ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
4ο τμήμα
Αριθμός απόφασης 26/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο τμήμα)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Νικόλαο Κουτρούμπα Εφέτη, Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη -Εισηγητή και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ (Α-Β) : Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΠΑΛΑΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ» (Π.Ε.Τ.), νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, (ΑΦΜ ………….), το οποίο εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την δικαστική πληρεξούσια του Ν.Σ.Κ. Καλλιόπη Στόλη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) ……………., που εδρεύει στα ……………, με ΑΦΜ στην Ελλάδα ………….., που εκπροσωπείται στην Ελλάδα από τον ………………, κάτοικο Αθηνών, (……………..) το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα (………….), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δικαστικό Πληρεξούσιο Ν.Σ.Κ. Ηλία Φιλίππου, 3) Ο.Τ.Α. με την επωνυμία «Δήμος Νίκαιας-Αγίου Ιωάννη Ρέντη», που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Μιλτιάδη-Παναγιώτη Κλαπαδάκη, 4) Ο.Τ.Α. με την επωνυμία «Δήμος Κερατσινίου-Δραπετσώνας», που εδρεύει στο Κερατσίνι Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του δικηγόρο Χρύσα Μυργιαλή (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), 5) Εταιρία με την επωνυμία «………………», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Παναγιώτα Ζήτση (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), και 6) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Πανεπιστήμιο Πειραιά», που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Φίλιππο Καμπούρη.
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : 1) …………, που εδρεύει στα …….., με ΑΦΜ στην Ελλάδα …….., που εκπροσωπείται στην Ελλάδα από τον ………………., κάτοικο Αθηνών, (……………..), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά (με δήλωση κατ΄άρθρο 242 ΚΠολΔ).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα (…………..), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δικαστικό Πληρεξούσιο Ν.Σ.Κ. Ηλία Φιλίππου,2) Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΠΑΛΑΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ» (Π.Ε.Τ.), νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, (ΑΦΜ …………), το οποίο εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την δικαστική πληρεξούσια του Ν.Σ.Κ. Καλλιόπη Στόλη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ). 3) Ο.Τ.Α. με την επωνυμία «Δήμος Νίκαιας-Αγίου Ιωάννη Ρέντη», που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Μιλτιάδη-Παναγιώτη Κλαπαδάκη, 4) Ο.Τ.Α. με την επωνυμία «Δήμος Κερατσινίου-Δραπετσώνας», που εδρεύει στο Κερατσίνι Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του δικηγόρο Χρύσα Μυργιαλή (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), 5) Εταιρία με την επωνυμία «……………..», που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Παναγιώτα Ζήτση (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), και 6) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Πανεπιστήμιο Πειραιά», που εδρεύει στον Πειραιά, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Φίλιππο Καμπούρη.
Στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ασκήθηκαν οι : 1) η από 25-4-2014 και με αριθμό κατάθεσης ………../2014 αγωγή, 2) η από 15-1-2015 και με αριθμό κατάθεσης …………../2015 κύρια παρέμβαση, 3) η από 12-2-2015 και με αριθμό κατάθεσης ………/115 ανακοίνωση δίκης, 4) η από 10-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης ………/2015 πρόσθετη παρέμβαση, 5) η από 8-5-2015 και με αριθμό κατάθεσης ……../2015 πρόσθετη παρέμβαση και 6) η από 13-5-2015 και με αριθμό κατάθεσης ……../2015 πρόσθετη παρέμβαση. Επί των άνω υποθέσεων αυτών, αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν οι αποφάσεις με αρ. 5045/2017 εν μέρει οριστική και η με αρ. 3647/2020 οριστική απόφαση.
Το κυρίως παρεμβάν άσκησε την Α) από 20-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………………/2023 έφεση στρεφόμενο κατά της με αρ. 5045/2017 εν μέρει οριστικής απόφασης και την B) από 08-02-2022 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 έφεση κατά της με αρ. 3647/2020 οριστικής απόφασης, Γ) την από 15-10-2022 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2022 έφεσή του στρεφόμενο κατά της με αρ. αρ. 3647/2020 οριστικής απόφασης. Οι με στοιχ. (Α) και (Β) εφέσεις προσδιορίστηκαν για τη δικάσιμο της 1.2.2024, κατά την οποία αναβλήθηκε για την παρούσα συνεδρίαση. Η με στοιχ. (Γ) έφεση προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 11.5.2023, οπότε και αναβλήθηκε διαδοχικά για τη δικάσιμο της 1.2.2024 και την παρούσα συνεδρίαση.
Κατά τη συζήτηση των άνω υποθέσεων, αφού συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, το εφεσίβλητο των (α) και (β) εφέσεων δεν παραστάθηκε και οι Πάρεδροι του ΝΣΚ και πληρεξούσιοι Δικηγόροι των λοιπών διαδίκων, αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι εφέσεις : α) από 20-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023, β) από 08-02-2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2023 και γ) από 15-10-2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2022. Η (α) έφεση στρέφεται κατά της με αρ. 5045/2017 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία και οι (β) και (γ) κατά της με αρ. 3647/2020 οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε στην υπόθεση μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Κατόπιν αυτών οι άνω υποθέσεις πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, καθώς από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται εξοικονόμηση δικαστικών εξόδων (άρθρα 246 ΚΠολΔ)
Η (α) έφεση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΠΑΛΑΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ» που είχε την ιδιότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος, και στρέφεται κατά της με αρ. 5047/2014 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, καθώς δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ). Για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, που προβλέπεται από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το ΝΠΔΔ, κατά το άρθρο 19 § 1 του Κωδ. Δ/τος της 26-6/10.7.1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α’ 239/1931) απαλλάσσεται της προκαταβολής των τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το εν λόγω παράβολο (βλ. Μιχάλης και Άντα Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. Α΄, έκδοση 2018, άρθρο 495, αρ. 19, σελ. 849765). Εξάλλου, στη συζήτηση αυτής το πρώτο εφεσίβλητο δεν παραστάθηκε και όπως προκύπτει από την με αρ. …../25.4.2023 έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……………….., αντίγραφο της έφεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα σ΄αυτό για τη δικάσιμο της 1.2.2024, κατά την οποία αναβλήθηκε για την παρούσα συνεδρίαση, ώστε πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα πρέπει να συνεχισθεί σαν να είναι παρόντες (άρθρα 226 παρ.4, 524 παρ.4 ΚΠολΔ).
Ομοίως η (γ) έφεση του ιδίου ΝΠΔΔ που στρέφεται κατά της με αρ. 3647/2020 οριστικής απόφασης έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν. Ωστόσο, στη συζήτηση αυτής το πρώτο εφεσίβλητο δεν παραστάθηκε και όπως προκύπτει από την με αρ. ……/25.4.2023 έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ……………, αντίγραφο της έφεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα σ΄αυτό για τη δικάσιμο της 1.2.2024, κατά την οποία αναβλήθηκε για την παρούσα συνεδρίαση, ώστε πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα πρέπει να συνεχισθεί σαν να είναι παρόντες (άρθρα 226 παρ.4, 524 παρ.4 ΚΠολΔ).
Και η (β) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος «………..», η οποία στρέφεται κατά της με αρ. 3647/2020 οριστικής απόφασης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ. …………. e – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε). Πρέπει, επομένως, οι άνω εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου οι (α) (β) και (γ) εφέσεις έχουν στραφεί και κατά του τέταρτου εφεσίβλητου ΟΤΑ με την επωνυμία «Δήμος Κερατσινίου – Δραπετσώνας», το οποίο, ενώ είχε απευθυνθεί σε βάρος του η από 12-2-2015 και με αριθμό κατάθεσης …………../115 ανακοίνωση δίκης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτού, συνεπώς ο ως άνω δεν έχει καταστεί διάδικος και οι εφέσεις ως προς αυτόν (τέταρτο εφεσίβλητο) πρέπει να απορριφθούν λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης (άρθρο 517 ΚΠολΔ. Βλ. Κονδύλης/Κεραμέας/Νίκας (Πανταζόπουλος) ΚΠολΔ 2 2021, άρθρο 517 αρ. 17). Σε βάρος των εκκαλούντων θα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του άνω εφεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως ως προς το εκκαλούν των (α) κα (β) εφέσεων νπδδ, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με τα άρθρα 21 παρ. 9 Ν. 1902/1990 και 30 παρ. 1, 3 Ν. 4038/2012, αφού, εκπροσωπήθηκε από μέλος του ΝΣΚ, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 Ν. 4831/2021 (ΑΠ 734/2023, ΑΠ 1298/2022).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 β` ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της έφεσης συγχωρείται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η δημιουργούμενη με την κύρια παρέμβαση δίκη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της δίκης για την αγωγή, και η διάταξη της απόφασης για την κύρια παρέμβαση αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο μη συνεχόμενο με το αναφερόμενο στην αγωγή. Συνακόλουθα, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης για την κύρια παρέμβαση και μη οριστικής για την αγωγή, η απόφαση αυτή ως προς την κύρια παρέμβαση υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση (ΑΠ 1207/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κονδύλης/Κεραμέας/Νίκας (Πανταζόπουλος ΚΠολΔ2 άρθρο 513 αρ.4 ). Στην προκείμενη περίπτωση η (α) έφεση στρέφεται κατά της με αρ. 5047/2014 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Το Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την κύρια αγωγή ( από 25-4-2014 και με αριθμό κατάθεσης …………./2014), την κύρια παρέμβαση (από 15-1-2015 και με αριθμό κατάθεσης ……………../2015), την ανακοίνωση δίκης και τις πρόσθετες παρεμβάσεις, απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως αόριστη και κήρυξε τη συζήτηση της αγωγής απαράδεκτη, κατ΄επέκταση δε, και των προσθέτων παρεμβάσεων. Παραδεκτά το κυρίως παρεμβάν έχει απευθύνει την έφεσή του και παραπονείται κατά της άνω απόφασης που είναι η μόνη οριστική και εκκλητέα, ως προς την κύρια παρέμβαση, αφού όπως εκτέθηκε η έννομη σχέση της δίκης επί της κύριας παρέμβασης είναι χωριστή σε σχέση με την αγωγή. Όμως έχει ασκήσει και τη (β) έφεση στρεφόμενο κατά της με αρ. 3647/2020 οριστικής (ως προς την αγωγή) απόφασης, εκθέτοντας ότι, ενώ το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει εκδοθεί οριστική απόφαση επί τής κύριας παρέμβασης με την ως άνω προηγούμενη απόφαση, εσφαλμένα απέρριψε εκ νέου την κύρια παρέμβαση, ενώ έπρεπε να απορρίψει ως απαράδεκτη μόνο την κλήση επαναφοράς της από το ενάγον της κύριας αγωγής. Το παράπονο του άνω εκκαλούντος είναι βάσιμο, καθώς το Δικαστήριο στην τελευταία απόφαση εκ περισσού διέλαβε απορριπτική διάταξη και ως προς την κύρια παρέμβαση, ενώ ήδη αυτή είχε απορριφθεί με την με αρ. 5045/2017 απόφαση, ώστε έπρεπε να απορρίψει απαράδεκτη, ως προς αυτήν, την από 17.4.2019 και με αρ. καταθ, ……………/2019 κλήση του ενάγοντος, με την οποία επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή και τα λοιπά δικόγραφα και την κύρια παρέμβαση. ¨Όμως η τυχόν παραδοχή της (β) έφεσης δεν θα είχε ως συνέπεια τη βελτίωση της θέσης του εκκαλούντος, αφού η τελευταία απόφαση, οριστική ως προς την κύρια παρέμβαση, δεν πλήττεται. Κατόπιν αυτών, η με στοιχ. (β) έφεση θα πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Σε βάρος του άνω εκκαλούντος θα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, οι οποίοι κατέθεσαν χωριστές ως προς αυτή προτάσεις, μειωμένα όμως (κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957), εκτός από το πρώτο, το οποίο δεν παραστάθηκε και το τέταρτο, με δεδομένο ότι ως προς το τελευταίο ήδη απορρίφθηκε η έφεση για άλλο λόγο(άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει : α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με τον νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Συνεπώς, για να θεωρηθεί οποιαδήποτε αγωγή σαφής και ορισμένη, πρέπει να περιέχει σαφή και όχι ενδοιαστική έκθεση όλων των συγκεκριμένων περιστατικών που είναι παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος και ειδικότερα, η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς συνάπτεται με την υποβολή ορισμένου αιτήματος και αποσκοπεί να καταστήσει δυνατή την ταυτότητα αυτού. Η έλλειψη ή η ασαφής αναφορά των ανωτέρω, ήτοι η αοριστία της αγωγής, ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, διότι ανάγεται στην προδικασία που αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 438/2001 ΕλλΔνη 43.381, ΑΠ 1363/1997 ΕλλΔνη 39.325). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή ακινήτου (άρθρο 1094 ΑΚ), ο ενάγων οφείλει να περιγράψει το επίδικο ακίνητο, εκθέτοντας με λεπτομέρεια τη θέση, την έκταση, την ιδιότητα ως οικόπεδο, αγρός, κτίριο και τα όριά του, ώστε να μη γεννάται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου (ΑΠ 1793 / 2024, ΑΠ 982/2021, ΑΠ 301/2017, ΑΠ 452/2016, ΑΠ 78/2015, ΑΠ 1618/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 491/1995 ΕλλΔνη 37.317, ΕφΑθ 883/2010 ΕφΑΔ 2010.1329, ΕφΑθ 6600/2004 ΕλλΔνη 46.498). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο έτσι ώστε, να προκύπτει ποιό συγκεκριμένο τμήμα του ευρύτερου αυτού ακινήτου καταλαμβάνει αυτό και να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα επί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επιδίκου αντικειμένου, στο δε Δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 660/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019, ΑΠ 714/2015, ΑΠ 650/2015, ΑΠ 944/2013, AΠ 299/2011, ΑΠ 1347/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κ.Μακρίδου η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της 2006, σ. 69-70). Εάν το ακίνητο αναφέρεται ότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, θα πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς τα όρια που το διαχωρίζουν από τη μεγαλύτερη έκταση, ώστε να προκύπτει ποιο συγκεκριμένο τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης καταλαμβάνει αυτό (ΑΠ 1558/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όταν όμως η διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή κυριότητας έχει ενωθεί με αυτή της διάταξης του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 2664/1998. και διώκεται επιπλέον η διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, για το ορισμένο της αγωγής, εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι όλο το ακίνητο – γεωτεμάχιο, όπως αποτυπώθηκε στο κτηματολογικό διάγραμμα και όχι τμήμα του, αρκεί η αναφορά του ΚΑΕΚ, ο οποίος είναι ο 12ψήφιος μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο και προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2664/1998) χωρίς να απαιτείται θέση, σύνορα, εμβαδόν, πλευρικές διαστάσεις ή τυχόν επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, όπως απαιτείται στις λοιπές εμπράγματες αγωγές για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου (ΑΠ 202/2025, ΑΠ 1585/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση, το ενάγον «………………» εξέθετε στην από 25-4-2014 και με αριθμό κατάθεσης ………./2014 αγωγή του ότι έχει καταστεί κύριο ενός ακινήτου, που περιέχει ερειπωμένο εργοστάσιο ασβεστοποιίας, αδρανές παλαιό λατομείο και άλλα κτίσματα, κείμενο στη θέση «…» ή «…» και ήδη «……..» δήμου Νίκαιας, εκτάσεως 18.500 τμ, όπως αυτό αναφέρεται στο από Φεβρουάριο του 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού …………. και μετά από νεώτερη και ακριβέστερη καταμέτρηση εκτάσεως 17.642 τμ., το οποίο έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ ………….., στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Νίκαιας και συνορεύει κατά θέση και επακριβή όρια, όπως εξειδικεύεται στην αγωγή, με αναφορά και στους ΚΑΕΚ των γειτονικών ακινήτων.¨ Ότι έχει καταστεί κύριο του ως άνω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, με το υπ’ αριθμόν ……./1985 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Αθηνών ….. ., που μεταγράφηκε νόμιμα (στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας τ. …, α.α. …..). Ότι η δικαιοπάροχος του ……… είχε καταστεί κυρία δυνάμει του με αρ. …../1949 προικοσυμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………., που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον πατέρα της ………… και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του με τους προσδιοριζόμενους τίτλους (συμβολαιογραφικά έγγραφα) και νόμιμη μεταγραφή αυτών, με αναγωγή στο έτος 1864. Ότι με το αρ. ……./1871 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά ………, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε το επίδικο σε ευρύτερη έκταση ο απώτερος δικαιοπάροχος της δικαιοπαρόχου του (………) …………., από τη ………………, στην οποία είχε περιέλθει από πατρική κληρονομία ως αγρός δυνάμει της από 7.5.1864 έκθεσης διανομής του Εισηγητή Δικαστή ………… ¨Ότι από το έτος 1864 και μέχρι το έτος 2001 νέμονταν το επίδικο συνεχώς και αδιατάρακτα οι δικαιοπάροχοί του και ακολούθως αυτό το ίδιο, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο, ασκώντας με διάνοια κυρίων τις, προσιδιάζουσες, στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου, υλικές, εμφανείς διακατοχικές, δηλωτικές εξουσίασης, πράξεις που επικαλείται (αγροτική καλλιέργεια, αρχικά, κατόπιν ανέγερση και λειτουργία εργοστασίου ασβεστοποιίας και μετά λατομείου) με τους, επίσης αναφερόμενους, νόμιμους τίτλους και καλή πίστη, μέχρι την 11 n -9-1915, που είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας. ¨Ότι το έτος 2001 η Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου το παραχώρησε κατά χρήση στην Ολυμπιακή Επιτροπή για την ανέγερση του …………… Ότι το εναγόμενο αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητας του επί του εν λόγω ακινήτου του, με δεδομένο ότι αυτό καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ …….., στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Νίκαιας ως ανήκον κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. ¨Ότι η επίδικη αγωγή ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την παραίτηση από το δικόγραφο της από 22-3-2007 και με αρ. κατάθεσης …………/2007 αγωγής του, η οποία επιδόθηκε στις 20-4-2007, από την οποία παραιτήθηκε την 25η-10-2013. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό το ενάγον ζήτησε : α) να αναγνωριστεί η πλήρης κυριότητα του επί του επίδικου ακινήτου και η ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του εναγόμενου στο ακίνητο, γ) να αναγνωριστεί ότι η διακοπή της παραγραφής των δικαιωμάτων του εναγόμενου έλαβε χώρα από την άσκηση της προγενέστερης αγωγής του, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του αποδώσει το επίδικο ακίνητο, άλλως, επικουρικώς, εφόσον υπάρχει αδυναμία απόδοσης του ακινήτου, λόγω εν μέρει ανοικοδόμησης σ΄αυτό του ……….» να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό του 1.764.200 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία του επίδικου, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 22-3-2007 αγωγής, διαφορετικά από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την εξόφληση, άλλως, επικουρικώς, ως αποζημίωση λόγω απόκτησης της νομής του επίδικου ακινήτου από το εναγόμενο με παράνομη πράξη, η οποία ισοδυναμεί με το ποσό των 1.764.200 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 22-3-2007 αγωγής, διαφορετικά από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την εξόφληση, άλλως, επικουρικώς, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του εναγόμενου, καθώς κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του ενάγοντα, αφού από το 2001 έκανε χρήση του επίδικου ακινήτου και οφείλει να αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 1.764.200 €, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 22-3-2007 αγωγής, διαφορετικά από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ε) να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Νίκαιας ώστε να καταχωρηθεί το ενάγον κύριο του επίδικου ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη με αρ. 3647/2020 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με το σκεπτικό ότι δεν προσδιορίζεται το ευρύτερο ακίνητο τμήμα, του οποίου αποτελεί το επίδικο, ούτε σε ποιό τμήμα αυτού βρίσκεται αυτό, χωρίς να είναι αρκετό ότι αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του, καθώς δεν έχει ενσωματωθεί στο δικόγραφο τοπογραφικό διάγραμμα. Ωστόσο κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή επίδικο είναι το με αρ. ΚΑΕΚ …………., ακίνητο, το οποίο, ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον τίτλο κτήσεως του ενάγοντος κατόπιν ακριβέστερης καταμέτρησης κατά την τωρινή του κατάσταση, ώστε πρόκειται για αυτοτελές ακίνητο και όχι για τμήμα ευρύτερου ακινήτου, έτσι ώστε είναι αρκετό αυτό να καθοριστεί, όπως εκτέθηκε, με τον αριθμό ΚΑΕΚ, ο οποίος προσδιορίζει, κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού, με δεδομένο και ότι δεν ζητείται η διόρθωση της χωρικής μεταβολής, ώστε να μεταβληθεί η έκτασή του, όπως αυτή έχει καθορισθεί στο κτηματολόγιο. Το ζήτημα, αν το ακίνητο αυτό ήταν τμήμα ευρύτερου ακινήτου κατά τους τίτλους κτήσεως των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος (των απώτερων και όχι της άμεσης όπως εκτίθεται στην αγωγή) και η ακριβής θέση αυτού, ενόψει της άρνησης ταυτότητας που προβάλλει το εναγόμενο, είναι αντικείμενο αποδείξεως. Κατόπιν αυτών, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ώστε ο μοναδικός λόγος της με στοιχ. γ) έφεσης είναι βάσιμος. Στη συνέχεια θα πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, με αρ, 3647/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στο εκκαλούν (άρθρο 495 ΚΠολΔ). Να διακρατηθεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί αυτή ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα. Η αγωγή είναι νόμιμη, καθώς στηρίζεται τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 1094, 1033, 1192, 1045 ΑΚ και στις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου ν. 8 παρ.1 Κωδ.(7.39), ν.9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν.2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πρ.Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ.3 Πανδ.(23.3), ν.20 παρ.12 Πανδ.(5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ. (41.3),3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 4 παρ.1 Πανδ. (51.4), που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν από τις 23.2.1946). Το επικουρικό αίτημα καταβολής αποζημίωσης είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 1097, 1098 ΑΚ, με δεδομένο ότι κατά το άρθρο 1097 του ίδιου Κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιον άλλο λόγο και στην έννοια της αδυναμίας προς αυτούσια απόδοση εντάσσεται και η κατάληψη του επιδίκου ακινήτου από τρίτο και η κατασκευή επ’ αυτού μόνιμων κτιριακών εγκαταστάσεων, ώστε να είναι ανέφικτη η επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα αυτού κατάσταση και η απόδοση της νομής του ελεύθερης προς άσκηση στον κύριο (ΑΠ 144/2015, ΑΠ 394/2014, ΑΠ 870/1996 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η αγωγή περαιτέρω πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ενώ σημειωτέον ότι για το καταψηφιστικό της αίτημα δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι κατά το άρθρο τρίτο τυ Ν.3945/2011 “Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998 εφαρμόζονται και στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ώστε απαλλάσσεται του δικαστικού ενσήμου. Ακόμα έχει προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ (άρθρο 54 Α του ν.4174/2013).
Το κυρίως παρεμβάν στην από 15-1-2015 και με αριθμό κατάθεσης …………/2015 κύρια παρέμβασή του, την οποία έχει απευθύνει κατά του ενάγοντος και του εναγόμενου, ισχυρίστηκε ότι το ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή με αρ. ΚΑΕΚ …………., εμπίπτει στο καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα με Α.Β.Κ. ….., όπως αυτό περιγράφεται στο από 30.11.1971 τοπογραφικό διδιάγραμμα, συνολικής έκτασης 912.700 τμ, και αυτό με τη σειρά του στην ευρύτερη περιοχή που έχει έκταση 10.000 στρεμμάτων και είναι γνωστή με την ονομασία «……….» ή «…………….»,το οποίο περιλαμβανόταν στην περιουσία της διαλυθείσας Ιεράς Μονής του …………., της οποίας η περιουσία περιήλθε στον κυρίως παρεμβάν κατά το β.δ. της 19.8/23-9-1833. ¨Ότι η άνω μονή κατείχε και νεμόταν το ευρύτερο λιβάδιο «…………….», στο οποίο περικλειόταν το ΑΒΚ …… και το επίδικο ακίνητο, ενεργώντας επ’ αυτού τις αναφερόμενες στο υπό κρίση δικόγραφο υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης, (φύλαξη, προστασία, καλλιέργεια, εκμίσθωση σε τρίτους, παραχώρηση τμημάτων της ευρύτερης έκτασης) συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με την πεποίθηση, ότι δεν βλάπτει δικαιώματα τρίτων από το 1700 μέχρι το έτος 1836, οπότε και διαλύθηκε με το προαναφερθέν Βασιλικό Διάταγμα κι έκτοτε τις πράξεις νομής, τις οποίες συνέχισε το εκκαλούν νπδδ, ώστε απέκτησε την έκταση αυτή με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να γίνει δεκτή η κύρια παρέμβασή του, να απορριφθεί η αγωγή, να αναγνωρισθεί αυτό κύριο του επιδίκου ακινήτου με αρ. ΚΑΕΚ ……………, να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιά και να διαταχθούν οι αντίδικοι ή όποιος έλκει δικαιώματα να του αποδώσει αυτό και να καταδικαστούν οι καθ’ ών η παρέμβαση στην δικαστική του δαπάνη. Η κύρια παρέμβαση, με το παραπάνω περιεχόμενο, είναι ορισμένη, από άποψη περιγραφής του επίδικου ακινήτου, με δεδομένο ότι αναφέρονται με σαφήνεια η θέση και τα όριά του ως προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, καθώς το εν λόγω ακίνητο έχει ήδη καταστεί αυτοτελές με τον προσδιορισμό του στο κτηματολόγιο, έτσι ώστε δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζονται τα όρια που το διαχωρίζουν από τη μεγαλύτερη έκταση, της οποίας αποτελούσε τμήμα (ΑΠ 1558/2010). Επομένως, το Δικαστήριο με την με αρ. 5045/2107 εν μέρει οριστική του απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως αόριστη. Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της (α) έφεσης, θα πρέπει να εξαφανισθεί η άνω εκκαλούμενη εν μέρει οριστική (και ως προς την κύρια παρέμβαση) απόφαση, να διακρατηθεί η άνω κύρια παρέμβαση από το Δικαστήριο, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 79, 70 ΚΠολΔ, 1045, 1051, 1094 ΑΚ και στις διατάξεις του β.δ. δικαίου. ν. 8 παρ.1 Κωδ.(7.39), ν.9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν.2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πρ.Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ.3 Πανδ.(23.3), ν.20 παρ.12 Πανδ.(5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ. (41.3),3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 4 παρ.1 Πανδ. (51.4), που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν από τις 23.2.1946). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα συνεκδικαζομένη με την αγωγή. Εξάλλου, με δεδομένο ότι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ασκήθηκαν οι πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του εναγόμενου μετά την από 12-2-2015 και με αριθμό κατάθεσης 692/376/115 ανακοίνωση δίκης αυτού : i) η από 10-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης ………../2015 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Νίκαιας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη, ii) η από 8-5-2015 και με αριθμό κατάθεσης …………./2015 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», iii) η από 13-5-2015 και με αριθμό κατάθεσης ……./2015 πρόσθετη παρέμβαση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Πανεπιστήμιο Πειραιά, οι οποίοι επικαλούμενοι έννομο συμφέρον ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής, θα πρέπει μετά την ολική εξαφάνιση της υπόθεσης ως προς την αγωγή και την κύρια παρέμβαση, να συνεκδικασθούν μαζί με αυτές (άρθρα 80 ΚΠολΔ).
Το εφεσίβλητο – εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τις έγγραφες προτάσεις του, τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν Δικαστήριο αρνήθηκε την αγωγή, αμφισβητώντας ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από το ενάγον τίτλους. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του εθνικού λειβαδίου με την ονομασία «…………….», επιφανείας 10.000 στρεμμάτων, εντός του οποίου περιλαμβάνεται και η μερικότερη θέση «…………….» που έχει καταγραφεί ως Δημόσιο κτήμα με αρ. ΑΒΚ ……. και περίήλθε σ΄αυτό : α) ως κτήμα ανήκον στο Οθωμανικό Δημόσιο βάσει της Συνθήκης Κωνσταντινουπόλεως, ως καταληφθέν και δημευθέν κατά τους αγώνες της ανεξαρτησίας, άλλως ως εγκαταλειφθέν από τους κυρίους του Οθωμανούς β) κατελήφθη ως αδέσποτο δ) ήταν Δασική έκταση, όπως επικαλείται αναλυτικά ως προς την οποία κανείς εντός έτους από της ισχύος του Β.Δ. της 17.11.1836 δεν εμφάνισε τίτλους ε) ότι περιήλθε σε αυτό με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους. Ο με στοιχ. (α) ισχυρισμός όμως πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθώς η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31-3-1833 με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών Αρχών και υπό τον όρο σεβασμού των δικαιωμάτων των ιδιωτών, ώστε δεν υπήρχαν στην Αττική δημευθέντα ακίνητα δικαιώματι πολέμου (ΑΠ 1527/2022, ΑΠ 1029/2021, ΑΠ 832/2020, ΑΠ 73/2018, ΑΠ 638/2016 σε www.areiospagos.gr), ενώ επιπλέον δεν εκτίθενται στοιχεία για νόμιμο τίτλο για την κατάφαση τακτικής χρησικτησίας. Οι λοιποί ισχυρισμοί του είναι νόμιμοι και πρέπει να ερευνηθούν ω προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων του ενάγοντος και του εναγόμενου που εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. τα με αρ. 5045/2017 πρακτικά συνεδρίασης) και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων η από 19.10.2005 ιδιωτική γνωμοδότηση (επιγράφεται έκθεση πραγματογνωμοσύνης) του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ………, φωτογραφίες από την εφαρμογή GOOGLE MAPS, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται(άρθρα 444γ, 448 παρ.3 ΚΠολΔ) και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, όπως ορίζεται στην αγωγή είναι το με αρ. ΚΑΕΚ ………….., εμβαδού 17.642 τμ., το οποίο συνορεύει βόρεια με τα ΚΑΕΚ ………. και εν μέρει …….., νότια με το με αρ. ……… , δυτικά με το με αρ, ……. και νοτιοδυτικά με το με αρ. ΚΑΕΚ …….. Βρίσκεται στο λόφο «…………….», στην εκτός σχεδίου περιοχή του Δήμου Νίκαιας που εκτείνεται ανατολικά της οδού Ακροπόλεως. Άμεσος τίτλος κτήσεως του ενάγοντος είναι το με αρ. …../1985 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Αθηνών . …….., που μεταγράφηκε νόμιμα, στο οποίο το ακίνητο περιγράφεται ως «αγροτεμάχιο μετά ερειπωμένου εργοστασίου ασβεστοποίας και παλαιού λατομείου εν αδρανεία τελούντος, κείμενον κατά τον τίτλον κτήσεως στη θέση «…. ή «…..». Κατά το από Φεβρουάριο του 1985 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ….. ….. ορίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, κείμενο στην περιοχή …… Νίκαιας, είναι έκτασης 18.500 τμ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς Δ-Ε και Β-Γ μήκους 221,00 και 19.50 μ. με ιδιοκτησία αδελφών ….., ανατολικά σε πλευρά Α-Β μήκους 40,00 μ. με μικρή έκταση που φτάνει έως ιδιωτική οδό προσπέλασης προς τα όμορα κτήματα και πιο πέρα με ιδιοκτησία αδελφών … και Δ-Γ μήκους 37 μ. με ιδιοκτησία των ιδίων, νοτίως σε πλευρά Α-Ζ μήκους 292 με ιδιοκτησία …………. και δυτικά με επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 76, με Βουνό (Δημόσιο). Με βάση όμως την από 15.4.2016 τεχνική Έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ……., ο οποίος έχει εφαρμόσει το τοπογραφικό του τοπογράφου μηχανικού ……… στο τοπογραφικό της εφαρμογής του Εθνικού κτηματολογίου, το με αρ. ΚΑΕΚ ………… ταυτίζεται κατά 15.676 τ.μ, με το ακίνητο, που περιγράφεται στον τίτλο κτήσεως του ενάγοντος. Απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος είναι η ………. δυνάμει της από 7-5-1864 έκθεσης διανομής του Εισηγητή Δικαστή ………, η οποία δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………/1871 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Πειραιά ……………, πώλησε και μεταβίβασε στον ……….. ευρύτερη έκταση συμπεριλαμβανομένου του επίδικου. Τμήμα του ευρύτερου αυτού ακινήτου προς δυσμάς (εκτός του επιδίκου) ο ανωτέρω πώλησε και μεταβίβασε στον …….. δυνάμει του υπ’ αριθμ. …../1875 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………, που μεταγράφηκε νόμιμα. Μετά το θάνατο του …….., κληρονόμος αυτού κατέστη ο …….., δυνάμει της υπ’ αριθμ. …….. / 1900 δημόσιας διαθήκης του τελευταίου και πώλησε πλέον ολόκληρο το επίδικο στον …………, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …../1912 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά ……….., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο ………. πώλησε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στον …….. με το με αρ. …./1913 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ……., που μεταγράφηκε νόμιμα, ποσοστό των 2/8 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στον …… με το υπ. αρ. …./1913 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά ……….., που μεταγράφηκε νόμιμα, στη συνέχεια, δε, οι ………. συνέστησαν, δυνάμει του υπ αριθμ. ……../1913 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών ……., που μεταγράφηκε νόμιμα, την εταιρία με την επωνυμία «………». Η εταιρία αυτή διαλύθηκε με το υπ’ αριθμ. ……../1915 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά …….., που μεταγράφηκε νόμιμα, και κατέστη εκ νέου εξ εξολοκλήρου κύριος ο ………. ο οποίος , δυνάμει του υπ’ αριθ. ………./1915 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά ……, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε το επίδικο ακίνητο σε καθένα από τους ……….., κατά το ποσοστό των 25/100 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας και δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……/1915 συμβολαίου του ιδίου Συμβολαιογράφου Πειραιά …….., που μεταγράφηκε νόμιμα, έκαστος εκ των ……….. μεταβίβασαν ποσοστό 2,5/100 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στον …………, με αποτέλεσμα ο καθένας από τους …………..να έχει, πλέον, ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας 22,5/100 ενώ ο ………….. να έχει ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας 10/100 και, τέλος, με το υπ’ αριθμ. ……./1916 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά …………, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω σύστησαν ομόρρυθμη εταιρία, συνεισφέροντας ως κεφάλαιο τα ποσοστά της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας τους επί του επίδικου ακινήτου. Με το υπ’ αριθμ. ……/1918 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά …….., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο . ….. μεταβίβασε στους ………. την μερίδα του επί του επίδικου ακινήτου (22,5%) σε ίσα μέρη (7,5% σε έκαστο εξ αυτών) με αποτέλεσμα έκαστος εκ των ……… να αποκτήσει ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου 30%, ενώ ο ……… μεταβίβασε, αποχωρώντας από την εταιρία, το ποσοστό του στον …….., δυνάμει του υπ αριθμ. …./1925 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά …….., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ……….. μεταβίβασε, αποχωρώντας από την εταιρία, το ποσοστό του στον ………, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………/1925 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο …….. μεταβίβασε στον ……… ποσοστό 10/100 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου δυνάμει του υπ’ αριθμ. ……../1931 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά …….., που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ με το υπ’ αριθμ. ……/1934 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………, που μεταγράφηκε νόμιμα, η εταιρία διαλύθηκε και οι ………, …….. και …….. απέκτησαν, εκ νέου, 50%, 30% και 20% εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας, αντίστοιχα και, τέλος, με το υπ’ αριθμ. ……../1934 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………., που μεταγράφηκε νόμιμα, o …….. μεταβίβασε στον ……. ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του επίδικου ακινήτου. Ο …….., πατέρας της ………, άμεσης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, απέκτησε το επίδικο ακίνητο, αντίστοιχα, κατά τα ποσοστά των 50/100, 20/100 και 30/100 εξ αδιαιρέτου, με το με αρ. ……/1934 συμβόλαιο αγοράς του Συμβολαιογράφου Πειραιά ……, με το με αρ. …./1935 συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου, και το υπ΄αρ. …./1938 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών …….., που μεταγράφηκαν νόμιμα, από τους ………., αντίστοιχα . Ο ……. τέλος συνέστησε προικοσύμφωνο υπέρ της κόρης του ……, άμεσης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, με το υπ΄αρ. …………/21.2.1949 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Πειραιά ……….., που μεταγράφηκε νόμιμα. Aπό όλα τα ανωτέρω συμβολαιογραφικά έγγραφα προσκομίζεται σε τμήμα αυτού δυσανάγνωστο ο αρχικός τίτλος, το με αρ. …./1915 και τα τελευταία, από το έτος 1934. Όπως συνομολογείται και επικαλούνται στις Εκθέσεις τους ο τοπογράφος μηχανικός ……. και …………., το αρχικό ακίνητο που ανήκε στην . ………… περιγράφεται ως αγρός στη θέση «…» ή «…..», το οποίο συνορεύει ανατολικά με Ν.Δ. ……. και ….., δυτικά με Βουνό (κορυφογραμμή), όπως τρέχουν τα νερά, βόρεια με …. ., και νότια με …… ….., το οποίο συνίστατο σε καλλιεργήσιμο έδαφος 14 στρεμμάτων και 700μ. και συνεχόμενο βραχώδες περιλαμβάνοντας ολόκληρο στην κορυφογραμμή του βουνού διαρρεομένη από των ομβρίων υδάτων έκταση. Το ακίνητο αυτό πώλησε η ……. στον ………, το οποίο συνόρευε τότε (το χρόνο σύνταξής του 1871) ανατολικά με αγρούς ………., βόρεια με …….., δυτικά με αδελφούς … και νότια με ………. Έκταση προς δυσμάς πώλησε ο ……….. . στον …….. δυνάμει του υπ’ αριθμόν ……./1875 συμβoλαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά ………. όπως εκτέθηκε, και το υπόλοιπο ο κληρονόμος του ……… πώλησε στον ……….., δυνάμει του υπ’ αριθμόν ……../1912 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά ……… Όπως αναφέρεται σ΄αυτό (ομοίως το συμβόλαιο αυτό δεν προσκομίζεται) το ακίνητο, είχε αφετηρία ως έγγιστα 15 στρέμματα, παρόλο που το αρχικό ακίνητο της ……. είχε έκταση επίσης περίπου 15 στρέμματα (14.000 και 700 τ.μ) κι ενώ ο ……….. είχε πωλήσει το ήμισυ προηγουμένως (του αρχικού όπως το αγόρασε από την ……..) στον ………. Το πωληθέν δεν αναφέρεται με έκταση, αλλά με προσδιορισμό εδαφικό «το ακαλλιέργητο μέρος τμήμα του αγρού πλάτους 75 μ. πλάτος και όλο το μήκος μέχρι της κορυφής του βουνού «όπως τρέχουν τα νερά» κι επιπλέον το ακαλλιέργητο μέρος εκ του καλλιεργήσιμου αγρού στο κείμενο στους πρόποδες του βουνού πλάτους 35 μ. και μήκους 40μμ». ¨Έκτοτε σε όλα τα συμβόλαια, το ακίνητο αναφέρεται χωρίς καμία αναφορά στην έκταση, παρά ως μόνο ως «εργοστάσιο ασβεστοποιίας μετά του οικοπέδου, όσης εκτάσεως είναι εις θέσιν …. ή …… Πειραιώς, συνορευόμενου γύρωθεν ανατολικώς και αρκτικώς (βόρεια) με αγρόν ……….., δυτικώς με Δημόσιο και μεσημβρινώς (νότια) με ………». Με την ίδια περιγραφή ως «ερειπωμένο εργοστάσιο ασβεστοποιίας» χωρίς προσδιορισμό στην έκταση μεταβιβάζεται λόγω προίκας στην άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, ………, με το με αρ. ……./1949 προικοσυμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………… Ο μηχανικός ……… (βλ. την από 10.10.2005 γνωμοδότησή του) υποστηρίζει ότι υπάρχει αρμονική συνέχεια στην περιγραφή των ορίων από το έτος 1871 -1985, τα οποία επαληθεύονται επακριβώς και προσαρμόζονται επί του εδάφους, με μόνο τη διαφορά ότι το βόρειο όριο πρέπει να γίνει βορειοανατολικό, το ανατολικό νοτιοανατολικό, το νότιο νοτιοδυτικό και το δυτικό βορειοδυτικό. Όμως τα όρια δεν είναι τα ίδια σε όλα τα συμβόλαια, καθώς, ενώ στο συμβόλαιο του 1912 αναφέρεται ως βόρειο και ανατολικό όριο ο αγρός ……….., στους μεταγενέστερους τίτλους από το έτος 1934 και μετά, όπως και στο προαναφερόμενο με αρ. …../1949 συμβόλαιο, άμεσο τίτλο της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ως βόρειο όριο αναφέρεται «Βουνό». Το μόνο όριο που επιβεβαιώνεται από τους όμορους ιδιοκτήτες είναι το νότιο όριο (ουσιαστικά νοτιοδυτικό) καθώς είχε προηγηθεί το με αρ. ……./1875 συμβόλαιο, με το οποίο πωλήθηκε το ½ του αρχικού ακινήτου στον …….., διάδοχος του οποίου είναι ο ……….. και κατόπιν ο ………….. Από το γήπεδο του τελευταίου κατά τον ……. επιβεβαιώνεται η περίμετρος του επιδίκου ακινήτου. Ωστόσο, από μόνο το μήκος της βόρειας (βορειοδυτικής) πλευράς του γειτονικού ακινήτου δεν επιβεβαιώνεται και το μήκος των πλευρών του παρόντος ακινήτου, καθώς οι τίτλοι δεν δίνουν κανένα στοιχείο για το βάθος του ακινήτου (δηλαδή πού αρχίζει και πού τελειώνει η πλευρά προς την φερόμενη ιδιοκτησία …… και πού βρίσκεται το δυτικό όριο που αναφέρεται ως «Δημόσιο» και άλλοτε ως «Βουνό»). Ακόμα ενώ αναφέρεται ως ανατολικό (και βόρειο όριο) αγρός ……….. (όχι ως λοιπό τμήμα του παρόντος αγρού) δεν υπάρχει κανένας τίτλος που να επιβεβαιώνει την ιδιοκτησία αυτή. Είναι άξιο μνείας ότι στην με αρ. ……/1928 συμβολαιογραφική πράξη διανομής κληρονομιαίων ακινήτων του συμβολαιογράφου Αθηνών …………… που έχει συνταχθεί μεταξύ των κληρονόμων του ………….. δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αγρό αυτού στη θέση «….» ή «…….». H ως άνω τοποθεσία «…» (όπου βρίσκεται το επίδικο με βάση τους επικαλούμενους τίτλους) με υπόβαθρο το από 12.12.1927 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Τζουμέρκα, δεν έχει σχέση με το επίδικο, από το οποίο απέχει 600 μ., (βλ. το 29.2.2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ………..), καθώς αυτό εντοπίζεται σήμερα στη θέση «….» (για την οποία θα γίνει λόγος αναλυτικά κατωτέρω, αναφορικά με τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου/ Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου). Κατά την από 30.12.1971 έκθεση Ελέγχου του μηχανικού ……. και Επιθεωρητή …. …. οι τίτλοι των κληρονόμων … έχουν εντοπισθεί νοτίως της λεωφόρου Ακροπόλεως (ανατολικότερα του επιδίκου από την οποία αρχίζει το σχέδιο πόλεως του Δήμου Νίκαιας) και οι τίτλοι της φερόμενης ιδιοκτησίας …. (με διάδοχο τον Εθνικό Πειραιώς) εντός της λεωφόρου Ακροπόλεως, ώστε να μην μπορούν να επεκταθούν και βορείως αυτής. Εξάλλου, ενώ οι ανωτέρω, είχαν αποστείλει πρόσκληση σε όλους τους κατόχους – φερόμενους ιδιοκτήτες της περιοχής «……..» να προσκομίσουν τίτλους ιδιοκτησίας για τη διενέργεια εφαρμογής τους, οι κληρονόμοι ….. (εν προκειμένω η δικαιοπάροχος του ενάγοντος), που παρεμβάλλονταν μεταξύ της ιδιοκτησίας …. και …. δεν προσκόμισαν τίτλους (βλ. σελ.25 της άνω έκθεσης ελέγχου). Στο ίδιο συμπέρασμα, ότι οι ιδιοκτησίες …. (μετά την πώληση του επιδίκου) και …. δεν βρίσκονται στο χώρο του δημοσίου Κτήματος, καταλήγει και ο μελετητής ……… (βλ. την από Οκτώβριο του 1983 έκθεση πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τα δικαιώματα του δημοσίου στην περιοχή …. Νίκαιας). Κατόπιν αυτών, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των τίτλων των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος επί του εδάφους και η ταύτισή τους με το επίδικο, λόγω της ασάφειας της έκτασης που αναφέρεται στους τίτλους αυτούς, της μη επιβεβαίωσης των ορίων με τους όμορους ιδιοκτήτες (οι οποίοι τουλάχιστον σε τρεις διαστάσεις δεν ταυτοποιήθηκαν) και της έλλειψης άλλων σταθερών χαρακτηριστικών σημείων επί του εδάφους. Το μόνο που προκύπτει από τα συμβόλαια μετά το έτος 1912 σε συνδυασμό με τη ανάλυση των αεροφωτογραφιών που προέβη ο μηχανικός …….., είναι η λειτουργία, στο ανατολικό άκρο του επιδίκου, εργοστασίου ασβεστοποιίας, του οποίου τα υπολείμματα εμφαίνονται στις αεροφωτογραφίες από το έτος 1937 και αποτυπώνονται και στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού …………… Ωστόσο, από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το επίδικο εμπίπτει σε δημόσιο κτήμα και συγκεκριμένα στο με αρ. ΑΒΚ …, εμβαδού 912.790,50 τ.μ., κειμένου στη θέση «…..» του Δήμου Νίκαιας (όρια με δήμο Κερατσινίου Δραπετσώνας), όπως αποτυπώνεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τα-Υ-Φ.-Χ..Ω-Ψ-Α’-Β’-Γ’-Δ’-Ε’-Ζ’-Η’-‘-Γ-Κ’-Λ’-Μ’-Ν’-Ξ’-Ο’-Π’-Ρ’-Σ’-Α στο από 30-12-1971 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού του Υπουργείου Οικονομικών …….., που καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα την 1-8-1981, με βάση την υπ’ αρ. Δ ………../13-3-1979 διαταγή του Υπουργού Οικονομικών και κατόπιν της υπ’ αρ. …./23.6.1972 γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων. Το εν λόγω δημόσιο κτήμα αποτελεί, με τη σειρά του, τμήμα του Εθνικού Λιβαδιού με τη γενική ονομασία «…» που έχει έκταση 10.000 στρέμματα, περιλαμβάνει τις επιμέρους τοποθεσίες «…………», «……………», «…….» και «…» ή «….» και συνορεύει ανατολικά με ……………., δυτικά με γαίες της ……., βόρεια με ………, και νότια εν μέρει με γαίες παραχωρηθείσες στον . …. και εν μέρει με εθνικές γαίες ανήκουσες στη διαλυθείσα Ιερά Μονή ………. Η περιοχή του «………», είχε συμπεριληφθεί στις δημόσιες γαίες από το έτος 1890 με αύξοντα αριθμό … (γενικός πίνακας εθνικών και εκκλησιαστικών κτημάτων) κι εντός αυτής έχουν καταγραφεί τα Δημόσια κτήματα ΒΚ …, εκτάσεως 1.396 στρεμμάτων, ΒΚ …. έκτασης 959 στρεμμάτων και ΒΚ ….. Εξάλλου η τοποθεσία «….», όπου βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο είναι κυρίως βουνώδης, βραχώδης, επικλινής και εν μέρει δασική έκταση, ακατάλληλη για συστηματική καλλιέργεια και βόσκηση και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο μετά το τέλος των αγώνων υπέρ της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Έθνους, ως νεκρή γαία (μεβάτ), ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους σύμφωνα με την με αρ. ……../30.12.1971 Έκθεση Ελέγχου και με το με αρ. …/23.6.1972 πρακτικό γνωμοδότησης του Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν έχουν δικαίωμα κυριότητας οι ιδιώτες που διεκδικούσαν δικαιώματα επ΄αυτής (όσοι προσκόμισαν τους τίτλους τους) και μεταξύ αυτών η ………. (……., ενώ η δικαιοπάροχος του ενάγοντος δεν είχε προσκομίσει τίτλους, όπως εκτέθηκε)]. Το Ελληνικό Δημόσιο, άρχισε να την νέμεται και να την κατέχει έκτοτε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1915 αλλά και μετά, ενεργώντας με τα νόμιμα όργανα του όλες τις πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό της, όπως εκμισθώσεις χορτονομής προς τρίτους (μαζί με την ευρύτερη περιοχή του «………..»), χαρτογραφήσεις, κατεδαφίσεις αυθαιρέτων, αναδασώσεις, παραχωρήσεις, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, φύλαξη, επιτήρηση, εποπτεία και αποκρούσεις κάθε είδους επεμβάσεων τρίτων επ’ αυτής (βλ. ενδεικτικά τις διακηρύξεις δημοπρασίας επταετούς ή πενταετούς ενοικίασης χορτονομής ../1888, .. και ../1888, ../1889, ../19-1-1896, …./1926, τα από 14.12.1939 και 20.11.1950 ενοικιαστήρια). Η ενοικίαση της χορτονομής περιελάμβανε και την τοποθεσία «…………….» (βλ. το από 26.11.1896 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Πειραιώς προς τον Αστυνόμο, την από 7.3.1901 αίτηση του μισθωτή ……….). Επίσης, με επιμέλεια του Ελληνικού Δημοσίου συντάχθηκαν τοπογραφικά διαγράμματα της παραπάνω περιοχής και από το έτος 1880 προέβαινε σε παραχωρήσεις τμημάτων της ανωτέρω έκτασης σε ιδιώτες. Ακόμα επιτηρούσε την έκταση δια των αρμοδίων οργάνων του αποτρέποντας κάθε αυθαίρετη και χωρίς δικαίωμα πράξη που επιχειρούσαν τρίτοι επ’ αυτής (βλ. ενδεικτ. τα έγγραφα του Οικονομικού Εφόρου Πειραιώς, από 20-1-1888 προς τον Αστυνόμο Πειραιώς, αριθμό πρωτ. …./9.12.1888 έγγραφο προς τον υπομοίραρχο Πειραιά, 14.3.1894 το από 22.8.1894 έγγραφο του προς τον Αγροτικό Αστυνόμο Αθηνών και Πειραιώς το από 26-11-1896 έγγραφο προς τον Αστυνόμο Πειραιώς)` Το Ελληνικό Δημόσιο προχώρησε σε κήρυξη της εν λόγω περιοχής ως δημόσιας δασικής αναδασωτέας έκτασης με την υπ’ αρ. 108424/13-9-1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Προέβη σε έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής σε βάρος ιδιωτών για κατάληψη τμημάτων του δημοσίου κτήματος (βλ. ενδεικτ. ../13-11-1979, ../6-9-1980, ../29-10-1980, …/16-1-1981, …../16-1-1981, …/10-2-1981, ../25-11-1981, ../25-11-1981, ../3-6-1982 πρωτοκόλλα) και κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων (βλ. το με αρ. πρωτ. Δ/……./31.1.1979 της Διεύθυνσης Δασών Πειραιώς προς το Δήμο Νικαίας) και ακόμα αποφασίσθηκε η περίφραξη και δεντροφύτευση αυτού (βλ. το με αριθμό πρωτ. ……/8.10.1979 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιώς προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πειραιώς). Το Δημόσιο περαιτέρω, κατόπιν της με αρ. πρωτ. Δ ../…../13.3.1979 Διαταγής του Υπουργού Οικονομικών, προέβη στην σύνταξη του από 11.3.1982 πρωτοκόλλου κατάληψης δημοσίου Κτήματος. Ακόμα παραχώρησε τμήματα της ίδιας έκτασης, είτε κατά κυριότητα είτε κατά χρήση, σε διάφορους δημόσιους φορείς, όπως τους δήμους Νικαίας και Κερατσινίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας (βλ. το από 13-6-1984 παραχωρητήριο προς τους δήμους Νικαίας και Κερατσινίου, καθώς και την Δ/…../21-2-1994 απόφαση του νομάρχη Πειραιώς για παραχώρηση προς τον ΟΣΚ) για δημιουργία παιδικών χαρών, πρασίνου και άλλων κοινόχρηστων χώρων, όπου ακολούθως ανεγέρθησαν εκεί το Κατράκειο Θέατρο καθώς και ολυμπιακές και άλλες αθλητικές εγκαταστάσεις, σχολικά συγκροτήματα και χώροι πρασίνου. Η σημερινή κατάσταση της έκτασης αυτής είναι η εξής : 473.402 τμ. έχουν ενταχθεί στα ρυμοτομικά σχέδια των Δήμων Νίκαιας και Κερατσινίου, 121.465 τμ. είναι δασικές εκτάσεις, 54.611 τμ. είναι εκτός σχεδίου οικιστικά αξιοποιούμενες εκτάσεις που έχουν καταληφθεί παρανόμως, 168.201 τμ. χώροι πρασίνου αναψυχής, 32.510 τμ. εργοτάξια 8.602 τμ. με τεχνητή δάσωση και 5.795 τ.μ καταλαμβάνει η ,,,,,, και συνεχόμενο πλάτωμα. Η επίδικη έκταση ειδικότερα βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως στη βουνώδη περιοχή του ΒΚ …… που εκτείνεται ανατολικά της οδού ……… Τμήμα 6.980 τμ. αυτού που αποτελεί το βόρειο τμήμα αυτού, στο χάρτη του KLAUPERT του έτους 1872 εμφανίζεται καλυμμένη από λόχμες (δάσος χαμοδέντρων) και κατά την στερεοσκοπική παρατήρηση αεροφωτογραφιών του έτους λήψης του 1945 εμφανίζει κάλυψη κυρίως από χαμηλή βλάστηση σε ευρύτερη βραχώδη έκταση της ιδίας μορφής με έντονες κλίσεις, ώστε εμπίπτει στον ευρύτερο δασικό κωδικό ,,,,,,,, κατηγορία ΑΑ – εκχερσωμένες δασικές εκτάσεις (βλ. την από 9.5.2006 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας των δασολόγων ……. και ………. και το με αρ. πρωτ. ……/9.5.2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιά.) Εξάλλου, τμήμα 2.000 τμ. και 15.000 τμ. από την ευρύτερη έκταση παραχωρήθηκε κατά χρήση από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου στην Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων αρχικά και κατόπιν στην Γενική Γραμματεία Αθλητισμού για την ανέγερση του Ολυμπιακού Έργου «……..» (βλ. το από 16.2.2001 αρχικό και από 27.11.2001 τροποποιητικό παραχωρητήριο) κι επιπλέον εδαφικά τμήματα 1868,8 τμ., 418,04, 916,14 και 3.722,47 στο ΥΠΕΧΩΔΕ για την κατασκευή οδικών συνδέσεων της και χώρων στάθμευσης. ¨Ήδη το επίδικο ακίνητο καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από το νότιο τμήμα του «………» τους χώρους στάθμευσης και την οδική σύνδεση προς αυτό. Πλέον το σύνολο της εγκατάστασης του Ολυμπιακού Κένκαιυ Νίκαιας (με το επίδικο ακίνητο) έχει παραχωρηθεί στο ν.π.δ.δ. «Πανεπιστήμιο Πειραιώς (βλ. τις από 4.9.2007 και 30.5.2009 συμβάσεις), δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 9, 17 και 35 του ν. 3342/2005, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3708/2008. Ενόψει των ανωτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο είχε καταστεί κύριο της ευρύτερης έκτασης «…………» που περιλαμβάνει και το επίδικο, καθώς νεμόταν και κατείχε αυτήν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει τα δικαιώματα άλλου. Εξάλλου, όσον αφορά τις πράξεις φυσικής εξουσίασης στο επίδικο, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής : Όπως εκτέθηκε ήδη, στο ανατολικό άκρο του επιδίκου είχε λειτουργήσει εργοστάσιο ασβεστοποιίας, όπως προκύπτει από τους τίτλους και τη ανάλυση των αεροφωτογραφιών. Η έναρξη αυτού τοποθετείται το έτος 1913 με τη ίδρυση της εταιρίας με την επωνυμία «…………» μεταξύ των ……….. (βλ. το με ……/1913 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών . ………..) και το πέρας της λειτουργίας αυτού περί το έτος 1935, με δεδομένο ότι στο με αρ. …../1938 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ……., με το οποίο ο ……. αγοράζει τα 30/100 του ακινήτου αναφέρεται «εργοστάσιο ασβεστοποιίας ερειπομένου και μη λειτουργούντος από ετών» όπως αναφέρεται και στο με αρ. ………/1949 προικοσυμβόλαιο. Ο τοπογράφος μηχανικός ………. από την ανάλυση των αεροφωτογραφιών αναφέρει ότι την 24ετία 1960 – 1984 το εργοστάσιο ασβεστοποιίας είχε μετατραπεί σε λατομείο αδρανών υλικών. Ως ερειπωμένο εργοστάσιο ασβεστοποιίας και παλαιό λατομείο αναφέρεται στον άμεσο τίτλο του ενάγοντος (,,,,/1985 συμβόλαιο) που σημαίνει ότι το λατομείο αυτό είχε επίσης σταματήσει να λειτουργεί επί σειρά ετών, πριν την κατάρτιση του άνω συμβολαίου δεδομένου και ότι δεν αναφέρεται ως λατομείο, του οποίου ανακλήθηκε η άδεια, όπως συνέβη με τα λοιπά λατομεία …….., που λειτουργούσαν στην ίδια τοποθεσία ……………. (βλ. το με αρ. πρωτ. ………/8.10.1979 έγγραφο προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πειραιώς). Σημειωτέον ότι στις διάφορες διακηρύξεις δημοπρασιών του Δημοσίου περί ενοικιάσεως της χορτονομής στην περιοχή περιλαμβανόταν όρος, σύμφωνα με τον οποίο: «ο ενοικιαστής δεν δύναται να εμποδίσει την εξόρυξη λίθων επί της εν λόγω εκτάσεως προερχομένη εκ μέρους του Δημοσίου ή παρά λατόμων αυτού ή παρά τρίτων εχόντων γραπτή άδεια αυτού, μηδέ να ζητήσει ελάττωση του ενοικίου διά πάσα τοιαύτη λατόμευση εκ της εκτάσεως ταύτης,» που σημαίνει ότι η λατομική δραστηριότητα στην περιοχή γινόταν με την άδεια ή τουλάχιστον την ανοχή του Δημοσίου. Και ήδη το Δημόσιο από τα τέλη του έτους 1979 είχε αρχίσει να περιφράσσει την έκταση (βλ. το ως άνω έγγραφο που αναφέρεται ότι ο Δήμος Νίκαιας είχε αρχίσει τις εργασίες περιφράξεως) και διαμόρφωσε αυτήν με εμφυτεύσεις και διάνοιξη οδών. Ανήγειρε τελικώς σε τμήμα του επιδίκου το ……….., χωρίς καμία αντίδραση του ενάγοντος , πριν την αίτηση θεραπείας του και την άσκηση της προγενέστερης από 22-3-2007 και με αρ. κατάθεσης …../2007 αγωγής του. Aνεξαρτήτως όμως της ακριβούς χρονικής διάρκειας που άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο (ή έστω στο τμήμα του που ήταν εργοστάσιο ασβεστοποιίας) οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, είναι βέβαιο ότι αυτές έχουν αφετηρία το έτος 1913 και δεν μπορούν να θεωρηθεί ότι γίνονταν και προγενέστερα, το οποίο, δεν μπορεί να συναχθεί από τους (αόριστους) πριν το 1912 τίτλους, που αναφέρονται μόνο σε αγρό, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση (καλλιέργεια έως ποιο σημείο και τί είδους), την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος (που ως Δικηγόρος κατέθεσε όσα γνώριζε από τους τίτλους και την έκθεση του τοπογράφου μηχανικού) ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Συνεπώς, οι πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος σε τμήμα του επιδίκου, εφόσον δεν ανάγονται σε χρονικό διάστημα 30 ετών πριν την 11.9.2015, δεν είναι σε θέση να καταλύσουν την κυριότητα που είχε αποκτήσει στο επίδικο ήδη το Ελληνικό Δημόσιο, νεμόμενο αυτό από την απελευθέρωση του Ελληνικού Έθνους από τους Τούρκους μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915, με δεδομένο ότι τα δημόσια κτήματα εξαιρέθηκαν και από την έκτακτη χρησικτησία με το νόμο ΔΞΗ΄/1912 και από τις διατάξεις των άρθρων 21 του Ν.Δ. της 22.4/16.5.1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης» και άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938. Σημειώνεται ότι και η με αρ. 489/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή της «…………, που όπως εκτέθηκε λειτουργούσε λατομείο στο χώρο του Δημοσίου κτήματος διεκδικώντας έκταση εμβαδού 107.582,57 τμ., η οποία απέχει 200 μ, από το επίδικο, δεχόμενο ότι η όλη έκταση του ΑΒΚ ……….. ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και ομοίως αποφάνθηκε η με αρ. 351/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Συνεπώς, ορθώς καταχωρήθηκε το επίδικο ακίνητο υπό ΚΑΕΚ …….., στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Αφού, συνεπώς, δεν αποδείχθηκε τόσο παράγωγη όσο και πρωτότυπη κτήση του από το ενάγον, η αγωγή αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Όσον αφορά δε στην κύρια παρέμβαση του Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου αποδείχθηκαν τα εξής : Η ήδη διαλυμένη μονή του Αγίου Σπυρίδωνος κατείχε πολλές εκτάσεις γης στην πειραϊκή χερσόνησο, και εκκλησιαστικά ακίνητα αυτής υπήρχαν στις θέσεις …………., όχι όμως στη θέση «…………….». Την περιουσία αυτής, η οποία έχει περιέλθει στο κυρίως παρεμβαίνον, ΝΠΔΔ που εξακολουθεί να υφίσταται (ΒΔ της 25-9/7-10-1833, σε συνδυασμό με το ΒΔ 1-13/12/1834, ΦΕΚ 41/21-12-1834, βλ. την με αρ. 148/1975 Γνωμοδότηση του ΝΚΣ) κτηματογράφησε ο γεωμέτρης ………., όμως δεν βρέθηκε το διάγραμμα που απεικονίζει στη θέση «…..», ούτε υπάρχουν (παλαιά) διαγράμματα για τις θέσεις «…………….», και «…………….». Λόγω γειτνίασης της θέσης «…» με τη θέση «…………….», ενδεχομένως στα όρια του ΒΚ … να υπήρχε εκκλησιαστική περιουσία, χωρίς όμως αυτή να μπορεί να τεκμηριωθεί κατ΄έκταση σε συγκεκριμένη τοποθεσία, αφού απωλέσθηκε το διάγραμμα που απεικόνιζε τη θέση ….., ενώ το μεγαλύτερο μέρος του άνω δημοσίου κτήματος αποτελεί βουνώδη έκταση ανεπίδεκτη καλλιέργειας, ώστε ενδεχομένως η έκταση αυτή να ήταν εθνικό λιβάδι. Δεν έχουν βρεθεί όμως παραχωρητήρια χορτονομής για τη τοποθεσία «……………. ή ………» (βλ. την από 27-5-2003 τεχνική έκθεση έρευνας ομάδας εργασίας έρευνας ιδιοκτησιακού καθεστώτος ……. – ……………. και την από 8-10-2003 συμπληρωματική στην ως άνω τεχνική έκθεση, συνταχθείσες από τους μηχανικούς ………., …… και …………, κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών). Για την ειδικότερη θέση, εξάλλου, που βρίσκεται το επίδικο δεν αποδείχθηκε καταγραφή του ως περιουσία Μονής του ………. Το κυρίως παρεμβάν προσκομίζει τις με αρ. 1249/1970 και 4462/1976 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, όπου γίνεται γενική αναφορά ότι ο «………..» ανήκε στη Μονή ……. ., χωρίς όμως να είναι επίδικη ή να γίνεται ειδική μνεία για τη θέση «……….». Προσκομίζει επίσης την πρόσφατη με αρ. 687/2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή κύρια παρέμβαση του (β) εκκαλούντος, χωρίς όμως να προκύπτει ότι η υπόθεση αυτή αφορούσε την ίδια έκταση όπου βρίσκεται και το επίδικο. Αντίστοιχα επίσης το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει την νεώτερη με αρ. 489/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου η οποία απέρριψε τελεσιδίκως την αγωγή της «………» και την κύρια παρέμβαση του ΠΕΤ, δεχόμενη ότι η τοποθεσία «…» ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Απλή αναφορά επίσης σε άλλα έγγραφα ή παραχωρητήρια των αρχών του αιώνα, ή εκμισθώσεις χορτονομής, όπου γίνεται μνεία στην περιοχή «…..» ως εκκλησιαστική περιουσία (ενδεικτ. …./1892) δεν αναιρούν τις διαπιστώσεις της νεώτερης παραπάνω έρευνας, δεδομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο διαχειριζόταν ενιαία τα εκκλησιαστικά και δημόσια κτήματα χρησιμοποιώντας χωρίς διάκριση αμφότερες τις ονομασίες. Μόνο η από 22.8.1983 Έκθεση της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων του μελετητή ……… πολιτικού και τοπογράφου μηχανικού αναφέρει ότι το κτήμα ….. και η περιοχή …. ήταν Εκκλησιαστικά ακίνητα της πρώην Μονής …………, όμως η Έκθεση αυτή έχει συνταχθεί, όπως εκτέθηκε, με αναφορά σε διεκδικήσεις ιδιωτών, χωρίς τεκμηρίωση και διάκριση σε σχέση με την περιουσία του Δημοσίου, όπως έχει προβεί η από 27-5-2003 τεχνική έκθεση και η από 8.10.2003 συμπληρωματική της. Κατόπιν αυτών, δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη έκταση ήταν της κυριότητας του κυρίως παρεμβαίνοντος Παλαιού Εκκλησιαστικού Ταμείου, ώστε η κύρια παρέμβαση αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά την απόρριψη της αγωγής και της κύριας παρέμβασης, θα πρέπει να εκδοθεί διάταξη αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα, τα οποία κρίνεται ότι θα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν αλλά και εύλογης αμφιβολίας του ενάγοντος και του κυρίως παρεμβάντος ως προς την έκβαση της δίκης (ιδίως λόγω του ελέγχου παλαιών τίτλων και αντίθετων γνωμοδοτήσεων), κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ. Τέλος ως προς το απολιπόμενο εφεσίβλητο των (α) και (β) εφέσεων θα πρέπει να καθορισθεί το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 505 ΚΠολΔ), με δεδομένο ότι το έννομο συμφέρον για την άσκησή της δεν μπορεί να κριθεί από το παρόν Δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 14/20201), αλλά από το Δικαστήριο της ανακοπής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις εφέσεις : α) από 20-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2023, β) από 08-02-2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2023 και γ) από 15-10-2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2022.
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του εφεσίβλητου των (α) και (β) εφέσεων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250 €).
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (β) από 08-02-2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2023 έφεση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος της (β) έφεσης τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων πλην του πρώτου και του τέταρτου, τα οποία ορίζει το ποσό των διακοσίων (200) € για τον καθένα εφεσίβλητο.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις (α), (β) και (γ) εφέσεις ως προς τον τέταρτο εφεσίβλητο ΟΤΑ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλούντων των (α), (β) και (γ) εφέσεων τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου ΟΤΑ, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) € για το εκκαλούν των (α) και (β) εφέσεων, για την κάθε μία έφεση, και διακοσίων πενήντα (250) € για την (γ) έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ΄ουσίαν την (α) από 20-12-2018 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2023 έφεση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αρ. 5045/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ΄ουσίαν την (γ) από 15-10-2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2022 έφεση, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αρ. 3647/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στο εκκαλούν της (γ) έφεσης που κατέβαλε αυτό.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.
ΔΙΚΑΖΕΙ επί των από : 1) 25-4-2014 και με αριθμό κατάθεσης ………./2014 αγωγής, 2) 15-1-2015 και με αριθμό κατάθεσης ……/2015 κύριας παρέμβασης, 3) 12-2-2015 και με αριθμό κατάθεσης ……/115 ανακοίνωσης δίκης, 4) 10-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης ……./2015 πρόσθετης παρέμβασης, 5) 8-5-2015 και με αριθμό κατάθεσης ……./2015 πρόσθετης παρέμβασης, 6) 13-5-2015 και με αριθμό κατάθεσης ……./2015 πρόσθετης παρέμβασης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή και την κύρια παρέμβαση.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 26.6.2025 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους, στις 8.1.2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ