bΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
4ο τμήμα
Αριθμός απόφασης : 82/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο τμήμα)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Eλένη Σκριβάνου Εφέτη, Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη – Εισηγητή και από τη Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………. για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………….. ατομικώς και ως συνασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της ………….., κατοίκου ομοίως ως άνω, 2) ………….., ως συνασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του ………….. κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, 3) Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ιερά Μητρόπολη Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας» που εδρεύει στην Ύδρα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως νομίμου ειδικού διαδόχου του …………….., οι οποίοι (1-3) εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο τους Δικηγόρο, Κωνσταντίνο Βλάχο.
ΤΩΝ ΚΑΘ ΏΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : Α) Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ Σπετσών», που εδρεύει στις Σπέτσες, όπως νομίμως εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο του Δικηγόρο Βασίλειο Φραντζή. Β) …………, κατοίκου Μεταμορφώσεως Αττικής (………….), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Δήμος Σπετσών» άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά την από 20-7-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./28-7-2006 αγωγή του κατά των αρχικών διαδίκων : 1) …… και 2) …….. Η ………… άσκησε την από 3-3-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης, ………./2008 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος. Επί των υποθέσεων αυτών, αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αρ. 2176/2021 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε όσα αναφέρονται σ΄αυτήν.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν το ενάγον και η προσθέτως παρεμβαίνουσα ………. τις εφέσεις αντίστοιχα : (α) από 25-11-2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2021 και (β) από 16-11-2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …./2021, επί των οποίων εκδόθηκε η με αρ. 268/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. ¨Ήδη οι άνω υποθέσεις φέρονται προς συζήτηση με την από 28.8.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2023 κλήση των εφεσιβλήτων και προσδιορίστηκαν για τη δικάσιμο της 4.4.2024, οπότε και αναβλήθηκαν για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά την συζήτηση των άνω υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι του καθ΄ού η κλήση (α) εκκαλούντος και των καλούντων εφεσιβλήτων (α και β εφέσεων) παραστάθηκαν, όπως εκτέθηκε παραπάνω και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους, ενώ η (β) εκκαλούσα δεν παραστάθηκε καθόλου.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι εφέσεις (α) από 25-11-2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2021 και (β) από 16-11-2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2021, οι οποίες επαναφέρονται προς συζήτηση με την από 28.8.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ ΕΑΚ ………..2023 κλήση των εφεσιβλήτων. Οι άνω εφέσεις στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, της με αρ. 2176/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, δεδομένου ότι η (β) εκκαλούσα είναι προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ του ενάγοντος (α) εκκαλούντος. Συνεπώς πρέπει να συνεδικασθούν, καθώς διευκολύνεται κι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης κι επέρχεται εξοικονόμηση δικαστικών εσόδων (άρθρα και 246 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 524 § § 1, 3, 271 §§ 1,2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης. Έτσι, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο εκκαλών ή αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, απορρίπτεται η έφεση του ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ερευνηθεί η ουσία της υποθέσεως, γιατί με την απουσία του δημιουργείται τεκμήριο παραιτήσεως του απ` αυτήν. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι για τυπικό λόγο, διότι, αν και στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται κατά πλάσμα νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό είναι πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους (βλ. ΟλΑΠ 16/1990 Δ/νη 41.804, ΑΠ 355/2016, ΑΠ 467/2016 ΑΠ 268/2016, ΕφΠειρ 198/2022, ΕφΠειρ 359/2021 http://www.efeteio-peir.gr/ ΕφΠατρ 156/2019, ΕφΛαρ 8/2016, ΕφΛαρ 11/2016, ΕφΛαρ 27/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ). Στην προκείμενη περίπτωση οι άνω εφέσεις είχαν προσδιορισθεί να δικασθούν για τη δικάσιμο της 11.11.2022 επί των εκδόθηκε αρχικά η με αρ. 268/2023 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε η κλήτευση της (β) εκκαλούσας. ¨Ηδη οι άνω υποθέσεις φέρονται προς συζήτηση με την από 28.8.2023 και με αρ. καταθ. ΓΑΚ/ ΕΑΚ …../2023 κλήση των εφεσιβλήτων. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ομοίως η (β) εκκαλούσα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, όπως δε προκύπτει από την με αρ. …./19.9.2023 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ………….., αντίγραφο της κλήσης προς συζήτηση της έφεσης για τη δικάσιμο της 4.4.2024, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την παρούσα συνεδρίαση, επιδόθηκε νομότυπα κι εμπρόθεσμα στην (β) εκκαλούσα. Συνεπώς η άνω εκκαλούσα πρέπει να δικασθεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεσή της ως ανυποστήρικτη, χωρίς περαιτέρω έρευνα αυτής (άρθρο 524 § 3 ΚΠολΔ). Με δεδομένο δε ότι η ως άνω εκκαλούσα είχε καταθέσει για το παραδεκτό της εφέσεώς της κατ’ άρθρο 495 παρ.3Α στοιχ.β’ ΚΠολΔ το με κωδικό …………… e- παράβολο ποσού 100 € του Υπουργείου Οικονομικών, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο κατ’ άρθρο 495 παρ.4 προτελ. εδ. του ΚΠολΔ. Για την περίπτωση που η άνω εκκαλούσα ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας πρέπει να ορισθεί το προκαταβλητέο παράβολο ερημοδικίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 501 και 505 παρ.2 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν σε βάρος της άνω εκκαλούσας με δεδομένο ότι οι εφεσίβλητοι δεν κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, ώστε δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα για την απόρριψή της.
Η (α) έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στις 26.10.2021(βλ. επισημείωση του δικ. επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης) και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 25.11.2021 (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ). Για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, που προβλέπεται από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι οι ΟΤΑ ως ΝΠΔΔ, κατά το άρθρο 19 § 1 του Κωδ. Δ/τος της 26-6/10.7.1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α’ 239/1931) απαλλάσσονται της προκαταβολής των τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων και το εν λόγω παράβολο (βλ. Μιχάλης και Άντα Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. Α΄, έκδοση 2018, άρθρο 495, αρ. 19, σελ. 849765). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο εκκαλών είχε δικασθεί ερήμην (όπως και η (β) εκκαλούσα), καθώς όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 115 παρ.2 ΚΠολΔ, η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική, ώστε εσφαλμένα δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο έχοντας καταθέσει προτάσεις την προηγούμενη ημέρα της δικασίμου, μαζί με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Το εκκαλούν με την πρώτο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε αυτόν δικονομικώς απόντα. Όμως, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη, (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 237 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατόπιν της αντικατάστασής του με το άρθρο ν. 23 Ν.3994/2011, η προφορική συζήτηση ήταν υποχρεωτική και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο με την τακτική διαδικασία, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης με το ν. 2915/2001, με υποχρέωση κατάθεσης προτάσεων προ 20 ημερών, (άρθρο 7 του Ν.3043/2002), ενώ το ίδιο άρθρο, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν 4335/2015, ίσχυε για τις αγωγές που είχαν κατατεθεί μετά την 1.1.2016. Συνεπώς, το ενάγον όφειλε να παραστεί στο ακροατήριο, δια του πληρεξουσίου του Δικηγόρου, έχοντας ήδη καταθέσει προτάσεις προ 20 ημερών, με βάση τις άνω διατάξεις, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, που δεν διαφοποιούνταν λόγω του χρόνου κατάθεσης αυτής (28-7-2006), ώστε ορθώς δικάσθηκε ερήμην από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ωστόσο, κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, «αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Στην προκείμενη περίπτωση ο εκκαλών ΟΤΑ, που δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, ζητά με την έφεσή του την ευδοκίμηση της αγωγής του. Επομένως, κατ΄εφαρμογήν της τελευταίας διάταξης, θα πρέπει να γίνει δεκτή η έφεσή του και ως ουσιαστικά βάσιμη και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.
Ο ενάγων Δήμος Σπετσών ισχυρίστηκε στην από 20-7-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../28-7-2006 αγωγή του ότι έχει καταστεί κύριος του περιγραφόμενου σ΄αυτή ακινήτου – οικοπέδου, κειμένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως των Σπετσών στο Ο.Τ. …… στη συνοικία «….», εμβαδού 1.196,44 €, όπως αυτό προσδιορίζει κατά θέση και όρια με παραπομπή σε τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο επισυνάπτεται στην αγωγή. Ότι απέκτησε αυτό με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας σ΄αυτό τις διακατοχικές πράξεις που επικαλείται (επίβλεψη, συντήρηση, τοποθέτηση μηχανημάτων και κολωνών ΔΕΗ, καθώς και δικτύων ύδρευσης και οργανισμών κοινής ωφέλειας, επιτρέποντας την διέλευση δημοτών) από την Επανάσταση του 1821, έως το χρόνο άσκησης της αγωγής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Ότι άλλως το οικόπεδο περιήλθε σ΄αυτόν και ως κοινόχρηστο. Ότι οι εναγόμενοι (αρχικοί εναγόμενοι ……… και ……………..), η ιδιοκτησία των οποίων περιβάλλεται από το επίδικο οικόπεδο, αμφισβητούν την κυριότητά του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ως άνω ακίνητο και να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά του έξοδα.
Από τη διατύπωση των άρθρων 966 και 967 ΑΚ προκύπτει ότι πράγματα κοινής χρήσεως είναι όσα, ύστερα από την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, έλαβαν τον προορισμό αυτό. Σύμφωνα με την ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 967 ΑΚ μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται οι οδοί, οι πλατείες, αλλά και τα πάρκα, τα άλση και οι εν γένει διαμορφωμένοι χώροι πρασίνου, αδιακρίτως. Η ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος αποκτάται : α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό λ.χ. ως οδού ή πλατείας από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης, ιδιότητα που αποκτάται μόνο με τη νομότυπη καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους ή την παρακατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, οπότε και περιέρχονται τα ρυμοτομούμενα ακίνητα στην κοινή χρήση (καθώς το ρυμοτομικό διάταγμα αποτελεί απλώς την κήρυξη της απαλλοτρίωσης των προβλεπομένων ως κοινοχρήστων χώρων), β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος. και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. (43.7) Ν2 παρ.8 Πανδ. (39.3) Ν.28 Πανδ. (22.3), και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη, και είχε συμπληρωθεί ο χρόνος αυτός πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-02-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, πλην όμως διατηρήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ (ΑΠ 131/2024, ΑΠ 402/2022, ΑΠ 456/2021, ΑΠ 1081/2019 ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1226/2019, ΑΠ 293/2018, ΑΠ 46/2018 www.aeriospago.gr). Ειδική περίπτωση αποτελεί το άρθρο 28 Ν. 1337/1983 από το οποίο συνάγεται ότι ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ’ ανοχή του ιδιοκτήτη, χωρίς να απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και η μεταγραφή του και αδιαφόρως αν το ακίνητο έχει τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, αλλά υπό την αναγκαία προϋπόθεση της έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου, με το οποίο ο χώρος χαρακτηρίζεται κοινόχρηστος, δεδομένου ότι η απλή εγκατάλειψη από μέρους του ιδιοκτήτη δεν περιέχει μετάθεση της κυριότητας. Έτσι για τη μετάθεση της κυριότητας υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικά από τα πολιτικά δικαστήρια [(ΣτΕ 2070/2007, ΣτΕ 3622/2004, ΣτΕΟλ 774/1987), βλ. Μαρία Γεωργιάδου, Αναγκαστική Απαλλοτρίωση 2η έκδοση, σελ. 258επ.].
Η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η οποία έχει εγγραφεί εμπροθέσμως τα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Σπετσών, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ. 291/4.8.2006 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Σπετσών) είναι νόμιμη, καθώς στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 70 ΚΠολΔ, 1094, 947 επ, 1045 ΑΚ και σ΄αυτές του βρ δικαίου [ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ (50.140, 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.30( και για την καλή πίστη : ν.20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ (24.1), ν.27 πανδ (18.1), ν.10,13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ (41.10), ν.7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ (50.16)], ως προς τη βάση της που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία και στις διατάξεις του β.ρ. δικαίου. Αναφορικά με την επικουρική βάση της, ως κοινόχρηστο, εκτιμάται ότι ο ενάγων επικαλείται την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, ήτοι ότι το επίδικο ακίνητο ήταν κοινόχρηστο ανέκαθεν ή τουλάχιστον από τον χρόνο της Επανάστασης (αναφέροντας ότι ασκούσε πράξεις νομής από το χρόνο της Επανάστασης, ώστε από τον ίδιο χρόνο τουλάχιστον εκτιμάται η κοινοχρησία αυτού, πάνω από 80 χρόνια πριν την εισαγωγή του ΑΚ).
Στη θέση των αρχικών εναγόμενων ……. και ……… έχουν υπεισέλθει α) κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου η πρώτη εφεσίβλητη ………. και η θυγατέρα της ………….., όπως εκπροσωπείται από την ως άνω και τον δεύτερο εφεσίβλητο πατέρα της …………., ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του αρχικού πρώτου εναγόμενου ………….. (απεβίωσε στην Αθήνα στις 10.5.2018), ο οποίος δυνάμει της από 07/11/2011 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Ειρηνοδικείο Αθηνών (με αρ. …../11-07/2018 πρακτικό αυτού και καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του ίδιου Ειρηνοδικείου στον τόμο … με αυξ. αριθμ. …..), κατέλιπε την επικαρπία και τη διαχείριση του 50% του επιδίκου ακινήτου στην νύφη του πρώτη εφεσίβλητη …………, εν διαστάσει σύζυγο του …….., μόνο μέχρι της ενηλικιώσεως της εγγονής του ……… …, (γεννηθείσας την 22-5-2009) στην οποία θα περιέλθει η πλήρης κυριότητα μετά την ενηλικίωσή της, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν με την υπ’αριθμ. …/11-4-2019 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………… που μεταγράφηκε νόμιμα (τομ. … αρ. ….. του Υποθηκοφυλακείου Σπετσών) β) κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου η τρίτη εφεσίβλητη Ιερά Μητρόπολη Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, ΝΠΔΔ, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αρχικού δεύτερου εναγόμενου …………. (απεβίωσε στην Αθήνα στις 20-10-2008), ο οποίος δυνάμει της από 26.5.2008 διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμ. …../3-4-09 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα διαθηκών) κατέλιπε το ποσοστό 50 % του επιδίκου στο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ, την κληρονομία την οποία αποδέχθηκε με την υπ’ αριθμ. ……/11-12-2013 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών ……, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπετσών (τομ. …, αρ. …..). Συνεπώς, νομίμως επαναλαμβάνεται η έννομη σχέση της δίκης στο όνομά τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 290 ΚΠολΔ, μετά τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής (και αφού η διακοπή – επανάληψη της δίκης δεν κρίθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας των εναγόντων). Οι ανωτέρω αρνήθηκαν την αγωγή, ισχυριζόμενοι ότι το επίδικο οικόπεδο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσεώς τους. Ακόμα προέβαλαν ένσταση ιδίας κυριότητας, τακτικής έκτακτης χρησικτησίας, ισχυριζόμενοι ότι ασκούσαν στο επίδικο διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο (προσδιορίζοντας τους τίτλους τους) για χρονικό διάστημα άνω των 150 ετών (1874-2006), ένσταση που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1041, 1044, 1045 ΑΚ και στις διατάξεις του β.ρ.δικαίου. Περαιτέρω, προβάλλουν αόριστα ισχυρισμούς για γενικό δόλο και κατάχρηση δικαιώματος, οι οποίοι κρίνονται ως άρνηση της αγωγής, αφού απλώς αρνούνται το δικαίωμα του ενάγοντος.
Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκόμισαν με νόμιμη κλήτευση οι διάδικοι, των με αρ. …/2008 και …/2008 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σπετσών των μαρτύρων ¨……. και …….. και της με αρ/,. …/24.4.2007 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος ……, ενώπιον της συμβολαιογράφου Σπετσών ……… που ελήφθησαν με νομότυπη κι εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, προς τον πληρεξούσιο Δικηγόρο αυτού που υπογράφει το δικόγραφο της αγωγής (βλ. την με αρ. ……/27.2.2008 και ………../18.4.2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά …….. , κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.γ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4335/2015), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Το επίδικο ακίνητο, όπως περιγράφεται στην αγωγή, βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Σπετσών στην ενορία του ……., στο Ο.Τ. … στη συνοικία «…» , έχει έκταση εμβαδού 1.196,44 € και συνορεύει βορειοανατολικά με εγκεκριμένη δημοτική οδό, προς βορρά με τσιμεντοστρωμένη δημοτική οδό, προς δυσμάς εν μέρει με εγκεκριμένη ανώνυμη οδό, εν μέρει με ιδιωτικές ιδιοκτησίες ….. (πρώην …..), ……. (τέως ιδιοκτησία ……..), εν μέρει με εγκεκριμένη οδό ανώνυμη και προς νότο με εγκεκριμένη οδό ανώνυμη, εν μέρει με ιδιοκτησία …… και εν μέρει με εγκεκριμένη οδό σχεδίου πόλεως. Το επίδικο απεικονίζεται στο από Απριλίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ………., υπό τα περιμετρικά στοιχεία A-B-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ- Ι- Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-9-5-4-3-2-1-Α. Το ως άνω ακίνητο περιβάλλει εδαφικό τμήμα υπό στοιχ. 1,2,3,Α-1 , εμβαδού 279,41 τμ., το οποίο, κατά τον ενάγοντα, είναι η μόνη ιδιοκτησία των αρχικών εναγόμενων στο σημείο, το οποίο περιβάλλεται από τις τρεις πλευρές (ανατολικά, δυτικά και νότια) από το επίδικο και από την βορειοανατολική πλευρά υπό στοιχ. Α-5 συνορεύει με τη δημοτική παραλιακή οδό. Αν υπολογισθεί και η ιδιοκτησία αυτή, ολόκληρο το ακίνητο (οικόπεδο) έχει εμβαδό 1,475,85 τμ. Ο ενάγων ΟΤΑ ισχυρίζεται ότι έχει καταστεί κύριος του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, άλλως ότι προσπορίστηκε σ΄αυτόν ως κοινόχρηστο. Όμως για τους ισχυρισμούς του αυτούς δεν εξέτασε μάρτυρες, ούτε προσκόμισε κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο εκτός από τους τίτλους κτήσεως των εναγόμενων (αρχικών) αμφισβητώντας ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς. Οι εναγόμενοι επικαλούνται ως παλαιότερο τίτλο το με αρ. ……./1874 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σπετσών ………., που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο προππάπους των αρχικών εναγόμενων …….. αγόρασε το ½ εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου από τον ……. (έχοντας ήδη το υπόλοιπο ήμισυ από κληρονομία του πατέρα του …. …….), το οποίο περιγράφεται ως «γήπεδo κείμενο στη βορειοδυτική άκρη της πόλεως εν τη ενορία του ……….. ….εκτάσεως μήκους πήχεων ενενήκοντα και πλάτους πήχεων τριάκοντα, οριζόμενον βορειοδυτικώς με το κεφαλάριό του με ρεύμα ήτοι ποταμόν προσκείμενον εις το κτήμα του …….., ανατολικομεσημβρινώς εις το έτερον κεφαλάριόν του με αλλότριον γήπεδον, βορειονατολικώς η πλευρά του παραλλήλως με δημόσιον δρόμον και λιβικώς η ετέρα αντίθετος πλευρά με οικίας …… και ………». Στη συνέχεια με το με αρ. ………/1936 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου και Ειρηνοδίκη Σπετσών ………., ο πατέρας των αρχικών εναγόμενων ………….., ο οποίος είχε καταστεί εξ αδιαθέτου κληρονόμος του …….. που απεβίωσε στις 11.7.1922, πώλησε και μεταβίβασε τα 4/9 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγό του ……, το γένος ……… Το ακίνητο περιγράφεται οικόπεδο στη συνοικία …….., εκτάσεως 270 πήχεων, που συνορεύει με οικία ……….., οκία ………. , δημόσιο δρόμο και ξηροχείμαρο. Η έκταση που αναφέρει το άνω συμβόλαιο (270 πήχεις) δεν συμφωνεί με την αρχική (30 Χ 90 πήχεις = 2700 πήχεις Χ 1 μέτρο ο βασιλικός πήχης – τμ.). Ωστόσο, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε ξεκινήσει από το 1935 δικαστικούς αγώνες σε βάρος των ομόρων ιδιοκτητών του όλου οικοπέδου – γηπέδου, επικαλούμενος ότι ήταν κύριος αυτού. Ειδικότερα, το 1935 άσκησε αγωγή στο Ειρηνοδικείο Σπετσών κατά του ………., επί της οποίας συντάχθηκε το με αρ. …../5.8.1935 πρακτικό συμβιβασμού, όπου οριστικοποιήθηκε το βορειοδυτικό όριο του ενιαίου ακινήτου. Ο …….. άσκησε στη συνέχεια την από 7.10.1969 αγωγή κατά της …….., επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 5221/1976 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που δέχθηκε την αγωγή του. Κατά τις παραδοχές της άνω απόφασης, ο εκεί ενάγων από το έτος 1922, μετά το θάνατο του πατέρα του …………, νεμόταν μεγάλη αγροτική και νυν οικοπεδική έκταση 1.800 περίπου τ.μ., στο κέντρο της οποίας υπήρχε εξοχική οικία, αναπόσπαστό τμήμα της οποίας ήταν και το επίδικο, στο νοτιοανατολικό άκρο αυτού. Ο ίδιος με το με αρ. …./1971 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά ……., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε εδαφική λωρίδα 24 τμ. στο ……. , η οποία κατά το συμβόλαιο συνόρευε με λοιπή έκταση του οικοπέδου του πωλητού και αποτυπωνόταν αυτή στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε το άνω συμβόλαιο. Στη συνέχεια, ο …….. και η γυναίκα του ……, των οποίων εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι οι αρχικοί εναγόμενοι, στράφηκαν με την από 18.4.1981 και με αρ. καταθ. …./1981 αγωγή τους κατά του ….. και της Σταματίνας συζύγου ………, (νοτιοδυτικό όριο), η οποία έγινε δεκτή ως προς τη δεύτερη με την με αρ. 397/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ήδη τελεσίδικη (αφού εκδόθηκε η με αρ. 648/1988 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση κατά της απόφασης αυτής για τυπικό λόγο). Όπως έγινε δεκτό με την άνω απόφαση, η ιδιοκτησία των εκεί εναγόντων είχε έκταση 2.000 τμ. περίπου και την όλη έκταση νεμόταν και κατείχε ο πρώτος ενάγων ………., ενώ από την 5.5.1936 από κοινού με τη σύζυγο του, αυτός κατά τα 5/9 εξ αδιαιρέτου και κατά το λοιπό ποσοστό η σύζυγός του, επιβλέποντας όλη την έκταση, με το παλιό κτίσμα που υπήρχε εντός αυτής. Οι αρχικοί εναγόμενοι με την με αρ. ……./2003 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Σπετσών ………, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν την κληρονομία του πατέρα τους ……… (απεβίωσε στις 12.10.1981) και της μητέρας τους …….. χήρας ……. (απεβίωσε στις 17.2.1983), κατά τα ποσοστά αυτών, 5/9 και 4/9 εξ αδιαιρέτου ως προς το επίδικο ακίνητο, μνημονεύοντας και τις άνω αποφάσεις που οριστικοποίησαν τα όρια της ιδιοκτησίας. Τέλος, οι αρχικοί εναγόμενοι άσκησαν στο Ειρηνοδικείο Σπετσών την από 12.3.2001 και με αρ. καταθ. 12/2001 αγωγή τους κατά των ………. και ……….. Επί της άνω αγωγής διενεργήθηκε πραγματογνωμοσύνη από την τοπογράφο μηχανικό …….., η οποία αφού προέβη σε εφαρμογή των τίτλων των εναγόντων και των εναγόμενων (ως προς τα εκεί επίδικα τμήματα), αποφάνθηκε ότι η αναφορά του τίτλου των ……./1936 των δικαιοπαρόχων των εναγόντων ήταν εσφαλμένη και το ορθό της έκτασης αυτών ήταν 2.700 πήχεις ήτοι 2.700 τμ., όπως προκύπτει από τον ορθό μαθηματικό υπολογισμό του 30 Χ 90 (στον παλιότερο τίτλο) και με δεδομένο ότι το τμήμα της ιδιοκτησίας με την ταβέρνα «………» είναι 410.28 τμ. και όχι 270 τμ. Η άνω πραγματογνώμων απεικόνισε την όλη ιδιοκτησία, όπως είχε καθορισθεί και με τις ως άνω αποφάσεις μαζί με τα επίδικα εδαφικά τμήματα, περιλαμβάνοντας αυτά στην ιδιοκτησία των εναγόντων. Και η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την με αρ. 14/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπετσών, το οποίο έκρινε ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα αποτελούσαν αναπόσπατο τμήμα της ενιαίας ιδιοκτησίας των εναγόντων. Ως ενιαία ιδιοκτησία «………..» απεικονίστηκε, τόσο στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την τελευταία πραγματογνωμοσύνη, όσο και στις προγενέστερες που έγιναν με αφορμή τις άνω δίκες. Εξάλλου, σε όλους του τίτλους των ομόρων ιδιοκτητών αναφερόταν ως όριο η ιδιοκτησία κληρονόμων ….. και όχι ως ιδιοκτησία Δήμου Σπετσών ή κοινόχρηστη έκταση, όπως επίσης και στα σχεδιαγράμματα για την έκδοση οικοδομικών αδειών αυτών (ενδεικτ. το από 11.10.1982 τοπογραφικό διάγραμμα της ιδιοκτησίας …., το τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την με αρ. ……/1999 οικοδομική άδεια αρχική και η με αρ. αναθεωρημένη της …..). Σύμφωνα ακόμα με το με αρ. πρωτ. ……/18.5.1988 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά, εντός του Ο.Τ. …. (όπου βρίσκεται το επίδικο) και μεταξύ αυτού και …….. του ρυμοτομικού σχεδίου Σπετσών, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη δρόμων προϋφιστάμενων του 1923. Η οδός που απεικονιζόταν να διασχίζει το επίδικο από το νοτιοδυτικό του όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών …. και …. (βλ. το από 22.5.1985 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα ………) καταργήθηκε δυνάμει της με αρ. Γ 45798/23.5.1989 απόφασης τους ΥπΕΧΩΔΕ που τροποποίησε το ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Σπετσών (βλ. το από 25.6.2005 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού …….). Είχε προηγηθεί η υπ. αρ. ……/16.9.1987 γνωμοδότηση, κατά της οποίας είχαν προσφύγει κάτοικοι των Σπετσών και μεταξύ αυτών και όμοροι ιδιοκτήτες του επιδίκου και η με αρ. 121/1987 απόφαση του Δήμου Σπετσών, που όμως δεν απέτρεψε την κατάργηση της οδού (δεν προσκομίζεται και αναφέρεται στην από 12.2.1988 ένσταση των εναγόμενων που διαμαρτυρήθηκαν για τον τεμαχισμό της ιδιοκτησίας τους). Ενόψει αυτών, ο Δήμος Σπετσών με την με αρ…..4/16.3.1990 συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού αποφάσισε την ανταλλαγή οικοπεδικής λωρίδας με την επίδικη ιδιοκτησία, ήτοι να παραχωρήσουν οι αρχικοί εναγόμενοι από το επίδικο εδαφική λωρίδα πλάτους 3 μέτρων για τη διάνοιξη οδού μεταξύ των Ο.Τ. 3 και 3α και τμήμα δρόμου μεταξύ ιδιοκτησίας …….. και …………. πλάτους 2 μ. με αντάλλαγμα μετατόπιση της ρυμοτομικής γραμμής του Ο.Τ 27 προς τον ξεροχείμαρο, ώστε να προκύψει οικοδομήσιμο τμήμα για την ιδιοκτησία αυτών. Η πρόταση αυτή, που έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους, δεν υλοποιήθηκε, όμως αποτελεί παραδοχή, με την έννοια της εξώδικης ομολογίας από πλευράς του ενάγοντος (υπό το τότε Δημοτικό Συμβούλιο), ότι το επίδικο ανήκε στους εναγόμενους. Επισημαίνεται ότι η διάνοιξη οδού, προβλεπόμενη από το ρυμοτομικό σχέδιο, προϋποθέτει την καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης. Η πολύ μεταγενέστερη από 15.2.2005 δήλωση του ………… προς το Δήμο Σπετσών ότι υπήρχε κοινόχρηστη οδός που κατέληγε στην κεντρική οδό από 35 ετίας, που εξυπηρετούσε τη δική του και τις γειτονικές ιδιοκτησίες (και συνάγεται ότι διερχόταν μέσα από το επίδικο), δεν έχει αποδεικτική αξία αφού δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Είναι γεγονός ότι μεταξύ του Ο.Τ .. και του Ο.Τ ……. πλέον προβλέπεται οδός από το νέο ρυμοτομικό σχέδιο, η οποία έχει διανοιχθεί ως τσιμεντοστρωμένη οδός, κείμενη στο βορειοδυτικό όριο μεταξύ του επιδίκου και της ιδιοκτησίας ……., (εμφαινόμενη με ευρύτερο από το προβλεπόμενο αυτής πλάτος, στο τοπογραφικό διάγραμμα της ως άνω ………….). Ο ενάγων, ωστόσο, στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την αγωγή εξαιρεί το δρόμο αυτό από το επίδικο ακίνητο και δεν εστιάζεται η αντιδικία στην οδό αυτή ή το πλάτος της, η οποία κατά τους εναγόμενους έχει μεταφερθεί δυτικότερα. Σε κάθε περίπτωση σε ολόκληρη την επίδικη έκταση δεν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό ότι άσκησε διακατοχικές πράξεις ο ενάγων ΟΤΑ, ούτε ότι αυτή με οποιαδήποτε τρόπο ήταν κοινόχρηστη, ανεξαρτήτως του ότι δεν ήταν περιφραγμένη. Η μόνη ενέργεια, στην οποία προκύπτει ότι προέβη ο ενάγων, ήταν να τοποθετήσει σωλήνες υδρεύσεως στο ανατολικό όριο, σε μήκος 11,31 τμ,. σε επαφή με την ιδιοκτησία ………….. Ο ακριβής χρόνος, που έλαβε χώρα η ενέργεια αυτή, δεν προκύπτει (για την οποία διαμαρτυρηθήκαν οι εναγόμενοι μετά την άσκηση της αγωγής με την από 8.3.2010 εξώδικη δήλωσή τους), ώστε από μόνη της δεν είναι δηλωτική αντιποίησης νομής ούτε είναι ικανή να προσπορίσει στο επίδικο ή σε τμήμα του κυριότητα στον ενάγοντα, λόγω μη συμπλήρωσης της απαιτούμενης εικοσαετίας. Αντίθετα, στο επίδικο οικόπεδο ασκούσαν διακατοχικές πράξεις τουλάχιστον από το έτος 1922 οι δικαιοπάροχοι των αρχικών εναγόμενων, όπως έχει γίνει δεκτό με τις ως άνω αποφάσεις (είτε μόνος ο ………….., βλ. την με αρ. 5221/1976 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είτε από τις 5.5.1936 από κοινού με τη σύζυγό του, βλ. την με αρ. 397/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) και μετά το θάνατο αυτών οι εναγόμενοι, όπως προκύπτει και από τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων αυτών, ………. και …….. Οι ανωτέρω κατέθεσαν ότι οι «……» (οι δικαιοπάροχοι των εναγόμενων και οι ίδιοι) οριοθετούσαν και επέβλεπαν όλο το ακίνητο (με ακριβή έκταση αυτού 1.462,40 τμ. κατά νεότερο από Ιούνιο του 2018 τοπογραφικό διάγραμμα), καθώς εκμίσθωναν το οίκημα, που λειτουργούσε ως εξοχικό κέντρο «…….», για την εξυπηρέτηση του οποίου οι εκάστοτε μισθωτές του τοποθετούσαν τραπεζοκαθίσματα σε ευρύτερο τμήμα του, φύτευαν δέντρα, οριοθετούσαν κι επέτρεπαν στους όμορους ιδιοκτήτες την κατά καιρούς εναπόθεση οικοδομικών υλικών. Συνακόλουθα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, είτε απέκτησε αυτό ως κοινόχρηστο με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας και αντίθετα αποδείχθηκε ότι ασκούσαν σ΄αυτό πράξεις νομής οι δικαιοπάροχοι των εναγόμενων και οι ίδιοι. Με δεδομένο πάντως ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου, παρέλκει η εξέταση της ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγόμενων (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 175/2020). Κατόπιν αυτών, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα των καλούντων κληρονόμων των αρχικών εναγόμενων – εφεσίβλητων βαρύνουν τον ενάγοντα ΟΤΑ, άρθρο 183 και 176 ΚΠολΔ), όμως αυτά θα πρέπει να επιβληθούν μειωμένα [ σύμφωνα με το επί Δήμων εφαρμοζόμενο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/11957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ, όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμό 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις εφέσεις : (α) από 25-11-2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2021 και (β) από 16-11-2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2021.
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εκκαλούσας της (β) έφεσης – δεύτερης καθ’ ής η κλήση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (β) έφεση.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) € για την άνω εκκαλούσα.
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων της (α) έφεσης.
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτήν τυπικά και κατ΄ουσίαν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αρ. 2176/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς τους άνω διαδίκους.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του ενάγοντος τα δικαστικά έξοδα των εναγόμενων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) €.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στον Πειραιά, στις 4/12/2025 .
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε δε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχωρησης της Εφέτου Ελένης Σκριβάνου, αποτελούμενη από τους Δικαστές, Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Δημήτριο Καβαλλάρη και Ηλία Σταυρόπουλο, Εφέτες και με Γραμματέα την Ε.Δ, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων οσων εξ αυτών παραστάθηκαν στις 3/2/2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ