ο οποίος παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Σαξώνη, με δήλωση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ο εκκαλών – εφεσίβλητος άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εφεσίβλητης – εκκαλούσας, την από 8-5-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 3581/2024 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Την ως άνω απόφαση προσέβαλαν, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: α) ο ενάγων, με την από 17-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση και β) η εναγομένη, με την από 8-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, αμφότερες οι οποίες προσδιορίσθηκαν να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω αναφέρεται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο παρόν Δικαστηρίου εκκρεμούν: α) η από 17-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση και β) η από 8-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, αμφότερες οι οποίες βάλλουν κατά της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία  των  εργατικών  διαφορών,  υπ’  αριθμ.  3581/2024  οριστικής  απόφασης  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και, ως εκ τούτου, πρέπει να συνεκδικασθούν, κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ.               Ο ενάγων και ήδη εκκαλών – εφεσίβλητος άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης – εκκαλούσας, την από 28-4-2021 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2021 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη, στις 22-2-2011, μεταξύ αυτού και της εναγομένης, δραστηριοποιούμενης στη διαχείριση πλοίων,  ο ίδιος προσελήφθη, από την τελευταία, προκειμένου να εργασθεί, με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, και οκτάωρο ημερησίως, αντί συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, ύψους 8.608,09 ευρώ, εφαρμοζόμενων, κατά τα λοιπά, ως προς τους όρους αμοιβής και εργασίας, των ρυθμίσεων της συλλογικής συμβάσεως εργασίας των απασχολουμένων στις διαχειρίστριες εταιρείες ποντοπόρων φορτηγών πλοίων. Ότι αρμοδιότητά του ήταν η παρακολούθηση, από τα γραφεία της εναγομένης, όπως και η εκτέλεση των επισκευαστικών εργασιών, επί των πλοίων που αυτή διαχειριζόταν, με την επιβίβασή του, σε οποιοδήποτε τόπο ναυλωχούσαν τα πλοία, όταν υπήρχε ανάγκη συντήρησης και επισκευής τους. Ότι, από 1-1-2018 έως και την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, εκ μέρους της εναγομένης, απασχολήθηκε, τόσο στα γραφεία της τελευταίας, στο …… Αττικής, επί 10 ώρες ημερησίως, τις καθημερινές,  όσο και εκτός έδρας, στο εξωτερικό, και συγκεκριμένα, στο Βέλγιο, την Κίνα, την Ισπανία, την Αίγυπτο, το Πακιστάν, τον Παναμά, τη Νότια Αφρική, τις Φιλιππίνες, την Ολλανδία και την Τουρκία, επί 12 ώρες ημερησίως, τις καθημερινές και κατά τις ημέρες του Σαββάτου, αργιών και Κυριακών. Ότι, για την ως άνω απασχόλησή του, ως αναλυτικώς εκτίθεται στην αγωγή, δικαιούται αμοιβή για υπερεργασία και υπερωρία, εντός και εκτός έδρας, για απασχόληση καθημερινών, Σαββάτων αργιών και Κυριακών εκτός έδρας, διαφορά επιδομάτων εορτών ετών 2018 έως και 2022, διαφορά αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας ετών 2018 έως και 2022, και διαφορά αποζημίωσης απόλυσης. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενος τη σύμβαση εργασίας του και το νόμο, άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που κρινόταν άκυρη η σύμβαση εργασίας του, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για επίδομα Πάσχα ετών 2018 και 2019 και για επίδομα Χριστουγέννων ετών 2018 και 2019, το συνολικό ποσό των 17.899,16 ευρώ, και κατόπιν παραδεκτής τροπής των λοιπών ως άνω αγωγικών κονδυλίων από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να του καταβάλει γι’ αυτά, το συνολικό ποσό των 445.598,68 ευρώ, ως αναλυτικώς τούτο επιμερίζεται για κάθε ως άνω αιτία, στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο, αφότου έκαστο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από το τέλος εκάστου μήνα για κάθε αντίστοιχη οφειλή, άλλως από την απόλυσή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενώπιόν του εισαχθείσα υπόθεση είχε τα χαρακτηριστικά ναυτικής διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 51 § 3Α του Ν. 2172/1993, που θεμελιώνει δικαιοδοσία του ειδικού ναυτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς επί ναυτικών διαφορών, εκτεινόμενη σε ολόκληρο το νομό Αττικής, και, για το λόγο αυτό, δέχθηκε ότι είχε τοπική αρμοδιότητα για την εκδίκασή της, στην οποία και προχώρησε, εφαρμόζοντας την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών των άρθρων 614 αρ. 3, 621 και 622 ΚΠολΔ, και απέρριψε, ακολούθως, την αγωγή, ως ουσία αβάσιμη και συμψήφισε τη δικαστική των διαδίκων δαπάνη. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, παραπονούνται, ήδη, αμφότεροι οι διάδικοι, με τις ένδικες εφέσεις τους, για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν, η μεν εναγομένη τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης, με την αντικατάσταση των αιτιολογιών της, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην έφεσή της, καθώς και την καταδίκη του ενάγοντος στη δικαστική της δαπάνη, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ο δε ενάγων την εν μέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης, και δη, ως προς τα εφεσιβαλλόμενα κεφάλαια, σχετικά με την αμοιβή του, για την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση και την οκτάωρη εργασία του κατά τις Κυριακές, καθώς και για τις λοιπές αγωγικές αξιώσεις του, για το διάστημα από 1-1-2018 έως και 31-8-2019, και την, κατά τα κεφάλαια αυτά, αποδοχή της αγωγής του.                Με σκοπό τη βελτίωση της απονομής της δικαιοσύνης στο πεδίο των ιδιωτικών εννόμων σχέσεων που ρυθμίζονται από το ναυτικό δίκαιο και εμφανίζουν ιδιαίτερα νομικά και τεχνικά ζητήματα, τα οποία συνήθως ανακύπτουν στο πλαίσιο περισσότερων εννόμων τάξεων, ο Ν. 2172/1993, με το άρθρο 51 §§ 1 και 6 αυτού, συνέστησε στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο Πειραιώς ειδικά τμήματα (Τμήματα Ναυτικών Διαφορών) και τους ανέθεσε την εκδίκαση, κατ’ αποκλειστικότητα, των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων που αφορούν σε ναυτικές διαφορές, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συγκρότηση των ως άνω δικαστηρίων από δικαστές ειδικής εμπειρίας, που έχουν αντίληψη των ιδιαιτεροτήτων αυτών (Α. Αντάπασης, Ζητήματα αρμοδιότητας του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Πρωτοδικείου Πειραιώς, γνμδ σε ΕΕμπΔ 2015. 233 επομ. [237 – 238]). Οι συσταθέντες δικαστικοί  σχηματισμοί  δεν  αποτελούν  οργανικά  αυτοτελή  [ειδικά]  δικαστήρια,  αλλά ειδικά τμήματα, στους κόλπους των ήδη υφισταμένων Δικαστηρίων (Κ. Μακρίδου, Δικονομία Εργατικών Διαφορών, 2009, σελ. 58, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, Ι, 2003, § 4, αρ. 1, σελ. 41, υποσ. 1) και έχουν ξεχωριστή υλική ή λειτουργική αρμοδιότητα σε σχέση με τα υπόλοιπα τμήματα τους (ΤριμΕφΠειρ. 425/18, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο), με αποτέλεσμα να καθίστανται (λειτουργικώς) αναρμόδια τα υπόλοιπα τμήματα των ιδίων Δικαστηρίων (Αθ. Πανταζόπουλος, Η λειτουργική αρμοδιότητα – ειδικότερα η λειτουργική αρμοδιότητα του τμήματος ναυτικών διαφορών, του τμήματος πνευματικών διαφορών και του τμήματος κοινοτικών σημάτων, του κτηματολογικού δικαστή, καθώς και του τμήματος οικογενειακών υποθέσεων, σε ΕΠολΔ 2011. 572 επομ. [573]), που άλλως θα είχαν υλική αρμοδιότητα, κατά τις γενικές διατάξεις. Ενόψει του ότι, για την οριοθέτηση της λειτουργικής αρμοδιότητας των εν λόγω ειδικών Ναυτικών Τμημάτων, ο νομοθέτης απέβλεψε στη φύση των υπαγόμενων σ’ αυτήν διαφορών, δηλαδή χρησιμοποίησε κριτήριο αντικειμενικό, όπως στη συνέχεια θα εκτεθεί, γίνεται δεκτό ότι, κατ’ ουσίαν, καθιέρωσε ειδική υλική αρμοδιότητά τους (ΑΠ 338/03, ΧρΙΔ 2003. 537, ΕλλΔικ 2004. 407, ΑΠ 832/02, ΤριμΕφΠειρ. 251/15 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ. Καλαβρός, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2017, άρθρο 559, αρ. 345, σελ. 288, Κ. Μπέης, παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 51/04, σε Δ 2004. 965 επομ.) και μάλιστα αποκλειστική (Γ. Ρήγος, σημείωση κάτω από την ΕφΠειρ 38/95, σε ΕλλΔικ 1995. 1313 επομ. [1319]), μη δυνάμενη να μεταβληθεί με συμφωνία των διαδίκων (Αθ. Πανταζόπουλος, ο.π., σελ. 574), αφού η υπαγωγή των ναυτικών υποθέσεων στα ομώνυμα τμήματα είναι υποχρεωτική (ΤριμΕφΠειρ 413/15, ΜονΕφΠειρ 442/14, ΜονΕφΠειρ 228/14, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, η ανάγκη επίτευξης ενότητας στη νομολογία επί των ναυτικών διαφορών στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα υπαγόρευσε και τη νομοθετική επέκταση της χωρικής – γεωγραφικής αρμοδιότητας των ειδικών Ναυτικών Τμημάτων των Δικαστηρίων του Πειραιώς, ως προς τις διαφορές αυτές (Α. Αντάπασης, Η ίδρυση ειδικού τμήματος ναυτικών διαφορών στο Πρωτοδικείο και Εφετείο Πειραιά, σε Ενθύμημα Άλκη Αργυριάδη, Τόμος Ι, 1996, σελ. 45 επομ. [57], Α. Αλαπάντας, Ζητήματα αρμοδιότητας των δικαστηρίων του Πειραιά σε ναυτικές υποθέσεις [αστικές και ποινικές] και συντηρητικής κατάσχεσης πλοίου, ΕλλΔικ 2015. 363 = ΠειρΝ 2015. 101 επομ., Δ. Καμβύσης, σημείωση σε ΕΝαυτΔ 1994. 47) και για το λόγο αυτό αρχικώς στην § 2 του ως άνω άρθρου 51 του Ν. 2172/1973 ορίστηκε ότι, για την εκδίκαση των ναυτικών διαφορών, η δικαιοδοσία του Πρωτοδικείου Πειραιά εκτείνεται σε ολόκληρο το νομό Αττικής, ενώ, μεταγενέστερα, με το άρθρο ένατο § 17 του Ν. 4335/2015 ορίστηκε ότι «Για τις λοιπές εκτός Αττικής ναυτικές διαφορές, το Πρωτοδικείο Πειραιά έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα». Κατ’ ουσίαν, με τις ρυθμίσεις αυτές, εκτός της υλικής, καθιερώθηκε και τοπική αρμοδιότητα των εν λόγω ειδικών Ναυτικών Τμημάτων (ΤριμΕφΠειρ 112/13 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2768/04 ΠειρΝ 2006. 354, Α. Αντάπασης, ο.α.π., σελ. 64, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 389), στο οποίο δωσιδικούν, έκτοτε, οι ναυτικές διαφορές, αποκλειστικώς μεν, όσον αφορά το νομό Αττικής (ΕφΑθ. 9139/00 αδημ., επικυρωθείσα με την ΑΠ 832/02, ο.π.) και συντρεχόντως, όσον αφορά τις λοιπές περιφέρειες της Επικράτειας. Ήδη, στον ισχύοντα Κανονισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς, προβλέπεται η λειτουργία πολιτικού τμήματος (του Πρώτου), που εκδικάζει, ως ειδικό Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Ν.2172/1993, υπό τριμελή μεν σύνθεση, τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, υπό μονομελή δε σύνθεση, τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που κρίνουν ναυτικές διαφορές και υποθέσεις, οι οποίες γράφονται σε ειδικά πινάκια ναυτικών διαφορών, ξεχωριστά για Τριμελές και Μονομελές Εφετείο, ενώ τα λοιπά (τρία [3]) Τμήματά του εκδικάζουν τις λοιπές πολιτικές υποθέσεις (άρθρο 1 § 1 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης έφεσης Κανονισμού, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 3460/2019). Για δε την περίπτωση εισαγωγής μιας υπόθεσης, που υπάγεται στο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Εφετείου Πειραιώς, σε άλλο τμήμα του ιδίου Δικαστηρίου, ο Ν. 2172/1993 όρισε (άρθρο 51 §§ 5 στοιχ. α΄ και 6 στοιχ. β΄) ότι αυτή παραπέμπεται στο αρμόδιο τμήμα, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά αναλόγως της διάταξης του άρθρου 46 ΚΠολΔ (ΑΠ 1296/12 www.areiospagos.gr, ΤριμΕφΠειρ 34/21, ΤριμΕφΠειρ 614/20, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 69/20, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο, ΤριμΕφΠειρ 300/14, ΜονΕφΠειρ 445/16, ΜονΕφΠειρ 555/14, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1/2011 ΠειρΝ 2011. 74). Η παραδοχή του ναυτικού χαρακτήρα μιας διαφοράς και η υπαγωγή της υπόθεσης στην αρμοδιότητα του  ως  άνω  Ναυτικού  Τμήματος  λαμβάνει  χώρα,  μετά  από  αυτεπάγγελτο  έλεγχο  και ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς των διαδίκων, όπως συμβαίνει με κάθε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, κατ’ άρθρο 73 ΚΠολΔ, με βάση πάντοτε το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης και το αποδεικτικό υλικό που τίθεται υπόψη του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου (ΜονΕφΠειρ 150/19 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ν. Νίκας, ο.π., § 20, αρ. 1, 2, σελ. 280). Για την διευκόλυνση  της  υπαγωγής  αυτής,  ο  νομοθέτης,  αφενός,  θέσπισε  μια  γενική  ρήτρα, ορίζοντας στην § 3 στοιχ. Α του ως άνω άρθρου 51 ότι «ναυτικές είναι οι ιδιωτικές διαφορές που πηγάζουν από πράξεις του θαλάσσιου εμπορίου, τη χρησιμοποίηση, λειτουργία ή ναυσιπλοΐα πλοίου ή την παροχή εργασίας σ’ αυτό» και, αφετέρου, προέβη σε ενδεικτική (ΕφΑθ 4969/01 ΕπισκΕΔ 2001. 1126, με σημείωμα Κ. Παμπούκη) απαρίθμησή τους, κατά το πρότυπο του άρθρου 1 της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών της 10ης-5-1952 για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικών με τη συντηρητική κατάσχεση πλοίων, που κυρώθηκε με το ΝΔ 4570/1966 (Α. Αντάπασης, Ιδιωτικό Ναυτικό Δίκαιο, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, 2017, σελ. 199), ορίζοντας, στην § 3 στοιχ. Β του αυτού άρθρου του Ν. 2172/1993, ότι ναυτικές διαφορές είναι, μεταξύ άλλων και, εκείνες που έχουν αιτία «β. την επισκευή, μετασκευή, εξοπλισμό, καταμέτρηση, χάραξη γραμμών φόρτωσης, επιθεώρηση σκάφους, μηχανής και εξαρτισμού και το δεξαμενισμό πλοίου». Τα κριτήρια που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης είναι αντικειμενικά, καθώς ανάγονται στη φύση, το είδος και το αντικείμενο εκάστης διαφοράς (Ν. Νίκας, ο.π., § 16, αρ. 6, σελ. 170), χωρίς να ενδιαφέρει ο συμβατικός ή εξωσυμβατικός χαρακτήρας των εννόμων σχέσεων, από τις οποίες οι διαφορές πηγάζουν (ΜονΕφΑθ 67/20 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις ως άνω διατάξεις, συνάγεται ότι οι διαφορές που παράγονται από τις συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο την επισκευή, μετασκευή κλπ, πλοίου ή το δεξαμενισμό του (σε πλωτή ή χερσαία δεξαμενή) και αποτελούν, κατά τη νομική τους φύση, συμβάσεις έργου, κατά την έννοια των άρθρων 681 επομ. ΑΚ, έχουν χαρακτήρα ναυτικής διαφοράς, κατά την περ. β΄ του περιπτωσιολογικού καταλόγου του άρθρου 51 § 3 στοιχ. Β του Ν. 2172/1993, ενώ, όσες ανακύπτουν κατά την παροχή εργασίας σ’ αυτό και αποτελούν, κατά τη νομική τους φύση, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, κατά την έννοια των άρθρων 648 επομ. ΑΚ, 39 επομ. και 53 επομ. ΚΙΝΔ, υπάγονται στις ναυτικές διαφορές, κατά τη γενική ρήτρα του στοιχ. Α της § 1 του ιδίου άρθρου. Για το χαρακτηρισμό μιας εργατικής διαφοράς ως ναυτεργατικής και, συνεπώς, για την υπαγωγή της στην αρμοδιότητα των ως άνω ειδικών ναυτικών τμημάτων, κρίσιμη αποβαίνει η αντιδιαστολή της σύμβασης ή σχέσης ναυτικής εργασίας με τη σύμβαση της χερσαίας εργασίας (Α. Αλαπάντας, ο.π.). Κατά τη νομολογία, ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης ναυτικής εργασίας είναι ότι ο εργαζόμενος ναυτικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμμετέχει, ως μέλος συγκροτημένου οργανικά πληρώματος, στους πλόες του πλοίου, ανεξαρτήτως του είδους της παρεχόμενης εργασίας, είτε, δηλαδή, πρόκειται για καθαρά ναυτική, είτε για άλλη εργασία, που θα μπορούσε να εκτελεστεί και στην ξηρά. Η πραγματική εκτέλεση πλόων και η αντιμετώπιση θαλάσσιων κινδύνων δεν είναι απαραίτητη, αρκεί να διατηρείται η ναυτική αποστολή του πλοίου (ΜονΕφΠειρ 281/15, ΜονΕφΠειρ 147/14, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφού χωρίς αυτήν δεν νοείται πλήρωμα ούτε ναυτικός (ΕφΠειρ 30/08 ΕΝαυτΔ 2008. 106, Α. Κιάντου – Παμπούκη, παρατηρήσεις υπό την ΕφΠειρ 460/99 σε ΕπισκΕΔ 2000. 168 επομ.). Έτσι, η σύμβαση δεν αποβάλλει το χαρακτήρα της, ως ναυτική, ούτε μεταλλάσσεται σε σύμβαση χερσαίας εργασίας, αν το πλοίο, για οποιονδήποτε λόγο, παραμένει αργό στο λιμάνι ή συντηρείται ή επισκευάζεται, έχει, όμως, συγκροτημένο πλήρωμα και τελεί σε διαρκή ετοιμότητα προς πλου, μόλις περατωθεί η συντήρηση ή η επισκευή του και αποφασίσει τούτο ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής (ΑΠ 1252/02 ΕλλΔικ 2002. 1662, ΔΕΕ 2003. 559, ΕΝαυτΔ 2003. 368, ΝοΒ 2003. 1019, ΕΕΔ 2004. 431, Ε7 2006. 1857, ΑΠ 179/00 ΕΝαυτΔ 2001. 44, ΕλλΔικ 2000. 733, ΔΕΝ 2001. 226, ΕΕΔ 2001. 420, ΕΝαυτΔ 2001. 44, ΝοΒ 2001. 258, Ε7 2006. 1860, ΕΕΝ 2001. 570, ΑΠ 11/99, ΕΝαυτΔ 1999. 276, ΕΑΕΔ 1999. 949, ΕΕΔ 2000. 255, ΑΠ 1089/98 ΕλλΔικ 1999. 329, ΑΠ 792/98 ΕλλΔικ 1999. 620, ΔΕΕ 1998. 1252, ΔΕΝ 1999. 851, ΕΕμπΔ 1999. 108, ΕΝαυτΔ 1998. 376, ΝοΒ 1999. 1566, ΕφΠειρ 289/11 ΕΝαυτΔ 2012. 26, ΕφΠειρ 371/10 ΕΝαυτΔ 2011. 110, ΕφΠειρ 973/05 ΕΝαυτΔ 2005. 432, ΕφΠειρ 856/05 ΠειρΝομ 2006. 81, ΕφΠειρ 537/04 ΔΕΕ 2005. 608, ΜονΕφΠειρ 231/13 ΕΝαυτΔ 2013. 220, Αλ. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος Α, 2003, σελ. 185). Στην περίπτωση αυτή ο προσλαμβανόμενος, για να παράσχει υπηρεσίες στο πλοίο, ως μέλος συγκροτημένου πληρώματος, έστω και αν δεν παρέχει αμιγώς ναυτική εργασία, θεωρείται ναυτικός και η σύμβασή του έχει, ως αντικείμενο, την παροχή ναυτικής και όχι χερσαίας εργασίας. Όταν, όμως, αντιθέτως, η πρόσληψη του μισθωτού γίνεται, ειδικώς και αποκλειστικώς, για όσο χρόνο το πλοίο είναι προσδεμένο στο λιμάνι για επισκευή ή συντήρηση ή είναι παροπλισμένο και αυτός, μη όντας ενταγμένος στο συγκροτημένο πλήρωμά του, δεν έχει υποχρέωση συμμετοχής στους πλόες του, τότε πρόκειται για παροχή χερσαίας εργασίας (ΑΠ 365/05 ΕΝαυτΔ 2005. 81, ΔΕΕ 2005. 1087, ΑΠ 1643/03 ΤΝΠ  ΝΟΜΟΣ),  επί  της  οποίας,  έχουν  εφαρμογή  οι  διατάξεις  του  κοινού  εργατικού δικαίου και όχι οι ειδικότερες διατάξεις του ναυτεργατικού δικαίου, συγκεκριμένα δε ούτε οι διατάξεις των άρθρων 39 – 83 του ΚΙΝΔ, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών του πληρώματος, με την ευρεία έννοια του όρου, ούτε οι συλλογικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας (ΣΣΝΕ), που ρυθμίζουν τους όρους και τις αμοιβές της παροχής ναυτικής εργασίας (ΜονΕφΠειρ 202/21, ΜονΕφΠειρ 23/21, ΜονΕφΠειρ 86/17, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 545/12 ΕΝαυτΔ 2012. 388, ΕλλΔικ 2013. 1651). Με βάση τα ανωτέρω, δεν θεωρείται ναυτική, αλλά χερσαία η εργασία που παρέχει το πρόσωπο που αναλαμβάνει, με σύμβαση με τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, τη φύλαξη ή τη συντήρηση παροπλισμένου πλοίου (ΑΠ 1285/06 ΔΕΕ 2007. 978, ΑΠ 271/06 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 55/04 ΧρΙΔ 2004. 440, Ε7 2006. 1682, ΑΠ 904/87, ΕΝαυτΔ 1987. 445, ΝοΒ 36. 1218, ΕφΠειρ 929/01 ΠειρΝομ 2002. 36, ΕΝαυτΔ 2002. 15, όπου και παρατηρήσεις Αθ. Μαρκάκη, ΕφΑθ 3630/88 ΑρχΝ 1988. 726, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 53, αρ. 4.2.1., σελ. 300, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 120 και 122, Ι. Πιτσιρίκος, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, 2006, § 2, σελ. 6, Γ. Μικρούδης, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, σε ΕΕΔ 2007/449 επομ. [457]), όπως και η εργασία που παρέχει, επί ακινητοποιημένου, λόγω επισκευών, πλοίου, ο βοηθός μηχανικού που απασχολείται στις σχετικές εργασίες, χωρίς να έχει προηγουμένως ναυτολογηθεί, ώστε να αποτελεί μέλος του πληρώματός του (ΑΠ 1602/12 ΕΝαυτΔ 2013. 17, ΜονΕφΠειρ 326/23 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, contra ΕφΠειρ 145/06 ΠειρΝ 2006. 359). Στην προκειμένη περίπτωση, οι υπό κρίση εφέσεις έχουν εισαχθεί νομοτύπως, ενώπιον του παρόντος (3ου) Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, όπως διαπιστώνεται, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο, έχει λειτουργική αρμοδιότητα για την εκδίκασή τους, καθώς, κατά τον Κανονισμό της Εσωτερικής του Υπηρεσίας, δεν δικάζει ναυτεργατικές διαφορές, αλλά υποθέσεις με αιτία την παροχή χερσαίας εξαρτημένης εργασίας, όπως η ένδικη, δεδομένου ότι, υπό τα σχετικά εκτιθέμενα στην αγωγή, από τον ενάγοντα παρασχέθηκαν, αντί μηνιαίου μισθού, υπηρεσίες, πλέον του υπαλλήλου γραφείου στην έδρα της εναγομένης, και εργαζομένου σε επισκευαστικές εργασίες σε περισσότερα πλοία, στα οποία ο ίδιος δεν ναυτολογήθηκε, ούτε κατέστη μέλος του πληρώματός τους, ούτε μετείχε στους πλόες τους, προσλήφθηκε δε, για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, σε οποιονδήποτε τόπο ναυλωχούσαν τα πλοία, όταν υπήρχε ανάγκη συντήρησης και επισκευής τους, μετέχοντας απλώς στα συνεργεία που συγκροτούσε, κάθε φορά, η εναγομένη, προς το σκοπό αυτό.  Άλλωστε, και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την κρίση του, περί του ναυτικού χαρακτήρα της ένδικης διαφοράς, εξέφερε, μόνον, προκειμένου, όπως εκτιμάται, να θεμελιώσει την τοπική του αρμοδιότητα, χωρίς να αναγκαστεί να παραπέμψει, κατ’ ευθεία εφαρμογή του άρθρου 46 ΚΠολΔ, την αγωγή στο αρμόδιο, ενόψει της γενικής δωσιδικίας της εναγομένης, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.                Οι  ανωτέρω εφέσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως επιδόθηκε, στον εκκαλούντα, στις 18-12-2024 (βλ. την υπ’ αριθμ. …………../18-12-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς …………………..), ενώ η έφεση του τελευταίου είχε ήδη κατατεθεί στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 17-12-2024, ήτοι, προ της ως άνω επιδόσεως, η δε έφεση της εκκαλούσας κατατέθηκε στη Γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου, στις 9-1-2015, ήτοι, εντός της, προβλεπομένης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών, από την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρα 144 παρ. 2, 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.1, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ). Επομένως, οι εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2874/2000, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021 «1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)». Η ως άνω διάταξη τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του ν. 4808/2021, με έναρξη ισχύος από την 19.06.2021, ως εξής: «Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση, διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακώς δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας, έως τρεις (3) ώρες ημερησίως και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν πενήντα (150) ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής παράνομη υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%). 6. Με αποφάσεις του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών, επιπλέον των επιτρεπόμενων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης ετησίως της παρ. 3, σε περιπτώσεις επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβεβλημένη και δεν επιδέχεται αναβολή. Για την κατά τα ανωτέρω υπερωριακή απασχόληση, οι μισθωτοί δικαιούνται αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)».  Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (και οκτώ ώρες υπό το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας) και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (και πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 48 ωρών, υπό το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης. Αντίστοιχα, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέρα των εννέα ωρών ημερησίως για  όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και η πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται έξι ημέρες την εβδομάδα. Επισημαίνεται ότι για τη συνδρομή υπερεργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να ενδιαφέρει η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου (ΑΠ 493/19, ΑΠ 1602/11, ΑΠ 615/08, ΑΠ 338/08, ΑΠ 101/08 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των 9 ή 8 ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου, αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νομίμου ημερήσιου ωραρίου (ΑΠ 65/20, ΑΠ 732/18, ΜονΕΑ 441/21 ΝΟΜΟΣ). Συρροή δε υπερεργασίας και υπερωρία συντρέχει όταν: α) στο σύστημα πενθήμερης εργασίας υπάρχει απασχόληση σε μία ή περισσότερες ημέρες πάνω από 9 ώρες για παράλληλα οι ώρες εβδομαδιαίας εργασίας υπερβαίνουν τις 40. Νοείται βέβαια ότι οι ώρες της υπερεργασίας βρίσκονται, αφού αφαιρεθούν οι πάνω από 9 ώρες εργασία, οι οποίες αποτελούν υπερωρία, β) στο σύστημα εξαήμερης εργασίας υπάρχει απασχόληση σε μία ή περισσότερες ημέρες πάνω από 8 ώρες και παράλληλα οι ώρες εβδομαδιαίας εργασίας υπερβαίνουν τις 40. Στην περίπτωση αυτή, οι ώρες της υπερεργασίας βρίσκονται, αφού αφαιρεθούν οι πάνω από 8 ώρες εργασία, οι οποίες αποτελούν υπερωρία (Κων. Δ. Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, εκδ. 2020, σελ. 480). Περαιτέρω, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ή έβδομη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 418/04 ΕλλΔικ 47. 146, ΑΠ 1253/02 ΕλλΔικ 44. 163, ΑΠ 1207/02 ΕλλΔικ 44. 162, ΑΠ 679/01 ΔΕΝ 2002.1628, ΑΠ 24/00 ΔΕΝ 2000. 851), ενώ είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανόμενη για κάθε μια από τις υπόλοιπες, δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη), να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει, για κάθε μια από αυτές, το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο (ΑΠ 679/01 ΕλλΔικ 42. 1590, ΑΠ 119/97 ΕλλΔικ 38.1554), όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 και 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, για την εργασία των υπαγόμενων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά την έκτη (6η) ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή (κατά κανόνα) το Σάββατο, ώστε να οφείλεται, ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επομ. ΑΚ), ενόψει του ότι η εργασία αυτή είναι, παράνομη, ως παρασχεθείσα σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, το ποσό το οποίο ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως, αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης, χωρίς να δικαιούται ο εργαζόμενος και οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση (ΑΠ 175/13 ΔΕΕ 2013. 832, ΑΠ 191/11, ΑΠ 1413/09 ΝΟΜΟΣ). Το καθεστώς, όμως, αυτό διαφοροποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του νόμου 3846/2010, που ισχύει από 11.05.2010, ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου (ΦΕΚ Α΄66/11.05.2010), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35 του ίδιου νόμου, και ορίζει ότι: «η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, προσαυξημένο κατά 30%» (ΑΠ 315/17, ΑΠ 1985/17, ΕΑ 2870/18 ΝΟΜΟΣ). Η εργασία κατά την έκτη ημέρα επί πενθημέρου, και μετά την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, παραμένει παράνομη και, συνεπώς, άκυρη. Ο παράνομος χαρακτήρας της, άλλωστε, επιβεβαιώνεται από τη φράση του νομοθέτη «ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις», φράση που δεν θα είχε λόγο ύπαρξης, αν επρόκειτο περί νόμιμης απασχόλησης. Κατά συνέπεια, ορθότερο θα ήταν να γίνεται λόγος για «αποζημίωση» και όχι «αμοιβή» της συγκεκριμένης απασχόλησης (Λεβέντης-Παπαδημητρίου, «Ατομικό εργατικό Δίκαιο», σελ. 430). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 10 του βασιλικού διατάγματος 748/1966, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση, του άρθρου 4 παρ. 3 του νόμου 4504/1966 και 904 του Α.Κ., συνάγεται ότι ο μισθωτός, που απασχολήθηκε νόμιμα ή παράνομα κατά την ημέρα της Κυριακής ή άλλης κατά νόμο εξαιρέσιμης αργίας και με την προϋπόθεση ότι η απασχόλησή του αυτή υπερέβη τις πέντε (5) ώρες, δικαιούται αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και εντεύθεν έχει δικαίωμα, εκτός της προσαύξησης του 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του, σύμφωνα με τις 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, να αξιώσει και αποζημίωση για την προσφορά της εργασίας του κατά την ημέρα της Κυριακής, χωρίς να του δοθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας που αδικαιολόγητα αποκόμισε, ο εργοδότης από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, αποφεύγοντας έτσι ισόποση αμοιβή, που θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου κατά τηΗν ήμερα αυτή (ΑΠ 930/13 ΝΟΜΟΣ). Για την εργασία του, όμως, αυτή την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) στις περιπτώσεις εφαρμογής του συστήματος της πενθήμερης εργασίας, ο μισθωτός δεν δικαιούται αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), διότι η έκτη ημέρα της εβδομάδας δεν έχει το χαρακτήρα υποχρεωτικής αργίας, όπως η εβδόμη ημέρα της εβδομάδας και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, ούτε και αναλόγως, τα όσα ισχύουν για απασχόληση κατά τη διάρκεια των Κυριακών (ΑΠ 1004/20, ΑΠ 925/08 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 655 ΑΚ ορίζεται ότι: «Αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της με αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί προστασίας του ημερομισθίου», που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, μισθός είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων, αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα της παροχής υπερεργασίας, νόμιμης υπερωριακής εργασίας και επιτρεπόμενης απασχόλησής του σε ημέρα αργίας, αφού οι αμοιβές αυτές συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα από την παροχή εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται, από το άρθρο 655 ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε, με μόνη την πάροδο αυτής, να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος, κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και να οφείλει, έκτοτε, επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδαφ. α ΑΚ (ΟλΑΠ 39/02, ΟλΑΠ 40/02, ΑΠ 58/15, ΑΠ 854/05 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 51/05 ΕΕργΔ 2005. 644, ΑΠ 234/04, ΕΠειρ 236/14 ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, ασχέτως του άρθρου 655 ΑΚ, για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας τάσσεται, από το νόμο (άρθρα 10 της Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, του Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966), επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής, και δη, η 31η Δεκεμβρίου του αντιστοίχου έτους, για το δώρο Χριστουγέννων, η τελευταία το αργότερο ημέρα του οικείου έτους για τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, και η 30η Απριλίου, για το δώρο του Πάσχα, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 39/02, ΟλΑΠ 40/02, ΑΠ 750/10, ΑΠ 845/05, ΑΠ 233/04 ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα δεν αποτελούν μισθό, ούτε εν ευρεία έννοια, οι αποζημιώσεις και οι προσαυξήσεις (αστικές ποινές) που υποχρεούται να καταβάλλει ο εργοδότης στο μισθωτό για παράνομη εργασία, ήτοι για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, απασχόληση, παρά το νόμο, τα Σάββατα, τις Κυριακές ή για μη παροχή της, κατά νόμο, ετήσιας άδειας, από υπαιτιότητα του εργοδότη, αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα, για νομίμως παρασχεθείσα εργασία. Για τα χρέη αυτά, που δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας, δεν ορίζεται, από νόμο, δήλη ημέρα πληρωμής τους και οι τόκοι γι` αυτά αρχίζουν να τρέχουν από την επίδοση της αγωγής ή από την τυχόν προηγηθείσα όχληση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 346 και 340 ΑΚ (ΑΠ 58/15, ΑΠ 493/19, ΑΠ 1134/10, ΑΠ 233/04, ΑΠ 236/04 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα δε, αναφορικά με την παράνομη υπερωριακή απασχόληση, σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976, -που προέβλεπε ότι επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται από την πρώτη ώρα, πέραν των απαιτήσεών του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου, έχοντας, επομένως, δύο αξιώσεις, μία εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επί της οποίας ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 911 αρ.2 ΑΚ, για τη γένεση της τοκοδοσίας (ΑΠ 840/04 ΝΟΜΟΣ) και μία, ως αστική ποινή, για την οποία τόκοι οφείλονταν από την επίδοση-, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, μεταβλήθηκε από 1 Απριλίου 2000, το ανωτέρω νομοθετικό καθεστώς και ορίσθηκε στην παρ. 5 αυτού, για την περίπτωση της παροχής από το μισθωτό μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, ότι ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (ήτοι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%). Η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε, αρχικά, με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, και ορίσθηκε στις παρ. 4 και 5 αυτής ότι: «Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο (άρθρο 3 του ν.δ. 515/1970) διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία (παρ. 4). Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (παρ. 5)», εν συνεχεία, ως ήδη προεκτέθηκε, με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, με βάση το οποίο η παρ. 5 της ως άνω διατάξεως του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000 διαμορφώθηκε ως εξής: «Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)» και τέλος, με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021(ΦΕΚ Α 101/19.6.2021), με βάση το οποίο «Για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%)». Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του, τόσο με το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010, όσο και με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021, που εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση ως εκ του κρίσιμου χρόνου της αγωγής, σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση αμοιβής του μισθωτού από την εκ μέρους του παροχή κατ’ παράνομης υπερωρίας στηρίζεται ευθέως στο νόμο και όχι πλέον και στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Δηλαδή, από 1 Απριλίου 2000, μετά την έναρξη της ισχύος του άρθρου 4 του ανωτέρω νόμου 2874/2000, ο εργαζόμενος για την παράνομη (κατ` εξαίρεση) υπερωριακή απασχόλησή του δεν έχει πλέον δύο διακριτές αξιώσεις, όπως όριζε το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976, αλλά μία, για την θεμελίωση της οποίας μάλιστα δεν απαιτείται η επίκληση των προϋποθέσεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 314/17, ΑΠ 206/09, ΑΠ 196/08 ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια για τις αξιώσεις του αυτές, που δεν απορρέουν από νόμιμη παροχή εργασίας, οι τόκοι αρχίζουν να τρέχουν από την επίδοση της αγωγής (άρθ. 346 ΑΚ), εκτός εάν προηγουμένως εχώρησε σχετική όχληση προς τον εργοδότη κατά το άρθρο 340 του ΑΚ (ΑΠ 58/15, ΑΠ 1391/18 ΝΟΜΟΣ).  Τέλος, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 522, 524 παρ. 1, 525 παρ. 1 και 536 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το Εφετείο, στο οποίο με την άσκηση της εφέσεως μεταβιβάζεται η υπόθεση, εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτή και τους προσθέτους λόγους, έχει, ως προς την αγωγή, την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, συνεπώς, μπορεί, και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1417/19, ΑΠ 470/18, ΑΠ 781/17, ΑΠ 226/16, ΑΠ 845/11, ΑΠ 279/10, Καλλ. Μακρίδου, Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, έκδοση δ`, 2006, σελ. 140) το νόμω βάσιμο και το παραδεκτό αυτής (ΕΑ 755/20, ΕΑ 6053/19, ΕΑ 4424/19, ΕΑ 1166/19, ΕΑ 29/19, πρβλ. ΑΠ 40/06, ΑΠ 7/01 ΕλλΔικ 42. 925, ΑΠ 103/01 ΕλλΔικ 42. 714) και να την απορρίψει, αν δεν στηρίζεται στο νόμο ή ασκήθηκε απαραδέκτως, αρκεί, εκ του αποτελέσματος αυτού, να μην καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος, χωρίς να συντρέξει κάποια εκ των περιπτώσεων του άρθρου 536 ΚΠολΔ (ΑΠ 1417/19, ΑΠ 1396/19, ΑΠ 1290/19, ΑΠ 1631/17, ΑΠ 769/17, ΑΠ 207/17, ΑΠ 224/16, ΑΠ 1344/15, ΑΠ 258/15, ΑΠ 356/13, ΑΠ 1493/07, ΑΠ 786/07, Κυρ. Οικονόμου, Η Έφεση (Συστηματική κατ’ άρθρο ερμηνεία του Κ.Πολ.Δ.) 2017, άρθρο 522, αρ. 23, σελ. 191-192, όπου και περαιτέρω παραπομπές). Ειδικότερα δε, επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως δεκτή κατ’ ουσίαν, ολικώς ή εν μέρει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν κρίνει ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη (ΑΠ 1472/12 ΝοΒ 2013. 760, ΑΠ 1778/11 ΝοΒ 2011. 982, ΑΠ 1436/02 ΕλλΔικ 2004. 774), αόριστη (ΑΠ 1417/19, ΑΠ 1149/19, ΑΠ 258/15, ΑΠ 496/10, ΑΠ 298/10 ΝοΒ 2011. 979) ή απαράδεκτη (ΑΠ 258/15, ΑΠ 9/05 ΕλλΔικ 2005. 766), εξαφανίζει την απόφαση (δεν αρκεί απλή αντικατάσταση της αιτιολογίας, κατ’ άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ., καθόσον η απόρριψη της αγωγής για τους ως άνω τυπικούς λόγους άγει σε διαφορετικό διατακτικό – ΑΠ 40/06, ΑΠ 103/01 ΕλλΔικ 42. 714, ΑΠ 7/01 ΕλλΔικ 42. 925, ΑΠ 455/95 ΕλλΔικ 37. 1319) και απορρίπτει την αγωγή για έναν από τους ως άνω τυπικούς λόγους (ΑΠ 9/15, ΕΑ 7121/20, ΕΑ 2536/20, ΕΑ 744/20, ΕΑ 6394/19, ΕΑ 6357/19, ΕΑ 6053/19, ΕΑ 1166/19, ΕΑ 514/19, ΕΘεσ 1345/18, ΕΘεσ 923/18, πρβλ. ΑΠ 1344/15) και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου (ΑΠ 1417/19), αρκεί ο εκκαλών να ζητεί την απόρριψή της, έστω και για άλλους λόγους, και να μην εκδοθεί επιβλαβεστέρα γι’ αυτόν απόφαση (άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ) χωρίς αντέφεση του ενάγοντος (ΕΑ 2536/20, ΕΑ 5382/19, ΕΑ 723/18, ΕΠατρ. 279/18, ΕΑ 4924/12) και τούτο διότι η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον εκκαλούντα από την προσβληθείσα (ΑΠ 140/19, ΑΠ 258/15, ΑΠ 92/15, ΑΠ 1951/07, ΑΠ 7/01 ΕλλΔικ 2001. 925, ΜονΕΑ 294/22 ΝΟΜΟΣ, Π. Αρβανιτάκη, Η κατ’ ουσίαν έρευνα της υπόθεσης μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά τον Κ.Πολ.Δ., 2001, σελ. 57, σημ. 19). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτέθηκε, ως ανωτέρω, τυγχάνει μη νόμιμη, ως προς το παρεπόμενο αίτημά της για  επιδίκαση τόκων από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους κονδυλίου, ήτοι από το τέλος κάθε αντιστοίχου μηνός, άλλως από την απόλυση του ενάγοντος, για τα ποσά που μπορούν να ζητηθούν απευθείας με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και για τα ποσά που δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας, και δη, εκείνα που αφορούν στην παράνομη υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος, καθώς και στην εργασία του, κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, αφού αυτά δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία και, συνεπώς, σύμφωνα και με τα ως άνω διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη, δεν ορίζεται, από το νόμο, δήλη ημέρα καταβολής τους, με αποτέλεσμα οι τόκοι για τις αντίστοιχες απαιτήσεις να αρχίζουν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, και όχι από το τέλος εκάστου μηνός, κατά τον οποίο κάθε επιμέρους ως άνω απαίτηση του ενάγοντος αφορά, ούτε δε και από το χρόνο απολύσεως του τελευταίου, εφόσον ο ίδιος ουδόλως επικαλείται, στην αγωγή, κατά τον ανωτέρω χρόνο, όχληση, εκ μέρους του, προς την εναγομένη, για την καταβολή τους.

Από την υπ’ αριθμ. …../14-5-2024 ένορκη βεβαίωση του ………., που  ελήφθη, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ……………., με επιμέλεια  του ενάγοντος, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ. …./9-5-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …………), τις υπ’ αριθμ. …./11-6-2024, …./11-6-2024 και ……/11-6-2024 ένορκες βεβαιώσεις των …….……., αντίστοιχα, που ελήφθησαν, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., με επιμέλεια της εναγομένης, μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθμ. ……../6-6-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών . ……….), τις υπ’ αριθμ. …/31-1-2024, …/31-1-2024 και …../31-1-2024 ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν από την εναγομένη, ενώπιον της ως άνω Συμβολαιογράφου, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως του ενάγοντος, στο πλαίσιο συζήτησης έτερης, σε βάρος της, αγωγής του τελευταίου, με παρόμοιο, κατά τα ουσιώδη, περιεχόμενο, από το δικόγραφο της οποίας, ωστόσο, ο ίδιος παραιτήθηκε, ακολούθως, την υπ’ αριθμ. ……../6-9-2024 ένορκη βεβαίωση, που ελήφθη, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ………, στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της εναγομένης και άλλου υπαλλήλου της, όλα τα, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί) και τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψιν διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη, στις 22-2-2011, μεταξύ της εναγομένης εταιρίας, με αντικείμενο δραστηριότητας τη διαχείριση δεξαμενοπλοίων, ψυγείων και φορτηγών πλοίων, και του ενάγοντος, η πρώτη προσέλαβε τον τελευταίο, προκειμένου να εργασθεί, σε αυτήν, με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου, με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης, αντί συμβατικών μηνιαίων αποδοχών, ύψους 8.608,09 ευρώ, ήτοι με καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, ανερχόμενο στο ποσό των 51,64 (8.608,09 Χ 0,006) ευρώ. Τα καθήκοντα του ενάγοντος περιελάμβαναν την επιθεώρηση πλοίων και την παρακολούθηση των επισκευαστικών εργασιών, απασχολείτο δε, τόσο στην έδρα της εναγομένης, στο Ελληνικό Αττικής, όσο και εκτός έδρας, στο εξωτερικό, επισκεπτόμενος λιμένες, όπου ναυλωχούσαν τα πλοία και παρίστατο ανάγκη εκτέλεσης επισκευαστικών εργασιών και εργασιών συντήρησης και παρακολούθησης των ανωτέρω εργασιών. Το ως άνω ποσό των μηνιαίων αποδοχών, εξ 8.608,09 ευρώ, διατηρήθηκε, καθ’ όλη τη διάρκεια απασχολήσεως του ενάγοντος στην εναγομένη, ως, άλλωστε, και η ίδια συνομολογεί, παρότι, στην από 1-9-2019 τροποποίηση όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας του, οι αποδοχές αυτού ανήρχοντο στο ποσό των 1.625,84 ευρώ, καθόσον τη διαφορά, ύψους 6.982,25 (8.608,09 – 1.625,84) ευρώ, ο ενάγων συνέχιζε να τη λαμβάνει με τη μορφή μπόνους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα, μεταξύ άλλων διαλαμβανόμενα, στην από 6-9-2019 τροποποιητική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, στην οποία ο ενάγων αναφέρεται ως «Εργαζόμενος» και η εναγομένη ως «η Εταιρεία ή ο Εργοδότης»: «1. Η Εταιρία την 22-02-2011 προσέλαβε τον «Εργαζόμενο» με σύμβαση πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου ως υπάλληλο γραφείου. 2. Ήδη αμφότερα τα μέρη, σήμερα, αποφασίζουν την τροποποίηση των κάτωθι όρων της σύμβασης εργασίας του «Εργαζομένου», οι οποίοι θα ισχύουν από 1 Σεπτεμβρίου 2019 και εφεξής και έχουν ως ακολούθως: 2.1 Ο «Εργαζόμενος» λάμβανε ως μικτές μηνιαίες αποδοχές, επί των οποίων γίνονται οι ισχύουσες κάθε φορά κρατήσεις, το ποσό των ευρώ 8.608,09 μέχρι και σήμερα υπό την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου. Ήδη σήμερα, τα μέρη αποφάσισαν από κοινού, ότι οι ως άνω μικτές αποδοχές του Εργαζομένου δέον όπως τροποποιηθούν και ανέρχονται στο εξής ποσό των ευρώ  1.625,84 ευρώ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται ο κατώτατος νομοθετικά καθορισμένος μισθός και τυχόν πρόσθετη παροχή του Εργοδότη, η οποία οικειοθελώς δίδεται από την Εταιρεία. Επιπλέον, ρητά συμφωνείται, ότι οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του Εργαζομένου είναι σήμερα αυτές που προβλέπονται από τον εκάστοτε νομοθετικά καθορισμένο μισθό, σύμφωνα με το Ν. 4093/2012. Οι αποδοχές αυτές θα καταβάλλονται στον Εργαζόμενο δεδουλευμένες την πρώτη (1η) εργάσιμη ημέρα κάθε μηνός και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως την πέμπτη (5η) εργάσιμη. 2.2. Στις συνολικές μηνιαίες ακαθάριστες που καταβάλλονται κάθε φορά, και ειδικότερα στο τμήμα αυτών που τυχόν υπερβαίνει τις συνολικές νόμιμα αποδοχές (από συλλογικές συμβάσεις κλπ), περιλαμβάνονται και καταλογίζονται: α) όλες οι παροχές (βασικός μισθός, επίδομα γάμου, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας κλπ) που προβλέπονται ως υποχρεωτικές από οποιεσδήποτε διατάξεις (νόμους, διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις, συλλογικές συμβάσεις, διαιτητικές αποφάσεις κλπ) και β) η αμοιβή και προσαύξηση για παροχή υπερεργασίας, νυχτερινής εργασίας, εργασίας σε ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης/αργίας, εκτός έδρας εργασίας και για παροχή υπηρεσιών συναφών η μη προς τις κύριες υπηρεσίες που προσφέρει ο Εργαζόμενος ή θα προσφέρει προς οποιαδήποτε άλλη εταιρία συνδεδεμένη με τον Εργοδότη. Στις ως άνω καταβαλλόμενες αποδοχές καταλογίζεται, περιέχεται και συμψηφίζεται οποιαδήποτε αύξηση ή προσαύξηση ή αποζημίωση κτλ, ακόμη κι αν θεσπιστεί στο μέλλον, είτε ως αύξηση των ελάχιστων νομίμων ορίων, είτε ως προσθήκη επιδομάτων, διορθωτικών ποσών κτλ, είτε ως διαφορετικός υπολογισμός επιδόματος ή άλλου στοιχείου. 2.3. Οι ανωτέρω αποδοχές προσαυξάνονται μόνον για υπερωριακή απασχόληση και μόνον όταν αυτή πραγματοποιείται κατόπιν προγράμματος ή έγγραφης εντολής του νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας ή του προϊσταμένου του εργαζομένου. Ελλείψει της ως άνω προϋπόθεσης, ρητά συμφωνείται ότι η τυχόν απασχόληση του εργαζομένου πέραν του νομίμου ωραρίου του παρέχεται οικειοθελώς και εν αγνοία της εταιρείας, χωρίς να οφείλεται αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση…3. Αμφότερα τα μέρη δηλώνουν ότι αναγνωρίζουν την παρούσα ως καθ’ όλα έγκυρη και περιέχουσα την πλήρη συμφωνία μεταξύ των μερών σχετικά με το αντικείμενό της και καταργεί και κατισχύει κάθε προηγούμενης δήλωσης ή συμφωνίας των μερών που σχετίζεται με το αντικείμενο του παρόντος. Δηλώνουν δε, ότι παραιτούνται αμοιβαίως από κάθε δικαίωμά τους και κάθε αξίωσή τους, αγωγή και ένστασή τους προς διάρρηξη, προσβολή η ακύρωσή της για οιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή οιαδήποτε αιτία. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι όροι της από 22-02-2011 σύμβασης εργασίας και συγκεκριμένα τα συμβαλλόμενα μέρη αποδέχονται τα κάτωθι: 4…5. Ο Εργαζόμενος παρέχει τις υπηρεσίες του στα γραφεία που διατηρεί η Εταιρεία επί της …………. στο …………….. Συμφωνείται ρητά ότι ο Εργαζόμενος υποχρεούται να ταξιδεύει, για επαγγελματικούς σκοπούς οπουδήποτε στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό σύμφωνα με τις οδηγίες της Εταιρείας. 5.1. Η Εταιρεία δικαιούται, κατά την απόλυτη κρίση της και ανάλογα με τις επιχειρηματικές της ανάγκες, να αποστέλλει. μετακινεί ή/και να μεταθέτει τον Εργαζόμενο ανάλογα με τις ανάγκες της οποιοδήποτε άλλο τόπο αναπτύσσει ή πρόκειται να αναπτύξει δραστηριότητες, ή/και να δανείζει πλήρως ή μερικώς τις υπηρεσίες του, σε οιαδήποτε εταιρεία, χωρίς καμία πρόσθετη αμοιβή, αποζημίωση ή προσαύξηση, χωρίς αυτή η μετάθεση ή μετακίνηση, προσωρινή ή μόνιμη, να αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης. Άρνηση του Εργαζομένου να εκτελέσει τον παρόντα όρο σύμβασης, συνιστά καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του Εργαζομένου. Τέλος, ρητά συμφωνείται μεταξύ των μερών ότι αν παρίσταται ανάγκη, ο μισθωτός θα υποχρεούται να μεταβαίνει και να παρέχει προσωρινά την εργασία του σε οποιονδήποτε άλλο τόπο εντός ή εκτός της ελληνικής επικράτειας. Στην περίπτωση αυτή η Εταιρεία θα του καταβάλει απολογιστικά όλες τις πραγματικές δαπάνες της μετακίνησης και διαμονής του. 6. Η διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας του Εργαζομένου είναι σύμφωνη με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας. Η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει το εκάστοτε πρόγραμμα ημερήσιας εργασίας του Εργαζομένου, ανάλογα με τις οργανωτικές, λειτουργικές, εμπορικές και υπηρεσιακές ανάγκες της. Ειδικότερα, ο Εργαζόμενος θα παρέχει την εργασία του σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, 8 ώρες την ημέρα, πλέον διαλείμματος μιας (1) ώρας. Ειδικότερα, συμφωνείται ότι ανάλογα με τις ανάγκες της Εταιρείας, οι ακριβείς ημέρες εργασίας, καθώς και η ώρα έναρξης και λήξης της εργασίας θα προσδιορίζονται στον εκάστοτε αρμοδίως υποβαλλόμενο Πίνακα Προσωπικού από την Εταιρεία. Το δε ωράριο εργασίας συνεχές διακεκομμένο θα καθορίζεται από την Εταιρεία και μπορεί να ρυθμιστεί σε βάρδιες, ενώ σε περίπτωση υπηρεσιακών αναγκών η Εταιρεία μπορεί να μεταβάλλει την προγραμματισμένη βάρδια κατόπιν έγκαιρης ενημερώσεως του Εργαζομένου. 6.1. Το ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας, η ακριβής ώρα έναρξης και λήξης αυτού, τυχόν αλλαγή τους, η εβδομαδιαία ημέρα ανάπαυσης και γενικώς όλα τα στοιχεία του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου καθορίζονται και μπορούν να μεταβάλλονται ελεύθερα από την Εταιρεία. Το δικαίωμα αυτό της εταιρείας να καθορίζει ελεύθερα το εκάστοτε πρόγραμμα εργασίας δεν καταργείται ούτε περιορίζεται από τυχόν επί μακρό διάστημα απασχόληση του Εργαζόμενου στο ίδιο εν γένει ωράριο. 6.2. Ο χρόνος μετάβασης προς την εργασία και επιστροφής από αυτήν, ακόμη και αν δεν πρόκειται για το συμφωνημένο τόπο παροχής εργασίας, όπως επίσης και ο οικειοθελώς καταναλισκόμενος χρόνος πριν ή μετά την εργασία δεν θεωρείται χρόνος εργασίας. Ο Εργαζόμενος οφείλει να εκτελεί, ανάλογα με τις ανάγκες της εταιρείας, υπερωρίες, υπερεργασία, νυχτερινή εργασία ή εργασία κατά Κυριακές και εορτές, αλλά μόνο βάσει σχετικής έγγραφης εντολής από τον προϊστάμενο του. Συμφωνείται ότι ο Εργαζόμενος θα τελεί σε ετοιμότητα, υπό την έννοια ότι οποτεδήποτε (τόσο πριν, όσο και μετά τη λήξη του ωραρίου του αλλά και σε μέρα που δεν εργάζεται), σε περίπτωση έκτακτης περίστασης, μη επιδεχόμενης αναβολής, θα ειδοποιείται από την Εταιρία προκειμένου να μεταβαίνει αμέσως να προσφέρει την εργασία του…». Περαιτέρω, κατόπιν της προαναφερόμενης τροποποίησης, έλαβαν χώρα και άλλες τροποποιήσεις της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, με το συνολικό, όμως, ποσό των 8.608,06 ευρώ, που ελάμβανε ο τελευταίος, ως μηνιαίο μισθό και μπόνους, να παραμένει σταθερό. Ο ίδιος, σύμφωνα με τους όρους της ατομικής συμβάσεως εργασίας του, απασχολείτο στην εναγομένη, επί οκτώ ώρες, ημερησίως, ενώ ελάμβανε συνολικά μία ώρα διαλείμματος, η οποία ρητά συμφωνήθηκε ότι δεν θα αποτελούσε ώρα εργασίας. Συχνά δε ταξίδευε στο εξωτερικό, προκειμένου να εποπτεύει τις εργασίες επισκευής και συντήρησης, που διενεργούντο στα πλοία διαχείρισης της εναγομένης εταιρίας, ή να τα επιθεωρεί. Τον υπόλοιπο χρόνο, εργαζόταν στα γραφεία της εναγομένης, στην ως άνω έδρα της, συντάσσοντας αναφορές (reports) για τις εργασίες επισκευής ή συντήρησης που επόπτευε και για τις επιθεωρήσεις πλοίων που είχε επιμεληθεί. Ο ενάγων, καθ’ ο χρόνο εργαζόταν στα γραφεία της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε ότι χρειάστηκε να απασχοληθεί, πλέον του ως άνω οκταώρου, ημερησίως, καθόσον η εργασία του, ως άνω περιγράφηκε, ήταν περιορισμένη, κρίση που δεν αναιρείται από τα αναφερόμενα, περί σχετικής δεκάωρης καθημερινής εργασίας αυτού, από τον …………, στην υπ’ αριθμ. …………../14-5-2024 ένορκη βεβαίωσή του, καθώς ο τελευταίος ουδόλως αναφέρεται σε αυτή στο αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος. Επομένως, οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος για αμοιβή υπερεργασίας και υπερωρίας, για την εντός έδρας απασχόλησή του, τυγχάνουν απορριπτέες, ως ουσία αβάσιμες. Το πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε ομοίως, τις αξιώσεις αυτές, στην ουσία τους, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου εφέσεως του εκκαλούντος, ως αβάσιμου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο που ο ενάγων απασχολείτο εκτός της έδρας της εναγομένης, εργαζόταν, ημερησίως, τόσο τις καθημερινές, όσο και επί Σάββατα, Κυριακές και αργίες, επί 11ωρο, -γεγονός που δικαιολογείται, άλλωστε, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, από τη φύση των σχετικών, προαναφερομένων, στο εξωτερικό, καθηκόντων του-, πραγματοποιώντας, ανά εβδομάδα, 5 ώρες υπερεργασίας, ήτοι την 41η, 42η, 43η, 44η και 45η, και 10 ώρες παράνομης υπερωρίας (δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχαν τηρηθεί οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την πραγματοποίησή τους), και όχι επί 12ωρο, ως ισχυρίζεται ο ενάγων, με την αγωγή του, και δέχθηκε η εκκαλουμένη, εκτιμώντας εσφαλμένως τις αποδείξεις, γενομένου εν μέρει δεκτού του πρώτου λόγου εφέσεως της εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων δεν εργαζόταν τις ώρες αυτές που δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως κατ’ ουσίαν βάσιμου. Μάλιστα, ως προς το σκέλος του ως άνω λόγου εφέσεως της εναγομένης, με το οποίο η τελευταία ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 106, 108 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς, ειδικότερα, στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, είχε ρητά συμφωνηθεί ότι οι μηνιαίες αποδοχές του θα προσαυξάνοντο για υπερωριακή απασχόληση, μόνον εφόσον αυτή πραγματοποιείτο, κατόπιν προγράμματος ή έγγραφης εντολής του νομίμου εκπροσώπου της ή του προϊσταμένου του ενάγοντος, άλλως για την τυχόν υπερωριακή απασχόληση του δεν θα του οφείλετο οποιαδήποτε αμοιβή, συμφωνία που συνιστά έγκυρη δικονομική σύμβαση που καθορίζει συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, και δη πρόγραμμα ή έγγραφη εντολή των ανωτέρω προσώπων, εν προκειμένω δε τοιαύτα αποδεικτικά μέσα δεν προσκομίσθηκαν, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο σχετικός ισχυρισμός της τυγχάνει αβάσιμος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα, κατά τα προεκτιθέμενα, διαλαμβάνονται στον σχετικό όρο 2.3. της από 6-9-2019 τροποποιητικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος: «Οι ανωτέρω αποδοχές προσαυξάνονται μόνον για υπερωριακή απασχόληση και μόνον όταν αυτή πραγματοποιείται κατόπιν προγράμματος ή έγγραφης εντολής του νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας ή του προϊσταμένου του εργαζομένου. Ελλείψει της ως άνω προϋπόθεσης, ρητά συμφωνείται ότι η τυχόν απασχόληση του εργαζομένου πέραν του νομίμου ωραρίου του παρέχεται οικειοθελώς και εν αγνοία της εταιρείας, χωρίς να οφείλεται αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση». Από την επισκόπηση του περιεχομένου του ως άνω όρου, σαφώς συνάγεται ότι ουδόλως αποτυπώνεται σε αυτόν συμφωνία, με την οποία καθιερώνεται αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη της υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος, παρά μόνο τίθενται προϋποθέσεις για την καταβολή αμοιβής στον ενάγοντα, σε περίπτωση υπερωριακής απασχόλησής του. Περαιτέρω, αναφορικά δε με την εκτός έδρας εργασία του ενάγοντος, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος πραγματοποίησε τα ακόλουθα ταξίδια, απασχολούμενος, επί 11ωρο, κατά τις κατωτέρω ημέρες (που δεν συμπίπτουν με τη διάρκεια του εκάστοτε ταξιδιού), κατά τις οποίες εκτελέσθηκαν εργασίες επιθεώρησης/εποπτείας εργασιών συντήρησης, εκτελώντας τις κάτωθι ώρες υπερεργασίας/παράνομης υπερωρίας: 1) Βέλγιο (Γάνδη), με διάρκεια ταξιδιού από 13-1-2018 έως 19-1-2018, αιτία την απλή επιθεώρηση και διάρκεια της επιθεώρησης από 14-1-2018 έως 18-1-2018, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 8/1/2018 έως 14/1/2018: μία (1) Κυριακή (14/2), 2) για την εβδομάδα από 15/1/2018 έως 21/1/2018: τέσσερις (4) καθημερινές, ήτοι την 15η/1 (Δευτέρα), 16η/1 (Τρίτη), 17η/1 (Τετάρτη), 18η/1 (Πέμπτη), πραγματοποιώντας 8 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 4 ημέρες) υπερωρία, 2) Κίνα, με διάρκεια ταξιδιού από 4-2-2018 έως 8-3-2018, αιτία την απλή επιθεώρηση και  διάρκεια της επιθεώρησης από 13-2-2018 έως 7-3-2018, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 12/2/2018 έως 18/2/2018: τέσσερις (4) καθημερινές, ήτοι την 13η/2 (Τρίτη), 14η/2 (Τετάρτη), 15η/2 (Πέμπτη), 16η/2 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 8 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 4 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (17/2) και μία (1) Κυριακή (18/2), 2) για την εβδομάδα από 19/2/2018 έως 25/2/2018: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 19η/2 (Δευτέρα), 20η/2 (Τρίτη), 21η/2 (Τετάρτη), 22η/2 (Πέμπτη), 23η/2 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (24/2) και μία (1) Κυριακή (25/2), 3) για την εβδομάδα από 26/2/2018 έως 4/3/2018: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 26η/2 (Δευτέρα), 27η/2 (Τρίτη), 28η/2 (Τετάρτη), 1η/3 (Πέμπτη), 2η/3  (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και  10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (3/4) και μία (1) Κυριακή (4/3), 4) για την εβδομάδα από 5/3/2018 έως 11/3/2018: τρεις (3) καθημερινές, ήτοι την 5η/3 (Δευτέρα), 6η/3 (Τρίτη), 7η/3 (Τετάρτη), πραγματοποιώντας 6 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 3 ημέρες) υπερωρία, 3) Κίνα, με διάρκεια ταξιδιού από 3-7-2018 έως 23-7-2018, αιτία τις απλές επιθεωρήσεις και διάρκεια των επιθεωρήσεων από 7-7-2018 έως 9-7-2018, από 10-7-2018 έως 13-7-2018 και από 15-7-2018 έως 21-7-2018, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 2/7/2018 έως 8/7/2018: ένα (1) Σάββατο (7/7) και μία (1) Κυριακή (8/7), 2) για την εβδομάδα από 9/7/2018 έως 15/7/2018: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 9η/7 (Δευτέρα), 10η/7 (Τρίτη), 11η/7 (Τετάρτη), 12η/7 (Πέμπτη), 13η/7 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και μία (1) Κυριακή (15/7), 3) για την εβδομάδα από 16/7/2018 έως 22/7/2018: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 16η/7 (Δευτέρα), 17η/7 (Τρίτη), 18η/7 (Τετάρτη), 19η/7 (Πέμπτη), 20η/7 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (21/7), 4) Κίνα, με διάρκεια ταξιδιού από 14-8-2018 έως 30-8-2018, αιτία την απλή επιθεώρηση και διάρκεια της επιθεώρησης από 16-8-2018 έως 29-8-2018, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 13/8/2018 έως 19/8/2018: δύο καθημερινές, ήτοι  την 16η/8 (Πέμπτη), 17η/8 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 4 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 2 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (18/8) και μία (1) Κυριακή (19/8), 2) για την εβδομάδα από 20/8/2018 έως 26/8/2018: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 20η/8 (Δευτέρα), 21η/8 (Τρίτη), 22η/8 (Τετάρτη), 23η/8 (Πέμπτη), 24η/8 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (25/8) και μία (1) Κυριακή (26/8), 3) για την εβδομάδα από 27/8/2018 έως 2/9/2018: τρεις (3) καθημερινές, ήτοι την 27η/8 (Δευτέρα), 28η/8 (Τρίτη), 29η/8 (Τετάρτη), πραγματοποιώντας 6 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 3 ημέρες) υπερωρία, 5) Κίνα, με διάρκεια ταξιδιού από 2-11-2018 έως 26-11-2018, αιτία την απλή επιθεώρηση και διάρκεια της επιθεώρησης από 4-11-2018 έως 25-11-2018, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 29/10/2018 έως 4/11/2018: μία (1) Κυριακή (4/11), 2) για την εβδομάδα από 5/11/2018 έως 11/11/2018: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 5η/11 (Δευτέρα), 6η/11 (Τρίτη), 7η/11 (Τετάρτη), 8η/11 (Πέμπτη), 9η/11 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (10/11) και μία (1) Κυριακή (11/11), 3) για την εβδομάδα από 12/11/2018 έως 18/11/2018: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 12η/11 (Δευτέρα), 13η/11 (Τρίτη), 14η/11 (Τετάρτη), 15η/11 (Πέμπτη), 16η/11 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία,  καθώς και ένα (1) Σάββατο (17/11) και μία (1) Κυριακή (18/11), 4) για την εβδομάδα από 19/11/2018 έως 25/11/2018: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 19η/11 (Δευτέρα), 20η/11 (Τρίτη), 21η/11 (Τετάρτη), 22η/11 (Πέμπτη), 23η/11 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (24/11) και μία (1) Κυριακή (25/11), 6) Ισπανία, με διάρκεια ταξιδιού από 10-12-2018 έως 20-12-2018, αιτία την απλή επιθεώρηση και διάρκεια της επιθεώρησης από 10-12-2018 έως 19-12-2018, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 10/12/2018 έως 16/12/2018: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 10η/12 (Δευτέρα), 11η/12 (Τρίτη), 12η/12 (Τετάρτη), 13η/12 (Πέμπτη), 14η/12 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (15/12) και μία (1) Κυριακή (16/12), 2) για την εβδομάδα από 17/12/2018 έως 23/12/2018: τρεις (3) καθημερινές, ήτοι την 17η/12 (Δευτέρα), 18η/12 (Τρίτη), 19η/12 (Τετάρτη), πραγματοποιώντας 6 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 3 ημέρες) υπερωρία, 7) Κίνα, με διάρκεια ταξιδιού από 28-1-2019 έως 5-4-2019, αιτία τις εργασίες επισκευής- συντήρησης και διάρκεια των εργασιών από 19-2-2019 έως 28-3-2019, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 18/2/2019 έως 24/2/2019: τέσσερις (4) καθημερινές, ήτοι την 19η/2 (Τρίτη), 20η/5 (Τετάρτη), 21η/2 (Πέμπτη), 22η/2 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας  8 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 4 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (23/2) και μία (1) Κυριακή (24/2), 2) για την εβδομάδα από 25/2/2019 έως 3/3/2019: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 25η/2 (Δευτέρα), 26η/2 (Τρίτη), 27η/2 (Τετάρτη), 28η/2 (Πέμπτη), 1η/3 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (2/3) και μία (1) Κυριακή (3/3), 3) για την εβδομάδα από 4/3/2019 έως 10/3/2019: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 4η/3 (Δευτέρα), 5η/3 (Τρίτη), 6η/3 (Τετάρτη), 7η/3 (Πέμπτη), 8η/3 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (9/3) και μία (1) Κυριακή (10/3), 4) για την εβδομάδα από 11/3/2019 έως 17/3/2019: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 11η/3 (Δευτέρα), 12η/3 (Τρίτη), 13η/3 (Τετάρτη), 14η/3 (Πέμπτη), 15η/3 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (16/3) και μία (1) Κυριακή (17/3), 5) για την εβδομάδα από 18/3/2019 έως 24/3/2019: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 18η/3 (Δευτέρα), 19η/3 (Τρίτη), 20η/3 (Τετάρτη), 21η/3 (Πέμπτη), 22η/3 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (23/3) και μία (1) Κυριακή (24/3), 6) για την εβδομάδα από 25/3/2019 έως 31/3/2019: τρείς (3) καθημερινές, ήτοι την 26η/3 (Τρίτη), 27η/3 (Τετάρτη), 28η/3 (Πέμπτη) πραγματοποιώντας 6 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 3 ημέρες) υπερωρία, καθώς και μία (1) αργία (Δευτέρα 25/3), 8) Αίγυπτος, με διάρκεια ταξιδιού από 18-5-2019 έως 27-5-2019, αιτία την απλή επιθεώρηση και διάρκεια της επιθεώρησης από 18-5-2019 έως 26-5-2019, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 13/5/2019 έως 19/5/2019: ένα (1) Σάββατο (18/5) και μία (1) Κυριακή (19/5), 2) για την εβδομάδα από 20/5/2019 έως 26/5/2019: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 20η/5 (Δευτέρα), 21η/5 (Τρίτη), 22η/5 (Τετάρτη), 23η/5 (Πέμπτη), 24η/5 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (25/5) και μία (1) Κυριακή (26/5), 9) Πακιστάν, με διάρκεια ταξιδιού από 9-6-2019 έως 22-6-2019, αιτία την απλή επιθεώρηση και διάρκεια της επιθεώρησης από 9-6-2019 έως 21-6-2019, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 3/6/2019 έως 9/6/2019: μία (1) Κυριακή (9/6), 2) για την εβδομάδα από 10/6/2019 έως 16/6/2019: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 10η/6 (Δευτέρα), 11η/6 (Τρίτη), 12η/6 (Τετάρτη), 13η/6 (Πέμπτη), 14η/6 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (15/6) και μία (1) Κυριακή (16/6), 3) για την εβδομάδα από 17/6/2019 έως 23/6/2019: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 17η/6 (Δευτέρα), 18η/6 (Τρίτη), 19η/6 (Τετάρτη), 20η/6 (Πέμπτη), 21η/6 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, 10) Παναμάς, με διάρκεια ταξιδιού από 16-8-2019 έως 11-9-2019, αιτία τις απλές επιθεωρήσεις και διάρκεια των επιθεωρήσεων: από 17-8-2019 έως 19-8-2019,  από 23-8-20129 έως 29-9-2019 και από 31-8-2019 έως 9-9-2019, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 12/8/2019 έως 18/8/2019:  ένα (1) Σάββατο (17/8) και μία (1) Κυριακή (25/8), 2) για την εβδομάδα από 19/8/2019 έως 25/7/2019: δύο (2) καθημερινές, ήτοι την 19η/8 (Δευτέρα) και 23η/8 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 4 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 2 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (24/8) και μία (1) Κυριακή (25/9), 3) για την εβδομάδα από 26/8/2019 έως 1/9/2019: τέσσερις (4) καθημερινές, ήτοι την 26η/8 (Δευτέρα), 27η/8 (Τρίτη), 28η/8 (Τετάρτη), 29η/8 (Πέμπτη) πραγματοποιώντας 8 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 4 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (31/8) και μία (1) Κυριακή (1/9), 4) για την εβδομάδα από 2/9/2019 έως 8/9/2019: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 2η/9 (Δευτέρα), 3η/9 (Τρίτη), 4η/9 (Τετάρτη), 5η/9 (Πέμπτη), 6η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (7/9) και μία (1) Κυριακή (8/9), 5) για την εβδομάδα από 9/9/2019 έως 15/9/2019: μία καθημερινή, ήτοι την 9η/9 (Δευτέρα), πραγματοποιώντας 2 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 1 ημέρα) υπερωρία, 11) Νότια Αφρική, με διάρκεια ταξιδιού από 14-10-2019 έως 26-10-2019, αιτία τις απλές επιθεωρήσεις και διάρκεια των επιθεωρήσεων: από 22-10-2019 έως 24-10-2019 και από 24-10-2019 έως 25-10-2019, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: για την εβδομάδα από 21/10/2019 έως 27/10/2019: τέσσερις (4) καθημερινές, ήτοι την 22η/10 (Τρίτη), 23η/10 (Τετάρτη), 24η/10 (Πέμπτη) και 25η/10 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 8 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 4 ημέρες) υπερωρία, 12) Φιλιππίνες, με διάρκεια ταξιδιού από 6-1-2020 έως 15-2-2020, αιτία τις εργασίες επισκευής- συντήρησης και διάρκεια των εργασιών: από 7-1-2020 έως 12-2-2020, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 6/1/2020 έως 12/1/2020: τέσσερις (4) καθημερινές, ήτοι την 7η/1 (Τρίτη), 8η/1 (Τετάρτη), 9η/1 (Πέμπτη) και 10η/1 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας  8 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 4 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (11/1) και μία (1) Κυριακή (12/1), 2) για την εβδομάδα από 13/1/2020 έως 19/1/2020: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 13η/1 (Δευτέρα), 14η/1 (Τρίτη), 15η/1 (Τετάρτη), 16η/1 (Πέμπτη) και 17η/1 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (18/1) και μία (1) Κυριακή (19/1), 3) για την εβδομάδα από 20/1/2020 έως 26/1/2020: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 20η/1 (Δευτέρα), 21η/1 (Τρίτη), 22η/1 (Τετάρτη), 23η/1 (Πέμπτη) και 24η/1 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (25/1) και μία (1) Κυριακή (26/1), 4) για την εβδομάδα από 27/1/2020 έως 2/2/2020: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 27η/1 (Δευτέρα), 28η/1 (Τρίτη), 29η/1 (Τετάρτη), 30η/1 (Πέμπτη) και 31η/1 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (1/2) και μία (1) Κυριακή (2/2), 5) για την εβδομάδα από 3/2/2020 έως 9/2/2020: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 3η/2 (Δευτέρα), 4η/2 (Τρίτη), 5η/2 (Τετάρτη), 6η/2 (Πέμπτη) και 7η/2 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (8/2) και μία (1) Κυριακή (9/2), 6) για την εβδομάδα από 10/2/2020 έως 16/2/2020: τρείς (3) καθημερινές, ήτοι την 10/2 (Δευτέρα), 11η/2 (Τρίτη), 12η/1 (Τετάρτη), πραγματοποιώντας 6 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 3 ημέρες) υπερωρία, 13) Κίνα, με διάρκεια ταξιδιού από 10-2-2021 έως 29-10-2021, αιτία τις εργασίες επισκευής – συντήρησης και διάρκεια των εργασιών από 14-3-2021 έως 8-5-2021 και από 16-8-2021 έως 28-9-2021, όπου συγκεκριμένα πραγματοποίησε: 1) για την εβδομάδα από 8/3/2021 έως 14/3/2021:  μία (1) Κυριακή (14/3), 2) για την εβδομάδα από 15/3/2021 έως 21/3/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 15η/2 (Δευτέρα), 16η/2 (Τρίτη), 17η/2 (Τετάρτη), 18η/2 (Πέμπτη) και 19η/2 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (20/2) και μία (1) Κυριακή (21/2), 3) για την εβδομάδα από 22/3/2021 έως 28/3/2021: τέσσερις (4) καθημερινές, ήτοι την 22η/3 (Δευτέρα), 23η/2 (Τρίτη), 24η/2 (Τετάρτη), 26η/3 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 8 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 4 ημέρες) υπερωρία,  καθώς και ένα (1) Σάββατο (27/3), μία (1) Κυριακή (28/3) και μία (1) αργία (Πέμπτη 25/3), 4) για την εβδομάδα από 29/3/2021 έως 4/4/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 29η/3 (Δευτέρα), 30η/3 (Τρίτη), 31η/3 (Τετάρτη), 1η/4 (Πέμπτη), 2α/4 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (3/4) και μία (1) Κυριακή (4/4), 5) για την εβδομάδα από 5/4/2021 έως 11/4/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 5η/3 (Δευτέρα), 6η/3 (Τρίτη), 7η/3 (Τετάρτη), 8η/4 (Πέμπτη), 9η/4 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (10/4) και μία (1) Κυριακή (11/4), 6) για την εβδομάδα από 12/4/2021 έως 18/4/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 12η/4 (Δευτέρα), 13η/4 (Τρίτη), 14η/4 (Τετάρτη), 15η/4 (Πέμπτη), 16η/4 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (17/4) και μία (1) Κυριακή (18/4), 7) για την εβδομάδα από 19/4/2021 έως 25/4/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 19η/4 (Δευτέρα), 20η/4 (Τρίτη), 21η/4 (Τετάρτη), 22η/4 (Πέμπτη), 23η/4 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (24/4) και μία (1) Κυριακή (25/4), 8) για την εβδομάδα από 26/4/2021 έως 2/5/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 26η/4 (Δευτέρα), 27η/4 (Τρίτη), 28η/4 (Τετάρτη), 29η/4 (Πέμπτη), 30η/4 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (1/5) και μία (1) Κυριακή – αργία του Πάσχα (2/5), 9) για την εβδομάδα από 3/5/2021 έως 9/5/2021: τρείς (3) καθημερινές, ήτοι την 5η/5 (Τετάρτη), 6η/5 (Πέμπτη), 7η/5 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 6 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 3 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (8/5) και δύο (2) αργίες (Δευτέρα 3/5, Δεύτερη μέρα του Πάσχα και Τρίτη 4/5, κατά την οποία μεταφέρθηκε η αργία της Πρωτομαγιάς 2021), 10) για την εβδομάδα από 16/8/2021 έως 22/8/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 16η/8 (Δευτέρα), 17η/8 (Τρίτη), 18η/8 (Τετάρτη), 19η/8 (Πέμπτη), 20η/8 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (21/8) και μία (1) Κυριακή (22/8), 11) για την εβδομάδα από 23/8/2021 έως 29/8/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 23η/8 (Δευτέρα), 24η/8 (Τρίτη), 25η/8 (Τετάρτη), 26η/8 (Πέμπτη), 27η/8 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (28/8) και μία (1) Κυριακή (29/8), 12) για την εβδομάδα από 30/8/2021 έως 5/9/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 30η/8 (Δευτέρα), 31η/8 (Τρίτη), 1η/9 (Τετάρτη), 2η/9 (Πέμπτη), 3η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (4/9) και μία (1) Κυριακή (5/9), 13) για την εβδομάδα από 6/9/2021 έως 12/9/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 6η/9 (Δευτέρα), 7η/9 (Τρίτη), 8η/9 (Τετάρτη), 9η/9 (Πέμπτη), 10η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (11/9) και μία (1) Κυριακή (12/9), 14) για την εβδομάδα από 13/9/2021 έως 19/9/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 13η/9 (Δευτέρα), 14η/9 (Τρίτη), 15η/9 (Τετάρτη), 16η/9 (Πέμπτη), 17η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (18/9) και μία (1) Κυριακή (19/9), 15) για την εβδομάδα από 20/9/2021 έως 26/9/2021: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 20η/9 (Δευτέρα), 21η/9 (Τρίτη), 22η/9 (Τετάρτη), 23η/9 (Πέμπτη), 24η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (25/9) και μία (1) Κυριακή (26/9), 16) για την εβδομάδα από 27/9/2021 έως 3/10/2021: δύο (2) καθημερινές, ήτοι την 27η/9 (Δευτέρα) και 28η/9 (Τρίτη), πραγματοποιώντας 4 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 2 ημέρες) υπερωρία, 14) Ολλανδία, με διάρκεια ταξιδιού από 17-6-2022 έως 15-7-2022, αιτία την απλή επιθεώρηση και διάρκεια της επιθεώρησης από 17-6-2022 έως 4-7-2022, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 13/6/2022 έως 19/6/2022: μία (1) καθημερινή, ήτοι την 17η/6 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 2 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 1 ημέρα) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (18/6) και μία (1) Κυριακή (19/6), 2) για την εβδομάδα από 20/9/2022 έως 26/6/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 20η/6 (Δευτέρα), 21η/6 (Τρίτη), 22η/6 (Τετάρτη), 23η/6 (Πέμπτη), 24η/6 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (25/6) και μία (1) Κυριακή (26/6), 3) για την εβδομάδα από 27/6/2022 έως 3/7/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 27η/6 (Δευτέρα), 28η/6 (Τρίτη), 29η/6 (Τετάρτη), 30η/6 (Πέμπτη), 1η/7 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (2/7) και μία (1) Κυριακή (3/7), 4) για την εβδομάδα από 4/7/2022 έως 10/7/2022: μία (1) καθημερινή, ήτοι την 4η/7 (Δευτέρα), πραγματοποιώντας 2 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 1 ημέρα) υπερωρία, 15) Τουρκία, με διάρκεια ταξιδιού από 18-7-2022 έως 4-11-2022, αιτία τις εργασίες επισκευής – συντήρησης και διάρκεια εργασιών από 18-7-2022 έως 17-10-2022, όπου συγκεκριμένα εργάσθηκε: 1) για την εβδομάδα από 18/7/2022 έως 24/7/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 18η/7 (Δευτέρα), 19η/7 (Τρίτη), 20η/7 (Τετάρτη), 21η/7 (Πέμπτη), 22η/7 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (23/7) και μία (1) Κυριακή (24/7), 2) για την εβδομάδα από 25/7/2022 έως 31/7/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 25η/7 (Δευτέρα), 26η/7 (Τρίτη), 27η/7 (Τετάρτη), 28η/7 (Πέμπτη), 29η/7 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (30/7) και μία (1) Κυριακή (31/7), 3) για την εβδομάδα από 1/8/2022 έως 7/8/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 1η/8 (Δευτέρα), 2η/8 (Τρίτη), 3η/8 (Τετάρτη), 4η/8 (Πέμπτη), 5η/8 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (6/8) και μία (1) Κυριακή (7/8), 4) για την εβδομάδα από 8/8/2022 έως 14/8/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 8η/8 (Δευτέρα), 9η/8 (Τρίτη), 10η/8 (Τετάρτη), 11η/8 (Πέμπτη), 12η/8 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (13/8) και μία (1) Κυριακή (14/8), 5) για την εβδομάδα από 15/8/2022 έως 21/8/2022: τέσσερις (4) καθημερινές, ήτοι την 16η/8 (Τρίτη), 17η/8 (Τετάρτη), 18η/8 (Πέμπτη), 19η/8 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 8 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 4 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (20/8), μία (1) Κυριακή (21/8) και μία αργία (Δευτέρα 15/8), 6) για την εβδομάδα από 22/8/2022 έως 28/8/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 22η/8 (Δευτέρα), 23η/8 (Τρίτη), 24η/8 (Τετάρτη), 25η/8 (Πέμπτη), 26η/8 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (27/8) και μία (1) Κυριακή (28/8), 7) για την εβδομάδα από 29/8/2022 έως 4/9/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 29η/8 (Δευτέρα), 30η/8 (Τρίτη), 31η/8 (Τετάρτη), 1η/9 (Πέμπτη), 2η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (3/9) και μία (1) Κυριακή (4/9), 8) για την εβδομάδα από 5/9/2022 έως 11/9/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 5η/9 (Δευτέρα), 6η/9 (Τρίτη), 7η/9 (Τετάρτη), 8η/9 (Πέμπτη), 9η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (10/9) και μία (1) Κυριακή (11/9), 9) για την εβδομάδα από 12/9/2022 έως 18/9/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 12η/9 (Δευτέρα), 13η/9 (Τρίτη), 14η/9 (Τετάρτη), 15η/9 (Πέμπτη), 16η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (17/9) και μία (1) Κυριακή (18/9), 10) για την εβδομάδα από 19/9/2022 έως 25/9/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 19η/9 (Δευτέρα), 20η/9 (Τρίτη), 21η/9 (Τετάρτη), 22η/9 (Πέμπτη), 23η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (24/9) και μία (1) Κυριακή (25/9), 11) για την εβδομάδα από 26/9/2022 έως 2/10/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 26η/9 (Δευτέρα), 27η/9 (Τρίτη), 28η/9 (Τετάρτη), 29η/9 (Πέμπτη), 30η/9 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (1/10) και μία (1) Κυριακή (2/10), 12) για την εβδομάδα από 3/10/2022 έως 9/10/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 3η/10 (Δευτέρα), 4η/10 (Τρίτη), 5η/10 (Τετάρτη), 6η/10 (Πέμπτη), 7η/10 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (8/10) και μία (1) Κυριακή (9/10), 13) για την εβδομάδα από 10/10/2022 έως 16/10/2022: πέντε (5) καθημερινές, ήτοι την 10η/10 (Δευτέρα), 11η/10 (Τρίτη), 12η/10 (Τετάρτη), 13η/10 (Πέμπτη), 14η/10 (Παρασκευή), πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 5 ημέρες) υπερωρία, καθώς και ένα (1) Σάββατο (15/10) και μία (1) Κυριακή (16/10), 14) για την εβδομάδα από 17/10/2022 έως 23/10/2022: μία (1) καθημερινή, ήτοι την 17η/10 (Δευτέρα), πραγματοποιώντας 2 ώρες (2 ώρες/ημέρα Χ 1 ημέρα) υπερωρία. Συνεπώς, ο ενάγων πραγματοποίησε, συνολικά, κατά τις καθημερινές: α) 235  ώρες υπερεργασία, εκ των οποίων 80 ώρες έως 1-9-2019 και 155 ώρες μετά την 1η-9-2019 και β) 590 ώρες υπερωρίας, εκ των οποίων 372 ώρες έως 19-6-2021 και 218 ώρες μετά τις 19-6-2021. Επίσης, εργάσθηκε συνολικά, επί 58 Σάββατα, εκ των οποίων 22 Σάββατα έως 1-9-2019, και επί 61 Κυριακές, εκ των οποίων 25 Κυριακές έως 1-9-2019, καθώς και επί 6 αργίες, μετά την 1η-9-2019. Για δε την ως άνω υπερεργασία του, έως τις 1-9-2019, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της από 6-9-2019 τροποποιητικής συμβάσεως εργασίας του, ο ενάγων, βάσει του καταβαλλομένου ωρομισθίου του, ύψους 51,64 (8.608,09 Χ 0,006) ευρώ, εδικαιούτο ποσό 4.956,80 {61,96 ευρώ [51,64 ευρώ ωρομίσθιο + 10,32 (51,64 Χ 20%) ευρώ η προσαύξηση 20% για την υπερεργασία επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου] Χ 80 ώρες}ευρώ. Επίσης, για την υπερωριακή εργασία του έως τις 16-9-2021, εδικαιούτο ποσό  34.577,40 {92,95 ευρώ [51,64 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο +  41,31 (51,64 Χ 80%) ευρώ η προσαύξηση 80% για τις υπερωρίες επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου] Χ 372 ώρες} ευρώ, ενώ, για την υπερωριακή εργασία του μετά τις 16-9-2021, εδικαιούτο ποσό 24.764,80 {113,60 ευρώ [51,64 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο +  61,96 (51,64 Χ 120%) ευρώ η προσαύξηση 120% για τις υπερωρίες επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου] Χ 218 ώρες} ευρώ, και συνολικά, για την ως άνω αιτία, ποσό 59.342,20 (34.577,40 + 24.764,80) ευρώ. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη του καταβαλλόμενου ημερομισθίου του, ύψους 344,32 (8.608,09 : 25) ευρώ, για την οκτάωρη εργασία του κατά τα 22 Σάββατα έως 1-9-2019, ο ενάγων εδικαιούτο ποσό 9.847,42 ευρώ {447,61 ευρώ [344,32 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + 103,29  (344,32 Χ 30%) ευρώ η προσαύξηση 30% για την εργασία το Σάββατο] Χ 22 Σάββατα} και για την υπερωριακή απασχόλησή του, επί 4 ώρες για καθένα από τα Σάββατα αυτά, ποσό 10.633,04 ευρώ = 22 Σάββατα Χ 4 ώρες Χ 120,83 ευρώ το ωρομίσθιο {67,13 ευρώ [51,64 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 15,49 (51,64 Χ 30%) ευρώ η προσαύξηση 30% του Σαββάτου] + 53,70 [(67,13 Χ 80%) ευρώ η προσαύξηση 80% για τις υπερωρίες]} και συνολικά, για την εργασία του κατά τα ανωτέρω Σάββατα, ποσό 20.480,46 (9.847,42 + 10.633,04) ευρώ. Ακολούθως, για την οκτάωρη εργασία του τις 25 Κυριακές έως 1-9-2019, λαμβανομένων υπόψη και των νομίμων, σύμφωνα με την από 1-9-2018 ΣΣΕ για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων σε διαχειρίστριες εταιρίες ποντοπόρων φορτηγών πλοίων, μηνιαίων αποδοχών του, ύψους, κατά τον ανωτέρω χρόνο, 1.625,84 ευρώ, και, συνακόλουθα του ημερομισθίου του, 65,03 (1.625,84 : 25) ευρώ και του ωρομισθίου του 9,75 (65,03 Χ 6 : 40) ευρώ, ο ενάγων εδικαιούτο, ως προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ημερομισθίου του, ποσό 1.219,25 ευρώ [48,77 (65,03 Χ 75%) ευρώ Χ 25 Κυριακές}ευρώ και, για την υπερωριακή απασχόλησή του, επί 4 ώρες για εκάστη των Κυριακών αυτών, ποσό 10.611 ευρώ = 25  Κυριακές Χ 4 ώρες Χ 106,11 ευρώ το ωρομίσθιο {58,95 [51,64 ευρώ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 7,31 (9,75 Χ 75%) ευρώ η προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου του] + 47,16 (58,95 Χ 80%) ευρώ η προσαύξηση 80% για τις υπερωρίες]} ευρώ, και συνολικά, για την εργασία του, κατά τις ως άνω Κυριακές, ποσό 11.839,25 (1.219,25 + 10.611) ευρώ. Σημειωτέον ότι ο ενάγων δεν εδικαιούτο για εκάστη των ως άνω Κυριακών, κατά τις οποίες παρείχε την εργασία του στην εναγομένη, πλέον της προσαύξησης 75%, και τον ημερήσιο μισθό του,  καθώς, δεν αναφέρεται στην αγωγή του εάν στην ακολουθούσα κάθε Κυριακή εβδομάδα ο ίδιος έτυχε ή όχι αναπληρωματικής ανάπαυσης, απορριπτομένου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου, ως αόριστου. Κρίνοντας ομοίως η εναγομένη περί της απορρίψεως του κονδυλίου αυτού, ορθά εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου τετάρτου λόγου εφέσεως του εκκαλούντος, ως αβάσιμου. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε, ότι ο ενάγων εδικαιούτο, για όλο το αιτούμενο στην αγωγή διάστημα, ως αμοιβή για την παρασχεθείσα υπερεργασία του, συνολικό ποσό 18.175,34 ευρώ, για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του, συνολικό ποσό 63.657,13 ευρώ, για την οκτάωρη απασχόλησή του τα Σάββατα, συνολικό ποσό 25.961,66 ευρώ, για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του τα Σάββατα, συνολικό ποσό 30.395,36 ευρώ, για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του τις Κυριακές, συνολικό ποσό 27.969,20 ευρώ, ως προσαύξηση, για την οκτάωρη απασχόλησή του τις Κυριακές, συνολικό ποσό 3.572,16 ευρώ. Επίσης, ως επίδομα Χριστουγέννων έτους 2018, ποσό 8.966,75 ευρώ, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 4.459,42 ευρώ, ώστε να του οφείλεται η διαφορά ύψους 4.507,33 ευρώ, ως επίδομα Χριστουγέννων έτους 2019, ποσό 8.966,75 ευρώ, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 4.459,42 ευρώ, ώστε να του οφείλεται η διαφορά ύψους 4.507,33 ευρώ,  ως επίδομα Πάσχα έτους 2018, ποσό 4.483,17 ευρώ, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 2.117,90 ευρώ, ώστε να του οφείλεται η διαφορά, ύψους 2.365,47 ευρώ και ως επίδομα Πάσχα έτους 2019, ποσό 4.483,17 ευρώ, έναντι του οποίου του καταβλήθηκε ποσό 2.117,90 ευρώ, ώστε να του οφείλεται η διαφορά, ύψους 2.365,47 ευρώ, επίσης δε, ως επιδόματα Χριστουγέννων ετών 2020, 2021 και 2022, τα αντίστοιχα ποσά των 8.966,75 ευρώ, 8.966,75 ευρώ και 8.708,40 ευρώ, έναντι των οποίων του καταβλήθηκε ποσό 4.459,42 ευρώ, 4.459,42 ευρώ και 4.007,90 ευρώ, ώστε να του οφείλεται, αντίστοιχα, η διαφορά ύψους 4.507,33 ευρώ, 4.507,33 ευρώ και 4.700,50 ευρώ, ως επιδόματα Πάσχα ετών 2020, 2021 και 2022, τα αντίστοιχα ποσά των 4.483,37 ευρώ, 4.483,37 ευρώ και 4.704,19 ευρώ, έναντι των οποίων του καταβλήθηκε ποσό 2.117,90 ευρώ, 2.117,90 ευρώ και 2.117,90 ευρώ, ώστε να του οφείλεται, αντίστοιχα, η διαφορά ύψους 2.365,47 ευρώ, 2.365,47 ευρώ και 2.586,29 ευρώ, ως αποδοχές αδείας έτους 2022, ποσό 9.408,39 ευρώ, έναντι των οποίων του καταβλήθηκε ποσό 8.608,09 ευρώ, ώστε να του οφείλεται η διαφορά ύψους 800,30 ευρώ, και ως επιδόματα αδείας ετών 2020, 2021 και 2022, τα αντίστοιχα ποσά των 4.304,45 ευρώ, 4.304,45 ευρώ και 4.704,19 ευρώ, έναντι των οποίων του καταβλήθηκε ποσό 805,67 ευρώ, 805,67 ευρώ και 805,76 ευρώ, ώστε να του οφείλεται, αντίστοιχα, η διαφορά ύψους 3.498,37 ευρώ, 3.498,37 ευρώ και 3.898,52 ευρώ. Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση την μεν αξίωση του ενάγοντος, αναφορικά με την υπερωριακή του απασχόληση, που έκρινε, κατά τα ανωτέρω, βάσιμη, απέρριψε, ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, τις δε ανωτέρω επιδικασθείσες με αυτήν απαιτήσεις του τελευταίου, σχετικά με την υπερεργασία του, την οκτάωρη απασχόλησή του τα Σάββατα, τις Κυριακές, αργίες και τα ως άνω επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματα αδείας και αποδοχές αδείας, συνολικού ποσού 94.183 ευρώ, απέρριψε στην ουσία τους, κάνοντας δεκτό, ως ουσιαστικά βάσιμο, σχετικό, στηριζομένο στο άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 4020/1959, ισχυρισμό της εναγομένης περί καταλογισμού (κατ’ εφαρμογήν του ως άνω υπ’ αριθμ. 2.2. όρου της από 6-9-2019 τροποποιητικής συμβάσεως εργασίας) αυτών, στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που έλαβε ο ενάγων, καθ’ όλο το αιτούμενο με την αγωγή διάστημα εργασίας του, συνολικού ύψους 411.394,17 ευρώ, έχοντας, προηγουμένως, απορρίψει ένσταση της εναγομένης περί αποσβέσεως, δια καταβολής, των αξιώσεων σχετικά με τα ως άνω επιδόματα εορτών, τα επιδόματα αδείας και τις αποδοχές αδείας, ως ουσία αβάσιμη. Ο ενάγων, με τον δεύτερο λόγο εφέσεώς του, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενη, ως βάσιμη, κατ’ ουσίαν, την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης περί καταλογισμού στις υπέρτερες αποδοχές του, της αμοιβής για παρασχεθείσα, εκ μέρους του, υπερεργασία, οκτάωρη εργασία, κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές καθώς και των επιδομάτων των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα, με βάση συμφωνία τους, και για το διάστημα εργασίας του πριν την 1η-9-2019 (ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της από 6-9-2019 τροποιητικής συμβάσεως εργασίας του), ισχυριζόμενος ότι τοιαύτη συμφωνία ουδόλως είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, για το προγενέστερο της 1ης-9-2019 διάστημα. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ουσιαστικά βάσιμος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η έχουσα το σχετικό βάρος απόδειξης της ενστάσεως αυτής εναγομένη ουδόλως προσκομίζει, ως έχουσα στην κατοχή της, υπό την ιδιότητα της εργοδότριας του ενάγοντος, την ισχύουσα προ της 1ης-9-2019 σύμβαση εργασίας του τελευταίου, από το περιεχόμενο της οποίας και θα προέκυπτε η ύπαρξη ή μη σχετικής συμφωνίας των διαδίκων, όπως τοιαύτη συμφωνία διαλαμβάνεται στην από 6-9-2019 τροποποιητική σύμβαση, μη αρκούντων προς απόδειξη του σχετικού περί καταλογισμού ισχυρισμού της, όσων επ’ αυτού διαλαμβάνονται από τον ……….. και τον …………… στις αντίστοιχες υπ’ αριθμ. ……/2024 και ……./2024 ένορκες βεβαιώσεις τους, -στις οποίες, ειδικότερα, ο μεν πρώτος αναφέρει ότι ο ενάγων, κατά την πρόσληψή του, συμφώνησε να περιλαμβάνεται στο μισθό αυτού κάθε επίδομα, καθώς και κάθε αμοιβή και προσαύξηση αμοιβής για υπερεργασία, νυχτερινή εργασία, εργασία εκτός έδρας και εργασία, κατά τα Σάββατα, Κυριακές και αργίες, εφόσον παρεχόταν τέτοια εργασία, και ο δεύτερος ότι, στον κλάδο της ναυτιλίας, ο μισθός είναι κλειστός, ότι όταν γίνεται η πρόσληψη, οι εργαζόμενοι συμφωνούν τον μισθό, που είναι υψηλότερος από την Σ.Σ.Ε. και γνωρίζουν ότι, εφόσον απαιτείτο να εργασθούν πέραν του ωραρίου τους ή σε μη εργάσιμες ημέρες, δεν δικαιούντο αμοιβή, διότι η αμοιβή για την εργασία αυτή είχε υπολογισθεί στο μισθό τους- δοθέντος και του ότι ως, αντιθέτως, ανέφερε, ο …………., στην υπ’ αριθμ. ……./2024 ένορκη βεβαίωσή του, ο ενάγων, επιπλέον του μηνιαίου μισθού του, ρητά συμφώνησε να πληρώνεται τις υπερωρίες, τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες που θα εργαζόταν, με βάση το συμφωνηθέντα μισθό του, ουδέποτε δε συμφώνησε ότι ο μισθός του θα περιελάμβανε τις υπερωρίες και την εργασία του, κατά τα Σαββατοκύριακα, ούτε ότι θα συμψηφίζεται με τις ως άνω αξιώσεις του, καθώς γνώριζε ότι η φύση της εργασίας του ήταν να απασχολείται όσες ώρες απαιτούντο κάθε φορά, λόγω της ιδιαιτερότητας της ειδικότητάς του, και μάλιστα όταν η εργασία του αυτή παρείχετο, εκτός έδρας, επειδή επιβιβαζόταν σε πλοία της εναγομένης, επί πέντε με έξι μήνες το χρόνο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έσφαλε σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, απορρίπτοντας, κατά τα ανωτέρω, τις αξιώσεις του ενάγοντος, σχετικά με υπερεργασία και την οκτάωρη εργασία του, κατά τα Σάββατα και Κυριακές έως την 1η-9-2019, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2018 και Πάσχα 2018 και 2019, γεγομένου δεκτού του ως άνω συναφούς λόγου εφέσεως του εκκαλούντος, ως ουσιαστικά βάσιμου. Περαιτέρω, η εναγομένη, με τον δεύτερο λόγο εφέσεώς της, πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διότι δέχθηκε ότι ο εναγόμενος, διατηρεί σε βάρος της, αξιώσεις για επιδόματα Πάσχα ετών 2018-2022, συνολικού ποσού 12.048,17 ευρώ, για επιδόματα Χριστουγέννων 2018-2022, συνολικού ποσού 22.729,82 ευρώ, για αποδοχές αδείας 2022, ποσού 800,30 ευρώ και για επιδόματα αδείας 2020-2022, συνολικού ποσού 10.895,26 ευρώ, αφού, προηγουμένως, εσφαλμένα συνυπολόγισε στα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας του έτους 2022 του εναγομένου αναλογία υπερεργασίας που ο ίδιος δεν παρείχε, απορρίπτοντας, την ένσταση εξοφλήσεως που είχε πρωτοδίκως προβάλλει και επαναφέρει με τον ως άνω λόγο έφεσης. Συγκεκριμένα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σχετικό λόγο εφέσεώς της, η εναγομένη επικαλείται, βάσει της μηχανογραφικά τηρούμενης λογιστικής καρτέλας αποδοχών και του του ατομικού λογαριασμού ασφάλισης του ενάγοντος σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο από αυτόν αντίγραφο αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού του στην Εθνική Τράπεζα, καταβολές της προς τον ενάγοντα, ποσού 6.415,92 ευρώ, στις 3-4-2018, εκ του οποίου 4.298,02 ευρώ εξοφλεί το μισθό Μαρτίου 2018 και 2.117,90 ευρώ εξοφλεί το επίδομα Πάσχα 2018, ποσού 4.459,42 ευρώ, στις 20-12-2018, που εξοφλεί το επίδομα Χριστουγέννων, και ποσού 2.117,90 ευρώ, στις 22-4-2019, που εξοφλεί το επίδομα Πάσχα 2019, άπαντα καθαρά πληρωτέα στον ενάγοντα, με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές του, ύψους 8.608,09 ευρώ, ενώ, δοθέντος ότι, καίτοι, στην από 6-9-2019 τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος αναφέρθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ανήρχοντο στο μικτό ποσό των 1.625,84 ευρώ, παρέμειναν στο ίδιο ως άνω ποσό των 8.608,09 ευρώ μικτά έως τη λύση της σύμβασης εργασίας του, καθόσον η διαφορά καταβαλλόταν στον ενάγοντα ως bonus, με τη διαφορά ως bonus καταβλήθηκαν στον ενάγοντα και τα επιδόματα εορτών και αδείας, για το μετά την 1-9-2019 διάστημα, και δη: α) για τα επιδόματα Πάσχα 2020, 2021 και 2022, αντίστοιχα, τα μικτά ποσά των 843,32 ευρώ, 818,50 ευρώ και 818,50 ευρώ και τα αντίστοιχα καθαρά πληρωτέα ποσά των 620,98 ευρώ (καταβολή στις 15-4-2020), 621,37 ευρώ (καταβολή στις 23-4-2021) και 621,37 ευρώ (καταβολή στις 18-4-2022) και τη διαφορά ως bonus, ήτοι, για το επίδομα Πάσχα 2020, τη διαφορά ως μέρος του bonus 5/2020, συνολικού ποσού μικτά 15.956,10 ευρώ και καθαρά πληρωτέα 13.650 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 7-5-2020, για το επίδομα Πάσχα 2021, τη διαφορά ως μέρος του bonus 5/2021, συνολικού ποσού μικτά 15.737,71 ευρώ και καθαρά πληρωτέα 13.650 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 7-5-2021 και για το επίδομα Πάσχα 2022, τη διαφορά ως μέρος του bonus 5/2022, συνολικού ποσού μικτά 15.737,70 ευρώ και καθαρά πληρωτέα 13.650 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 5-5-2022, β) για τα επιδόματα Χριστουγέννων 2019, 2020, 2021 και 2022, αντίστοιχα τα μικτά ποσά των 1.693,56 ευρώ, 1.637 ευρώ, 1637 ευρώ και 1.477,61 ευρώ και τα αντίστοιχα καθαρά πληρωτέα ποσά των 1.243,26 ευρώ (καταβολή στις 19-12-2019), 1.241,96 ευρώ (καταβολή στις 17-12-2020) 1.242,73 (καταβολή στις 17-12-2021) και 1.159,23 ευρώ (καταβολή στις 2-12-2022 ως μέρος του καταβληθέντος ποσού των 18.089,23 ευρώ) και τη διαφορά ως bonus, ήτοι, για το επίδομα Χριστουγέννων 2019, τη διαφορά ως μέρος του bonus 12/2019, συνολικού ποσού μικτά 9.258,16 ευρώ και καθαρά πληρωτέα 7.200 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 16-12-2019, για το επίδομα Χριστουγέννων 2020, τη διαφορά ως bonus 12/2020, συνολικού ποσού μικτά 4.606,12 ευρώ και καθαρά πληρωτέα 3.900 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 23-12-2020, για το επίδομα Χριστουγέννων 2021, τη διαφορά ως bonus 12/2021, συνολικού ποσού μικτά 4.541,21 ευρώ και καθαρά πληρωτέα 3.900 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 22-12-2021 και για το επίδομα Χριστουγέννων 2022, τη διαφορά ως μέρος του bonus 12/2022, συνολικού ποσού μικτά 5.366,92 ευρώ και γ) για τα επιδόματα αδείας 2020, 2021 και 2022, αντίστοιχα τα μικτά ποσά των 805,67 ευρώ, 785,76 ευρώ και 783,48 ευρώ και το καθαρά πληρωτέο ποσό των 600 ευρώ, κάθε φορά (καταβολές στις 17-7-2020, 16-7-2021 και 13-7-2022) και τη διαφορά ως bonus, ήτοι, για το επίδομα αδείας 2020, τη διαφορά ως μέρος του bonus 8/2020, συνολικού ποσού μικτά 15.898,30 ευρώ και καθαρά πληρωτέα 13.650 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 4-8-2020, για το επίδομα αδείας 2021, τη διαφορά ως μέρος του bonus 8/2021, συνολικού ποσού μικτά 15.737,70 ευρώ και καθαρά πληρωτέα 13.650 ευρώ, που καταβλήθηκε στις 4-8-2021 και για το επίδομα αδείας 2022, τη διαφορά ως μέρος του bonus 8/2022, συνολικού ποσού μικτά 15.702,64 ευρώ και καθαρά πληρωτέα 13.650, που καταβλήθηκε στις 2-8-2022. Ο ανωτέρω λόγος εφέσεως, αναφορικά με τα επιδόματα εορτών Πάσχα 2018 και  2019, καθώς και το επίδομα Χριστουγέννων 2018, αντιστοίχου ύψους 4.483,39 ευρώ, 4.483,39 ευρώ και 8.966,76 ευρώ, πρέπει να γίνει δεκτός, και ως κατ’ ουσίαν βάσιμος, καθώς τα ποσά που ισχυρίζεται ότι έλαβε ο ενάγων, για τις ως άνω αιτίες, και ανέρχονται αντίστοιχα, ως προεκτέθηκε, σε 2.117,90 ευρώ, 4.459,42 ευρώ και 2.117,90 ευρώ, είναι, όπως αποδεικνύεται και από την καρτέλα αποδοχών του, τα αντίστοιχα καθαρά πληρωτέα που αυτός εδικαιούτο, για τις αιτίες αυτές, και τα οποία, ως καθαρά, καταβλήθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, με αποτέλεσμα ουδέν να οφείλεται στον ενάγοντα, για τα ανωτέρω επιδόματα. Επομένως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε, ως προς τα επιδόματα αυτά, την ως άνω ένσταση εξοφλήσεως. Περαιτέρω, αναφορικά με τα λοιπά ως άνω επίδικα επιδόματα, και δη, τα επιδόματα Πάσχα ετών 2020, 2021 και 2022, τα επιδόματα Χριστουγέννων ετών 2019, 2020, 2021 και 2022, τα επιδόματα αδείας ετών 2020, 2021 και 2022 και τις αποδοχές αδείας 2022, η εναγομένη, ως προκύπτει από τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα, επικαλείται απόσβεση των σχετικών με αυτά αξιώσεων, δια καταβολής ποσών, -μικρότερων ή ίσων, σε σχέση με αυτά που ο ενάγων επικαλείται ότι έλαβε από αυτήν και αφαιρεί ο ίδιος, για το λόγο τούτο, από τα αντίστοιχα ποσά που ισχυρίζεται ότι δικαιούται με την αγωγή του-, και δια καταλογισμού του υπολοίπου αυτών ποσού στις υπέρτερες αποδοχές του. Η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την υποβληθείσα ως άνω ένσταση εξόφλησης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη ειδικότερα ότι η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει μόνο καρτέλα αποδοχών, δίχως τα σχετικά τραπεζικά εμβάσματα ή αποδείξεις μισθοδοσίας που να φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος, ο δε τελευταίος συνομολογεί μέρος μόνο των αναφερομένων από την εναγομένη ποσών, τα οποία και μόνο αυτά αφαιρέθηκαν. Ακολούθως δε, απέρριψε τις σχετικές αξιώσεις, στην ουσία τους, δεχόμενη, ως προεκτέθηκε, ισχυρισμό της εναγομένης περί καταλογισμού των ανωτέρω, καθώς και άλλων, ως άνω αναφερομένων απαιτήσεων του ενάγοντος, στις υπέρτερες αποδοχές του. Υπό τα ως άνω διαλαμβανόμενα, συνάγεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το αληθές περιεχόμενό της, απέρριψε την ανωτέρω ένταση εξοφλήσεως των αξιώσεων αυτών του ενάγοντος δια καταβολής. Ο σχετικός ως άνω περί καταβολής ισχυρισμός τυγχάνει, πράγματι, απορριπτέος, καθώς, εφόσον τα ποσά που επικαλείται η εναγομένη ότι έχει καταβάλει για τις ως άνω αιτίες, στον ενάγοντα, έχουν ήδη αφαιρεθεί από αυτόν, με την αγωγή του, δεν αποτελούν επίδικα. Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε τον δια καταβολής ισχυρισμό περί εξοφλήσεως των ανωτέρω αξιώσεων της εναγομένης, έστω και με άλλη αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως, ως αβάσιμου. Περαιτέρω, ο ενάγων, με τον πρώτο λόγο εφέσεώς του, ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι οι αξιώσεις του, λόγω της υπερωριακής του εργασίας, ασκήθηκαν καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, κατά παραδοχή σχετικής περί καταχρήσεως ενστάσεως της εναγομένης, -την οποία η τελευταία προέβαλε, πρωτοδίκως, επικουρικώς, αναφορικά με άπασες τις αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος, και παραδεκτώς επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τις προτάσεις της-, με αποτέλεσμα να απορρίψει αυτές, ως ουσία αβάσιμες. Επί του ανωτέρω λόγου εφέσεως, λεκτέα είναι τα εξής: Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο έχει έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και ανηθικότητας στις συναλλαγές και έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως, έτσι, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και επί δικαιωμάτων, που πηγάζουν, επίσης, από διάταξη δημοσίας τάξεως, όπως είναι (και) το δικαίωμα που πηγάζει από την παροχή παράνομης υπερωρίας, εάν η συμπεριφορά του δικαιούχου εμφανίζεται να υπερακοντίζει, καταδήλως, τα ως άνω όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών, του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1115/20 Ιστοσελίδα ΑΠ). Επομένως, και παρά το γεγονός ότι η συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου, κατά την οποία η αποζημίωση ή αμοιβή, που οφείλεται για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, όπως και η προσαύξηση στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο καλύπτονται, με την πληρωμή μισθού μεγαλύτερου από το νόμιμο, είναι άκυρη (άρθρο 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959), παρά ταύτα, η επί σειρά ετών αποδοχή, ως οικονομικώς συμφέρουσας από τον εργαζόμενο, συμφωνίας του με τον εργοδότη του, ως προς την υπερωριακή του εργασία, ότι αυτή θα καλύπτεται από τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, σε συνδυασμό με τη μη διαμαρτυρία του για μη καταβολή επιπλέον αμοιβής για την εν λόγω εργασία και η, εκ της μη διαμαρτυρίας του, δημιουργία στον εργοδότη, της εύλογης πεποίθησης ότι η συμφωνία αυτή ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του εργαζομένου, καλύπτει το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1115/2020 ο.π.). Περαιτέρω, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων σε συνδυασμό με την αδράνεια του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς, για τα συμφέροντά του, επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται, επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος, υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν, εις βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του. Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί, μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη. Ειδικότερα καταχρηστική, κατά την ανωτέρω διάταξη, άσκηση του δικαιώματος του δικαιούχου συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα, για την επίτευξη πρόσθετου οφέλους (ΑΠ 1316/21 Ιστοσελίδα ΑΠ). Περαιτέρω, επί αξιώσεων απολυθέντος εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κλπ., μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο – εργοδότη, δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι, αυτός (εργαζόμενος) δεν προτίθεται ν’ ασκήσει τις αξιώσεις αυτές (ΑΠ 909/17 Ιστοσελίδα ΑΠ). Εξάλλου, η μη διαμαρτυρία του ενάγοντος εργαζομένου προς τον εναγόμενο – εργοδότη, έστω κι αν συνοδεύεται από αδράνεια του δικαιούχου προς άσκηση των δικαιωμάτων του και αδιαμαρτύρητη είσπραξη αποδοχών, κατώτερων των δικαιουμένων, καθώς επίσης και η ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί, από την, εκ των υστέρων, άσκηση των δικαιωμάτων από τον δικαιούχο εργαζόμενο, δεν πληρούν το πραγματικό του 281 ΑΚ, αλλά, προκειμένου η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, απαιτείται, επιπλέον, η συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά, τόσο του δικαιούχου ενάγοντος, όσο και του υποχρέου, η τελευταία των οποίων να συνδέεται αιτιωδώς με την όμοια του δικαιούχου (ΑΠ 909/17 ο.π.). Εξάλλου, όπως προελέχθη, η συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου, κατά την οποία η αποζημίωση ή αμοιβή, που οφείλεται για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου, όπως και η προσαύξηση στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο καλύπτονται, με την πληρωμή μισθού μεγαλύτερου από το νόμιμο, είναι άκυρη (άρθρο 8 παρ.4 ν.δ. 4020/1959). Έγκυρη εν τούτοις είναι η συμφωνία (άρθρο 361 ΑΚ) περί καταλογισμού από τον εργοδότη της προσαυξήσεως – αμοιβής για την υπερεργασία, που θα παρασχεθεί στο μέλλον στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές του εργαζομένου. Επίσης, έγκυρη είναι η συμφωνία (άρθρο 361 AK) περί προκαταβολής της αποζημιώσεως για συγκεκριμένη παράνομη υπερωριακή εργασία, που πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον και του καταλογισμού της στην αξίωση για την πράγματι παρασχεθείσα (AΠ 1520/03). Η εναγομένη, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαδικασία, ισχυρίσθηκε επικουρικά και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση ότι κριθούν βάσιμοι οι αγωγικοί ισχυρισμοί, ότι η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί, διότι οι ένδικες απαιτήσεις ασκούνται, υπό του ενάγοντος, καταχρηστικά, ενόψει του ότι: α) μεταξύ των διαδίκων είχαν συνομολογηθεί μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, πενταπλάσιες των ελαχίστων νομίμων, β) η σχετική συμφωνία ήταν οικονομικά συμφέρουσα για τον ενάγοντα, γεγονός το οποίο ο ίδιος γνώριζε και αποδεχόταν, γ) καθ’ όλη τη διάρκεια της ένδικης εργασιακής σχέσης, ο ενάγων δεν διαμαρτυρήθηκε για όσα σχετικά αξιώνει, δ) η εναγομένη δεν θα είχε προβεί στην ως άνω συμφωνία για καταβολή τόσο υψηλών αποδοχών, εάν γνώριζε ότι ο ενάγων, εκ των υστέρων, ήτοι, μετά τη λύση της εργασιακής τους σχέσης, θα προέβαινε στις ένδικες διεκδικήσεις, ε) η επί μακρό χρόνο καταβολή σημαντικά υπέρτερων των νομίμων αποδοχών στον ενάγοντα τελεί σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του και στ) με την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, επιχειρείται η αποτροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο μιας ομαλής και αρμονικής εργασιακής σχέσης και προκαλείται σημαντική βλάβη στην ίδια, με ιδιαίτερα επαχθείς οικονομικές συνέπειες. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την  εκκαλουμένη απόφασή του, κρίνοντας τον ανωτέρω ισχυρισμό του ενάγοντος, αναφορικά, μόνον, με τις αξιώσεις αυτού σχετικά με την υπερωριακή απασχόλησή του, δοθέντος ότι τις λοιπές αγωγικές αξιώσεις είχε ήδη απορρίψει, ως ουσία αβάσιμες, απεφάνθη ότι ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος, δεχόμενο ειδικότερα ότι «ο ενάγων καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας του γνώριζε λόγω της μεγάλης διαφοράς μεταξύ του καταβαλλόμενου – επιπλέον του νομίμου – μισθού και των αξιώσεων για απασχόληση πέραν του οκταώρου ότι η συμφωνία περί των αποδοχών που είχε συνάψει με την εναγόμενη ήταν οικονομικά συμφέρουσα γι’ αυτόν. Κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης του που διήρκησε 11 και πλέον έτη με υψηλές αποδοχές, δεν διαμαρτυρήθηκε για τις απολαβές του, ενώ για την εκτός έδρας εργασία του είχε πλήρη κάλυψη των δαπανών του, τις αποδείξεις των οποίων προσκόμιζε στην εναγομένη, η επιπλέον ελάμβανε 100€ ανά ημέρα απασχόλησης. Η ως άνω συμπεριφορά του ενάγοντος δημιουργούσε εδραία και εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι η συμφωνία στην οποία είχαν έλθει ήταν συμφέρουσα για τον εργαζόμενο και ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του. Άλλωστε η πληρωμή σ’ αυτόν αμοιβής πενταπλάσιας περίπου από αυτήν που θα εισέπραττε αν δεν είχαν συνάψει συμφωνία κλειστού μισθού, είχε λάβει χώρα υπό την αυτονόητη προϋπόθεση να μην προβεί ο ενάγων εκ των υστέρων σε διεκδίκηση σε βάρος της εναγομένης, παραιτούμενος από τη διεκδίκηση των υπερωριών των οποίων η αξία ήταν πολύ μικρή σε σχέση με την αμοιβή που του κατέβαλε η εναγομένη. Κατά τον τρόπο αυτό η καταβολή στον ενάγοντα πενταπλάσιου σχεδόν ποσού από το νόμιμο δημιουργούσε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων, σε συνδυασμό με το ότι επί σειρά ετών ουδέποτε διατύπωσε διαφωνία σχετικά με την εκκαθάριση των μηνιαίων αποδοχών του και ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί για το λόγο αυτό, μέχρι δε και το τέλος της απασχόλησής του πραγματοποιούσε δίχως ενδοιασμό μακρινά πολυήμερα ταξίδια, είναι πλήρως ικανοποιημένος, δεν διατηρεί αξίωση από την επίδικη αυτή αιτία και ουδέποτε θα επανέλθει να διεκδικήσει την υπερωριακή του απασχόληση. Η δε λήψη από τον ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα επιπλέον της νόμιμης μηνιαίας αμοιβής του, ποσού 411.394,17€, δεν θα ελάμβανε χώρα εάν υπήρχε υπόνοια εκ μέρους της εναγομένης, ότι ο ενάγων θα διεκδικούσε την αμοιβή της υπερωριακής του απασχόλησης, ενώ σημειώνεται ότι οι καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος υπερκάλυπταν το σύνολο των αποδοχών του ενάγοντος ως αυτές ανωτέρω περιγράφηκαν. Η μεταγενέστερη επιδίωξη των αξιώσεων αυτών συνιστά σε κάθε περίπτωση καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεδομένου ότι α) είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι η διαφορών φύσης απαίτησης του ενάγοντος (εξαιρουμένων των υπερωριών για τις οποίες δεν είναι έγκυρη μια σχετική συμφωνία) θα καλύπτονταν (συμψηφίζονταν) με την καταβολή σε αυτόν αποδοχών μεγαλύτερων (υπέρτερων) αυτό που προβλέπονταν από τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, β) είχε γίνει αποδεκτό και από τον ίδιο τον ενάγοντα ότι οι υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που λάμβανε κάθε μήνα αποτελούσαν το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών που περιλάμβανε και τις αποδοχές για τις προαναφερόμενες αιτίες, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση μέχρι την άσκηση της αγωγής, γ) ουδέποτε ασκήθηκαν οικονομικές διεκδικήσεις από τα ενάγοντα, που διεκδικούσε και ελάμβανε κάθε δαπάνη που πραγματοποιούσε στην εκτός έδρας απασχόληση του (σχ. η προσκομιδή στην εργοδότρια εταιρεία σωρείας αποδείξεων από τα ταξίδια του), δημιουργώντας την εδραία πεποίθηση στην εναγομένη ότι θα έθετε υπόψη της οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς τον τρόπο καταβολής και του ύψους της αμοιβής του και συνεπώς ότι δεν έχει σχετικό δικαίωμα, δ) η επί μακρό καταβολή εκ μέρους της εναγομένης στον ενάγοντα πενταπλασίων των νομίμων αποδοχών, προφανώς τελεί σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος που επιθυμούσε την απολαβή των ανωτέρω αμοιβών, ε) με την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος επιχειρείται ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της ομαλής εργασιακής σχέσης και η πρόκληση στην εναγομένη, αντίστοιχου με την αμοιβή της υπερωριακής εργασίας ποσού, επαχθών συνεπειών, που είναι η επιβολή σ’ αυτήν πρόσθετα υποχρέωσης για καταβολή αμοιβής η εργασία που ήδη έχει ικανοποιηθεί, προξενώντας δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομική της ζωή, πλήττοντας τη φήμη της δια της δημιουργίας της εντυπώσεως ότι δεν καταβάλλει σε εργαζομένους της τα νόμιμα». Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδείχθηκε, ως προεκτέθηκε, ότι, κατά την πρόσληψη του ενάγοντος, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ο τελευταίος θα εργάζεται κατά τις καθημερινές ημέρες, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί οκτώ ώρες ημερησίως, αντί μηνιαίων αποδοχών, ύψους 8.608,06 ευρώ, το οποίο συνέχισε να του καταβάλλεται, καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, παρότι στην από 6-9-2019 τροποποιητική σύμβαση εργασίας του αναφέρθηκε ότι οι αποδοχές του ανέρχονται στο ποσό των 1.625,84 ευρώ, καθόσον το υπόλοιπο, ύψους 8.608,06 ευρώ, ο ίδιος συνέχισε να το λαμβάνει με τη μορφή μπόνους. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά τον ως άνω χρόνο προσλήψεώς του, συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, ότι οι ανωτέρω αποδοχές θα κάλυπταν και τυχόν απαιτήσεις του ενάγοντος για εργασία του χρονικά, πέραν της ανωτέρω συμφωνηθείσας. Τοιαύτη συμφωνία έλαβε χώρα, ακολούθως, στις 6-9-2019, εξαιρουμένων ρητά των αξιώσεων του ενάγοντος από υπερωριακή του εργασία. Κατά δε τη λειτουργία της επίδικης συμβάσεως εργασίας του, ο ενάγων, κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες καθημερινές ημέρες, Σάββατα, Κυριακές και αργίες, εργαζόταν επί ένδεκα ώρες ημερησίως, χωρίς η εναγομένη να του καταβάλει αμοιβή, πέραν των αρχικώς συμφωνηθέντων αποδοχών του. Ο ενάγων δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ για το γεγονός ότι η εναγομένη δεν του κατέβαλε πρόσθετη αμοιβή, για την ανωτέρω εργασία του, ούτε ότι της έθεσε ποτέ ζήτημα αμοιβής του, για την εργασία του αυτή. Για το λόγο αυτό, η εναγομένη, επικαλείται, ότι είχε γίνει αποδεκτό και από τον ίδιο ότι οι υπέρτερες των νομίμων αποδοχές που ελάμβανε κάθε μήνα αποτελούσαν το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών που περιελάμβανε τις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε αιτία, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση μέχρι την άσκηση της αγωγής του, πλην όμως, δοθέντος ότι, για την τροποποίηση μιας συμβάσεως με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρά, απαιτείται, κατά το συνδυασμό των άρθρων 361, 185, 191 και 193 ΑΚ, πρόταση και αποδοχή, η ίδια, δεν επικαλείται, αλλά κυρίως δεν αποδεικνύει ότι προηγήθηκε της αποδοχής του ενάγοντος, μια ιδική της πλήρης πρόταση, με το ανωτέρω περιεχόμενο, ότι δηλαδή οι συμφωνηθείσες αποδοχές του θα περιελάμβαναν και τυχόν εργασία του, πέραν των χρονικών ορίων μηνιαίως και εβδομαδιαίως που αρχικώς είχαν συμφωνήσει. Επομένως, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι, έστω δια της σιωπηρής υπό του ενάγοντος αποδοχής προηγούμενης προτάσεως της εναγομένης, τροποποιήθηκε η περί αμοιβής συμφωνία. Ως εκ τούτου, δεν προέκυψε συμφωνία των διαδίκων με την οποία οι ανωτέρω συμφωνηθείσες αμοιβές του ενάγοντος θα εκάλυπταν εργασία πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως και πέραν των πέντε ημερών και δη από Δευτέρα έως Παρασκευή, εβδομαδιαίως. Άλλωστε, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι δια της ανωτέρω φράσεως η εναγομένη, ισχυρίζεται ότι, ο ενάγων παραιτήθηκε από τις εν λόγω αξιώσεις του, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου, έστω και υπό τη μορφή της άφεσης χρέους, καθώς οι απαιτήσεις του, οι οποίες απορρέουν από τη σχέση εργασίας, όπως είναι το δικαίωμά του για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής του από την υπερωριακή του απασχόληση και άλλες πρόσθετες αμοιβές που αποδεικνύονται, αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 1569/17, ΑΠ 1554/11 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1089/06 Δ.Ε.Ε. 2006. 1178, ΑΠ 75/03, Τ.Ν.Π. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΠειρ. 48/21 ΝΟΜΟΣ). Και πράγματι ο ενάγων, ως η εναγομένη ισχυρίζεται, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, αλλά και κατά την αποχώρησή του από την εργασία του, ουδέποτε ήγειρε ζήτημα για τη μη καταβολή των αμοιβής που εδικαιούτο από την εργασία του πέραν του συμφωνημένου και νομίμου ωραρίου ημερησίως και εβδομαδιαίως, ουδέποτε προέβαλε παράπονο για τις αποδοχές του, ουδέποτε όχλησε την εναγομένη προκειμένου να του καταβάλει την αμοιβή του για την ανωτέρω πέραν του συμφωνημένου ωραρίου εργασία του. Εν τούτοις, η συμπεριφορά του αυτή δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στην εναγομένη ότι αυτός δεν θα ασκήσει τα ένδικα δικαιώματά του. Εξάλλου, η ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος, σε συνδυασμό με την ανεπιφύλακτη υπ’ αυτού είσπραξη της συμφωνηθείσας, έστω και κατά πολύ ανώτερης των κατώτατων προβλεπομένων νομίμως αποδοχών, εφόσον δεν απεδείχθη η συνδρομή έτερων ειδικών περιστάσεων, όπως αναλύεται και στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν δύναται να καταστήσει καταχρηστική την αξίωση αυτού των ανωτέρω απαιτήσεών του, οι οποίες απεδείχθησαν βάσιμες στην ουσία τους. Θα πρέπει ειδικώς να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι ο ενάγων, για την παρασχεθείσα ανωτέρω εργασία του είχε συμφωνηθεί και ελάμβανε μηνιαίως αποδοχές σαφώς ανώτερες των κατώτατων νομίμως προβλεπομένων, δεν ηδύνατο να δημιουργήσει στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι αυτός δεν θα αξιώσει αμοιβή για την εργασία του πέραν του συμφωνημένου και νομίμου ωραρίου του, εφόσον η ίδια εγνώριζε ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή αφορούσε μόνον την εργασία του ενάγοντος από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί οκτάωρο, όπως επίσης εγνώριζε ότι ο ενάγων εργαζόταν πέραν του χρόνου αυτού. Εξάλλου, ειδικές περιστάσεις δεν αποτελεί το γεγονός ότι οι συμφωνηθείσες αποδοχές του ήταν επαρκέστατες για τις εργασίες που παρείχε αυτός, εφόσον ο μηνιαίος μισθός του για εργασία επί πενθήμερο και οκτάωρο, ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας των διαδίκων. Τέλος, οι επικαλούμενες από την εναγομένη επαχθείς συνέπειες που θα της προκαλέσει η καταβολή των οφειλομένων στον ενάγοντα ανωτέρω απαιτήσεών του, όπως αυτές ανωτέρω απεδείχθησαν, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του, δεν καθιστούν μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη την υπό του ενάγοντος αξίωση των ενδίκων και αποδειχθέντων απαιτήσεών του. Ενόψει των ανωτέρω, τυγχάνει αβάσιμη στην ουσία της η περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ανωτέρω ένσταση της εναγομένης, αναφορικά με άπασες τις ως άνω, βάσιμες αξιώσεις του ενάγοντος σχετικά με την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του, την παρασχεθείσα έως την 1η-9-2019 εργασία του τα Σάββατα και τις Κυριακές και την υπερεργασία του. Έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της εφέσεως του ενάγοντος, δεχόμενη ότι η αξίωση αυτού προς είσπραξη των οφειλομένων σε αυτόν αμοιβών για παράνομη υπερωρία, τυγχάνει καταχρηστική, κρίνοντας, ως βάσιμη στην ουσία της, την ένταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του και απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή, ως προς τις ανωτέρω απαιτήσεις του. Τα ως άνω δε ποσά, που κρίθηκε, κατά τα ως άνω, ότι δικαιούται ο ενάγων, λόγω της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης του, της παρασχεθείσας έως την 1η-9-2019 εργασίας του τα Σάββατα και τις Κυριακές και της υπερεργασίας του δεν έχουν εξοφληθεί και εξακολουθούν να οφείλονται στον ενάγοντα, ενώ δεν δύναται να «συμψηφισθούν» με το ποσό των 86.700 ευρώ, που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό που είχε καταβάλει, -σύμφωνα με σχετικό, επικουρικώς πρωτοδίκως προβληθέντα και επαναφερόμενο, με τις, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προτάσεις, ισχυρισμό της-,  η εναγομένη, επιπλέον του μισθού του, στον ενάγοντα, και αναλύεται σε 100 ευρώ ημερησίως για τις 687 ημέρες της εκτός έδρας εργασίας του τελευταίου, καθώς ο σχετικός ισχυρισμός της τυγχάνει απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, αφού, υπό τα ανωτέρω επικαλούμενα προς επιστήριξή του, ουδόλως συντρέχει, εν προκειμένω, κατ’ άρθρο 440 ΑΚ, ανταπαίτηση της εναγομένης, για το προαναφερόμενο ποσό, έναντι του ενάγοντος, δοθέντος ότι αυτό αποτελεί οικειοθελή παροχή της. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος των ως άνω εφέσεων προς έρευνα, πρέπει, αφού γίνουν δεκτές, στην ουσία τους, αμφότερες οι εφέσεις, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα διαλαμβανόμενα, να εξαφανισθεί, ως προς τα προαναφερόμενα κεφάλαια, κατά τα οποία έγιναν δεκτοί οι ως άνω λόγοι εφέσεων, η εκκαλουμένη απόφαση, με τη σημείωση ότι, μετά την εξαφάνισή της, συνεξαφανίζεται  και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 535 παρ. 1, 176, 178, 183, 189 παρ. 1 περ. γ` και 191 ΚΠολΔ, προκειμένου να επαναπροσδιορισθεί αυτή στο σύνολό της από το εφετείο (ΑΠ 1631/10 ΝοΒ 2011. 993, ΑΠ 1567/10 ΝοΒ 2011. 592, ΑΠ 521/02 ΕλλΔικ 2002. 1696), απορριπτομένου, μετά ταύτα, του τρίτου λόγου εφέσεως της εναγομένης, που βάλλει κατά της περί δικαστικής δαπάνης διατάξεως της εκκαλουμένης απόφασης, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενου. Ακολούθως, αφού κρατηθεί και δικασθεί, από το παρόν Δικαστήριο, η αγωγή και να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, και: Α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 96.618,71 ευρώ, εκ του οποίου, νομιμοτόκως: α) για το ποσό των 4.956,80 ευρώ, για την παρασχεθείσα από αυτόν υπερεργασία έως την 1η-9-2019, από την επομένη της τελευταίας ημέρας του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η σχετική εργασία του ενάγοντος, β) για το ποσό των 59.342,20 ευρώ, για την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, γ) για το ποσό των 20.480,46 ευρώ, για την παρασχεθείσα έως την 1η-9-2019 εργασία του τα Σάββατα, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και δ) για το ποσό των 11.839,25 ευρώ, για την παρασχεθείσα έως την 1η-9-2019 εργασία του τις Κυριακές, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, δοθέντος ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).                                                    

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 17-12-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση και την από 8-1-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2025, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2025, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, κατά της, εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ’ αριθμ. 3581/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιμωλία των διαδίκων.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν αμφότερες τις ανωτέρω εφέσεις, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας αναφερόμενα.-

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ εν μέρει την, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ’ αριθμ. 3581/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.-

-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 8-5-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……………./2024 αγωγή.-

-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.-

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των ενενήντα έξι χιλιάδων εξακοσίων δεκαοκτώ ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (96.618,71), εκ του οποίου, νομιμοτόκως: α) για το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα έξι ευρώ και ογδόντα λεπτών (4.956,80), για την παρασχεθείσα από αυτόν υπερεργασία έως 1-9-2019, από την επομένη της τελευταίας ημέρας του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η σχετική εργασία του ενάγοντος, β) για το ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων τριακοσίων σαράντα δύο ευρώ και είκοσι λεπτών (59.342,20), για την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, γ) για το ποσό των είκοσι χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ευρώ και σαράντα έξι λεπτών (20.480,46), για την παρασχεθείσα έως την 1η-9-2019 εργασία του τα Σάββατα, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και δ) για το ποσό των έντεκα χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (11.839,25), για την παρασχεθείσα έως την 1η-9-2019 εργασία του τις Κυριακές, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.-ΚΑΙ

-ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη των ως άνω εφέσεων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στις 8.12.2025

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ