ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 47/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………………, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Του εκκαλούντος: …………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσάκο (ΑΜ ΔΣΠ ……) [ΔΕ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Μ.ΛΥΡΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜΔΣΠ …….], που κατέθεσε την από 19.11.2025 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242παρ.2 ΚΠολΔ).
Των εφεσιβλήτων: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην …… Αττικής, οδός ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ….. ΚΕΦΟΔΕ Αττικής και 2) Της εταιρείας με την επωνυμία «…………….», η οποία εδρεύει στην ……, οδός …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……….. ΚΕΦΟΔΕ Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Μαρία Σταμούλη (ΑΜ ΔΣΠ ……), που κατέθεσε την από 19.11.2025 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Β) Των εκκαλούντων: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην …… Αττικής, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …… ΚΕΦΟΔΕ Αττικής και 2) Της εταιρείας με την επωνυμία «……….» και το διακριτικό τίτλο «……..», η οποία εδρεύει στην …., οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …….. ΚΕΦΟΔΕ Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Μαρία Σταμούλη (ΑΜ ΔΣΠ ……), που κατέθεσε την από 19.11.2025 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Του εφεσιβλήτου: ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσάκο (ΑΜ ΔΣΠ …..) [ΔΕ ΣΤΕΦΑΝΟΣ Μ.ΛΥΡΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜΔΣΠ ….], που κατέθεσε την από 19.11.2025 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242παρ.2 ΚΠολΔ).
Ο εκκαλών της υπό στοιχ. Α έφεσης και εφεσίβλητος της υπό στοιχ. Β έφεσης, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 21.11.2023 (με γεν.αριθ.κατάθ. ……/2023 και αριθ.καταθ.δικογρ. …/2023) αγωγή, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθ. 2788/2024 οριστική απόφαση, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, διατάσσοντας τα σε αυτήν αναφερόμενα.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ο ενάγων και ήδη εκκαλών της υπό στοιχ. Α έφεσης, με την από 14.2.2025 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …./2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …../2004 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.κατάθ. …/2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …./2025) έφεση και οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες της υπό στοιχ. Β έφεσης, με την από 15.7.2025 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …/2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …/2025 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …/2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …/2025) έφεση, οι οποίες προσδιορίστηκαν προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.
Οι ανωτέρω υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω, αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) η από 14.2.2025 (με γεν.αριθ.κατάθ. …/2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …./2025) έφεση και β) η από 15.7.2025 (με γεν.αριθ.καταθ. …/2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …/2025) έφεση, στρεφόμενες κατά της υπ’αριθ. 2788/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, κατ’αντιμωλία των διαδίκων, οι οποίες (εφέσεις) πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συνάφειας, καθ’ όσον βάλλουν κατά της αυτής οριστικής αποφάσεως, υπάγονται στην αυτή διαδικασία και με την ένωση και συνεκδίκασή τους επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποτρέπεται το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 246 και 524παρ.1 ΚΠολΔ, ΕφΑθ4299/2006 ΕλλΔνη 47 1508).
Οι κρινόμενες αντίθετες, από 14.2.2025 υπό στοιχ. Α έφεση και από 15.7.2025 υπό στοιχ. Β έφεση, που στρέφονται κατά της υπ’αριθ. 2788/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρ. 82 ΚΙΝΔ σε συνδ. με άρθρ. 591, 614, 621, 622 ΚΠολΔ), κατ’αντιμωλία των διαδίκων και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, με κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 12.3.2025 και την 15.7.2025 αντίστοιχα, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευσή της στις 20.8.2024, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου του άρθρου 495 ΚΠολΔ, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής, (Εφ.Πειρ. 416/2024 www.efeteio-peir.gr). Εφόσον δε οι ένδικες εφέσεις αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.
Με την άνω αγωγή του, όπως παραδεκτά διορθώθηκε με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 224Β’ ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη εκκαλών της υπό στοιχ Α έφεσης – εφεσίβλητος της υπό στοιχ Β έφεσης, εξέθετε ότι, δυνάμει συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης, η οποία κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα είχε την πλοιοκτησία του υπό ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου «Δ», νηολογίου Πειραιά με αριθ. ………………, κ.ο.χ. 9834,37, ενώ η δεύτερη κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα είχε τον εφοπλισμό του, ναυτολογήθηκε στο πλοίο αυτό τις αναφερόμενες ημερομηνίες, ως θαλαμηπόλος, σύμφωνα με τους όρους της οικείας και κάθε φορά ισχύουσας ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων. Ότι εργάστηκε στο άνω πλοίο υπερωριακά κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία το πλοίο εκτέλεσε και τα αναφερόμενα δρομολόγια εξπρές. Ότι από τις άνω ναυτολογήσεις του διατηρεί σε βάρος των εναγομένων, απαιτήσεις για πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερωριακής απασχόλησης και δρομολογίων εξπρές, διαφορά επιδομάτων εορτών των ετών 2022 και 2023, επίδομα άγονης γραμμής και αποζημίωση απόλυσης κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού με τις προτάσεις του και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει το ποσό των 19.252,55 ευρώ, της δεύτερης εναγομένης ευθυνόμενης εις ολόκληρον με την πρώτη για το ποσό των 1.343,67 ευρώ για διαφορά δώρου Χριστουγέννων 2023 και επίδομα άγονης γραμμής χρονικού διαστήματος από 26.6.2023 έως 17.9.2023, αναγνωριζομένης της υποχρέωσης αμφοτέρων των εναγομένων να του καταβάλουν το ποσό των 13.347,49 ευρώ για τις αξιώσεις του κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2022 έως 6.9.2022 και για αμοιβή υπερωριακής εργασίας κατά τα Σάββατα, αργίες, καθημερινές και Κυριακές του χρονικού διαστήματος από 26.6.2023 έως 17.9.2023, τα ποσά δε αυτά νομιμότοκα από την τελευταία απόλυσή του στις 18.9.2023, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη, νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσίαν, υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.773,44 ευρώ, της δεύτερης εναγομένης ευθυνόμενης εις ολόκληρον με την πρώτη να του καταβάλει το ποσό των 657,20 ευρώ, ως προς το οποίο η πρώτη εναγομένη ευθύνεται δια του ένδικου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού, νομιμότοκα τα ανωτέρω ποσά από 19.9.2023 και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, της πρώτης εξ αυτών ευθυνόμενης δια του ένδικου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού, να του καταβάλουν το ποσό των 7.049,91 ευρώ, νομιμότοκα από τις 19.9.2023. Επίσης, κήρυξε την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη για το ποσό των 3.000 ευρώ και καταδίκασε τις εναγόμενες στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος. Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παραπονούνται τόσο ο ενάγων όσο και οι εναγόμενες με τους λόγους των εφέσεών τους, που συνιστούν παράπονα για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να αναδικαστεί η αγωγή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τούτο και να γίνει εν όλω δεκτή ή να απορριφθεί στο σύνολό της αντίστοιχα, ενώ οι εκκαλούσες της υπό στοιχ.Β έφεσης υποβάλλουν και αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 ΚΠολΔ, επειδή κατέβαλαν στον αντίδικό τους το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ, σε συμμόρφωση της προσωρινώς εκτελεστής διάταξης της εκκαλουμένης.
Ι. Από την εισαγωγή του εν προκειμένου εφαρμοστέου προϊσχύσαντος Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ – ν. 3816/1958), όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 84, 105 και 106 αυτού, γίνεται διάκριση μεταξύ των εννοιών της πλοιοκτησίας, της κυριότητας πλοίου και του εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει κυριότητα και εφοπλισμό, έτσι ώστε, όταν τα τελευταία αυτά στοιχεία αποχωρίζονται, να υπάρχει αφενός κυριότητα του πλοίου και αφετέρου εφοπλισμός. Ειδικότερα, κατά την έννοια των άρθρων 105-106 του ΚΙΝΔ, εφοπλιστής είναι αυτός που εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του πλοίο, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σε άλλο πρόσωπο. Η εκμετάλλευση αυτή μπορεί να στηρίζεται σε έννομη σχέση εμπράγματη ή ενοχική (επικαρπία, μίσθωση κ.λπ.), είτε σε απλή πραγματική κατάσταση. Βασική, πάντως, προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκεί και ασκεί για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση που συγκροτεί το πλοίο και, εκτός από την απόλαυση των κερδών, επωμίζεται απεριόριστα και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των ως άνω άρθρων 84, 105, 106 του ΚΙΝΔ συνάγεται ότι, όταν υπάρχει απαίτηση από την εκμετάλλευση του πλοίου κατά του εφοπλιστή, δηλαδή εναντίον εκείνου που εκμεταλλεύεται ξένο πλοίο, μπορεί ο δανειστής να στραφεί κατά του εφοπλιστή και κατά του κυρίου του πλοίου. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει, κατά νομική κυριολεξία, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (άρθρο 481 Α.Κ.), διότι οφειλέτης της απαίτησης που πηγάζει από την εκμετάλλευση του πλοίου είναι μόνο ο εφοπλιστής, ενώ ο απλός κύριος του πλοίου ευθύνεται εκ του νόμου για την απαίτηση αυτή μόνο με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, το πλοίο, συμπεριλαμβανομένων των συστατικών και των παραρτημάτων αυτού. Δεν υπάρχει παράλληλη προσωπική ευθύνη του κυρίου του πλοίου για τις απαιτήσεις που πηγάζουν από τον εφοπλισμό, αλλά η ευθύνη του κυρίου του πλοίου είναι πραγματοπαγής και περιορισμένη (νόθος παθητική εις ολόκληρον ενοχή), εφόσον ο τελευταίος ευθύνεται μόνο δια του συγκεκριμένου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού, μπορεί δε να στραφεί και κατά του τελευταίου ο δανειστής του εφοπλιστή, για να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο και κατ’ αυτού και είναι υποχρεωμένος μόνο να δεχθεί την αναγκαστική εκποίηση του πλοίου του για την ικανοποίηση των εκ του εφοπλισμού απαιτήσεων. Ενάγεται δε και αυτός (ο κύριος) απλώς και μόνο για να υπάρχει τίτλος εκτελεστός και κατ’ αυτού (Α.Π. 776/2010, Α.Π. 1549/2006, Α.Π. 799/2001, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 590/2023, Εφ.Πειρ. 402/2023, www.efeteio-peir.gr). Περαιτέρω, ο απλός κύριος του πλοίου για τις απαιτήσεις τρίτων, που απορρέουν από τον εφοπλισμό, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις που απορρέουν από συμβάσεις ναυτολόγησης των μελών του πληρώματος, δηλαδή αξιώσεις από σύμβαση παροχής ναυτικής εργασίας, ευθύνεται με το πλοίο, δηλαδή μέχρι της αξίας του πλοίου, νομιμοποιούμενος παθητικά στη δίκη, ενώ ο εφοπλιστής ευθύνεται απεριόριστα με όλη την περιουσία του και μάλιστα σε ολόκληρο με τον κύριο του πλοίου (Α.Π. 991/1991, Ε.Εργ.Δ. 51, 1092, Α.Π. 48/1988, Ε.Εργ.Δ. 48, 315, Εφ.Πειρ. 590/2023, ό.α. Εφ.Πειρ.677/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ. Με το άρθρο 1 § 1 του ΑΝ. 3276/1944 «Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη Ναυτική Εργασία», που εκδόθηκε στο Κάιρο και αναδημοσιεύθηκε στην Ελλάδα με τη Συντακτική Πράξη 21/1945, που κυρώθηκε με το Ν.32/1945, ο οποίος δεν τον κατάργησε ρητώς με αποτέλεσμα να εξακολουθεί, όπως συνάγεται έμμεσα, να ισχύει, ορίζεται ότι «Δύνανται να συνάπτωνται συλλογικαί συμβάσεις μεταξύ οργανώσεων εφοπλιστών και εργατών θαλάσσης εκ των κρινομένων ελευθέρως υπό του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας ως περισσότερον αντιπροσωπευτικών καθορίζουσαι τον μισθόν, τα πολιτικά επιδόματα…», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 εδαφ. α΄ του ίδιου νόμου «Συλλογικαί συμβάσεις συναφθείσαι συμφώνως προς τους ορισμούς του παρόντος νόμου, εφόσον ήθελον κυρωθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας, θεωρούνται ισχυραί και δεσμεύουσι κατά την εν αυταίς χρονικήν διάρκειαν και οιασδήποτε τυχόν άλλας υφισταμένας εργοδοτικάς ή εργατικάς οργανώσεις ως και άπαντας εν γένει τους Έλληνας πλοιοκτήτας και εργάτας θαλάσσης, πληρώματα πλοίων ανηκόντων εις την κατηγορίαν, ήτις προεβλέφθη υπό των συλλογικών συμβάσεων». Οι νομοθετικές αυτές διατάξεις αποτελούν το κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας (ΜονΕφΠειρ 739/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επί των οποίων δεν εφαρμόζεται ο Ν.1876/1990 «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 27/8.3.1990), όπως προκύπτει από την όλη διατύπωση και το πνεύμα του, μολονότι ο ίδιος δεν περιέχει σχετική ρητή διάταξη, όπως συνέβαινε με τον προϊσχύσαντα Ν.3239/1955 «Περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας (ΦΕΚ Α 125/18.5.1955), ο οποίος στο άρθρο 42 § 3 όριζε ρητά ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται επί της ρυθμίσεως των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των πληρωμάτων των πλοίων της εμπορικής ναυτιλίας (ΑΠ 87/2000 Δνη 2000, 967 = ΕΕΔ 2001, 231). Επομένως, στις ΣΣΝΕ δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις του Ν.1876/1990 για τη χρονική διάρκεια της συλλογικής διευθέτησης, την έναρξη της ισχύος της και τη λήξη της. Έτσι, οι ΣΣΝΕ μπορεί να είναι ορισμένου ή αόριστου χρόνου, χωρίς ως προς το ζήτημα της χρονικής διάρκειας τους να τίθεται νόμιμος περιορισμός, όπως συμβαίνει στις συλλογικές ρυθμίσεις της χερσαίας εργασίας κατ’ άρθρο 12 του Ν. 1876/1990. Κατά την ορθότερη άποψη, ratione personae, η ΣΣΝΕ ισχύει και πριν την κύρωση της από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας [ΥΕΝ] και δεσμεύει τις οργανώσεις που συμβλήθηκαν για τη σύναψη της και τα μέλη τους, μετά δε την κύρωση της και τη νόμιμη δημοσίευση της κυρωτικής υπουργικής απόφασης, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν των οργανώσεων αυτών δεσμεύοντας έκτοτε εργοδότες και εργαζομένους, που είναι τρίτοι ως προς τα συμβληθέντα μέρη (ΑΠ 1905/1987 ΕΕΔ 1989/275, Δνη 1988/1387, ΕΕΝ 1989/49, ΕΝαυτΔ 1989/181, ΑΠ 1263/1987 ΕΕΝ 1988/669, ΕΕΔ 1988/1126, ΑΠ 1267/1987 ΕΕΝ 1988/673, ΕΕΔ 1988/1128, ΕφΠειρ 543/2022, ΜονΕφΠειρ 603/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Χ. Αγαλλόπουλος, Ελληνικόν Ναυτεργατικόν Δίκαιον, 1960, σελ. 195, Α. Βερνάρδος, Το δίκαιον της ναυτικής εργασίας, 1980. Σελ. 88), υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι σχετίζονται με πλοίο το οποίο ανήκει στην ίδια κατηγορία, την οποία αφορά η επεκτεινόμενη συλλογική σύμβαση (ΑΠ 1702/1991 Δνη 1992/1606, ΕΕΔ 1992/934, ΕΝαυτΔ 1992/502, ΕΝαυτΔ 1993/383). Ειδικότερα, η δια του άρθρου 5 § 1 του ΑΝ 3276/1944 παρεχόμενη στον ΥΕΝ νομοθετική εξουσιοδότηση για την κύρωση της ΣΣΝΕ, που καταρτίστηκε υπό τους όρους του ιδίου νόμου, αφορά μόνον την επέκταση της συμβατικής δέσμευσης σε τρίτους, που δεν έχουν συμπράξει στη σύναψη της, η οποία είναι φυσικό να άρχεται από το χρονικό σημείο της δημοσιεύσεως της κυρωτικής απόφασης, αφού αυτή, ως κανονιστική διοικητική πράξη, μπορεί να ορίζει μόνο για το μέλλον, δεδομένου ότι με την πιο πάνω διάταξη δεν παρασχέθηκε στον Υπουργό νομοθετική εξουσιοδότηση αναδρομικής επεκτάσεως των κυρουμένων συλλογικών συμβάσεων αλλά απλώς προσδιορίστηκε η χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως των τρίτων, η οποία αρχίζει από της επεκτάσεως και συνεχίζεται μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της επεκτεινόμενης συλλογικής συμβάσεως (ΜονΕφΠειρ 285/2015, ΜονΕφΠειρ 459/2015, ΜονΕφΠειρ 591/2014, ΜονΕφΠειρ 842/2014, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 12/2011, ΕΝαυτΔ 2011/406, ΕΕμπΔ 2012/365). Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 5 § 1, επιτρέποντας τον μη ετεροκαθοριζόμενο ορισμό της χρονικής διάρκειας της δεσμεύσεως των συμβαλλομένων, θέτει η ίδια εξουσιοδοτικό κανόνα προς τους φορείς της συλλογικής αυτονομίας να καθορίσουν τα χρονικά όρια ισχύος της κοινής βουλήσεως τους. Επομένως, εφόσον εγκύρως δίδεται στις ΣΣΝΕ αναδρομική ισχύς κατά τη σύναψη τους, οι ρυθμίσεις τους καταλαμβάνουν και όσες ατομικές συμβάσεις καταρτίστηκαν πριν την υπογραφή τους και δεν είχαν λυθεί ή λήξει μέχρι αυτήν (ΜονΕφΠειρ 89/2024, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιά, με αναφορά σε ΜονΕφΠειρ 371/2016, ΜονΕφΠειρ 376/2016, ΜονΕφΠειρ 719/2014, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1132/2005 ΕΝαυτΔ 2005/425, ΕφΠειρ 457/2000 ΔΕΕ 2000/895).
ΙΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 14 της προαναφερθείσας ΣΣΝΕ 2022, σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι οι ναυτικοί, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των οποίων αυτή διέπει, δικαιούνται επιδόματος εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα [1] μηνιαίο μισθό και προς μισθό δεκαπέντε [15] ημερών αντιστοίχως, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου αντιστοίχως ή, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε ολόκληρα τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα, αναλογία 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή, επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαημέρου ή του οκταημέρου, ανάλογο κλάσμα. Επιπλέον, για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων επιδομάτων λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που παρέχει ο ναυτικός τακτικώς, κάθε μήνα ή περιοδικώς, κατ’ επανάληψη και καθ’ ορισμένα διαστήματα χρόνου (ΜονΕφΠειρ. 603/2015, ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικώς στην πιο πάνω Υπουργική Απόφαση: α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής αμοιβής της εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίδεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του κατά τις ημέρες αυτές τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον η πρόσθετη αυτή αμοιβή για την παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος παγίως και τακτικώς κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικώς, γ) το επίδομα αδείας και το αντίτιμο τροφής είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως, διότι αποτελεί συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ναυτικού, λόγω του είδους και της φύσης της εργασίας του πάνω στο πλοίο (ΑΠ 1013/2003, ΔΕΕ 2004/212 = ΕΝαυτΔ 2003/345, ΜονΕφΠειρ. 430/2014, ΜονΕφΠειρ. 361/2014, ΜονΕφΠειρ. 56/2014, ΜονΕφΠειρ. 83/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 587/2011, ΕΝαυτΔ 2012/19, ΕφΠειρ. 521/2009, ΕΝαυτΔ 2009/273), καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 412/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και η αποζημίωση μη πραγματοποιήσεως αδείας (ΜονΕφΠειρ. 18/2016, ΜονΕφΠειρ. 19/2016, ΜονΕφΠειρ. 371/2016, ΜονΕφΠειρ. 73/2016, ΜονΕφΠειρ. 160/2014, ΜονΕφΠειρ. 36/2014, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 506/2011, ΕΝαυτΔ 2011/387), όπως και το επίδομα άγονης γραμμής του άρθρου 7 της ως άνω ΣΣΝΕ (ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 861/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 500/2012, αδημ., ΕφΠειρ. 46/2011, ΕΝαυτΔ 2011/97, ΕφΠειρ. 343/2009, αδημ.). Συνυπολογιστέα δεν είναι καταρχήν η πρόσθετη αμοιβή για τα δρομολόγια εξπρές, αφού αυτή, όταν δεν καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, δεν έχει το χαρακτήρα τακτικής παροχής (ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 164/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 328/2014, ο.π., ΕφΠειρ. 177/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 517/2011, αδημ.) και συνυπολογίζεται μόνον αν πραγματοποιούνται τακτικά δρομολόγια εξπρές και η αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται αδιαλείπτως (ΤριμΕφΠειρ. 66/2013, ΜονΕφΠειρ. 590/2014, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 364/2012, αδημ.). Αντιθέτως, το κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 20 της ως άνω ΣΣΝΕ μηνιαίως καταβαλλόμενο στα μέλη του κατώτερου πληρώματος των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων, επίδομα ιματισμού τους για την αντιμετώπιση των δαπανών προμήθειας της καθιερωμένης στολής του Εμπορικού Ναυτικού, την οποία υποχρεούνται να φέρουν δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων δώρων εορτών (ΜονΕφΠειρ. 676/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΜονΕφΠειρ. 377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262), για το λόγο ότι δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, αφού, όπως σαφώς από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, αιτία της χορηγήσεώς του αποτελεί η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου (ΑΠ 774/2003, ΕΕΔ 2005/237 = ΔΕΝ 59/1300 = Δνη 2005/123, ΑΠ 226/2003, ΕΕΔ 2004/790 = ΔΕΝ 59/1138, ΤριμΕφΠειρ. 177/2012, ΠειρΝ 2012/354, ΤριμΕφΠειρ. 377/2011, ΕΝαυτΔ 2011/262, ΕφΠειρ. 283/2009, ΕΝαυτΔ 2009/102, ΜονΕφΠειρ. 347/2016, αδημ., ΜονΕφΠειρ. 671/2015, ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 605/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204). Ακόμη, δεν συνυπολογίζονται τα εορταστικά επιδόματα (δώρα), καθόσον αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των μηνιαίων αποδοχών, αφού κατά το άρθρο 14 της ως άνω ΣΣΝΕ δεν καταβάλλονται τακτικά κάθε μήνα ως αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας που προσφέρεται, αλλά «επ’ ευκαιρία των εορτών Χριστουγέννων, Νέου έτους και Πάσχα» (Εφ.Πειρ. 569/2022, Εφ.Πειρ. 194/2022, Εφ.Πειρ. 423/2021, Εφ.Πειρ. 397/2020, www.efeteio-peir.gr), ούτε η αμοιβή για εκτέλεση έξτρα εργασιών, εάν δεν καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα (Εφ.Πειρ. 237/2016, Εφ.Πειρ. 164/2014, Εφ.Πειρ. 434/2013, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, π.ρ.β.λ. και Εφ.Πειρ. 569/2022, Εφ.Πειρ. 543/2022, δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).
Από την επανεκτίμηση της από 14.2.2024 ένορκης βεβαίωσης της ………, ενώπιον του δικηγόρου Ηρακλείου …………….., η οποία λήφθηκε μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόμενων κατά τα άρθρα 421 και 422 Κ.Πολ.Δ. σε συνδ. με άρθρο 591 αριθ. 1 του ιδίου κώδικα (βλ. υπ’ αριθ. …/9.2.2024 και …./9.2.2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ……..) και καταχωρήθηκε με αριθ.πρωτ. ……../14-2-2024 στο ειδικό βιβλίο του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου, της υπ’ αριθ. ……./16.5.2024 ένορκης βεβαίωσης του ………., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών ………. και της υπ’αριθ. ……../17.5.2024 ένορκης βεβαίωσης του ………, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου ….. ., οι οποίες λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος κατά τα άρθρα 421 και 422 Κ.Πολ.Δ. σε συνδ. με άρθρο 591 αριθ. 1 του ιδίου κώδικα (βλ. την υπ’ αριθ. …………/10.5.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθήνας ……….. και την υπ’αριθ. ……/14.5.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθήνας ………………. αντίστοιχα), οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) εκτιμώνται κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, χωρίς το γεγονός ότι η μάρτυρας απόδειξης …………… τυγχάνει αντίδικος των εναγόμενων επειδή έχει ασκήσει εναντίον τους άλλη, δική της, αγωγή με παρόμοιο αντικείμενο, να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων της (Εφ.Πειρ. 543/2022, Εφ.Πειρ. 509/2022, Εφ.Πειρ. 435/2022, Εφ.Πειρ. 149/2022, διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, Εφ.Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ. 196/2020, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες – εναγόμενες με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, κατά το σχετικό μέρος του, οι οποίες άλλωστε προσκομίζουν ένορκες βεβαιώσεις ναυτικών που βρίσκονται σε σχέση εργασιακής εξάρτησης απ’ αυτές, σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξάρτητα αν αυτά πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρα 340 παρ. 1 και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), σε μερικά των οποίων θα γίνει ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, καθώς και με τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφα τους (άρθρα 264 εδάφ. β, 352 παρ. 1 και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), όπου αναφέρεται στη συνέχεια και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Δυνάμει εγγράφων συμβάσεων ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του ενάγοντος, απογεγραμμένου Ελληνα ναυτικού με αριθμό μητρώου Δ 26927, ο τελευταίος ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο «Δ.», με αριθμό νηολογίου Πειραιά …., κ.ο.χ 9834,37, το οποίο κατά τα χρονικά διαστήματα από 7.6.2022 έως 6.9.2022 και από 26.6.2022 έως 17.9.2023 ανήκε στην κυριότητα της πρώτης εναγομένης ενώ ο εφοπλισμός του είχε ανατεθεί στη δεύτερη εναγομένη, κατά δε τα υπόλοιπα χρονικά διαστήματα η πρώτη εναγομένη είχε την πλοιοκτησία του εν λόγω πλοίου (βλ. υπ’αριθ. ………/21.5.2024 πιστοποιητικό κυριότητας πλοίου του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά). Ειδικότερα, ο ενάγων ναυτολογήθηκε στο ανωτέρω πλοίο α) από 5.12.2021 έως 12.2.2022 που απολύθηκε στο λιμάνι του Πειραιά λόγω αδείας έως την 12.3.2022, β) από 6.6.2022 έως 10.12.2022 που απολύθηκε στο λιμάνι του Πειραιά λόγω αδείας έως τις 10.1.2023 και γ) από 22.1.2023 έως 18.9.2023 που απολύθηκε στο λιμάνι του Πειραιά λόγω διακοπής των δρομολογίων του πλοίου. Για τις παραπάνω συμβάσεις ναυτικής εργασίας τηρήθηκε έγγραφος τύπος και δη οι από 3.10.2021, 7.6.2022, 22.1.2023, 4.6.2023, 26.6.2023 και 1.7.2023 συμβάσεις ναυτικής εργασίας, αντίγραφα των οποίων προσκόμισαν οι εναγόμενες, από τις οποίες προκύπτει ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος συνομολογήθηκε κλειστός, ανερχόμενος στο συνολικό (μικτό) ποσό των ευρώ 2.831,80, 3.027,70, 2.916,74, 3.027,70, 3.199,18 και 3.391,08 αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένων σε αυτόν, όπως ρητά διευκρινίσθηκε, του βασικού μισθού (οριζόμενου από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ της κατηγορίας που υπάγεται το πλοίο), επιδόματος Κυριακών, Σαββάτων και αργιών, αδείας και τροφοδοσίας, υπερωριών, τυχόν επιδόματος της εταιρείας και όλων των διάφορων προβλεπόμενων επιδομάτων από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας, καθώς, επίσης, ότι εφαρμοστέα τυγχάνει η εκάστοτε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων. Οι εναγόμενες συνομολογούν ότι στις επίδικες συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ, ωστόσο αμφισβητούν την εφαρμογή τους για τα χρονικά διαστήματα πριν από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ των ΥΑ που τις κυρώνουν και ειδικότερα ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω ΣΣΝΕ 2022 και 2023, που κυρώθηκαν την 15.2.2022 και την 19.7.2023 αντίστοιχα, δεν τυγχάνουν εφαρμογής κατά τα χρονικά διαστήματα ναυτολόγησης του ενάγοντος από 1.1.2022 έως 12.2.2022 και από 6.6.2023 έως 16.7.2023. Ομως, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, οι όροι εργασίας του ενάγοντος και ιδίως το ύψος των καταβαλλόμενων σε αυτόν αποδοχών διέπονταν αρχικά από τη ΣΣΝΕ των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/8785/2022 (ΦΕΚ Β’ 663/15.2.2022) και στη συνέχεια από τη ΣΣΝΕ των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023, η οποία κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/51894/2023 (ΦΕΚ Β’ 4621/19.7.2023) και έτσι κατέστησαν εφεξής και μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειάς τους γενικά υποχρεωτικές, οι φορείς όμως της συλλογικής αυτονομίας, που τις συνομολόγησαν, περιέλαβαν σ’ αυτές ρήτρα περί αναδρομικής από 1.1.2022 και 1.1.2023 αντίστοιχα ισχύος τους, με αποτέλεσμα οι ρυθμίσεις τους, ως προς τους όρους εργασίας και αμοιβής των ναυτικών, να καταλαμβάνουν και τον ενάγοντα, κανονιστικώς μεν οπωσδήποτε μετά την κύρωση τους, την 15.2.2022 και την 19.7.2023 αντίστοιχα αλλά ενοχικώς και πριν από αυτήν, δεδομένου ότι αμφότερα τα διάδικα μέρη ήταν κατά τα έτη 2022 και 2023 μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συνυπέγραψαν τις συγκεκριμένες ΣΣΝΕ, οι δε όροι αυτών κατέστησαν, με την συμφωνία των συμβαλλομένων διαδίκων, όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος καθ’όλο το χρονικό διάστημα της ναυτολόγησής του, καταλαμβάνοντας και τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2022 έως 12.2.2022 και από 6.6.2023 έως 16.7.2023. Τα ανωτέρω, προκύπτουν από το περιεχόμενο των επίδικων εργασιακών συμβάσεων, που είναι πανομοιότυπο, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, στις καθοριζόμενες αποδοχές περιλαμβάνονταν ο βασικός μισθός και όλα τα προβλεπόμενα από την ΣΣΝΕ επιδόματα, καθώς και από τις σχετικές εγγραφές στο ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος, όπου στην κάθε επίδικη ναυτολόγηση του στην ένδειξη «Μισθός» αναγράφεται «Σ.Σ.», δηλαδή Συλλογική Σύμβαση, ως ισχύουσα δε ΣΣΝΕ τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά την δηλωθείσα άτυπα αλλά και την συναγομένη από τις περιστάσεις βούληση τους, εννοούσαν την εκάστοτε τελευταία ισχύσασα συλλογική σύμβαση, που ανεξαρτήτως από τον χρόνο κύρωσης της, η συμφωνία ήταν να ενταχθούν οι όροι της στις ατομικές συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος. Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής του ενάγοντος προκύπτει ότι στον τελευταίο καταβάλλονταν οι προβλεπόμενες αποδοχές της ΣΣΝΕ 2022 ήδη από 1.1.2022, ήτοι πριν από την 15.2.2022, ενώ κατά το χρόνο σύναψης και δημοσίευσης στο ΦΕΚ της αντίστοιχης ΣΣΝΕ 2023, η οποία δυνάμει ρητού όρου της αρχίζει για το Μέρος Α’ από την 1.1.2023, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν ήδη ενεργή, η δε εναγομένη συμμορφούμενη με την αναδρομική εφαρμογή της ανωτέρω ΣΣΝΕ από 1.1.2023, προέβη σε καταβολή αναδρομικά των ποσών, που αντιστοιχούσαν στην διαφορά των αναπροσαρμοσθέντων με αυτήν αποδοχών και αφορούσαν το διάστημα πριν την κύρωση της από την έναρξη της οριζόμενης ισχύος της. Επομένως, αφού οι συμβαλλόμενοι διάδικοι, σύμφωνα με τις αρχές της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και της ελευθερίας των συμβάσεων, που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, συμφώνησαν στις επίδικες ατομικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας, που αφορούσαν τους κρίσιμους χρόνους ναυτολόγησης των ετών 2022 και 2023, να καταστούν περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών οι όροι της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΝΕ, σημαίνει ότι οι όροι αυτοί κατέστησαν και θεωρούνταν εξαρχής περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας με ελεύθερη των μερών διαπραγμάτευση σε ατομικό επίπεδο και γενεσιουργός λόγος της δεσμευτικότητας τους είναι η σύμπτωση της ιδιωτικής βούλησης των συμβαλλομένων διαδίκων, εργοδότη και εργαζομένου, οι δε όροι αυτών καταλαμβάνουν και το χρονικό διάστημα προ της κυρώσεώς τους, κατά ρητή επιταγή του νόμου η οποία προσέδιδε αναδρομική ισχύ στις εν λόγω ΣΣΝΕ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση τις ΣΣΝΕ 2022 και 2023 ακόμη και για τα χρονικά διαστήματα πριν από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ των Υπουργικών Αποφάσεων που τις κυρώνουν, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και μετά ταύτα ο πρώτος λόγος της έφεσης των εκκαλουσών – εναγομένων (υπό στοιχ Β), με τον οποίο υποστηρίζουν τα αντίθετα τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, από τους περιλαμβανόμενους στις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις πίνακες αμοιβών κατά βαθμό και ειδικότητα και τις σχετικές διατάξεις περί των αποδοχών των ναυτικών προκύπτει ότι με τη ΣΣΝΕ του έτους 2022 οι αποδοχές του θαλαμηπόλου για το έτος 2022 ορίζονταν ως ακολούθως: 1.240,91 ευρώ μισθός ενεργείας + 273 ευρώ επίδομα Κυριακών + 446,97 ευρώ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας (μισθός ενεργείας + επίδομα Κυριακών/22 + τροφοδοσία 20,58 ευρώ χ 5 ημέρες=) + 617,40 ευρώ αντίτιμο τροφής + 37,74 ευρώ επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, ήτοι συνολικά ανέρχονταν στο ποσό των 2.616,02 ευρώ, πλέον επιδόματος ιματισμού ποσού 60,54 ευρώ ενώ με τη ΣΣΝΕ του έτους 2023 οι αποδοχές του θαλαμηπόλου για το έτος 2023 ορίζονταν ως ακολούθως: 1.315,36 ευρώ μισθός ενεργείας + 289,38 ευρώ επίδομα Κυριακών + 473,76 ευρώ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας (μισθός ενεργείας + επίδομα Κυριακών/22 + τροφοδοσία 21,81 ευρώ χ 5 ημέρες =) + 654,30 ευρώ αντίτιμο τροφής + 40 ευρώ επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, ήτοι συνολικά ανέρχονταν στο ποσό των 2.772,80 ευρώ, πλέον επιδόματος ιματισμού 64,17 ευρώ. Ακόμη, προκειμένου περί θαλαμηπόλου, η υπερωριακή αμοιβή για το έτος 2022 ορίστηκε σε 8,96 ευρώ (με προσαύξηση 25%) για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές και 10,76 ευρώ (με προσαύξηση 50%) για κάθε ώρα εργασίας κατά τα Σάββατα και τις αργίες, ενώ για το έτος 2023 ορίστηκε σε 9,50 ευρώ και σε 11,40 ευρώ αντίστοιχα. Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ναυτολόγησης του ενάγοντος, το ως άνω πλοίο της εναγομένης εκτελούσε τα ακόλουθα ακτοπλοϊκά δρομολόγια:
Κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2022 έως 12.2.2022, στις 6.6.2022, από 7.9.2022 έως 10.12.2022 και από 22.1.2023 έως 2.6.2023
| ΗΜΕΡΕΣ | ΛΙΜΑΝΙΑ | ΑΦΙΞΗ | ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ |
| Δευτέρα | Μεστά,
Μυτιλήνη, Μεστά |
03.30
08.20 22.20 |
04.00
18.00 22.50 |
| Τρίτη | Πειραιάς | 06.20 | 20.00 |
| Τετάρτη και Παρασκευή | Χίος
Μυτιλήνη Χίος |
05.00
08.20 20.50 |
05.30
18.00 21.20 |
| Πέμπτη | Πειραιάς | 06.20 | 20.00 |
| Σάββατο | Πειραιάς | 06.20 | – |
| Κυριακή | Πειραιάς | – | 20.00 |
Κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2022 έως 6.9.2022
| ΔΕΥΤΕΡΑ | ΤΡΙΤΗ | ΤΕΤΑΡΤΗ | ΠΕΜΠΤΗ |
| ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ |
| ΛΗΜΝΟΣ 05.05 05.25 | ΠΑΤΜΟΣ 00.05 00.20 | ΛΕΡΟΣ 02.55 03.15 | ΛΗΜΝΟΣ 00.20 |
| ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 10.55 11.45 | ΛΕΡΟΣ 01.35 01.50 | ΠΑΤΜΟΣ 04.30 04.50 | ΚΑΒΑΛΑ 04.30 17.00 |
| ΧΙΟΣ 14.45 15.05 | ΠΕΙΡΑΙΑΣ 11.45 17.00 | ΑΓ.ΚΗΡ/ΚΟΣ 06.25 06.55 | ΛΗΜΝΟΣ 21.15 21.40 |
| ΒΑΘΥ 18.35 19.15 | ΦΟΥΡΝΟΙ 07.30 07.45 | ||
| ΦΟΥΡΝΟΙ 21,15 21.30 | ΒΑΘΥ 09.45 10.30 | ||
| ΑΓ.ΚΗΡ/ΚΟΣ 22.05 22.30 | ΧΙΟΣ 14.00 14.20 | ||
| ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 17.20 18.20 | |||
| ΛΗΜΝΟΣ 23.50 |
| ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ | ΣΑΒΒΑΤΟ | ΚΥΡΙΑΚΗ |
| ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ |
| ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 03.05 06.00 | ΚΑΒΑΛΑ 03.50 08.00 | ΒΑΘΥ 01.55 04.30 |
| ΛΗΜΝΟΣ 11.30 12.00 | ΛΗΜΝΟΣ 12.05 12.35 | ΧΙΟΣ 08.00 08.20 |
| ΚΑΒΑΛΑ 16.10 19.00 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 18.05 19.05 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 11.20 12.15 |
| ΛΗΜΝΟΣ 23.05 23.45 | ΧΙΟΣ 22.05 22.25 | ΛΗΜΝΟΣ 17.45 18.15 |
| ΚΑΒΑΛΑ 22.20 01.00 ΔΕΥΤΕΡΑΣ |
Κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2023 έως 25.6.2023
| ΔΕΥΤΕΡΑ | ΤΡΙΤΗ | ΤΕΤΑΡΤΗ | ΠΕΜΠΤΗ |
| ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝ ΑΦ ΑΝΑΧ |
| ΡΟΔΟΣ 07.00 | ΚΑΛΥΜΝΟΣ 00.05 00.25 | ΠΑΤΜΟΣ 00.30 00.50 | ΛΕΙΨΟΙ 00.35 00.55 |
| ΚΑΣΤ/ΖΟ 11.00 11,30 | ΑΣΤΥΠ/Α 02.55 03.15 | ΛΕΙΨΟΙ 01.45 02.05 | ΠΑΤΜΟΣ 01.50 02.10 |
| ΡΟΔΟΣ 15.40 17.00 | ΠΕΙΡΑΙΑΣ 12.20 17.00 | ΛΕΡΟΣ 03.05 03.25 | ΠΕΙΡΑΙΑΣ 11.40 15.00 |
| ΤΗΛΟΣ 19.25 19.45 | ΚΑΛΥΜΝΟΣ 05.20 05.50 | ||
| ΝΙΣΥΡΟΣ 20.50 21.10 | ΚΩΣ 06.55 07.15 | ||
| ΚΩΣ 22.35 23.05 | ΣΥΜΗ 09.50 10.10 | ||
| ΡΟΔΟΣ 11.40 15.00 | |||
| ΣΥΜΗ 16.30 16.50 | |||
| ΚΩΣ 19.25 19.45 | |||
| ΚΑΛΥΜΝΟΣ 20.50 21.20 | |||
| ΛΕΡΟΣ 23.15 23.35 |
| ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ | ΣΑΒΒΑΤΟ | ΚΥΡΙΑΚΗ |
| ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ |
| ΛΕΙΨΟΙ 00.15 00.30 | ΤΗΛΟΣ 00.15 00.30 | ΑΣΤΥΠ/Α 05.00 05.50 |
| ΚΑΛΥΜΝΟΣ 02.15 02.45 | ΝΙΣΥΡΟΣ 01.35 01.50 | ΚΑΛΥΜΝΟΣ 08.00 09.00 |
| ΚΩΣ 03.40 04.00 | ΚΩΣ 03.15 03.45 | ΚΩΣ 10.00 10.20 |
| ΝΙΣΥΡΟΣ 05.25 05.40 | ΚΑΛΥΜΝΟΣ 04.40 05.00 | ΝΙΣΥΡΟΣ 11.40 12.00 |
| ΤΗΛΟΣ 06.45 07.05 | ΛΕΙΨΟΙ 06.45 07.00 | ΤΗΛΟΣ 13.10 13.30 |
| ΣΥΜΗ 08.45 09.05 | ΠΕΙΡΑΙΑΣ 16.15 20.00 | ΡΟΔΟΣ 15.55 |
| ΡΟΔΟΣ 10.35 11.15 | ||
| ΚΑΣΤ/ΖΟ 15.25 15,45 | ||
| ΡΟΔΟΣ 19.55 21.00 | ||
| ΣΥΜΗ 22.15 22.30 |
Κατά το χρονικό διάστημα από 26.6.2023 έως 3.9.2023
| ΔΕΥΤΕΡΑ | ΤΡΙΤΗ | ΤΕΤΑΡΤΗ | ΠΕΜΠΤΗ |
| ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ |
| ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 05.05 05.50 | ΧΙΟΣ 02.40 03.05 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 05.20 06.05 | ΧΙΟΣ 01.25 01.50 |
| ΧΙΟΣ 08.45 09.10 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 06.00 06.45 | ΧΙΟΣ 09.00 09.25 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 04.45 05.30 |
| ΒΑΘΥΣΑΜΟΥ 12.35 13.05 | ΛΗΜΝΟΣ 12.05 12.35 | ΒΑΘΥ ΣΑΜΟΥ 12.50 13.20 | ΛΗΜΝΟΣ 10.50 11.20 |
| ΛΕΡΟΣ 16.40 17.00 | ΚΑΒΑΛΑ 16.35 19.30 | ΑΓ.ΚΗΡΥΚΟΣ 15.40 16.00 | ΚΑΒΑΛΑ 15.20 19.00 |
| ΠΑΤΜΟΣ 18.15 18.35 | ΛΗΜΝΟΣ 23.30 23.59 | ΠΑΤΜΟΣ 17.35 17.55 | ΛΗΜΝΟΣ 23.00 23.30 |
| ΑΓ.ΚΗΡΥΚΟΣ 20.10 20.30 | ΛΕΡΟΣ 19.10 19.30 | ||
| ΒΑΘΥΣΑΜΟΥ 22.45 23.15 | ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ 22/30 23.00 |
| ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ | ΣΑΒΒΑΤΟ | ΚΥΡΙΑΚΗ |
| ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ |
| ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 04.50 05.35 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 04.50 05.35 | ΛΗΜΝΟΣ 02.20 02.50 |
| ΛΗΜΝΟΣ 10.55 11.25 | ΧΙΟΣ 09.30 09.55 | ΘΕΣΣ/ΝΙΚΗ 10.05 16.00 |
| ΚΑΒΑΛΑ 15.30 19.00 | ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ 11/20 11.50 | ΛΗΜΝΟΣ 23.15 23.45 |
| ΛΗΜΝΟΣ 23.00 23.30 | ΒΑΘΥ 12.50 13.30 | |
| ΧΙΟΣ 16.55 17.20 | ||
| ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 20.15 21.00 | ||
Κατά το χρονικό διάστημα από 4.9.2023 έως 18.9.2023.
| ΔΕΥΤΕΡΑ | ΤΡΙΤΗ | ΤΕΤΑΡΤΗ | ΠΕΜΠΤΗ |
| ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ |
| ΛΗΜΝΟΣ 02.25 02.55 | ΧΙΟΣ 02.00 02.30 | ΛΗΜΝΟΣ 00.30 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 01.40 02.40 |
| ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 08.25 09.25 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 05.25 06.30 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 06.00 07.00 | ΛΗΜΝΟΣ 08.10 08.40 |
| ΧΙΟΣ 12.20 12.50 | ΛΗΜΝΟΣ 12.00 12.30 | ΧΙΟΣ 09.55 10.25 | ΚΑΒΑΛΑ 12.45 20.00 |
| ΒΑΘΥΣΑΜΟΥ 16.20 17.00 | ΚΑΒΑΛΑ 16.35 20.00 | ΒΑΘΥ ΣΑΜΟΥ 13.55 14.30 | ΛΗΜΝΟΣ 13.59 |
| ΑΓ.ΚΗΡΥΚΟΣ 19.20 19.40 | ΛΗΜΝΟΣ 23.59 02.55 | ΑΓ.ΚΗΡΥΚΟΣ 16.50 17.50 | |
| ΒΑΘΥΣΑΜΟΥ 22.00 22.30 | ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ 19.20 19.45 | ||
| ΧΙΟΣ 22.15 22.45 |
| ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ | ΣΑΒΒΑΤΟ | ΚΥΡΙΑΚΗ |
| ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ | ΛΙΜΑΝΙ ΑΦ ΑΝΑΧ |
| ΛΗΜΝΟΣ 00.30 | ΛΗΜΝΟΣ 03.05 03.35 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 00.40 01.40 |
| ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 06.00 08.00 | ΜΥΤΙΛ/ΝΗ 09.05 10.05 | ΛΗΜΝΟΣ 07.10 07.40 |
| ΛΗΜΝΟΣ 13.30 14.00 | ΧΙΟΣ 13.00 13.00 | ΘΕΣΣ/ΝΙΚΗ 15.05 19.00 |
| ΚΑΒΑΛΑ 20.05 23.00 | ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ 16/00 16.20 | |
| ΒΑΘΥ ΣΑΜΟΥ 17.15 17.45 | ||
| ΧΙΟΣ 21.15 21.45 |
Τα γενικά καθήκοντα των θαλαμηπόλων στα υπό ελληνική σημαία επιβατηγά πλοία προβλέπονται από το ΒΔ 683/ 1960 «Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων πεντακοσίων κ.ο.χ. και άνω» (ΦΕΚ Α 158/4.10.1960), κατά τις διατάξεις των άρθρων 116 και 118 του οποίου οι θαλαμηπόλοι διακρίνονται ανάλογα με την εκτελούμενη από αυτούς ειδική υπηρεσία σε θαλαμηπόλους ενδιαιτημάτων, εστιατορίων και κυλικείων, τελούν υπό τις άμεσες διαταγές και τον έλεγχο του αρχιθαλαμηπόλου της θέσης στην οποία ανήκουν και τον βοηθούν στην εκτέλεση των καθηκόντων του, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 117, στα ειδικότερα καθήκοντά τους περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η επιμέλεια της απόλυτης καθαριότητας, της καλής συντήρησης και της ευπρέπειας των ανατιθεμένων σε αυτούς ενδιαιτημάτων των θέσεων, η καταβολή ιδιαίτερης μέριμνας προς εξυπηρέτηση των επιβατών και η εκτέλεση φυλακών αναλόγως των προσεγγίσεων του εκτελούμενου δρομολογίου. (ΜονΕφΠειρ 13/2026, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 118 του ιδίου ως άνω β.δ./τος, που επίσης αναφέρεται στα ειδικότερα καθήκοντα των θαλαμηπόλων ενδιαιτημάτων, εστιατορίων, και κυλικείων, προβλέπεται ότι: «1…2…..3……4 Οι θαλαμηπόλοι ενδιαιτημάτων βοηθούμενοι υπό επικούρων επιμελούνται του ευπρεπισμού των κοιτωνίσκων των επιβατών και τίθενται προθύμως, και ανελλιπώς εις την διάθεσίν των διά την αρτιωτέραν εξυπηρέτησίν των κατά την διάρκειαν του ταξειδίου εξασφαλίζουσι την ησυχίαν κατά την νυκτερινήν φυλακήν των, και επιμελούνται της παραλαβής και μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών από του καταστρώματος εις τας θέσεις και τανάπαλιν κατά την επιβίβασιν και αποβίβασίν των». Στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολούνταν σε δύο βασικά πόστα, στις αποθήκες ιματισμού και χημικών κατά τις πρωινές ώρες και ακολούθως στην υποδοχή του πλοίου. Ειδικότερα, κατά τη χειμερινή περίοδο, όταν το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χίος – Μυτιλήνη – Μεστά, ο ενάγων ξεκινούσε την εργασία του περί ώρα 06.00, όταν άδειαζαν οι καμπίνες πριν από την άφιξη του πλοίου στον Πειραιά και μαζεύονταν τα κλινοσκεπάσματα από τα κρεβάτια και συγκεκριμένα πραγματοποιούσε παραλαβή και καταμέτρηση του ιματισμού, τον οποίο ακολούθως παρέδιδε για πλύσιμο. Στη συνέχεια διένειμε τον καθαρό ιματισμό και τα υλικά καθαρισμού στους θαλαμηπόλους και επίκουρους που είχαν αναλάβει την καθαριότητα των καμπινών, ολοκληρώνοντας την εργασία του περί ώρα 11.00. Ακολούθως, περί ώρα 17.00 μετέβαινε στην υποδοχή του πλοίου, όπου απασχολούνταν με την παραλαβή των επιβατών που επιβιβάζονταν στη Μυτιλήνη και μετά από διάλειμμα για φαγητό και ανάπαυση επέστρεφε στην υποδοχή όπου απασχολούνταν μέχρι ώρα 22.00, δεχόμενος τα αιτήματα των επιβατών και μεριμνώντας για τη διευθέτηση των ζητημάτων που προέκυπταν. Επίσης από τον Ιανουάριο του έτους 2023, έως τα μέσα Ιουλίου περίπου, είτε το πλοίο έκανε το δρομολόγιο Πειραιάς-Χίος-Μυτιλήνη- Μεστά είτε το δρομολόγιο της άγονης γραμμής, ο ενάγων απασχολούνταν στη ρεσεψιόν κατά τη βραδινή βάρδια και δη από ώρα 23.00 έως ώρα 06.00, ενώ πριν από την άφιξη του πλοίου στους λιμένες προσέγγισης στο ενδιάμεσο του δρομολογίου του, μεριμνούσε για την αφύπνιση και έγερση των επιβατών που επρόκειτο να αποβιβαστούν, ακολούθως συμμετείχε στην υποδοχή των επιβατών και στην παράδοση των κλειδιών σε όσους δικαιούνταν διαμονή σε καμπίνα και επιπλέον ήταν επιφορτισμένος με την καθαριότητα και τον ευπρεπισμό του χώρου της υποδοχής. Τέλος από τα μέσα Ιουλίου 2023 έως το Σεπτέβριο του ιδίου έτους, ο ενάγων απασχολούνταν κυρίως ως «σαλονιέρης» πραγματοποιώντας δύο βάρδιες στο κεντρικό σαλόνι του πλοίου, όπου ήταν επιφορτισμένος με την καθαριότητα του χώρου και το μάζεμα των απορριμάτων, απασχολούμενος παράλληλα και με την υποδοχή των επιβατών που επιβιβάζονταν στους ενδιάμεσους λιμένες. Επί των συνθηκών εργασίας και του χρόνου απασχόλησης του ενάγοντος κατέθεσε σχετικά η εξετασθείσα με επιμέλειά του μάρτυρας ………., η οποία συνυπηρέτησε με αυτόν αρκετά από τα επίδικα χρονικά διαστήματα, με την ειδικότητα της επίκουρου, έχοντας ίδιαν και άμεση προσωπική γνώση, ανεξαρτήτως της σχέσης αντιδικίας της με την πρώτη εναγομένη. Επίσης και ο εξετασθείς με επιμέλεια των εναγομένων, μάρτυρας ……………., ο οποίος συνυπηρέτησε με τον ενάγοντα από το έτος 2019 έως το Μάϊο του έτους 2022, με την ειδικότητα του Προϊστάμενου Αρχιθαλαμηπόλου, επιβεβαιώνει ότι ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα απασχολήθηκε σε δύο πόστα, την αποθήκη και τη ρεσεψιόν, αποκλίνει ωστόσο ως προς τις ώρες εργασίας του, καταθέτοντας ότι «…έπιανε δουλειά στην αποθήκη του πλοίου στις 7.00 το πρωί που άδειαζαν οι καμπίνες πριν την άφιξη του πλοίου στον Πειραιά …….Η εργασία του στην αποθήκη ολοκληρωνόταν στις 10.00 πμ και μετά πήγαινε για ξεκούραση. Ξαναέπιανε δουλειά το απόγευμα στις 17.00 στην παραλαβή επιβατών και τη ρεσεψιόν μέχρι τις 20.00 που έκανε διάλειμμα για φαγητό και κατά τις 20.30 επέστρεφε στη ρεσεψιόν μέχρι τις 22.00 που σχόλαγε». Συνεκτιμώντας τις ένορκες καταθέσεις που προσκομίζουν αμφότερα τα διάδικα μέρη, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο ενάγων, για την εκτέλεση των καθηκόντων του και εντός των πλαισίων της καλύτερης λειτουργίας των υπηρεσιών του πλοίου, εργαζόταν, κατ’εντολή του προϊσταμένου αρχιθαλαμηπόλου, πέραν του νομίμου ωραρίου του, γεγονός άλλωστε που συνομολογεί και η πρώτη εναγομένη, η οποία με τη μισθοδοσία κάθε μήνα, του κατέβαλε χρηματικά ποσά για <<αμοιβή υπερωριών>> και για απασχόλησή του κατά τα <<Σάββατα και αργίες>>, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας. Εγείρεται όμως αμφισβήτηση ως προς την επικαλούμενη από τον ενάγοντα ημερήσια διάρκεια της απασχόλησής του και ως προς το ύψος της αξιούμενης για την αιτία αυτή απαίτησης, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, η οποία υποστηρίζει ότι οι ώρες της υπερωριακής του απασχόλησης ήταν λιγότερες από τις επικαλούμενες και από αυτές που δέχθηκε η εκκαλουμένη και ότι έχουν εξοφληθεί πλήρως με την καταβολή των ποσών που έλαβε ο ενάγων για την αιτία αυτή. Με βάση όσα προεκτέθηκαν και ιδίως α) τις συνθήκες και περιστάσεις που επικρατούσαν στο εν λόγω πλοίο κατά τις επίδικες χρονικές περιόδους της ναυτολόγησης του ενάγοντος, β) τη σταθερή καταβολή κάθε μήνα του ένδικου χρονικού διαστήματος, χρηματικών ποσών για αμοιβή υπερωριακής εργασίας, τόσο τις καθημερινές και Κυριακές όσο και τα Σάββατα και τις αργίες και γ) τη φύση και το αντικείμενο απασχόλησης του ενάγοντος, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο ενάγων για την εκτέλεση των ανωτέρω καθηκόντων του, εργαζόταν υπερωριακώς, κατά μέσο όρο α) κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2022 έως 12.2.2022, από 7.9.2022 έως 10.12.2022 και από 22.1.2023 έως 25.6.2023, οπότε την πλοιοκτησία του πλοίου είχε η πρώτη εναγομένη, τις μεν καθημερινές και τις Κυριακές επί τρεις (3) ώρες την ημέρα, ενώ τα Σάββατα και τις αργίες επί έντεκα (11) ώρες την ημέρα και όχι 2 ώρες (τις καθημερινές και τις Κυριακές) και 10 ώρες (τα Σάββατα και τις αργίες), όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος και β) κατά τα χρονικά διαστήματα από 7.6.2022 έως 6.9.2022 και από 26.6.2023 έως 17.9.2023, οπότε την κυριότητα του πλοίου είχε η πρώτη εναγομένη και τον εφοπλισμό αυτού η δεύτερη εναγομένη, τις μεν καθημερινές και τις Κυριακές επί τέσσερις (4) ώρες ημερησίως, ενώ τα Σάββατα και τις αργίες επί δώδεκα (12) ώρες την ημέρα, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη, απορριπτόμενου του αγωγικού ισχυρισμού που επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος περί καθημερινής απασχόλησής του επί 15 ώρες αντίστοιχα, καθώς και του ισχυρισμού των εκκαλουσών – εναγομένων ότι ο ενάγων εργαζόταν επί οκτάωρο, που επαναφέρεται στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου της έφεσής τους. Σημειωτέον ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητας του ενάγοντος στο πλοίο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας, εφόσον ο ναυτικός, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών, υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του κατ’ άρθρ. 57 παρ. 1 του Κ.Ι.Ν.Δ. (Εφ.Πειρ. 549/2022, Εφ. Πειρ. 48/2021, Εφ.Πειρ 284/2020, ΕφΠειρ 397/2020, ΕφΠειρ 699/ 2020, www. Efeteio -peir. gr, ΕφΠειρ 48/2021, ΕφΠειρ 218/2016, Εφ. Πειρ 45/2010, ΕφΠειρ 231/ 2013) Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Οσον δε αφορά τις έγγραφες καταστάσεις μηνιαίων υπερωριών και αμοιβών πληρώματος που προσκομίζουν οι εναγόμενες, από τα ανωτέρω αποδειχθέντα ως αληθή προέκυψε ότι οι επ’αυτών εγγραφές δεν είναι ακριβείς καθώς ο ενάγων εργαζόταν υπερωριακά κατά τις άνω αναφερόμενες επιπλέον ώρες και η τήρηση αυτών είχε μόνο τυπικό χαρακτήρα, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη, ενώ η αποφυγή από τον ενάγοντα, έκφρασης παραπόνων προφορικά προς τους προϊσταμένους του ή με τη χρήση του ειδικού εντύπου παραπόνων πληρώματος δικαιολογείται απολύτως από την επιθυμία του να μη θέσει σε κίνδυνο την εργασιακή του θέση, σε περίοδο υψηλού, κατά τα διδάγματα της κοινής, πείρας δείκτη ανεργίας των ναυτικών και δεν ενέχει, άνευ άλλου τινός, παραίτηση αυτού από τα ως άνω νόμιμα δικαιώματά του, απορριπτόμενων συνεπώς ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ειδικότερων ισχυρισμών των εκκαλουσών – εναγομένων, που επαναφέρονται στα πλαίσια του δεύτερου λόγου της έφεσής τους (υπό στοιχ Β). Κατόπιν τούτου, ο ενάγων δικαιούται να λάβει για αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης: Α) κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2022 έως 12.2.2022 και από 7.9.2022 έως 10.12.2022 α) για 20 Σάββατα και 5 αργίες (1/1, 6/1, 14/9, 28/10, 6/12), ήτοι συνολικά επί 25 ημέρες το ποσό των (25 ημέρες χ 11 ώρες χ 10,76 ευρώ=) 2.959 ευρώ, β) για 105 συνολικά καθημερινές και Κυριακές, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται η 12.1.2022, 13.1.2022, 24.1.2022, 25.1.2022, 8.2.2022, 9.2.2022, 6.10.2022, 7.10.2022 και 18.10.2022, που δεν εκτελέστηκαν δρομολόγια λόγω απαγορευτικού, το ποσό των (105 ημέρες χ 3 ώρες χ 8,96 ευρώ=) 2.822,40 ευρώ. Στις 6.6.2022 ο ενάγων, ο οποίος ναυτολογήθηκε κατά την ημερομηνία αυτή και ώρα 16.00, όπως προκύπτει από τη σχετική εγγραφή στο ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, δεν παρείχε υπερωριακή εργασία. Συνεπώς από την ανωτέρω αιτία ο ενάγων δικαιούται συνολικά το ποσό των 5.781,40 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 3.083,04 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 2.698,36 ευρώ. Περαιτέρω για το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας του την 6.6.2022 και από 7.9.2022 έως 10.12.2022 δικαιούται α) την αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2022, ποσού ίσου με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του για κάθε 19 ημέρες απασχόλησης, ήτοι δικαιούται το ποσό των [2.616,02 οι μηνιαίες αποδοχές του ως ανωτέρω + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης ποσού 1.247,70 (5.781,40/139 ημέρες = 41,59 χ 30=) = 3.863,72 ευρώ σύνολο τακτικών μηνιαίων αποδοχών χ 2/25 χ 5,05 δεκαεννιαήμερα)] 1.560,94 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 920,75 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 640,19 ευρώ και β) την αναλογία δώρου Πάσχα έτους 2022 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 12.2.2022 ποσού ίσου με το 1/5 του μισού μηνιαίου μισθού για κάθε 8 ημέρες εργασίας και δεδομένου ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν, κατά τα ανωτέρω, στο ποσό των 3.863,72 ευρώ, δικαιούται το ποσό των [3.863,72 /2 χ 1/15 χ 5,375 οκταήμερα=] 692,24 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 384,19 ευρώ, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 308,05 ευρώ, κατά μερική παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος κατά το ειδικότερο σκέλος του, με το οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσον αφορά το ποσό που συνυπολογίσθηκε για τον προσδιορισμό των συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με σκοπό τον καθορισμό των επιδομάτων εορτών έτους 2022, ως μέσος όρος της αμοιβής του για την παροχή υπερωριακής εργασίας και απορριπτόμενου του πέμπτου λόγου της έφεσης των εκκαλουσών – εναγομένων κατά το ειδικότερο σκέλος του με το οποίο παραπονούνται ότι εσφαλμένα συνυπολογίστηκε στις μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ο μέσος όρος υπερωριακής εργασίας, αφού δεν εργάστηκε υπερωριακά. Σημειώνεται ότι στις τακτικές αποδοχές, για τον υπολογισμό των δώρων εορτών, συνυπολογίζεται το επίδομα αδείας με αναλογία τροφοδοσίας, το οποίο καταβάλλονταν σταθερά στον ενάγοντα (βλ. σχετικές αποδείξεις πληρωμής) καθώς και το αντίτιμο τροφής, είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως, διότι αποτελεί συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ναυτικού λόγω του είδους και της φύσης της εργασίας του πάνω στο πλοίο (βλ. ανωτέρω υπό στοιχ ΙΙΙ νομική σκέψη), απορριπτόμενου συνεπώς του πέμπτου λόγου της έφεσης των εκκαλουσών – εναγομένων, κατά τα ειδικότερα σκέλη του, με τον οποίο υποστηρίζουν τα αντίθετα.
Στις διατάξεις των άρθρων 68 – 81 του Ν. 3816/1958 «Περί Κυρώσεως Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου» (ΦΕΚ Α 32/28.2.1958, ΚΙΝΔ) καταστρώνονται οι προβλεπόμενοι από αυτόν λόγοι λύσεως της σύμβασης ναυτικής εργασίας, εφαρμοζομένων παραλλήλως των ρυθμίσεων του κοινού δικαίου επί των μη ρυθμιζόμενων περιπτώσεων. Οι λόγοι αυτοί διαρθρώνονται σε δύο [2] κατηγορίες και, συγκεκριμένα, αφενός μεν σ’ εκείνους που επιφέρουν αυτόματα τη λύση της σύμβασης με τη συνδρομή ορισμένων γεγονότων (άρθρα 68, 70, 71) και, αφετέρου, σ’ εκείνους που ανάγονται στη βούληση των συμβαλλομένων (άρθρα 69 και 72 – 74), οι οποίοι λειτουργούν ύστερα από ενέργεια ενός μόνον από αυτούς (Ι. Ρόκας – Γ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, 2015, αρ. 148, σελ. 80, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2003, § 55, σελ. 253). Πέραν, όμως, αυτών είναι δυνατή η λύση της σύμβασης ναυτολογήσεως με τη θέληση αμφοτέρων των συμβαλλομένων (Α. Κιάντου – Παμπούκη, οπ. § 57, σελ. 258, Γ. Μικρούδης, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, σε ΕΕΔ 66/449 επομ. [454, υποσ. 49]), στα πλαίσια των συνταγματικών αρχών της συμβατικής ελευθερίας και της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, που σε νομοθετικό επίπεδο θεμελιώνονται στην διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Η λύση αυτή της σύμβασης ναυτικής εργασίας με κοινή συναίνεση δεν προβλέπεται στον ΚΙΝΔ, ο οποίος προνοεί μόνον για τη λύση της με τη θέληση του ενός συμβαλλομένου, προς την οποία και συνάπτει έννομες συνέπειες. Τέτοια συνέπεια προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 76, από το συνδυασμό της οποίας προς εκείνες των άρθρων 72 και 75 εδαφ. δ του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι ο απολυόμενος ναυτικός δικαιούται αποζημιώσεως, εκτός άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία, χωρίς τούτο να δικαιολογείται εξαιτίας παραπτώματός του, ο πλοίαρχος καταγγέλλει τη σύμβαση της ναυτολογήσεώς του. Οι διατάξεις περί αποζημιώσεως του ναυτικού λόγω καταγγελίας της σύμβασης αντισταθμίζουν την εξουσία του πλοιάρχου να τον απολύει οποτεδήποτε και χωρίς λόγο και αποσκοπούν στην προστασία του απολυομένου, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συντήρησή του για ορισμένο χρονικό διάστημα και να διευκολυνθεί αυτός στην ανεύρεση νέας εργασίας (ΜονΕφΠειρ. 161/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περίπτωση λύσεως της συμβάσεως με κοινή συναίνεση ανακύπτει και όταν κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΝΕ ο ναυτικός λαμβάνει την προβλεπόμενη από αυτήν άδεια αναπαύσεως, οπότε η σύμβασή του λύνεται με την αποδοχή εκ μέρους του πλοιάρχου σχετικής αιτήσεώς του, δηλαδή με τη σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεώς τους κατ’ άρθρα 185, 189 και 192 ΑΚ (πρβλ ΟλΑΠ 25/1998, Δνη 1998/798 = ΔΕΝ 2000/382 = ΕΕμπΔ 1998/610 = ΕΕΝ 1998/634 = ΕΕΔ 1999/86 = ΕΝαυτΔ 1998/263 = ΝοΒ 1999/231, ΟλΑΠ 32/1997, Δνη 1997/1528 = ΕΕΝ 1997/431 = ΕΝαυτΔ 1998/369 = ΝοΒ 1998/198). Πράγματι, όπως [και] από τις διατάξεις του άρθρου 15 εκάστης ως άνω ΣΣΝΕ προκύπτει, η άδεια του ναυτικού, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει στη χερσαία εργασία, παρέχεται κατ’ αίτησή του μόνο αν, κατά την κρίση του πλοιάρχου, οι ανάγκες του πλοίου επιτρέπουν την χορήγησή της και σε περίπτωση μη χορήγησής της ο ναυτικός δικαιούται της αποζημίωσης που ορίζεται νόμιμα (ΜονΕφΠειρ. 83/2014, ο.π., Δ. Καμβύσης, Ιδιωτικόν Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, άρθρο 60, σελ. 192). Στην ίδια αυτή περίπτωση της με κοινή συναίνεση λύσεως της σύμβασης ναυτολόγησης δεν οφείλεται στον απολυόμενο λόγω λήψεως αδείας ναυτικό η αποζημίωση του άρθρου 76 ΚΙΝΔ (ΤριμΕφΠειρ. 185/2012, ο.π., Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος Ι, 2004, άρθρο 75, σελ. 385), αφού για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποτίθεται μονομερής λύση της σύμβασης επερχόμενη με καταγγελία της εκ μέρους του πλοιάρχου (ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 288/2011, ΠειρΝομ. 2012/173, ΕφΠειρ. 111/2007, ΕΝαυτΔ 2007/406). Άλλως έχει το πράγμα και η αποζημίωση του άρθρου 76 ΚΙΝΔ εξακολουθεί οφειλόμενη, όταν η λήψη της άδειας αναπαύσεως του ναυτικού εμφανίζεται ως προσχηματικός (τυπικός) λόγος της απολύσεώς του, ο οποίος υποκρύπτει σιωπηρή μονομερή καταγγελία της συμβάσεώς του. Στην περίπτωση αυτή τον προσχηματικό χαρακτήρα του εμφανιζόμενου λόγου απολύσεως οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο ναυτικός που ενάγει για την λήψη της αποζημίωσής του, το δε γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μη επαναναυτολόγησή του μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος διάρκειας της άδειάς του, παρά τις οχλήσεις του ναυτικού για την επαναπρόσληψή του (ΜονΕφΠειρ. 443/2015, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 741/2005, ΕΝαυτΔ 2005/444). Τέλος, σε περίπτωση απολύσεως ναυτικού που λαμβάνει χώρα σε λιμένα του εσωτερικού συνεπεία καταγγελίας της συμβάσεώς του από τον πλοίαρχο η αποζημίωσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 75 εδαφ. δ και 76 εδαφ. α ΚΙΝΔ ισούται με τις πάσης φύσεως πάγιες και σταθερές αποδοχές του δεκαπέντε (15) ημερών κατά το χρόνο της απόλυσής του και για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη ο καταβαλλόμενος μισθός κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (μισθός ενέργειας), το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, το αντίτιμο τροφής, η αποζημίωση άδειας, η υπερωριακή αμοιβή του, τα επιδόματα εορτών και κάθε άλλη παροχή καταβαλλομένη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του τακτικώς καθ’ έκαστο μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικώς καθ’ ορισμένα χρονικά διαστήματα (ΑΠ 1224/2019, ΜονΕφΠειρ. 351/2016, ΜονΕφΠειρ. 57/2015, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΕφΠειρ. 172/2008, ΕΝαυτΔ 36/100, ΕφΠειρ. 719/2006, ΕΝαυτΔ 34/355, βλ. και Δ. Καμβύση, ο.α.π., άρθρο 76, σελ. 266), το άθροισμα των οποίων διαιρείται δια δύο [2] (ΜονΕφΠειρ 516/2024, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο ενάγων την 12.2.2022 έλαβε άδεια αναπαύσεως διάρκειας ενός [1] μηνός, δηλαδή μέχρι την 12.3.2022, όπως αναγράφηκε στο ναυτικό του φυλλάδιο. Ωστόσο, κατά τη λήξη της άδειας αυτής, όταν ζήτησε να επαναπροσληφθεί, η πρώτη εναγόμενη αρνήθηκε τη ναυτολόγησή του, η οποία, τελικώς πραγματοποιήθηκε αργότερα και δη την 6.6.2022, με αποτέλεσμα με τον τρόπο αυτό ο ενάγων, χωρίς να βαρύνεται με οποιοδήποτε παράπτωμα, να παραμείνει κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα άνεργος. Σημειωτέον ότι η πρώτη εναγόμενη δεν του χορήγησε νέα άδεια ίσης κάθε φορά προς το διάστημα αυτό διάρκειας και έτσι εκδήλωσε τη βούλησή της να μην τον ναυτολογήσει την 12.3.2022, ακολουθώντας την πλέον συμφέρουσα οικονομικώς για την ίδια οδό, αφού, αν του χορηγούσε νέα άδεια, ο ενάγων θα διατηρούσε δικαίωμα λήψης πλήρων των αποδοχών του για το χρονικό διάστημα αυτής (ΜονΕφΠειρ. 366/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ο.π.). Επομένως, ο τελευταίος έχει δικαίωμα λήψεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 76 ΚΙΝΔ αποζημίωσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου ως αβάσιμου του έβδομου λόγου της έφεσης (υπό στοιχ Β), κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, με το οποίο οι εκκαλούσες – εναγόμενες υποστηρίζουν τα αντίθετα. Ακολούθως η εκκαλουμένη καθόρισε το ποσό της αποζημιώσεως που δικαιούται ο ενάγων, με βάση το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του κατά το τελευταίο πριν από κάθε απόλυσή του μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, για τον προσδιορισμό των οποίων άθροισε στις πάγιες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος (δηλαδή τις προβλεπόμενες από τη ΣΣΝΕ του έτους 2022 ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του) τη μέση αναλογία της υπερωριακής αμοιβής που έλαβε καθ’ όλη την επίδικη χρονική περίοδο, ήτοι προσδιόρισε τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των (2.616,02 ευρώ + 986,70 ευρώ =) 3.602,72 ευρώ και επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το συνολικό χρηματικό ποσόν των 1801,36 ευρώ. Το πόρισμα αυτό πλήττουν και οι δύο διάδικοι, επικαλούμενοι αμφότεροι εσφαλμένο υπολογισμό των ωρών της υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος, που οδήγησε σε εσφαλμένο υπολογισμό της αποζημίωσης και, επιπλέον οι εναγόμενες, με το τρίτο σκέλος του ίδιου ως άνω (έβδομου) λόγου της έφεσής τους (υπό στοιχ Β), επειδή συνυπολογίστηκαν στις μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος το αντίτιμο τροφής και το επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η εκκαλουμένη προσδιόρισε εσφαλμένα την αποζημίωση απολύσεως του ενάγοντος. Πρέπει, επομένως, να εξαφανιστεί κατά το συναφές κεφάλαιό της, αφού δεν συνυπολόγισε ούτε τον ορθό μέσο όρο της υπερωριακής αμοιβής του, κατά μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος, ούτε τη μέση μηνιαία αναλογία των επιδομάτων δώρου. Απορριπτέος ωστόσο τυγχάνει ο έβδομος λόγος της έφεσης των εκκαλουσών – εναγομένων, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη (υπό στοιχ IV) ορθά συνυπολογίστηκαν στις μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, για την εξεύρεση της αποζημίωσης απόλυσης, το αντίτιμο τροφής και το επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 76 ΚΙΝΔ, το χρηματικό ποσό των [3.863,72 (τακτικές μηνιαίες αποδοχές κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυσή του μήνα + (3.863,72 χ 1,5/12=) 482,96 ευρώ (αναλογία δώρων εορτών) = 4.346,68 ευρώ χ 1/30 =) 144,88 ευρώ ημερήσια αποζημίωση χ 15 ημέρες=)] 2.173,20 ευρώ, θα επιδικαστεί όμως σε αυτόν το ποσό των 2.135,60 ευρώ που αιτείται με την αγωγή του. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για την ανωτέρω μισθολογική περίοδο το συνολικό ποσό των (2.698,36 + 640,19 + 308,05 + 2.135,60 =) 5.782,20 ευρώ. Β) Κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2022 έως 6.9.2022, οπότε την κυριότητα του πλοίου είχε η πρώτη εναγομένη, τον δε εφοπλισμό ασκούσε η δεύτερη εναγομένη, ο ενάγων δικαιούται: α) για 13 Σάββατα και 1 αργία (15/8), ήτοι συνολικά επί 14 ημέρες το ποσό των (14 ημέρες χ 12 ώρες χ 10,76 ευρώ =) 1.807,68 ευρώ και όχι το ποσό των 3.212,19 ευρώ που εσφαλμένα υπολόγισε η εκκαλουμένη, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης των εκκαλουσών – εναγομένων με τον οποίο πλήττουν τον ανωτέρω μαθηματικό υπολογισμό και β) για 78 συνολικά καθημερινές και Κυριακές, το ποσό των (78 ημέρες χ 4 ώρες χ 8,96 ευρώ =) 2.795,52 ευρώ. Ητοι δικαιούται συνολικά από την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.603,20 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 2.096,07 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 2.507,13 ευρώ. Επίσης, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο ενάγων δικαιούται για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2022, ποσού ίσου με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του για κάθε 19 ημέρες απασχόλησης και δη το ποσό των [2.616,02 οι μηνιαίες αποδοχές του ως ανωτέρω + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης ποσού 1.500,90 (4.603,20/92 ημέρες = 50,03 χ 30=) = 4.116,92 ευρώ σύνολο τακτικών μηνιαίων αποδοχώνχ 2/25 χ 4,842 δεκαεννιαήμερα)] 1.594,73 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 811,90 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 782,83 ευρώ. Επίσης κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2022 έως 6.9.2022 (92 ημέρες ήτοι 13,14 εβδομάδες), το πλοίο αναχωρούσε κάθε Παρασκευή 3 ώρες και 10 λεπτά της ώρας, ήτοι 2,16 ώρες (αφ: 16.10 – αναχ: 19.00) προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από τον κατάπλου του στο λιμάνι αυτό της αφετηρίας (Καβάλα), επιστρέφοντας στην Καβάλα στις 3.55 του Σαββάτου. Επομένως το πλοίο εκτέλεσε (2,16 ώρες /8 =) 0,27 εξπρές δρομολόγια την εβδομάδα και συνολικά επί 13,14 εβδομάδες του ανωτέρω χρονικού διαστήματος εκτέλεσε 3,55 δρομολόγια εξπρές διάρκειας κάτω των 12 ωρών, για τα οποία δικαιούται να λάβει το ποσό των (4.116,92 ευρώ τακτικές αποδοχές : 60 χ 3,55=) 243,58 ευρώ. Επίσης το πλοίο αναχωρούσε κάθε Σάββατο 1 ώρα και 55 λεπτά της ώρας, ήτοι 1,92 ώρες (αφ: 03.55 – αναχ: 08.00) προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από τον κατάπλου του στο λιμάνι αυτό της αφετηρίας (Καβάλα), επιστρέφοντας στην Καβάλα στις 22.20 της Κυριακής, πραγματοποιώντας κυκλικό δρομολόγιο διάρκειας μεγαλύτερης των 12 ωρών. Επίσης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, το πλοίο αναχωρούσε κάθε Δευτέρα 3 ώρες και 20 λεπτά της ώρας, ήτοι 3,33 ώρες (αφ: 22.20 της Κυριακής – αναχ: 01.00 Δευτέρας) προ της συμπληρώσεως 6 ωρών από τον κατάπλου του στο λιμάνι αυτό της αφετηρίας (Καβάλα), επιστρέφοντας στην Καβάλα στις 04.30 της Πέμπτης, πραγματοποιώντας κυκλικό δρομολόγιο διάρκειας μεγαλύτερης των 12 ωρών. Ητοι εβδομαδιαίως το πλοίο εκτέλεσε 5,25 ώρες πρόωρης αναχώρησης και συνεπώς (5,25 ώρες / 8 =) 0,65 εξπρές δρομολόγια και συνολικά κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (0,65 χ 13,14 εβδομάδες =) 8,54 δρομολόγια εξπρές, για τα οποία δικαιούται να λάβει το ποσό των [8,54 χ (4.116,92 ευρώ : 30 =) 137,23 =] 1.171,94 ευρώ. Επομένως συνολικά για την ανωτέρω αιτία δικαιούται το ποσό των (243,58 + 1.171,94 =) 1.415,52 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 1.208,23 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 207,29 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές, ο τέταρτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσον αφορά το ποσό που συνυπολογίσθηκε για τον προσδιορισμό των συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με σκοπό τον καθορισμό της αμοιβής για την πραγματοποίηση δρομολογίων εξπρές, ως μέσος όρος της αμοιβής του για την παροχή υπερωριακής εργασίας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος, ενώ απορριπτέος τυγχάνει ο έκτος λόγος της έφεσης των εκκαλουσών – εναγομένων, κατά μεν το σκέλος αυτού με το οποίο πλήττουν την κρίση της εκκαλουμένης, που επιδίκασε στον ενάγοντα διαφορά επιδόματος δρομολογίου εξπρές, επικαλούμενες ενσωμάτωση του επίδικου επιδόματος στον συμφωνημένο κλειστό μισθό, διότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, εφαρμοστέα τυχγάνει η ΣΣΝΕ 2022, η οποία ρητά προβλέπει (άρθρ. 33) την καταβολή πρόσθετης αμοιβής για την εκτέλεση δρομολογίων εξπρές, κατά δε το σκέλος αυτού με το οποίο παραπονούνται για εσφαλμένο υπολογισμό των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος επειδή σε αυτές περιλήφθησαν το επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας και το αντίτιμο τροφής, διότι σύμφωμα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, κατά την απόκρουση του πέμπτου λόγου της έφεσής τους, τα εν λόγω κονδύλια καταβάλλονταν σταθερά στον ενάγοντα καθόσον αποτελούν συμβατικό αντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών του. Επίσης κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα το πλοίο εκτελούσε καθημερινά επιδοτούμενους πλόες στις ανωτέρω ακτοπλοϊκές γραμμές για τις οποίες είχε συναφθεί σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας (άγονη γραμμή). Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται, κατ’άρθρο 7 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ 2022, ως επίδομα άγονης γραμμής το ποσό των [(1.240,91 ευρώ χ 7% =) 86,86 ευρώ επί 92 ημέρες /30 =] 266,37 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 141,88 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 124,49 ευρώ, απορριπτόμενου του όγδοου λόγου της έφεσης των εκκαλουσών – εναγομένων, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο πλήττουν την κρίση της εκκαλουμένης, που επιδίκασε στον ενάγοντα επίδομα άγονης γραμμής, επικαλούμενες εξόφληση του επίδικου επιδόματος στο πλαίσιο του συμφωνημένου κλειστού μισθού, διότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, εφαρμοστέα τυχγάνει η ΣΣΝΕ 2022. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για την ανωτέρω μισθολογική περίοδο το συνολικό ποσό των (2.507,13 + 782,83 + 207,29 + 124,49 =) 3.621,74 ευρώ. Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 22.1.2023 έως 25.6.2023, οπότε την πλοιοκτησία του πλοίου είχε η πρώτη εναγομένη, ο ενάγων δικαιούται α) για 21 Σάββατα και 7 αργίες (27/2, 25/3, 14/4, 17/4, 23/4, 1/5, 25/5), ήτοι συνολικά επί 28 ημέρες το ποσό των (28 ημέρες χ 11 ώρες χ 11,40 ευρώ =) 3.511,20 ευρώ και β) για 122 συνολικά καθημερινές και Κυριακές, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι 5.2.2023, 26.2.2023 και η 28.3.2023 που δεν εκτελέστηκαν δρομολόγια λόγω απαγορευτικού καθώς και οι 8.2.2023 και 9.2.2023 που δεν εκτελέστηκαν δρομολόγια λόγω απεργίας, το ποσό των (122 ημέρες χ 3 ώρες χ 9,50 ευρώ =) 3.477 ευρώ. Ητοι δικαιούται συνολικά από την ανωτέρω αιτία το ποσό των 6.988,20 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 3.510,22 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 3.477,98 ευρώ. Επίσης για το χρονικό διάστημα από 22.1.2023 έως 30.4.2023, ο ενάγων δικαιούται για δώρο Πάσχα έτους 2023 ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού για κάθε 8 ημέρες εργασίας και δεδομένου ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 4.116,50 ευρώ [(2.772,80 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές του κατά τα ανωτέρω + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης ποσού 1.343,70 ευρώ (6.988,20/156 ημέρες = 44,79 χ 30 =), το ποσό των 1.698,05 ευρώ (4.116,50 /2 χ 1/15 χ 12,375 οκταήμερα), έναντι του οποίου έλαβε το ποσο των 905,96 ευρώ, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 792,09 ευρώ. Επίσης για το χρονικό διάστημα από 1.5.2023 έως 25.6.2023 και την 18.9.2023, ο ενάγων δικαιούται την αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2023, ποσού ίσου με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του για κάθε 19 ημέρες απασχόλησης και δη το ποσό των 987,96 ευρώ [4.116,50 ευρώ χ 2/25 χ 3 δεκαεννιαήμερα=) έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 564,17 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 423,79 ευρώ. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για την ανωτέρω μισθολογική περίοδο το συνολικό ποσό των ( 3.477,98 + 792,09 + 423,79 =) 4.693,86 ευρώ. Δ) Τέλος κατά το χρονικό διάστημα από 26.6.2023 έως 17.9.2023, οπότε την κυριότητα του πλοίου είχε η πρώτη εναγομένη και τον εφοπλισμό αυτού η δεύτερη εναγομένη α) για 12 Σάββατα και 2 αργίες (15/8, 14/9), ήτοι συνολικά επό 14 ημέρες το ποσό των (14 ημέρες χ 12 ώρες χ 11,40 ευρώ =) 1.915,20 ευρώ και β) για 69 συνολικά καθημερινές και Κυριακές, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η 17.9.2023 που το πλοίο προσέδεσε στον Πειραιά στις 06.06 και στις 06.45 ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες εκφόρτωσης (βλ. σχετ. απόσπασμα από το ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου), το ποσό των (69 ημέρες χ 4 ώρες χ 9,50 ευρώ=) 2.622,00 ευρώ. Ητοι συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 4.537,20 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 2.848,49 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των αναδρομικών, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 1.688,71 ευρώ. Επίσης για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ο ενάγων δικαιούται την αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2023 και δεδομένου ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 4.393,10 ευρώ [2.772,80 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές του ως ανωτέρω + μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης ποσού 1.620,30 ευρώ (4.537,20/84 ημέρες = 54,01 ευρώ χ 30 =)], το ποσό των 1.553,75 ευρώ (4.393,10 χ 2/25 χ 4,421 δεκαεννιαήμερα), έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 952,60 ευρώ, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 601,15 ευρώ. Τέλος, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα το πλοίο εκτελούσε καθημερινά επιδοτόμενους πλόες στις αναφερόμενες ακτοπλοϊκές γραμμές για τις οποίες είχε συναφθεί σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας (άγονη γραμμή). Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται, κατ’άρθρο 7 της εφαρμοστέας ΣΣΝΕ 2022, ως επίδομα άγονης γραμμής το ποσό των [(1.315,36 ευρώ χ 7%=) 92.07 ευρώ χ 84 ημέρες /30 =] 257,80 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 201,75 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των αναδρομικών, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής σε συνδυασμό με τα σχετικά παραστατικά πληρωμής και κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης εξόφλησης κατ’άρθρο 416 ΑΚ που προτείνουν οι εναγόμενες, οφειλομένου του υπολοίπου ποσού των 56,05 ευρώ. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για την ανωτέρω μισθολογική περίοδο το συνολικό ποσό των ( 1.688,71 + 601,15 + 56,05=) 2.345,91 ευρώ.
Κατά το άρθρο 3 § 1 του Ν. 3239/1955 η ατομική σύμβαση εργασίας, που καταρτίζεται από πρόσωπο δεσμευόμενο από συλλογική σύμβαση εργασίας, θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους θεσπισθέντες με αυτήν την τελευταία όρους, οι δε αντίθετες ατομικές συμφωνίες είναι άκυρες. Όμως, όροι ατομικής εργασιακής σύμβασης ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από αυτούς της συλλογικής σύμβασης είναι επικρατέστεροι. Εκ τούτων συνάγεται ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπόμενων από τη συλλογική σύμβαση και περιελήφθη όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις πέραν των νομίμων καταβαλλόμενες, ο όρος είναι ισχυρός. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις αποδοχές που υφίστανται κατά το χρόνο σύναψης της ατομικής εργασιακής σύμβασης αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες που θα θεσπιστούν μετά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης. Τα ανωτέρω ισχύουν ομοίως και για αξιώσεις από ναυτική εργασία, που θεμελιώνονται σε ειδικές διατάξεις (ΑΠ 516/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 465/2009, ΕΝαυτΔ 2009/276). Μάλιστα, στη ναυτική πρακτική, η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, ονομάζεται «κλειστός μισθός» και είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 του ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, Δνη 2003/160 = ΔΕΝ 2002/1314, ΜονΕφΠειρ. 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208, ΕφΠειρ 391/2009, ΕΝαυτΔ 2009/283, ΕφΠειρ. 429/2008, ΕΝαυτΔ 2008/284, ΕφΠειρ. 30/2008, ΕΝαυτΔ 2008/106, Ι. Πιτσιρίκος, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, 2006, § 9, σελ. 69). Η έννοια του «κλειστού» μισθού, που προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, περιλαμβάνει και τη συμφωνία ότι οι υπέρτερες αποδοχές καταλογίζονται στα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΜονΕφΠειρ. 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, εάν συμφωνηθεί στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπομένου από την οικεία ΣΣΝΕ μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς πρόβλεψη περί καταλογισμού αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσόν αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες συμβατικές αξιώσεις του ναυτικού. Αντιθέτως, το ως άνω πρόσθετο χρηματικό ποσό («επιμίσθιο») μπορεί να συμψηφισθεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΝΕ αποδοχές στην περίπτωση, αλλά μόνον σ’ αυτήν, κατά την οποία υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί καταλογισμού του στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο ειδικώς και ορισμένως συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, γιατί με τον τρόπο αυτό θα περιόριζε μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζομένου (ΑΠ 1013/2003, ο.π., , ΑΠ 225/2002, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 679/2023, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο, ΜονΕφΠειρ. 213/2016, ΜονΕφΠειρ. 50/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 322/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 221/2015, Δνη 2016/1405, ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ο.π., ΤριμΕφΠειρ 185/2012, ΕΝαυτΔ 2012/397, ΤριμΕφΠειρ 471/2011, ΕΝαυτΔ 2011/257, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 60, σελ. 326, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 205). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που δεν εξειδικεύονται οι αποδοχές που καλύπτει ο «κλειστός» μισθός και υπάρχει κενό στη σύμβαση εργασίας ή γεννιέται αμφιβολία περί της έννοιας των βουλήσεων που δηλώθηκαν, αν δηλαδή περιλαμβάνονται ή όχι σε αυτόν ορισμένες από τις νόμιμες απαιτήσεις του ναυτικού, ανακύπτει θέμα ερμηνείας της σύμβασης, κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, δηλαδή, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1214/2010 ΕφΑΔ 2010.1322, ΑΠ 1746/2009, ΝοΒ 58.729, ΑΠ 142/2003, ΕλλΔνη 44.1305, ΑΠ 737/2001 ΕλλΔνη 43.723, ΑΠ 1700/1998 ΕΝαυτΔ 1999.465, ΕφΠειρ 670/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 457/2000 ΔΕΕ 2000.895, ΜονΕφΠειρ 516/2024, ο.π).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούσες – εναγόμενες διαμαρτύρονται επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά τους να καταλογισθεί στο ποσό, που έγινε δεκτό ότι οφείλεται στον ενάγοντα ως αμοιβή για υπερωριακή εργασία, το ποσό των 1.264,36 ευρώ και το ποσό των 1.643,44 ευρώ, τα οποία ισχυρίσθηκαν ότι του κατέβαλαν ως «έκτακτες αμοιβές» του κατά τα χρονικά διαστήματα των ναυτολογήσεών του στο πλοίο της, κατά τα έτη 2022 και 2023 αντίστοιχα, μολονότι κατά την κατάρτιση των συμβάσεων εργασίας του συμφώνησαν να συμψηφίζονται αυτές με τις υπερωρίες που θα πραγματοποιούσε. Όπως προκύπτει από τον με αριθμό 1 συμπληρωματικό όρο καθεμίας από τις προσκομιζόμενες συμβάσεις ναυτικής εργασίας του ενάγοντος, που καταρτίσθηκαν εγγράφως, με αυτόν ρητά συμφωνήθηκε ότι «Κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρίας σχετικές με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας». Όμως, σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, ο συμβατικός αυτός όρος, ερμηνευόμενος κατά τις υποδείξεις των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, δεν επιτρέπει οποιονδήποτε συμψηφισμό, εφόσον με αυτόν δεν προσδιορίζονται ειδικά και ορισμένα οι υπέρτερες αποδοχές του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με πραγματοποιούμενες υπερωρίες του ή με άλλες συμβατικές υποχρεώσεις της εργοδότριας. Δεν συνέτρεξαν, επομένως, εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις του επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού, αφού δεν προσδιορίσθηκαν ειδικά κατά ποιόν και ποσόν οι υπέρτερες αποδοχές (ως επιμίσθιο, τακτικά και παγίως καταβαλλόμενο) του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγομένης προς αυτόν, προερχόμενες από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Πράγματι, η αόριστη διατύπωση της εν λόγω συμφωνίας («κάθε ποσό … πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές …») δε δύναται να θεμελιώσει δυνατότητα συμβατικού συμψηφισμού των εν λόγω «εκτάκτων αμοιβών», όπως, αντιθέτως, θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία στον επίμαχο όρο προβλεπόταν ρητώς ότι οι συγκεκριμένες παροχές, υπό την ένδειξη «έκτακτες αμοιβές», θα καλύπτουν την οφειλόμενη υπερωριακή αμοιβή του ενάγοντος (ΜονΕφΠειρ. 383/2023, 315/2023, 300/2023, 725/2022, 433/2022, διαθέσιμες όλες στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο, ΕφΠειρ. 465/2009, ο.π.). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που κατέληξε στο ίδιο (απορριπτικό της ένστασης) συμπέρασμα, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ερευνώμενος λόγος της ένδικης έφεσης.
VI. Κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει από 2.4.2012: «Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγόμενου το δικαστήριο δύναται, κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει, ιδίως, για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης». Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι’ αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλεται βάσιμη ένσταση συμψηφισμού (βλ. την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται, ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ’ αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ’ εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Επομένως, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, ο τόκος υπερημερίας πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή μη της αντιδικίας (ΑΠ 375/2021, ΑΠ 609/2020, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1207/2017, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και συνακόλουθα για την κατ’ εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής απαιτείται ρητό αίτημα του εναγόμενου και εύλογη αντιδικία (ΑΠ 1465/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1114/2018, ΧρΙΔ 2019/597, ΜονΕφΠειρ. 485/2022, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στο Διαδίκτυο). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 520, 522 και 523 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν με την έφεση και υπό την επίκληση εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων ζητείται η απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της, στο εφετείο μεταβιβάζεται και το κεφάλαιο των τόκων επί της πρωτοδίκως επιδικασθείσας απαιτήσεως, έστω και αν οι λόγοι της έφεσης δεν αναφέρονται ειδικά στους τόκους, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η αυτοτελής προσβολή του κεφαλαίου αυτού με αντέφεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο και τελευταίο λόγο της έφεσής τους, οι εκκαλούσες – εναγόμενες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά τους για επιδίκαση τόκων υπερημερίας αντί τόκων επιδικίας για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκαν ειδικές προς τούτο περιστάσεις, ενώ θα έπρεπε, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 346 ΑΚ, να δεχθεί το αίτημα τους και να επιδικάσει το τυχόν επιδικασθέν ποσό με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, επειδή υπάρχει περίπτωση εύλογης αντιδικίας και επειδή προέβαλαν νόμιμα ένσταση συμψηφισμού και εξόφλησης. Ο λόγος αυτός, ο οποίος προβάλλεται παραδεκτά και είναι νόμιμος, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να γίνει δεκτός ως προς τη βασιμότητά του, καθόσον με βάση όσα έγιναν επί της ουσίας δεκτά η αντιδικία των εναγομένων αποδεικνύεται εύλογη, δεδομένου ότι βασίμως αμφισβήτησαν την έκταση των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος, προβάλλοντας ένσταση συμψηφισμού κατ’αυτού. Επομένως, τα ποσά που οφείλονται στον ενάγοντα πρέπει να του επιδικαστούν με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας και όχι με τόκο επιδικίας.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει οι ένδικες εφέσεις ως και ουσιαστικά βάσιμες κατά τους ως άνω ευδοκιμήσαντες λόγους τους και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μη ανατραπέν μέρος της, για την ενότητα του τίτλου της αναγκαστικής εκτελέσεώς της (ΑΠ 748/1984, Δνη 1985/642, ΜονΕφΠειρ. 8/2024, ΜονΕφΘεσ. 174/2018, ΜονΕφΠειρ. 16/2017, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ. 700/2011, ΕΝαυτΔ 2012/113), συμπεριλαμβανομένης της περί της επιβολής δικαστικών εξόδων διατάξεώς της και, αφού η υπόθεση κρατηθεί προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως και ουσιαστικά βάσιμη και α) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσόν των έντεκα χιλιάδων εκατόν τριάντα τριών ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (5.782,20€ + 4.693,86€ + 657,20€ = 11.133,26 €), εκ του οποίου να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την πρώτη, να του καταβάλει το ποσό των εξακοσίων πενήντα επτά ευρώ και είκοσι λεπτών (657,20€), ως προς το οποίο ποσό, της πρώτης ευθυνόμενης δια του ένδικου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού και β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες ευθυνόμενες εις ολόκληρον εκάστη, της πρώτης εξ αυτών ευθυνόμενης δια του ένδικου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού, υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων δέκα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (3.621,74€ + 1.688,71€ = 5.310,45€), τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της λύσεως της τελευταίας συμβάσεως ναυτολόγησής του (19.9.2023), που αποτελεί κατά νόμο δήλη ημέρα και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κατόπιν αυτών παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του υποβληθέντος με το δικόγραφο της έφεσης στο Δικαστήριο τούτο αιτήματος των εκκαλουσών – εναγομένων για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την εκ μέρους τους καταβολή στον ενάγοντα του χρηματικού ποσού των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €), ως προς το οποίο η εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, πλέον τόκων, το οποίο θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, αφού το χρηματικό ποσό της τελεσίδικης καταψήφισης υπερβαίνει το καταβληθέν. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων τις εφέσεις.
Δέχεται αυτές τυπικά και εν μέρει κατ’ουσίαν.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή.
Δέχεται αυτήν κατά ένα μέρος.
Υποχρεώνει την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσόν των έντεκα χιλιάδων εκατόν τριάντα τριών ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (11.133,26 €), εκ του οποίου να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την πρώτη, να του καταβάλει το ποσό των εξακοσίων πενήντα επτά ευρώ και είκοσι λεπτών (657,20 €), ως προς το οποίο ποσό, της πρώτης ευθυνόμενης δια του ένδικου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού και
Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενες ευθυνόμενες εις ολόκληρον εκάστη, της πρώτης εξ αυτών ευθυνόμενης δια του ένδικου πλοίου και μέχρι την αξία αυτού, υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων δέκα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (5.310,45€), άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της λύσεως της τελευταίας συμβάσεως ναυτολόγησής του (19.9.2023) και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο καθορίζει σε χίλια ευρώ (1.000€), της δε δεύτερης εναγομένης ευθυνόμενης μέχρι του ποσού των πεντακοσίων ευρώ (500€).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 19 Ιανουαρίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ