ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός Απόφασης 88/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(3ο ΤΜΗΜΑ)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος : ………… ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Γεώργιο Παπαθεοδωρόπουλο του Παναγιώτη (ΑΜ ………. Δ.Σ. Πειραιώς), βάσει δηλώσεως.
Των εφεσίβλητων : 1) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………», (ΑΦΜ ….), που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής (……….), 2) ……… και 3) …………… οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Παναγιώτη Κάσση του Γεωργίου (Α.Μ. ….. Δ.Σ. Πειραιώς), βάσει δηλώσεως.
Ο εκκαλών με την από 5-9-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ ………./5-9-2024) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησε να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 2914/27-6-2025 απόφασή του έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Ήδη ο εκκαλών με την από 10-9-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ ……../10-9-2025) έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../26-9-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν τις από 3-12-2025 μονομερείς δηλώσεις τους, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-9-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ …………./10-9-2025) έφεση του ενάγοντος της από 5-9-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ ……../5-9-2024) αγωγής – και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 2914/27-6-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 επ. του Κ.Πολ.Δ.) και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 10-9-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 143, 144, 147 παρ. 2, 495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η εκκαλουμένη επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εφεσίβλητων, με την επιμέλεια του εκκαλούντος, στις 19-7-2025 (βλ. σχετική επισημείωση επί της εκκαλουμένης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, …………..) και η ένδικη έφεση ασκήθηκε εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης στην οποία δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1-31 Αυγούστου (144 παρ.2 και 147 παρ. 2, 518 παρ. 1), ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή της (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ. βλ. σχετ. ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ο περιορισμός δε αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίσθηκε, το οποίο θεωρείται εξ αρχής ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται, κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος, κατά κλάσμα ή ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Επομένως, επί περισσοτέρων αγωγικών κονδυλίων, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να προσδιορίζεται από τον ενάγοντα, με σχετική δήλωσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, ούτε με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού, σε ποιο ή ποια ειδικότερα κεφάλαια ή κονδύλια αφορά ο περιορισμός αυτός ή ότι τα κονδύλια αυτά περιορίζονται κατά ποσοστό ανάλογο του όλου αιτήματος, καθιστά την αγωγή αόριστη στο σύνολό της, διότι, εφόσον δεν διευκρινίζεται ποιων συγκεκριμένων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμιμες ή ουσιαστικά βάσιμες, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητείται η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως να αποφασισθεί, ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικασθούν στον ενάγοντα (ΟλΑΠ 30/2007, ΑΠ 1199/2025, ΑΠ 31/2021, 1675/2017, 322/2017, 291/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 του ν. 1892/1990 “Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις”, με έγγραφη συμφωνία ατομική, ο εργοδότης και ο μισθωτός, κατά τη σύσταση της σχέσης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της μπορεί να συμφωνήσουν για ορισμένο ή αόριστο χρόνο διάρκεια ημερήσιας η εβδομαδιαίας εργασίας μικρότερη της κανονικής (μερική απασχόληση). Το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 – συμπληρώθηκε δε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/2000 – με το οποίο διευρύνθηκε ο θεσμός της μερικής απασχόλησης σε όλες τις μορφές του (διαλείπουσας ή εκ περιτροπής εργασίας ή μερικής απασχόλησης) με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών (ΑΠ 316/1993, 170/1991, 116/1990). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου αυτού, κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας ή στη διάρκεια της λειτουργίας της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν, με έγγραφη ατομική σύμβαση, να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία που θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική, δηλαδή του νομίμου ωραρίου των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως και οκτώ (8) ωρών ημερησίως. Για το έγκυρο της εν λόγω συμφωνίας, αυτή πρέπει να γνωστοποιηθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαφορετικά ισχύει ως πλήρης απασχόληση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 αφενός και 4 και 5 αφετέρου του α.ν. 539/1945 “Περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών”, όπως οι παράγραφοι αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τις παρ. 1 και 3, αντίστοιχα, του άρθρου 1 του ν. 1346/1983 : α) “Κάθε μισθωτός, μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος-ήδη δέκα μηνών υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003), σε υπόχρεη επιχείρηση δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές είκοσι τέσσερις (24) εργάσιμες ημέρες και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, χωρίς να υπολογίζεται σ’ αυτές η ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία δεν ασχολούνται, λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου, μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες” (παρ. 1). β) “Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται, μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης σχέσης εργασίας στην επιχείρηση, κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο της άδειας, που προβλέπεται από αυτόν το νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από τη λήψη της άδειας του (προηγούμενου έτους), μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ως μήνας, λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει, κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου, κλάσμα χρόνου άδεια, που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα” (παρ.2). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 όλοι γενικά οι μισθωτοί, εφόσον απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε εργοδότη, δικαιούνται να λάβουν κάθε χρόνο και επίδομα άδειας, το οποίο είναι ίσο με τις αποδοχές της αδείας τους, με τον περιορισμό, όμως, ότι δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου, για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και τα δεκατρία (13) ημερομίσθια, για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο. Επίσης, ο μερικώς απασχολούμενος μισθωτός με καθεστώς διαλείπουσας εργασίας δικαιούται και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατ’ άρθρο 1 της υπ’ αριθ. 19040/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β’ 742), υπό ης ειδικότερες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό (ΑΠ 1069/2014, 1716/2008, 1469/2001). Έτσι, για τους μερικώς απασχολούμενους της κατηγορίας αυτής, θα ληφθεί υπόψη ο αριθμός των ημερομισθίων που πραγματοποίησαν μέσα στο χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου για το επίδομα των εορτών Πάσχα και θα λάβουν γι’ αυτό δύο (2) ημερομίσθια για κάθε δεκατρία (13) πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια ή ημέρες εργασίας μέσα στο παραπάνω διάστημα και για το δώρο Χριστουγέννων ένα (1) ημερομίσθιο για κάθε οκτώ (8) πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια ή οκτώ (8) ημέρες εργασίας μέσα στο χρονικό διάστημα από 1η Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου. Αν η μερική απασχόληση δεν παρέχεται σε σταθερό πάντοτε αριθμό ωρών εργασίας, με συνέπεια να κυμαίνονται οι αποδοχές του εργαζομένου, το επίδομα θα υπολογισθεί με βάση το μέσο όρο αποδοχών του χρόνου αναφοράς, κατά το άρθρο 4 της παραπάνω Υ.Α.. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας “Περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς” όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια και άρθρο 2 του ν. 435/1976 στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, το κανονικό ημερομίσθιο αυξημένο κατά 75%. Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου, μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. ‘Ετσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο (ΑΠ 1042/2024, ΑΠ 1063/2023, ΑΠ 904/2020, ΑΠ 723/2011). Για την αναζήτηση των παραπάνω αξιώσεων, δεν είναι αναγκαίο να υφίσταται σύνδεση του εργαζομένου με τον εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αλλά αρκεί η παροχή διαλείπουσας ή άτακτης εργασίας, η οποία υπάρχει όταν παρέχεται εργασία σε ορισμένες ημέρες το μήνα, έξω από την εβδομάδα και ακανόνιστα, χωρίς η περιοδικότητα της απασχόλησης να είναι προβλεπτή, απασχόληση για την οποία οφείλεται αμοιβή αντίστοιχη με τις ώρες της παρασχεθείσης εργασίας. Για τη μορφή αυτή μερικής απασχόλησης, ως προς την οποία δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο άρθρο 38 του Ν. 1892/1990, αναμφίβολα είναι εφαρμοστέες οι βασικές αρχές του νόμου για τις αμοιβές, την καταβολή δώρων εορτών, επιδόματος αδείας και προσαύξηση εργασίας Κυριακών, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις (ΑΠ 1042/2024).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του N. 4504/1966, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 παρ.1 και 5 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως η τελευταία συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν.Δ/τος 3755/1957, 1 παρ.1 στοιχ. ε’ της υπ’ αριθμ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως “Περί κανονικών κατ’ έτος αδειών μετ’ αποδοχών”, η οποία κυρώθηκε με το N. 2081/1952, 7 του Π. Δ/τος 88/1999 (ФЕΚ A 94) με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η με αριθμό 93/104 οδηγία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία στο άρθρο 7 αυτής επιτάσσει τη λήψη μέτρων από τα κράτη – μέλη για παροχή ετήσιας άδειας μετά αποδοχών τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων στους εργαζομένους, ρύθμιση που επαναλήφθηκε στην ταυτάριθμη διάταξη της νεώτερης με αριθμό 2003/88 οδηγίας που κωδικοποίησε τις σχετικές ρυθμίσεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εργαζομένων, και ενόψει του επιδιωκομένου από τις πιο πάνω ρυθμίσεις σκοπού να εξασφαλισθεί με τη χορήγηση της ετήσιας άδειας η περιοδική ανάπαυση και η ανανέωση των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων του εργαζομένου για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής του υγείας, προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη (άκυρη) κατά τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σε αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας και μάλιστα με προσαύξηση κατά 100% σε περίπτωση υπαιτιότητάς του, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ’ αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και τον συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο ήδη συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν (ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 1683/2012). Η κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ανωτέρω Α.Ν. 539/1945, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του v. 4504/1966, υποβολή αίτησης του μισθωτού προς χορήγηση της άδειάς του το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτήν και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματος του λήψης αυτής (ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 1174/2014, ΑΠ 1683/2012). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β’ του Α.Ν. 539/1945, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν.Δ/τος 3755/1955 ορίζεται ότι “επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ’ ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%”. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και εκείνης του άρθρου 330 του Α.Κ. προκύπτει ότι ναι μεν για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής) κατά τα ήδη προαναφερθέντα, όμως, για τη θεμελίωση της αξίωσης του μισθωτού προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης, που έχει τον χαρακτήρα αστικής ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε (ΟλΑΠ 32/2005 ΕλλΔνη 2005.1030, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 1174/2014, ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 434/2011, ΑΠ 455/2010, ΑΠ 1658/2010), ενώ αυτή (υπαιτιότητα) δεν υπάρχει όταν ο μισθωτός δεν ζήτησε την άδεια, οπότε και δεν δικαιούται την προσαύξηση (АΠ 1554/1997 ΔΕΝ 54.682, ΑΠ 889/1989 ΕΕΔ 49.686, ΑΠ 210/1974 ΔΕΝ 30.658, ΑΠ 774/1980 ΕΕΔ 40.7, ΑΠ 96/1977 ΕΕΔ 36.398). Για να είναι δε ορισμένη η αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή στον μισθωτό προσαύξησης των αποδοχών άδειας κατά 100%, λόγω μη χορήγησης της άδειας εντός του έτους κατά την οποία την εδικαιούτο, απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός των άλλων, ότι αυτός υπέβαλε αίτημα προς τον εργοδότη για τη χορήγηση της άδειας του και ο τελευταίος, από υπαιτιότητα του, δεν την χορήγησε (ΑΠ 581/1999 ΕλλΔνη 2000.92). Μετά δε τη λήξη του έτους εντός του οποίου έπρεπε να δοθεί στον εργαζόμενο η νόμιμη άδεια αναψυχής, η αξίωση για αυτή μετατρέπεται σε χρηματική, καθόσον μεταφορά της άδειας στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος στον επόμενο χρόνο δεν επιτρέπεται, ακόμη και αν η μεταφορά γίνεται με τη συναίνεση του εργαζόμενου (ΑΠ 1234/2003 ΕΕργΔ 2004.210). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 657 Α.Κ., ο εργαζόμενος διατηρεί την αξίωσή του για το μισθό, αν ύστερα από δεκαήμερη τουλάχιστον παροχή εργασίας εμποδίζεται να εργασθεί για σπουδαίο λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του και κατά τη διάταξη του άρθρου 658 του ίδιου κώδικα, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διατηρείται σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο η αξίωση για το μισθό σε περίπτωση εμποδίου, δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, αν το εμπόδιο εμφανίστηκε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεως και το μισό μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της αποχής του μισθωτού από την εργασία του για σπουδαίο λόγο, όπως είναι η ασθένεια αυτού, ο μισθωτός διατηρεί την αξίωση του προς καταβολή των νομίμων αποδοχών του, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τον ένα μήνα, εάν το κώλυμα παροχής εργασίας, λόγω ασθένειας, επήλθε ένα τουλάχιστον έτος μετά την έναρξη της συμβάσεως, επί μισό δε μήνα σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 662/2019, ΑΠ 288/2018, ΑΠ 791/2011). Εξάλλου, στην περίπτωση αγωγής μισθωτού με αίτημα την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., αναγκαία στοιχεία της βάσεως αυτής είναι η σύμβαση εργασίας, το ύψος του μισθού και η μη αποδοχή από τον εναγόμενο εργοδότη των συμφωνημένων υπηρεσιών, που προσηκόντως προσέφερε ο ενάγων (ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1848/2013). Σε περίπτωση ανυπαίτιας αδυναμίας του εργαζομένου να παράσχει την εργασία του, ενώ κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 380 Α.Κ., θα έπρεπε να απαλλαγεί και ο εργοδότης της καταβολής του μισθού, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 657 και 658 Α.Κ. δικαιούται ο εργαζόμενος, υπό τις προϋποθέσεις που το πρώτο εξ αυτών θέτει το μέρος του μισθού του που ορίζεται στο δεύτερο άρθρο. Αντίθετα αν είτε πριν την έναρξη της υπερημερίας του εργοδότη είτε κατά τη διάρκεια αυτής η παροχή της εργασίας από τον εργαζόμενο καταστεί αδύνατη από υπαιτιότητα του εργοδότη, αυτός (εργοδότης) δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση προς παροχή του μισθού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 656 Α.Κ. και της παρ. 1 του άρθρου 381 Α.Κ. στην πρώτη περίπτωση, της παρ. δε 2 του ίδιου άρθρου 381 Α.Κ. στη δεύτερη περίπτωση, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση της συμβάσεως εργασίας, εφόσον, από τις σχετικές ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν αυτήν, δεν προβλέπεται διαφορετική αντιμετώπιση της αδυναμίας του μισθωτού για παροχή της εργασίας του, που οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, όπως συμβαίνει με τις διατάξεις των άρθρων 357 και 358 που αντιμετωπίζουν εν μέρει κατά διαφορετικό τρόπο από ό,τι το άρθρο 380 Α.Κ. τις υποχρεώσεις του εργοδότη σε περίπτωση ανυπαίτιας αδυναμίας του εργαζόμενου που οφείλεται σε σπουδαίο λόγο (ΑΠ 750/2016). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης (ΑΠ 1189/2020). Έτσι, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται όταν στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή νέα ιστορική βάση (ΑΠ 302/2020). Η παράβαση του κανόνα σημαίνει παράβαση στης αρχής τηρήσεως της προδικασίας (ΚΠολΔ 111 παρ. 2) με συνέπεια την απόρριψη της νέας βάσης ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 54/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 5-9-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΔ …………./5-9-2024) αγωγή, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε στις 24-9-2016 από την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι λοιποί εναγόμενοι και ήδη δεύτερος και τρίτη των εφεσίβλητων, προκειμένου να εργαστεί με σύμβαση διαλείπουσας εργασίας, μη παρεχόμενης σε όλες τις εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, αλλά πάντοτε με πλήρες ωράριο και πενθήμερη εργασία, ως τεχνίτης εφαρμοστής -μανουβραδόρος σε συγκεκριμένα έργα που η εργοδότρια εταιρία αναλάμβανε να εκτελέσει, έναντι ημερομισθίου 81 ευρώ, κατά τους ειδικότερους όρους που παρατίθενται στο δικόγραφο. Ότι απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη μέχρι τις 29-5-2023, οπότε συνεπεία εργατικού ατυχήματος απώλεσε την εργασιακή του ικανότητα. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην πρώτη εναγόμενη, δεν του χορηγήθηκε άδεια αναψυχής κατ’έτος, που εδικαιούτο και ο ίδιος αιτήθηκε, ούτε το επίδομα άδειας και επομένως δικαιούται προσαύξηση 100% των αποδοχών αδείας λόγω της υπαίτιας μη χορήγησης άδειας και επίδομα άδειας για τα έτη 2019 έως και 2022, συνολικού ποσού 20.779,16 ευρώ, όπως ειδικότερα τα επιμέρους κονδύλια προσδιορίζονται στην αγωγή. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 29-5-2023 η πρώτη εναγόμενη, αναγνωρίζοντας την έλλειψη υπαιτιότητάς του στη μη παροχή εργασίας του, από 29-5-2023 εξακολουθούσε να του καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές του, μέχρι και το μήνα Μάρτιο του έτους 2024, οπότε αδικαιολόγητα διέκοψε την καταβολή τους και επομένως δικαιούται τις αποδοχές των μηνών Απριλίου έως Δεκεμβρίου του έτους 2024, καθώς και τα επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας έτους 2024 και συνολικά το ποσό των 34.608 ευρώ, όπως κάθε επιμέρους ποσό αναλύεται ειδικότερα στην αγωγή. Συνολικά οι αξιώσεις του για τις ανωτέρω αιτίες ανέρχονται στο ποσό των 55.387,16 ευρώ (20.779,16 + 34.608). Ζητούσε δε, μετά την τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων σε εν μέρει αναγνωριστικά, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή 1)να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας α) 4.493,70 ευρώ για αποδοχές αδείας, προσαύξησης 100% επί των αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2019, β) 5.492,42 ευρώ για αποδοχές αδείας, προσαύξησης 100% επί των αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2020, γ) 4.745,37 ευρώ για αποδοχές αδείας, προσαύξησης 100% επί των αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2021 και δ) 5.267 ευρώ για μέρος των κονδυλίων για αποδοχές αδείας, προσαύξησης 100% επί των αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2022 (εκ συνολικού ποσού 6.047,67 ευρώ) και 2) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 35.387,16 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 779,16 ευρώ αφορά το υπόλοιπο μέρος των κονδυλίων αποδοχών αδείας, προσαύξησης 100% επί των αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2022 και ποσό 34.608 ευρώ αφορά τα λοιπά κονδύλια του έτους 2024, με το νόμιμο τόκο όλα τα ανωτέρω ποσά από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού απέρριψε την ένσταση εκκρεμοδικίας που προβλήθηκε από τους εναγομένους ως μη νόμιμη, έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη κατά για τις αγωγικές αξιώσεις των ετών 2019 -2021, ενώ αναφορικά με τις αξιώσεις τους έτους 2022 και ειδικότερα ως προς τα κονδύλια αποδοχών αδείας έτους 2022 ποσού 2.419,07 ευρώ, προσαύξησης 100% επί των αποδοχών αδείας έτους 2022 ποσού 2.419,07 ευρώ και επιδόματος αδείας έτους 2022 ποσού 1.209,53 ευρώ, η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη με την αιτιολογία ότι μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό ο ενάγων δεν διευκρινίζει ποιων αξιώσεων ζητεί την αναγνώριση και ποιων την καταψήφιση, ούτε αναφέρει ότι ο περιορισμός αυτός γίνεται αναλογικά κατά κλάσμα ή εκατοστιαίο ποσοστό του όλου αιτήματος, ώστε να θεωρηθεί ότι επέρχεται αντίστοιχη αναλογική μείωση όλων των κονδυλίων του έτους 2022, επιπλέον δε απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή αναφορικά με τις αξιώσεις του έτους 2024 και, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού απέρριψε ως αόριστη την ένσταση εξόφλησης και ως μη νόμιμη την ένσταση συμψηφισμού των εναγομένων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το συνολικό ποσό των 7.775,57 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος σε βάρος των εναγομένων, την οποία όρισε στο ποσό των 300 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το μέρος που εκκαλείται, και ζητεί να εξαφανιστεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή.
Με το δεύτερο λόγο της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση κατ’εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, απέρριψε ως αόριστα τα κονδύλια περί καταβολής αποδοχών αδείας του έτους 2022, προσαύξησης 100% του ιδίου έτους και επιδόματος αδείας του έτους 2022.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και πριν τη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, δήλωσε προφορικά ότι περιορίζει τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής επί των κονδυλίων V.1α ποσού 4.493,70 ευρώ (προφανώς εκ παραδρομής αναφέρθηκε το ποσό των 4.483,70 ευρώ), V.1β ποσού 5.492,42 ευρώ, V.1γ ποσού 4.745,37 ευρώ και V.1.δ ποσού 5.267 ευρώ, δηλαδή συνολικά 20.000 ευρώ και ότι τρέπει σε αναγνωριστικά τα κονδύλια V.1.δ ως προς το υπόλοιπο 779,16 και το V.2 συνολικού ποσού 34.608 ευρώ. Η δήλωση αυτή, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περιέχεται, με όμοιο περιεχόμενο, στις από 5-9-2024 προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Τα ανωτέρω υπό στοιχ. V.1.δ αιτήματα της ένδικης αγωγής αποτελούνται από επιμέρους κονδύλια (αποδοχών αδείας έτους 2022 ποσού 2.419,07 ευρώ, προσαύξησης 100% επί των αποδοχών αδείας έτους 2022 ποσού 2.419,07 ευρώ και επιδόματος αδείας έτους 2022 ποσού 1.209,53 ευρώ) που αφορά το έτος 2022, μετά δε τη μερική τροπή τους σε αναγνωριστικά κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, κατέστησαν αυτά αόριστα στο σύνολό τους, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, εφόσον δεν διευκρινίστηκε ποιων επιμέρους αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, ώστε σε περίπτωση που κριθούν νόμιμες ή ουσιαστικά βάσιμες, να είναι δυνατό να διαγνωσθεί αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητείται η αναγνώριση ή η καταψήφιση. Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι οι ανωτέρω αξιώσεις κατέστησαν αόριστες στο σύνολό τους μετά τη μερική τροπή τους σε αναγνωριστικές κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ορθά το νόμο εφάρμοσε και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος έφεσης ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τους πρώτο και τέταρτο των λόγων της έφεσης, κατ’εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο εκκαλών προσβάλλει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες οι αξιώσεις του για την καταβολή αποδοχών των μηνών Απριλίου έως Δεκεμβρίου του έτους 2024, καθώς και τα επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας έτους 2024 και συνολικά το ποσό των 34.608 ευρώ, που αφορούν το ανωτέρω χρονικό διάστημα του έτους 2024. Από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα προκύπτει ότι ο εκκαλών, εκτός των άλλων, με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι η εργοδότριά του αναγνωρίζουσα την έλλειψη οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητάς του ως προς την παροχή εργασίας του από 29-5-2023 μέχρι σήμερα, δεν προέβη σε λύση της σύμβασης εργασίας του και συνέχισε να του καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές του μέχρι και το μήνα Μάρτιο του έτους 2024, οπότε αδικαιολόγητα διέκοψε την καταβολή τους και ζήτησε την καταβολή των νομίμων αποδοχών του για τα χρονικά διαστήματα από το μήνα Απρίλιο του έτους 2024 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2024, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 34.608 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το ως άνω αγωγικό αίτημα ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι μη νόμιμα ο ενάγων, επικαλούμενος αδυναμία του για παροχή εργασίας εξαιτίας ανυπαίτιου κώλυματός του συνεπεία του επισυμβάντος στις 29-5-2023 εργατικού ατυχήματος, αξιώνει την καταβολή αποδοχών για το έτος 2024, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συντρέχει αλλαγή του κωλύματός του και έχουν παρέλθει τα χρονικά όρια του άρθρου 658 ΑΚ, ενώ δεν επικαλείται στην αγωγή ότι η αδυναμία του για την παροχή της εργασίας του οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, ώστε η τελευταία να υποχρεούται να του καταβάλει τις αποδοχές του, σύμφωνα με τα άρθρα 656 και 381 ΑΚ. Ο δε ισχυρισμός του για πρώτη φορά στις προτάσεις του (σελ. 5) ότι η αδυναμία παροχής της εργασίας του υπήρξε αποτέλεσμα εργατικού ατυχήματος, οφειλομένου σε υπαιτιότητα μεταξύ άλλων και της εργοδότριάς του -πρώτης εναγομένης, κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απαράδεκτος κατ’άρθρο 224 εδ. α ΚΠολΔ, διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, όπου, υπό τα εκεί εκτιθέμενα, οι σχετικές ένδικες αξιώσεις στηρίζονται στις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ, που αντιμετωπίζουν την ανυπαίτια αδυναμία για παροχή εργασίας από σπουδαίο λόγο, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα ή μη του εργοδότη. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το παραπάνω αίτημά της (αποδοχές έτους 2024), καθόσον καίτοι στην αγωγή του ο ενάγων μεταξύ άλλων ζητούσε σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές τις αποδοχές, επικαλούμενος ανυπαίτιο κώλυμά του, δεν εργάστηκε κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο έως Δεκέμβριο του έτους 2024, εξαιτίας εργατικού ατυχήματος και επομένως η σχετική αξίωση στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά τις οποίες υφίσταται η υποχρέωση καταβολής του μισθού μέχρις ενός μηνός υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα αυτά, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα ή μη του εργοδότη, πλην όμως δεν πληρούνταν κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον, έχουν παρέλθει τα χρονικά όρια του άρθρου 658 ΑΚ και επομένως το σχετικό αίτημα παρίσταται μη νόμιμο και ορθώς απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση το σχετικό αίτημα ως μη νόμιμο. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντος (ήδη εκκαλούντος) που προβλήθηκε το πρώτον με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του ότι η αδυναμία παροχής της εργασίας του υπήρξε αποτέλεσμα εργατικού ατυχήματος οφειλομένου σε υπαιτιότητα μεταξύ άλλων και της εργοδότριάς του -πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης εφεσίβλητης), την οποία (αδυναμία παροχής εργασίας οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της εργοδότριάς του) δεν επικαλείται στην αγωγή, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 656 και 381 ΑΚ (αδυναμία παροχής εργασίας που οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη) με την προσθήκη νέων περιστατικών που δεν εκτίθενται στην αγωγή και απαιτούνται κατά νόμο για την παραγωγή του αγωγικού αιτήματος που εν προκειμένω, ως προεκτέθηκε, η σχετική αξίωση στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ, κατά τις οποίες επί ανυπαίτιας αδυναμίας για παροχή εργασίας από σπουδαίο λόγο, υφίσταται η υποχρέωση καταβολής του μισθού μέχρις ενός μηνός υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα αυτά, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα ή μη του εργοδότη και επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε ως απαράδεκτο τον ανωτέρω ισχυρισμό του ενάγοντος. Ακόμη, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού, περί εσφαλμένων ουσιαστικών παραδοχών της εκκαλουμένης αναφορικά με τη λύση της εργασιακής σχέσης στις 25-9-2023 συνεπεία εργατικού ατυχήματος, καθώς και με την κρίση του πρωτοβάθμιου ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ήταν υπαίτιοι του ατυχήματος, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι αφενός δεν έγινε επίκληση τέτοιων ισχυρισμών με την αγωγή, αφετέρου δε ούτε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε ουσιαστική κρίση περί λύσεως (ή καταγγελίας) της εργασιακής σχέσης ή υπαιτιότητας αναφορικά με το επικαλούμενο εργατικό ατύχημα και δεν προέβη επί των ανωτέρω σε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως οι πρώτος και τέταρτος των λόγων της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού (εξετάστηκε ένας μάρτυρας από κάθε διάδικο μέρος), τις από 15-1-2025 και αριθ. πρωτ. ΔΣΠ ΕΒ ……../2025 και ΔΣΠ …………/2025 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων …….. και …….. Δημητρίου, που λήφθηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντα μετά από νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων του (που δεν παραστάθηκαν κατά τη λήψη τους) με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και προσκομίζονται μετ’επικλήσεως νομότυπα, λαμβάνονται δε υπόψη κατ’άρθρο 529 ΚΠολΔ (ΑΠ 365/2021, ΑΠ 179/2021, ΑΠ 1585/2018), καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν νόμιμα καθώς και αυτών που προσκομίζονται μετ’επικλήσεως κατ’άρθρο 529 ΚΠολΔ και δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών, και εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εκκαλών (ενάγων), δυνάμει της από 24-9-2016 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε στις 24-9-2016 από την πρώτη εφεσίβλητη (πρώτη εναγόμενη), ομόρρυθμη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα επισκευών πλοίων και της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι δεύτερος και τρίτη των εφεσίβλητων (δεύτερος και τρίτη των εναγομένων), προκειμένου να παρέχει την εργασία του με σύμβαση διαλείπουσας εργασίας παρεχόμενη πάντοτε με πλήρες ωράριο πενθημέρου εργασίας, ως τεχνίτης εφαρμοστής -μανουβραδόρος, σε συγκεκριμένα έργα που αναλάμβανε η πρώτη εφεσίβλητη να εκτελέσει, έναντι συμφωνηθέντος ημερομισθίου 81,20 ευρώ μικτά. Ο εκκαλών απασχολήθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη μέχρι και την 25-9-2023, οπότε συνεπεία εργατικού ατυχήματος απώλεσε την εργασιακή του ικανότητα. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών απασχολήθηκε 213 ημέρες κατά το έτος 2019, 237 ημέρες κατά το έτος 2020 και 229 ημέρες κατά το έτος 2021, ως συνομολογήθηκε και από τους εφεσίβλητους με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η πρώτη εφεσίβλητη κατά τα προαναφερόμενα έτη 2019 έως και 2021, δεν χορηγούσε στον εκκαλούντα, ως είχε υποχρέωση, την άδεια αναψυχής που ο τελευταίος δικαιούτο να λαμβάνει κατ’έτος, όπως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ο οποίος ήταν εργαζόμενος στην πρώτη εναγόμενη και έχει άμεση και σαφή αντίληψη για τις συνθήκες εργασίας του εκκαλούντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα , η κατάθεση δε αυτή δεν αναιρείται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εφεσίβλητων, ο οποίος κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει εάν ο εκκαλών έκανε χρήση της άδειας, αλλά ούτε και από τα προσκομιζόμενα βιβλία αδειών της πρώτης εφεσίβλητης, καθόσον έχουν συνταχθεί μονομερώς από την πρώτη εφεσίβλητη, χωρίς να προκύπτει ότι έχουν ελεγχθεί ως προς την ειλικρίνειά τους από την Επιθεώρηση Εργασίας και δεν φέρουν υπογραφή του εκκαλούντος, ο οποίος αμφισβητεί το περιεχόμενό τους, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι σε περιπτώσεις άλλων εργαζομένων φέρουν υπογραφή των τελευταίων στα σχετικά βιβλία της πρώτης εφεσίβλητης. Ωσαύτως, τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε και από τις προσκομιζόμενες από τους εφεσίβλητους αναλύσεις -αποδείξεις πληρωμής αποδοχών του εκκαλούντος για τα ανωτέρω έτη, οι οποίες δεν φέρουν υπογραφή του εκκαλούντος, καθώς και των εν συνεχεία συμπληρωθέντων εντύπων Ε11 γνωστοποίησης στοιχείων ετήσιας κανονικής άδειας για τα αντίστοιχα έτη, τα οποία συμπληρώθηκαν και υποβλήθηκαν ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ από την πρώτη εφεσίβλητη αναφορικά με τον εκκαλούντα. Επομένως ο εκκαλών δικαιούται για αποδοχές αδείας α) έτους 2019 το ποσό των 1.624 ευρώ [20 ημερομίσθια (ημέρες εργασίας 213 : 25 = 8,52 μήνες, που στρογγυλοποιείται σε 9 μήνες Χ 1/12 = 9/12 των 26 ημερομισθίων που δικαιούται ένας μισθωτός ως αποδοχές αδείας με τρία έτη υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, όπως ο εκκαλών -σημειωμένου ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατά τα κρίσιμα έτη ο εκκαλών είχε συμπληρώσει 12ετή προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη -δηλαδή 19,5 ημερομίσθια που στρογγυλοποιείται σε 20 ημερομίσθια) Χ 81,20 ευρώ συμφωνηθέν καταβαλλόμενο ημερομίσθιο = 1.624 ευρώ, β) έτους 2020 το ποσό των 1.624 ευρώ [20 ημερομίσθια (ημέρες εργασίας 237 : 25 = 9,48 μήνες, που στρογγυλοποιείται σε 9 μήνες Χ 1/12 = 9/12 των 26 ημερομισθίων που δικαιούται ένας μισθωτός ως αποδοχές αδείας με τέσσερα έτη υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, όπως ο εκκαλών, δηλαδή 19,5 ημερομίσθια που στρογγυλοποιείται σε 20 ημερομίσθια) Χ 81,20 ευρώ συμφωνηθέν καταβαλλόμενο ημερομίσθιο = 1.624 ευρώ και γ) έτους 2021 το ποσό των 1.624 ευρώ [20 ημερομίσθια (ημέρες εργασίας 229 : 25=9,16 μήνες, που στρογγυλοποιείται σε 9 μήνες Χ 1/12 = 9/12 των 26 ημερομισθίων που δικαιούται ένας μισθωτός ως αποδοχές αδείας με πέντε έτη υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, όπως ο εκκαλών, δηλαδή 19,5 ημερομίσθια που στρογγυλοποιείται σε 20 ημερομίσθια) Χ 81,20 ευρώ συμφωνηθέν καταβαλλόμενο ημερομίσθιο = 1.624 ευρώ. Συνολικά δε ο εκκαλών δικαιούται για αποδοχές αδείας των ετών 2019 έως και 2021 το ποσό των 4.872 ευρώ. Τα παραπάνω κρίθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται από κανένα διάδικο μέρος, και επομένως δεν έχει μεταβιβαστεί ενώπιον του Εφετείου και γι’ αυτό δεν θα εξεταστεί (άρθρο 522 ΚΠολΔ, πρβλ. ΑΠ 403/2021). Περαιτέρω, η μη χορήγηση από την πρώτη εφεσίβλητη των άνω νόμιμων αδειών (αυτούσια) στον εκκαλούντα κατά τα έτη 2019-2021, δεν συνιστά και πταίσμα (αμέλεια) αυτής, ώστε ο εκκαλών να δικαιούται να ζητήσει τις αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%, αφού δεν αποδείχτηκε ότι ο τελευταίος ζήτησε τις παραπάνω άδειες και η εργοδότριά του αρνήθηκε να τις χορηγήσει, οπότε και δεν δικαιούται την προσαύξηση. Ειδικότερα από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών κατά το χρονικό διάστημα των επίδικων ετών ζήτησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη χορήγηση της δικαιούμενης από αυτόν ετήσιας άδειάς του, ούτε εξηγεί επαρκώς γιατί δεν προέβαινε στις αναγκαίες ενέργειες προς την πρώτη εφεσίβλητη, γνωρίζοντας τα εργασιακά του δικαιώματα και συγκεκριμένα για ποιο λόγο, αφού η εργοδότριά του αρνείτο κατά τους ισχυρισμούς του, μετά από τα επικαλούμενα σχετικά αιτήματα του εκκαλούντος για τη χορήγηση των αδειών του, δεν υπέβαλε γραπτώς το αίτημά του, ώστε να έχει και το σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, για να κατοχυρώσει το δικαίωμά του (βλ. ΕφΑθ 3816/2015, ΕφΑθ 1110/2015, ΕφΑθ 6701/2013). Εξάλλου, ούτε στην Επιθεώρηση Εργασίας προσέφυγε για οφειλόμενες ημέρες αδείας που κατά τους ισχυρισμούς του ζήτησε και η εργοδότριά του αρνήθηκε να τις χορηγήσει, πράγμα που ασφαλώς και θα έπραττε εάν πράγματι τις ζητούσε. Ακόμη και ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια του εκκαλούντος κατέθεσε ότι «… δεν χρειαζόταν να ζητήσουμε άδεια …», καθώς, σύμφωνα με την κατάθεσή του, γνώριζαν ποιες ημέρες επρόκειτο να εργαστούν, επιπλέον δε οι ενόρκως υπέρ αυτού βεβαιούντες ουδέν κατέθεσαν σχετικό. Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε πταίσμα της πρώτης εφεσίβλητης εργοδότριας, έστω και με τη μορφή της ελαφράς αμέλειας, με το να αρνηθεί δήθεν τη χορήγηση άδειας που ζητούσε ο εκκαλών, πρέπει το σχετικό αίτημα της αγωγής για καταβολή της προσαύξησης του 100% των αποδοχών αδείας των ετών 2019-2021, να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του (ΑΠ 581/1999 Δνη 2000.92). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως ως προς τα ανωτέρω, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του εκκαλούντος που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο της έφεσης. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών δικαιούται για επίδομα αδείας των ετών 2019 έως 2021 13 ημερομίσθια κατ’έτος, ήτοι 1.055,60 ευρώ κατ’έτος (13 ημερομίσθια Χ 81,20 ευρώ συμφωνηθέν ημερομίσθιο), πλην όμως αναφορικά με τα έτη 2019 και 2021 επιδικάζονται τα αιτηθέντα ποσά των 898,90 ευρώ και 949,07 ευρώ αντίστοιχα (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), κατά το κεφάλαιο δε αυτό η εκκαλουμένη απόφαση δεν εκκαλείται με την έφεση.
Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια σε σχέση με τα ανωτέρω και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσιαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του παραδεκτού και νομίμου αιτήματός τους που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος ο εκκαλών, αν και δεν υπεχρεούτο (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ. βλ. σχετ. ΑΠ 200/2021, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019), από προφανή παραδρομή κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ’ αυτόν έφεσης, παράβολο (δυνάμει του με αριθ. ……/2024 ηλεκτρονικού παραβόλου), όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως στην συνταχθείσα απ’ αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου και επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ’ αυτόν, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της έφεσης (ΑΠ 378/2019, ΑΠ 609/2016, ΑΠ 1125/2013), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 10-9-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΑΚΕΜ …………/10-9-2025) έφεση κατά της με αριθμό 2914/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση .
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα του παραβόλου που κατατέθηκε από τον τελευταίο για την άσκηση της έφεσης και αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 5 Φεβρουαρίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ