ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Αποφάσεως 58/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
(Τακτική διαδικασία)
Αποτελούμενο από την Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ……………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» [ΑΦΜ ……………], η οποία εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γερασίμου [ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία «…………..» [ΑΦΜ ……..], η οποία εδρεύει στην ……… Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» [ΑΦΜ ……….], η οποία εδρεύει στην ……….. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου, κατόπιν απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..», αρχικά δεύτερης εναγομένης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αικατερίνη Πρωτόπαπα [ΜΑΡΙΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δικηγορική Εταιρεία].
Η ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «……………..», ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της πρώτης εφεσίβλητης κοινοπραξίας με την επωνυμία «…………» και της εταιρείας με την επωνυμία «…………», της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος τυγχάνει ήδη η δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….», την από 11-2-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………/11-2-2021 αγωγή της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επί της ανωτέρω αγωγής, εξέδωσε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την υπ’ αριθμ. 2960/2022 οριστική του απόφαση, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της.
Κατ’ αυτής της αποφάσεως, η εκκαλούσα – ενάγουσα άσκησε την από 30-7-2024 έφεση, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ………../1-8-2024 και με τη με αριθμο έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……../2024 πράξη του γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου προσδιορίσθηκε για συζήτηση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Η πληρεξουσία δικηγόρος των εφεσιβλήτων ανέπτυξε τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκε στις κατατεθείσες προτάσεις τους, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας κατέθεσε εμπροθέσμως τις προτάσεις της και παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Η υπό κρίση από 30-7-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ………../1-8-2024 έφεση κατά της με αριθμό 2960/22-9-2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1 περ.β΄, 516, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), καθώς από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως, οι διάδικοι δε δεν επικαλούνται επίδοση αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως) και η ένδικη έφεση ασκήθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ) η οποία έλαβε χώρα την 22.9.2022,, αφού αυτή (ένδικη έφεση) κατετέθη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 1.8.2024. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό, το νόμιμο και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία στην οποία υπάγεται η ένδικη διαφορά (άρθρο 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της προκαταβλήθηκε από την εκκαλούσα, κατά την κατάθεσή της, το οριζόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 παράβολο των εκατό (100) ευρώ (σχετ. το υπ’ αριθμ. ……………. ηλεκτρονικό παράβολο που αναγράφεται στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης).
ΙΙ. Με τον Ν. 2107/1992 κυρώθηκε από την Ελλάδα η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924, για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23-2-1968 και της 21-12-1979 (Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. β’, 2 παρ. 1-2, 3 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ως άνω Δ.Σ, που εφαρμόζονται στην Ελλάδα από 23-6-1993, προκύπτει ότι, αυτές έχουν ισχύ α) στις θαλάσσιες μεταφορές στις οποίες τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη και εφόσον καλύπτονται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο που αποτελεί τίτλο για θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων και β) στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμένων είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι (Α.Π. 343/2019, Α.Π. 376/2008, Εφ.Θεσ. 1241/2019, Εφ.Πειρ. 738/2009, άπασες δημοσιευθείσες εις Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Κιάντου – Παμπούκη, Η κύρωση των Κανόνων Χάγης – Βίσμπυ και το δίκαιο της ναυλώσεως, Ε.Ν.Δ. 21, 287 επ.). Στην πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις, η φορτωτική που εκδόθηκε πρέπει να είναι σε διαταγή και να κυκλοφόρησε, οπότε αποτελεί τον τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά (Εφ.Πατρ. 55/2018, Εφ.Πειρ. 1206/2005 δημοσιευθείσες εις Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Έγγραφο παρόμοιο με τη φορτωτική, το οποίο να αποτελεί τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά, είναι προδήλως το έγγραφο που έχει παρόμοια λειτουργία με τη φορτωτική, δηλαδή που μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση και ενσωματώνει την αξίωση του κατόχου (κομιστή) αυτού για την παράδοση των πραγμάτων που φορτώθηκαν στον τόπο προορισμού τους. Τέτοιο πάντως, παρόμοιο με τη φορτωτική, έγγραφο δεν προβλέπεται στην ελληνική νομοθεσία, ούτε χρησιμοποιείται στη ναυτιλιακή πρακτική χωρών με μεγάλη ναυτική παράδοση. Επομένως, δεν εφαρμόζεται η παραπάνω Δ.Σ, αλλά οι διατάξεις του ΚΙΝΔ και του ΑΚ σε περίπτωση διεθνούς θαλάσσιας μεταφοράς για την οποία δεν έχει εκδοθεί φορτωτική με την παραπάνω έννοια, αλλά έχει καταρτιστεί ναύλωση που διέπεται μόνο από ναυλοσύμφωνο ή έχει εκδοθεί δελτίο θαλάσσιας μεταφοράς ή εισιτήριο οχήματος ή απόδειξη παραλαβής ή δελτίο επιβίβασης οχήματος (τα οποία εκδίδονται συνήθως στις περιπτώσεις μεταφοράς πραγμάτων με οχηματαγωγά πλοία, εντός εμπορευματοκιβωτίων ή φορτηγών οχημάτων), δηλαδή έγγραφα που δεν έχουν αξιογραφική και εμπράγματη λειτουργία και χρησιμοποιούνται σε μεταφορές στις οποίες δεν υπάρχει ενδεχόμενο να μεταβιβαστούν τα πράγματα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς (Εφ.Πειρ. 545/2020, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Πατρ. 55/2018, ό.α, Εφ.Πειρ. 738/2009, ό.α, Εφ.Πειρ. 76/2006, Εφ.Πειρ. 1206/2005, Εφ.Πειρ. 286/2004, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, contra Ν. Γερασίμου, Το νομικό καθεστώς που διέπει τη διεθνή θαλάσσια μεταφορά φορτίων και συνοδευόμενων οχημάτων χωρίς την έκδοση φορτωτικής (με αφορμή το ναυτικό ατύχημα του M/V ΝΑ), 9ο Διεθνές Συνέδριο Ναυτικού Δικαίου – Δ.Σ.Πειραιά, σελ. 339, ιδίως σελ. 357 επ.). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 Κ.Ι.Ν.Δ, ο εκναυλωτής είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το πλοίο κατάλληλο προς πλουν και προς διατήρηση του φορτίου. Το ελάττωμα του πλοίου, που προξενεί την ακαταλληλότητά του προς πλου είναι δυνατόν να οφείλεται σε διάφορες αιτίες, όπως στην έλλειψη των καταλλήλων οργάνων πλεύσης ή τηλεπικοινωνίας, στην κανονική σύνθεση του πληρώματος κ.λπ., συνεπεία των οποίων επιβάλλεται στο πλοίο διοικητική απαγόρευση απόπλου ή συνεχίσεως του πλου του. Το πιστοποιητικό του νηογνώμονα δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη της αξιοπλοΐας του πλοίου, αλλά συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, πράγμα που σημαίνει ότι ο ναυλωτής μπορεί να αποδείξει την ακαταλληλότητα του πλοίου και συνακόλουθα τη μη εκτέλεση της συμβατικής υποχρέωσης του εκναυλωτή, δηλαδή τη μη εκτέλεση της αναληφθείσας μεταφοράς μέχρι την παράδοση του φορτίου στον παραλήπτη, σύμφωνα με τους ορισμούς του ανωτέρω άρθρου 111 ΚΙΝΔ (Ι. Κοροτζή, Ναυτικό Δίκαιο, 2005, σ. 198, Δ. Καμβύση, Ιδιωτικό Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, σ. 390). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 135 και 138 ΚΙΝΔ, προκύπτει ότι, ο εκναυλωτής ευθύνεται για κάθε ζημιά που προέρχεται από ελάττωμα του πλοίου, το οποίο υπήρχε κατά την έναρξη του πλου, ως προς την καταλληλότητα αυτού προς πλου και προς διατήρηση του φορτίου. Με τις εν λόγω διατάξεις, η ευθύνη αυτή του εκναυλωτή έχει θεσπιστεί έναντι παντός έχοντος συμφέρον επί του φορτίου, δηλαδή έναντι του φορτωτή (κι αν ακόμη δεν είναι ο ναυλωτής), του παραλήπτη, του ασφαλίσαντος αυτό (φορτίο) ή του έχοντος ενέχυρο επ’ αυτού. Ειδικότερα, ο εκναυλωτής – μεταφορέας είναι υπεύθυνος για κάθε αποκαλυπτόμενη προϋπάρχουσα πλημμέλεια του πλοίου συναπτόμενη με την καταλληλότητα αυτού, έστω και αν η μέριμνα ως προς αυτήν ανατέθηκε απ’ αυτόν (που δεν έχει τα προσόντα να ενεργεί προς τούτο προσωπικά) σε πρόσωπο ειδικευμένο, το οποίο επέλεξε με επιμέλεια (Εφ.Πειρ. 545/2020, ό.α.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 134 Κ.Ι.Ν.Δ, ο εκναυλωτής, δηλαδή ο θαλάσσιος μεταφορέας, υποχρεούται σε κάθε επιμέλεια του φορτίου, κυρίως δε ως προς τη φόρτωση, τη στοιβασία, τη φύλαξη, την καλή διατήρηση, τη μεταφορά και την εκφόρτωση, ευθυνόμενος σε αποζημίωση για κάθε ζημία η οποία οφείλεται στην απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων και η οποία προκλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής αυτών προς μεταφορά και της παράδοσής τους στον παραλήπτη. Περαιτέρω, κατά την αναγκαστικου δικαίου διάταξη του άρθρου 139 Κ.Ι.Ν.Δ, εάν υπάρχει ευθύνη του εκναυλωτή (θαλάσσιου μεταφορέα), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 134 ΚΙΝΔ, για ολική ή μερική απώλεια των μεταφερθέντων δια θαλάσσης πραγμάτων, ο εκναυλωτής υποχρεούται να αποζημιώσει τον δικαιούχο αυτών, δηλαδή να αποκαταστήσει την αξία που είχαν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποιότητας στο λιμάνι προορισμού τους, ήτοι στο λιμάνι εκφόρτωσής τους από το πλοίο, κατά το χρόνο έναρξης της εκφόρτωσής τους από αυτό. Τα ανωτέρω εκτεθέντα, περί του καθορισμού της αποζημίωσης του παραλήπτη και της ευθύνης του εκναυλωτή σε αποκατάσταση της αξίας των απολεσθέντων πραγμάτων, ισχύουν και επί συρροής αξιώσεων από αδικοπραξία και από σύμβαση, λόγω ταυτότητας της νομικής αιτίας καθορισμού της ιδιόμορφης ως άνω αποζημίωσης, καθόσον και η με βάση την αδικοπραξία αξίωση νοείται μόνο εντός των ορίων του συμβατικού πταίσματος, προκειμένου να μη (άλλως) ματαιώνεται το εκ των προτέρων καθορισμένο όριο ευθύνης με την επιλογή της αγωγής με βάση την αδικοπραξία. Επομένως, οι προϋποθέσεις υπολογισμού της ζημίας και το είδος αυτής δεν είναι άλλες από αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 140 Κ.Ι.Ν.Δ, σύμφωνα με τις οποίες, εάν υπάρχει ευθύνη του εκναυλωτή για ολική ή μερική απώλεια των πραγμάτων, η αποζημίωση την οποία οφείλει σε περίπτωση συμβατικής ευθύνης είναι ίση με την αξία που έχουν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποσότητας στον τόπο του προορισμού, ήτοι τον τόπο εκφόρτωσης (Α.Π. 1307/2006, Α.Π. 504/2003, Εφ.Θεσ. 1241/2019, Εφ.Πειρ. 738/2009, Εφ.Πειρ. 76/2006, Εφ.Πειρ. 286/2004, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Νικ. Καμβύση, Ιδιωτικόν Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, υπ’ άρθρα 139 και 140, σ. 400 έως 402, Αθ. Μαρκάκη, σε Ε.Ν.Δ. 31, 259). Ο ναυλωτής ή άλλος νομιμοποιούμενος επί του φορτίου, έναντι του οποίου ευθύνεται κατ’ άρθρο 135 ΚΙΝΔ ο εκναυλωτής, εκτός από την παραπάνω διαφορά δεν δικαιούται να αξιώσει άλλη ζημία, έστω και αν επικαλείται εξωσυμβατική ευθύνη του εκναυλωτή. Δεν δικαιούται δηλαδή να αξιώσει, ούτε το κατά το άρθρο 298 ΑΚ διαφυγόν κέρδος, ούτε άλλη περαιτέρω ζημία, θετική ή αποθετική, προκύπτουσα από τη μη παράδοση ή τη βλάβη του πράγματος ή από τη στέρηση του κέρδους ή της ωφέλειας από τη μη χρησιμοποίησή του (Εφ.Πειρ. 545/2020, ό.α, Εφ.Θεσ. 1241/2019, ό.α, Εφ.Πειρ. 142/2012, Εφ.Πειρ. 835/2010, ό.α, Εφ.Πειρ. 738/2009, ό.α, Εφ.Πειρ. 76/2006, ό.α, Εφ.Πειρ. 286/2004, ό.α, Εφ.Πειρ. 159/1996, Ε.Ν.Δ. 24, 337, Τ. Θεοχαρίδη, Η Αδικοπρακτική Ευθύνη του Θαλάσσιου Μεταφορέα, 2000, σ. 126, 127, Αλ. Κιάντου- Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, 3η έκδοση, παρ. 100, σ. 355- 357). Εξάλλου, κατά την εκτέλεση της σύμβασης είναι δυνατόν να ανακύψει αδικοπραξία των αντισυμβαλλομένων έναντι αλλήλων, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη είναι υπαίτια και παράνομη και χωρίς τη συμβατική σχέση. Υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη, θα ήταν παράνομη. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει τη σχετική αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία είτε επιβοηθητικά και στις δύο. Ειδικότερα, επί θαλάσσιας μεταφοράς, που διέπεται από τους Κανόνες Χάγης–Βίσμπυ, περίπτωση κατά την οποία αντιμετωπίζεται συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα – εκναυλωτή είναι η απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων. Κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προφύλαξη του φορτίου αποτελεί απλή συμβατική παράλειψη του εκναυλωτή – θαλάσσιου μεταφορέα και των προστηθέντων αυτού προσώπων. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πράξη παράνομη και υπαίτια χωρίς την ύπαρξη σύμβασης ναύλωσης – θαλάσσιας μεταφοράς, μη υφισταμένης συνεπώς αδικοπραξίας (Εφ.Πειρ. 545/2020, ό.α, Εφ.Θεσ. 1241/2019, ο.α, Εφ.Πειρ. 76/2006, ό.α, Εφ.Πειρ. 106/1994, Ε.Ν.Δ. 22, 375, Εφ.Πειρ. 1741/1990, Ε.Ν.Δ. 1991, 159, Ιωαν. Βρέλλου, Η Ευθύνη Προς Αποζημίωση στο ελληνικό και το Διεθνές Ναυτικό Δίκαιο, 4ο Διεθνές Συνέδριο Ναυτικού Δικαίου από 6 έως 9 Ιουνίου 2001, σ.σ. 56, 57, Τ. Θεοχαρίδη, ό.α, σ.σ. 128, 129). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 135 Κ.Ι.Ν.Δ, ο εκναυλωτής ευθύνεται για κάθε ζημία του φορτίου που προέρχεται από ελάττωμα του πλοίου ως προς την καταλληλότητα προς πλου ή προς διατήρηση του φορτίου, εκτός εάν αγνοούσε το ελάττωμα και δεν μπορούσε να το ανακαλύψει, έστω και καταβάλλοντας την απαιτούμενη επιμέλεια στις συναλλαγές, σε περίπτωση δε που το ελάττωμα δημιουργήθηκε μετά την έναρξη του πλου, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 138 του ιδίου Κώδικα. Το θεσπιζόμενο σύστημα της ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα στα προαναφερθέντα άρθρα 134 και 135 του Κ.Ι.Ν.Δ, που περιέχουν εν μέρει διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με αυτήν της άνω Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών, βασίζεται στο τεκμαιρόμενο πταίσμα του οφειλέτη, δηλαδή στη νόθο αντικειμενική ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα. Ειδικότερα, σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο τελευταίος έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την τήρηση της απαιτούμενης επιμέλειας (συνετού εκναυλωτή), κυρίως ως προς τη φόρτωση, τη στοιβασία, τη φύλαξη, την καλή διατήρηση, τη μεταφορά και την εκφόρτωση των μεταφερόμενων πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παραλαβής αυτών προς μεταφορά και της παράδοσής τους στον παραλήπτη (Εφ.Θεσ. 1241/2019, ό.α, Εφ.Πειρ. 738/2009, ό.α, Εφ.Πειρ. 76/2006, ό.α, Εφ.Πειρ. 286/2004, ό.α, Νικ. Καμβύση, ό.α, υπ’ άρθρα 134-138, σ.σ. 385-386). Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του αστικού δικαίου στη συμβατική ευθύνη (άρθρο 330 και 334 Α.Κ.), δηλαδή ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαριά και ελαφρά αφηρημένη αμέλεια. Η ελαφρά αφηρημένη αμέλεια έχει την έννοια της μη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού μεταφορέα (Εφ.Πειρ. 142/2012, Εφ.Πειρ. 835/2010, Εφ.Πειρ. 738/2009, Εφ.Πειρ. 76/2006, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο άρθρο 138 του ΚΙΝΔ ορίζεται ότι «Ο εκναυλωτής ευθύνεται δια το πταίσμα των υπ’ αυτού προστηθέντων, ιδία του πλοιάρχου και του πληρώματος, ως δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εάν η ζημία προεκλήθη εκ πράξεως ή παραλείψεως περί την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα. Εις την διακυβέρνησιν ή τον χειρισμόν του πλοίου δεν περιλαμβάνονται μέτρα λαμβανόμενα κυρίως προς το συμφέρον του φορτίου. Εάν η ζημία προήλθεν εκ πυρκαγιάς, ο εκναυλωτής ευθύνεται μόνον δι’ ίδιον αυτού πταίσμα». Με την τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνεται το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημιές, μεταξύ άλλων, από πυρκαγιά και μόνον όταν η πυρκαγιά οφείλεται σε δικό του προσωπικό πταίσμα αναβιώνει η ευθύνη του. Πταίσμα του πλοιάρχου, του πληρώματος και γενικά των προσώπων που έχουν προστηθεί από το μεταφορέα δεν αρκεί για τη θεμελίωση της ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, αλλά απαιτείται «ίδιον», δηλαδή προσωπικό, πταίσμα του ή, εφόσον πρόκειται για εταιρία, των προσώπων που την εκπροσωπούν ή ασκούν τη διοίκηση της, αφού η ως άνω διάταξη απαλλάσσει στη συγκεκριμένη περίπτωση το μεταφορέα από την ευθύνη για το πταίσμα των προστηθέντων του. Για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι με τη διάταξη αυτή, εισάγεται μαχητό τεκμήριο υπέρ του μεταφορέα για την έλλειψη ευθύνης του για ζημιές από πυρκαγιά, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με την απόδειξη προσωπικού πταίσματος αυτού και συνεπώς ο μεταφορέας, για να απαλλαγεί από την ευθύνη, αρκεί να αποδείξει ότι η ζημία οφείλεται σε πυρκαγιά, ενώ ο αντίδικός του που ζημιώθηκε μπορεί να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό αποδεικνύοντας ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από προσωπικό πταίσμα του μεταφορέα (Εφ.Πειρ. 545/2020, ό.α, Εφ.Πατρ. 55/2018, ό.α, Εφ.Πειρ. 142/2012, ό.α, Εφ.Πειρ. 835/2010, ό.α, Εφ.Πειρ. 543/2010, Εφ.Πειρ. 830/2004, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Νικ. Καμβύση, ό.α, υπ’ άρθρα 134-148, σ. 399, Αλ. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, 2003, παρ. 108, σ. 390-391). Η αρχή δε της συσταλτικής ερμηνείας των εξαιρετικών διατάξεων, όπως είναι και η παραπάνω του άρθρου 138 εδάφ. δ’ του Κ.Ι.Ν.Δ, επιβάλει να ισχύει το ανεύθυνο του μεταφορέα για ζημία που προκλήθηκε από πυρκαγιά μόνο στην περίπτωση που η ζημία αποδίδεται αποκλειστικά στην ύπαρξη «ναυτικού πταίσματος» του πλοιάρχου ή του πληρώματος και ο μεταφορέας δεν εμπλέκεται προσωπικά ούτε ως ένα ελάχιστο βαθμό (Δ. Καμβύση, ό.α, υπ’ άρθρο 139, σ.σ. 398, 399), ενώ ακόμη και εάν αποδειχθεί ότι συντρέχει πράγματι «ναυτικό πταίσμα» των προστηθέντων του μεταφορέα, δεν αποκλείεται να αναβιώσει η ευθύνη του, ιδίως στις περιπτώσεις που ο ίδιος ενέκρινε τις πράξεις ή παραλείψεις που σχετίζονταν με τη «διακυβέρνηση» ή τον «χειρισμό» του πλοίου ή που επωφελήθηκε αυτών [Βασικαί αρχαί της ευθύνης του εκναυλωτού εν τη μεταφορά πραγμάτων, Ε.Εμπ.Δ. ΚΑ’, 1970, σ. 198, π.ρ.β.λ. και Wilson, Carriage of Goods by Sea, 1998, p. 254, Chorley &. Giles, Shipping Law, 8th edition, p. 322, 388, “The Arzew” (1981) I Lloyds Rep. 142, “The Wagon Mound” (no 1) Overseas Tankship (UK) Ltd v Morts Dock and Engineering Co Ltd (1961) AC 388]. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43, 44 και 48 του Εμπ.Ν. (όπως ίσχυαν πριν τον Ν. 4072/2012), σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 2 του Π.Δ. 99/1977, προκύπτει ότι η εμπορική συνεργασία δύο ή περισσοτέρων προσώπων (αποκαλούμενη στις συναλλαγές «Κοινοπραξία»), χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας που τάσσει ο νόμος, θα είναι είτε ομόρρυθμος εταιρεία «εν τοις πράγμασι» είτε αφανής εταιρεία (Α.Π. 1366/1992, ΕλλΔνη 35, 1334, Εφ.Δωδ. 125/2012, Εφ.Θεσ. 2186/2006, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 3486/2002, ΕλλΔνη 2003, 221, Εφ.Αθ. 6785/1987, ΕλλΔνη 1988, 357, Κ. Παμπούκη, «Νομική φύσις της κοινοπραξίας και σχέσις αυτής προς τα μέλη της, σε Αρμ. 1976, 368 επ, Αθ. Λιακόπουλο, «Ζητήματα Εμπορικού Δικαίου», Ι, σ. 383 επ, Λεβαvτή, «Προσωπικαί Εταιρίαι» (1977), σ. 135, 136, Γ. Μητσόπουλο, ΔΙΚΗ (1992), 9 επ.). Τον εταιρικό τύπο της ομόρρυθμης εταιρίας θα έχει η «κοινοπραξία», αν εκείνος που ενεργεί ως διαχειριστής της συμβάλλεται με τους τρίτους επ’ ονόματι και για λογαριασμό όλων των εταίρων (Εφ.Δωδ. 153/2008, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Λεβαντή σε Νο.Β. 33, 1092), ενώ της αφανούς αν συμβάλλεται με το δικό του όνομα και η εταιρία παραμένει αφανής απέναντι στους τρίτους (Εφ.Πειρ. 12/2005, Πειρ.Νομ. 2005, 32, Εφ.Αθ. 6785/1987, ό.α.). Αν λοιπόν η κοινοπραξία έχει χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρίας «εν τοις πράγμασι», τότε, εφόσον εμφανίστηκε στο κοινό και ανέλαβε υποχρεώσεις με το διαχειριστή της, αποκτά και νομική προσωπικότητα, με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό (Εφ.Αθ. 2229/2008, Δ.Ε.Ε. 2008, 1377, Εφ.Πειρ. 549/2006, Δ.Ε.Ε. 2006, 1027, Λεβαντή, σε Νο.Β. 33, 1094). Συνεπώς, εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση (Α.Π. 36/2011, ΕλλΔνη 2011, 1389, Ολ.Α.Π. 22/1998, Εφ.Δωδ. 125/2012, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Ακολούθως, με τον Ν. 4072/2012 ρυθμίστηκε η κοινοπραξία ως μορφή εταιρίας και ειδικότερα η παρ. 1 του άρθρου 293 ορίζει «Η κοινοπραξία είναι εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα. Εφόσον καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. ή εμφανίζεται προς τα έξω, αποκτά, ως ένωση προσώπων, ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα» και ακόμα η παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζει: «Εφόσον η κοινοπραξία ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καταχωρίζεται υποχρεωτικά στο Γ.Ε.ΜΗ. και εφαρμόζονται ως προς αυτήν αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρία.» Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 293 του Ν. 4072/2012, συνάγεται ότι, για την ευθύνη των μελών της κοινοπραξίας που ασκεί εμπορική δραστηριότητα και της οποίας τα μέλη μπορεί να είναι είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που διέπουν την ευθύνη των μελών της ομόρρυθμης εταιρίας (Εφ.Πειρ. 638/2020, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Ναυπλ. 222/2019, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επομένως, τα μέλη μίας τέτοιας κοινοπραξίας ευθύνονται αλληλεγγύως, απεριόριστα και εις ολόκληρο, σύμφωνα και με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 249 Ν. 4072/2012 που ορίζει: «Ομόρρυθμη είναι η εταιρία με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό και για τα χρέη της οποίας ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον». Εξάλλου, το άρθρο 22 του ΕμπΝ, που καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 294 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, όριζε ότι «οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρείας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρείας, αν και υπογεγραμμένας παρ’ ενός μόνο των συνεταίρων, υπό την εταιρικήν όμως επωνυμίαν». Τέλος, η παρ. 1 του άρθρου 294 του Ν. 4072/2012 ορίζει ότι: «Ο παρών νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρείες οι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση».
ΙΙΙ. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, με την ένδικη αγωγή της και κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτής, ισχυρίσθηκε ότι, η αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στην Κύπρο μη διάδικος στην παρούσα δίκη εταιρεία υπό την επωνυμία «………….», προκειμένου να μεταφέρει με το υπό στοιχείο κυκλοφορίας ………. φορτηγό αυτοκίνητο εμπορεύματα και δη καινούργιες οθόνες διαγωνίου 15’’, συνολικής τιμολογιακής αξίας 214.000 ευρώ, από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας στις εγκαταστάσεις της παραλήπτριας εταιρείας με την επωνυμία «……………» στην Ολλανδία, ειδικώς για τη μεταφορά του εν λόγω φορτηγού, εμφόρτου με το ανωτέρω φορτίο, από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας προς το λιμάνι της Βενετίας, κατόπιν συνάψεως συμβάσεως θαλάσσιας μεταφοράς, ανέθεσε τη μεταφορά τους στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία. Ότι το ανωτέρω φορτηγό έμφορτο με το ανωτέρω εμπόρευμα φορτώθηκε επί του υπό ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου «OC», κυριότητος της δεύτερης εναγομένης, τη χρήση του οποίου η τελευταία είχε εισφέρει στην πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, της οποίας αυτή (δεύτερη εναγομένη) ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, μέλος της και εκδόθηκε η αναφερομένη στην αγωγή απόδειξη μεταφοράς οχήματος. Ότι το άνω πλοίο απέπλευσε από τον λιμένα Ηγουμενίτσας την 28.9.2019, με προορισμό το λιμένα της Κέρκυρας, με σκοπό ακολούθως να αποπλεύσει για το λιμάνι της Βενετίας (λιμάνι εκφόρτωσης), πλην όμως σε αυτό εκδηλώθηκε πυρκαγιά, με αποτέλεσμα την καταστροφή του φορτίου του ανωτέρω φορτηγού, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή. Ότι η καταστροφή του εν λόγω εμπορεύματος έλαβε χώρα μετά την παράδοση του ανωτέρω φορτηγού προς μεταφορά στο ανωτέρω πλοίο και προ της παραδόσεως αυτού στον φορτωτή του στο λιμάνι της Βενετίας και οφείλεται σε αμέλεια που επέδειξε η πρώτη εναγομένη μεταφορέας, οι νόμιμοι εκπρόσωποί αμφοτέρων των εναγομένων, αλλά και οι προστηθέντες υπ’ αυτών (εναγομένων), μέλη του πληρώματος του ανωτέρω πλοίου, οι οποίοι άπαντες δεν επέδειξαν την προσήκουσα επιμέλεια που όφειλαν από τις περιστάσεις, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με αποτέλεσμα την πρόκληση της πυρκαγιάς, καθώς επίσης και την εξάπλωσή της και περαιτέρω τον μη έγκαιρο περιορισμό και τη μη έγκαιρη κατάσβεσή της, με ειδική αναφορά ότι οι ανωτέρω δεν φρόντισαν να τηρήσουν, κατά τη στοιβασία των οχημάτων στο ανωτέρω πλοίο, ασφαλή απόσταση μεταξύ αυτών (οχημάτων), ώστε σε περίπτωση εκδήλωσης πυρκαγιάς να δύνανται να παρέμβει άμεσα το προσωπικό για την κατάσβεσή της, με αναφορά στις προβλέψεις του άρθρου 13 παρ.4 του με αριθμό 14 Γενικού Κανονισμού Λιμένα. Ότι, συνεπεία τούτου, η ανωτέρω εταιρεία, ιδιοκτήτρια του ανωτέρω φορτίου, υπέστη ζημία, ανερχομένη στο ποσό των ευρώ 115.345,75, εκ των οποίων ποσό ευρώ 33.000 αφορά την «αποσυσκευασία – τεχνικό έλεγχο ΚΑΣΤΡΟ – πιστοποίηση καλής λειτουργίας», ποσό ευρώ 8.8οο για «εξωτερικό χαρτοκιβώτιο» και ποσό ευρώ 1.250 (εργατικά) για «τελωνειακό – μεταφορικά έξοδα», ποσό ευρώ 4.000 για «εργατικά ανασυσκευασίας» και ποσό ευρώ 1.300 για «μεταφορικά προς και από ΚΑΣΤΡΟ», ελλείψει δε χρηματιστηριακής ή τρέχουσας τιμής αυτού στον τόπο προορισμού, ήτοι τη Βενετία κατά το χρόνο έναρξης εκφόρτωσης την 29.9.2019, η συνήθης αξία των εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποιότητας, ανερχόταν στον τόπο εκφορτώσεως, κατά τον αναμενόμενο χρόνο εκφορτώσεως (29-9-2019), στο ποσό αυτό των 115.345,75. Ότι αυτή (ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα), κατόπιν συμβάσεων που είχε καταρτίσει με την ανωτέρω φορτώτρια – ναυλώτρια εταιρεία είχε ασφαλίσει το μεταφερόμενο φορτίο κατά παντός κινδύνου από την ανωτέρω θαλάσσια μεταφορά, κατόπιν δε της επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου αυτή (ενάγουσα) κατέβαλε την 10.9.2020, στην άνω αντισυμβαλλόμενη της – δικαιούχο του ασφαλίσματος ανωτέρω εταιρεία, το ποσό των ευρώ 109.345,75 και τοιουτοτρόπως αυτή (ενάγουσα) υποκαταστάθηκε εκ του νόμου, αλλά και δυνάμει της συμβάσεως εκχωρήσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, στα δικαιώματα της ιδιοκτήτριας του φορτίου από την ολοσχερή καταστροφή του μεταφερομένου φορτίου έναντι της υποχρέου προς αποζημίωση πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας – εκναυλώτριας, αλλά και της δεύτερης εναγομένης, μέλος αυτής (πρώτη εναγομένης κοινοπραξίας). Με βάση το ανωτέρω πραγματικό και επικαλούμενη ευθύνη της πρώτης εναγόμενης ως αντισυμβαλλομένης της ανωτέρω ιδιοκτήτριας του φορτίου – θαλάσσιας μεταφορέα, της δεύτερης εναγόμενης ως κυρίας του άνω πλοίου που το είχε εισφέρει κατά χρήση και εκμετάλλευση στην πρώτη και μέλος αυτής (πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας), αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτήν, καθώς και τη συρρέουσα αδικοπρακτική ευθύνη τους, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, το συνολικό ποσό των 109.345,75 ευρώ, νομιμοτόκως από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 18.1.2022, κατά την τακτική διαδικασία και επ’ αυτής εξεδόθη η εκκαλουμένη με αριθμό 2960/2022 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή. Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση έγινε δεκτό: α) ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο [άρθρα 7, 9, 12 παρ.1, 13. 14 παρ.2, 25 παρ.2 και 37 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ. 1 περ.α΄, 2 και 3 Α΄ και Β΄ περ. δ, ε και στ του Ν. 2172/1993 λόγω της ναυτικής φύσης της διαφοράς] και επομένως είχε και διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της υπόθεσης που εμφανίζει στοιχεία αλλοδαπότητας, β) ότι εφαρμοστέο, τόσο κατά την ενδοσυμβατική όσο και κατά την εξωσυμβατική βάση της αγωγής, τυγχάνει το ελληνικό δίκαιο, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 5 παρ.1 και 28 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη Ι), ως δίκαιο της συνήθους διαμονής της πρώτης εναγομένης, όπου ευρίσκεται και ο τόπος παραλαβής του ΔΧΦ αυτοκινήτου και των άρθρων 1 παρ. 1, 4 παρ.1, 31 και 32 του Κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 (Ρώμη ΙΙ), ως δίκαιο της χώρας επέπλευσης της ζημίας, και επιπλέον ως προς την υποκατάσταση της ενάγουσας στη θέση της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη εταιρείας με την επωνυμία «…………..», σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 14, 15 και 28 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 (Ρώμη Ι), ως προς δε την ευθύνη της δεύτερης εναγομένης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ΑΚ, ως το δίκαιο της έδρας της πρώτης εναγομένης – κοινοπραξίας, γ) ότι με βάση το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, που κρίθηκε εφαρμοστέο εν προκειμένω, η αγωγή είναι ορισμένη, απορρίπτοντας σχετικό περί του αντιθέτου ισχυρισμό αυτών (εναγομένων) και νόμιμη, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 111, 134, 135, 138, 139, 140 του ΚΙΝΔ, 28 του ΠΔ 177/2000 σε συνδυασμό με την Οδηγία 98/18 (ΕΚ) του Συμβουλίου της 17ης Μαρτίου 1998 για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία, 297, 330, 334, 340, 345, 346, 455, 460, 462, 481, 914, 922, 926 του ΑΚ, 293 παρ.1, 3, 4 και 249 παρ.1 του Ν. 4072/2012, 1 παρ.1 περ.α, 7 παρ.7, 14 παρ.1, 20 του Ν. 2496/1997 και 70, 76, 176, 191 παρ.2, 907, 908 ΚΠολΔ, πλην (Α) του αιτήματος καταβολής [α] του ποσού των ευρώ 33.000 για «αποσυσκευασία – τεχνικό έλεγχο ΚΑΣΤΡΟ – πιστοποίηση καλής λειτουργίας», [β] του ποσού των ευρώ 8.8οο για «εξωτερικό χαρτοκιβώτιο», [γ] του ποσού των ευρώ 1.250 (εργατικά) για «τελωνειακό – μεταφορικά έξοδα», [δ] του ποσού των ευρώ 4.000 για «εργατικά ανασυσκευασίας» και [ε] του ποσού των ευρώ 1.300 για «μεταφορικά προς και από ΚΑΣΤΡΟ», ως προς τα οποία (ποσά) η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη και ως τέτοια απερρίφθη, διότι οι εν λόγω δαπάνες δεν συνιστούν αποκαταστατέα ζημία της ενάγουσας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 139 και 140 ΚΙΝΔ, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, με τις οποίες ο ναυλωτής ή άλλος νομιμοποιούμενος επί του φορτίου, εκτός από την αξία που έχουν τα πράγματα του αυτού γένους και της αυτής ποσότητας στον τόπο του προορισμού, ήτοι τον τόπο της εκφόρτωσης και κατά τον χρόνο έναρξης αυτής, δεν δικαιούται ν’ αξιώσει έτερη ζημία, αυτό δε είτε η βλάβη του πράγματος ανέκυψε από την αθέτηση της ναυλώσεως ή της συμβάσεως μεταφοράς είτε από αδικοπραξία και (Β) του αιτήματος επιδίκασης τόκων από την ημερομηνία επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, διότι αυτή δεν συνιστά δήλη ημέρα, επιπλέον δε στην ένδικη αγωγή δεν γίνεται επίκληση όχλησης των εναγομένων κατά την ημερομηνία αυτή, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της, καθόσον κατά το αποδεικτικό της πόρισμα δεν θεμελιώνεται ευθύνη της πρώτης εναγομένης – θαλασσίου μεταφορέα και κατά συνέπεια και της δεύτερης εναγομένης, μέλος αυτής, αφού δεν απεδείχθη «προσωπικό πταίσμα» αυτής (πρώτης εναγομένης) για την πρόκληση και εξάπλωση της πυρκαγιάς στο ανωτέρω πλοίο, αλλά ούτε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και των προστηθέντων αυτών, αφού δεν προέκυψε υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτών. Τέλος, συμψήφισε τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε. Κατά της άνω οριστικής απόφασης παραπονείται η ενάγουσα, έχοντας έννομο προς τούτο συμφέρον, ως ολικώς ηττηθείσα διάδικος, με την κρινόμενη έφεσή της, ζητώντας για τους περιεχόμενους σ’ αυτή τέσσερις λόγους, που άπαντες ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ελλιπή αιτιολογία, την παραδοχή της εφέσεώς της και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε ακολούθως, αφού κρατηθεί και εκδικαστεί εξαρχής η αγωγή ως προς τα προσβαλλόμενα κεφάλαια να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή. Ειδικότερα, με τον πρώτο και τέταρτο λόγο έφεσης, πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη της, άλλως εκτίμησε εσφαλμένως τις προσκομισθείσες υπ’ αυτής (ενάγουσας) αποδείξεις και δη τη με αριθμό ……../2021 ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλειά της μάρτυρος . ………. (πρώτος και τέταρτος λόγος), καθώς και τη με αριθμό ……. από 11.6.2020 προσκομισθείσα υπ’ αυτής τεχνική έκθεση (αναφέρεται έκθεση πραγματογνωμοσύνης) του …………. (τέταρτος λόγος έφεσης), αναφορικά με την στοιβασία των οχημάτων επί του πλοίου και την παράλειψη οριοθέτησης της πυρκαγιάς (πρώτος λόγος έφεσης), καθώς και τα αίτια της ζημίας του φορτίου (τέταρτος λόγος), με τον πρώτο εκ των οποίων πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση και για ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση, εκ του λόγου ότι, δεν έλαβε υπόψη της τον προβαλλόμενο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τον οποίο επανέλαβε και με την προσθήκη των προτάσεών της, λόγο εκδήλωσης της ένδικης πυρκαγιάς και δη ότι αυτή προήλθε από παράνομες ενέργειες και παραλήψεις παρανόμων μεταναστών, λόγο με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την τήρηση εκ μέρους των εναγομένων όλων των προβλεπομένων μέτρων ασφαλείας, αφού αυτές δια των οργάνων τους και των προστηθέντων τους δεν μερίμνησαν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα αποτροπής εκδήλωσης της εν λόγω πυρκαγιάς και επιπλέον, αποτροπής της επέκτασής της. Τέλος, με τον τρίτο λόγο έφεσης, υπό του τίτλου «Αντιφατικές σκέψεις», πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση στην πραγματικότητα για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την κρίση του ότι οι εναγόμενες έλαβαν όλα τα κατάλληλα και ενδεδειγμένα μέτρα πυρόσβεσης προκειμένου να ανασχέσουν την πυρκαγιά, λόγο με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση και για αντιφατικότητα αναφορικά με το αποδεικτικό της πόρισμα ως την αποτελεσματικότητα των ενεργειών των εφεσιβλήτων στην κατάσβεση της πυρκαγιάς. Με την ένδικη έφεση δεν πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε ως μη νόμιμη κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή, ως ειδικότερα αναλύεται ανωτέρω.
ΙV. Από την υπ’ αριθ. …../23-6.2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης ………, η οποία λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά με επιμέλεια της ενάγουσας, ύστερα από εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 422 ΚΠολΔ (σχετικά …../15.6.2021 και …… Δ/16.6.2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………….. και της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης …………….), από τις υπ’ αριθ. …./22.6.2021 και …./23.6.2021 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………….. η οποία ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ……….. και ……… η οποία ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών . ……, οι οποίες συντάχθηκαν με την επιμέλεια των εναγόμενων, ύστερα από εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 422 ΚΠολΔ (σχετικά υπ’ αριθ. …./15.6.2021 και …../16.6.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….) και από τα έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ληφθείσες, στο πλαίσιο διενέργειας προανάκρισης από το Λιμενικό Σώμα, καταθέσεις μαρτύρων, που εκτιμώνται ελεύθερα στα πλαίσια της παρούσας δίκης (άρθρα 335, 339 και 340 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 27.09.2019 σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς οχήματος, που καταρτίστηκε, μεταξύ αφενός της πρώτης εναγομένης – κοινοπραξίας με την επωνυμία «……………….» μέλος της οποίας, κατά τον ίδιο χρόνο ετύγχανε και η αρχικώς δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «………….», οιονεί καθολική διάδοχος κατόπιν συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως τυγχάνει η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………….» και αφ’ ετέρου της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη εταιρείας με την επωνυμία …………..», η πρώτη ανέλαβε τη θαλάσσια μεταφορά από το λιμάνι της Πάτρας προς το λιμάνι Βενετίας της Ιταλίας, του υπό στοιχεία κυκλοφορίας ……….. φορτηγού οχήματος, εμφόρτου με φορτίο, αποτελούμενο από καινούργιες οθόνες διαγωνίου 15’’(player display units) τύπου ……….., κατασκευής ……….., στην Ταϊβάν, τιμολογιακής αξίας ποσού 217.702 ευρώ, κυριότητος της ως άνω μη διαδίκου στην παρούσα δίκη αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ………..». Για την εν λόγω θαλάσσια μεταφορά του ως άνω οχήματος, η πρώτη εναγομένη εξέδωσε αυθημερόν την υπ’αριθ. …………/27.9.2019 απόδειξη μεταφοράς οχημάτων. Στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης μεταφοράς, το ανωτέρω φορτηγό όχημα, έμφορτο με το ανωτέρω εμπόρευμα, την ασφάλιση της μεταφοράς του οποίου, δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως με την ιδιοκτήτρια αυτού είχε αναλάβει η ενάγουσα εταιρεία, πράγματι φορτώθηκε στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – οχηματαγωγό πλοίο OC, κυριότητος της δεύτερης εναγομένης, μέλους της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας στην οποία αυτή είχε παραχωρήσει τη χρήση και εκμετάλλευσή του, την ίδια ημέρα (27.9.2019) στην Πάτρα (σχετικά προσκομιζόμενη ως σχετικό 6 από την ενάγουσα απόδειξη μεταφοράς του εν λόγω οχήματος). Αυθημερόν και περί ώρα 23.59, το ανωτέρω πλοίο απέπλευσε από το λιμάνι της Πάτρας με προορισμό το λιμάνι της Ηγουμενίτσας, όπου κατέπλευσε την επομένη ημέρα (28.9.2019) και ώρα 06.24. Με την ολοκλήρωση της φόρτωσης, το εν λόγω πλοίο, στο οποίο κατ’ εκείνο το χρόνο υπηρετούσαν εβδομήντα πέντε [75] μέλη πληρώματος, επέβαιναν πεντακόσιοι τριάντα οκτώ [538] επιβάτες και επ’ αυτού είχαν φορτωθεί εκατόν σαράντα ένα [141] ΙΧΕ, πέντε [5] mini bus, δέκα οκτώ [18] camber, ενενήντα τέσσερα [94] φορτηγά, τριάντα πέντε [35] δίκυκλα και τρία [3] λεωφορεία, απέλευσε από το ανωτέρω λιμάνι περί ώρα 07.30 με προορισμό το λιμάνι της Κέρκυρας και τελικό προορισμό το λιμάνι της Βενετίας. Καθόν χρόνο το εν λόγω πλοίο ευρίσκετο στη διαδικασία άπαρσης της άγκυρας και προσέγγιζε τον Δίαυλο Ηγουμενίτσας, περί ώρα 07.35, ενεργοποιήθηκε ο συναγερμός καπνού στον χώρο στάθμευσης Νο 4 του πλοίου, πλώρα δεξιά. Αμέσως ο Ύπαρχος του πλοίου, ο οποίος ευρίσκετο στον καταπέλτη του πλοίου, ειδοποιούμενος από τον Πλοίαρχο του πλοίου για την ενεργοποίηση του συναγερμού καπνού, κινήθηκε προς το εσωτερικό του εν λόγω χώρου στάθμευσης, το οποίο ευρίσκετο στο ίδιο επίπεδο με τον καταπέλτη και διεπίστωσε πυκνό καπνό να εκλύεται στο μέσον του πρωραίου σημείου αυτού (χώρο στάθμευσης Νο 4), ο οποίος (πυκνός καπνός) εμπόδιζε την ορατότητά του. Αμέσως, αυτός (Ύπαρχος) ενεργοποίησε το σύστημα καταιονισμού νερού (Drencher) στο χώρο του εν λόγω κυρίου χώρου στάθμευσης, ενώ κατ’ εντολή του μέλη του πληρώματος του Πλοίου προέβησαν, με χρήση μάνικας νερού, σε ψύξη στο χώρο στάθμευσης Νο 6 ομόρου του χώρου στάθμευσης Νο 4 (σχετικά από 2.10.2019 ένορκη προανακριτική κατάθεση του …………., υπηρετούντος ως Ύπαρχος στο εν λόγω πλοίο). Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Πλοίαρχος του πλοίου, ενημέρωσε το Κεντρικό Λιμεναρχείο της Ηγουμενίτσας (σχετικά από 27.1.2020 έγγραφο υποβολής δικογραφίας από το Κ.Λ. Ηγουμενίτσας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηγουμενίτσας), για την εκδήλωση της πυρκαγιάς και εζήτησε την άδεια προκειμένου να επανακαταπλεύσει άμεσα στον λιμένα εξωτερικού Ηγουμενίτσας προς αποβίβαση των επιβατών, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό από τις οικείες Λιμενικές Αρχές και του δόθηκε εντολή για άμεσο επανακατάπλου (σχετικά προσκομιζόμενο ως σχετικό 9 από την ενάγουσα απόσπασμα ημερολογίου συμβάντων του Κ. Λ. Ηγουμενίτσας). Το ανωτέρω Κεντρικό Λιμεναρχείο ενημέρωσε άμεσα την Πυροσβεστική Υπηρεσία Ηγουμενίτσας για την αποστολή οχημάτων, την Πυροσβεστική Υπηρεσία λιμένος Ηγουμενίτσας για άμεσο απόπλου του Πυροσβεστικού πλοίου «ΑΓ» …, το ΕΚΑΒ για αποστολή ασθενοφόρων, τους Υπευθύνους του Οργανισμού Λιμένα Ηγουμενίτσας και το Ρ/Κ πλοίο Θ. Το πλοίο επανακατέπλευσε στο λιμένα Ηγουμενίτσας με ίδια μέσα και πλαγιοδέτησε περί ώρα 08.18 ασφαλώς στη θέση Νο 16 του λιμένα εξωτερικού Ηγουμενίτσας, με την πρόσδεση δε αυτού εκκίνησε η ρίψη νερού από το ανωτέρω πυροσβεστικό πλοίο. Περί ώρα 08:20′ εκκίνησε από το πλήρωμα του πλοίου η διαδικασία αποβίβασης των 538 επιβατών από την ράμπα επιβατών, η οποία ολοκληρώθηκε ώρα 09.00. Άπαντες οι επιβάτες ήταν καλά στην υγεία τους, πλην πέντε (5) εξ αυτών, εκ των οποίων οι δύο έφεραν εγκαύματα στα κάτω άκρα, οι δύο παρουσίασαν αναπνευστικά προβλήματα και ένας πόνο στην μέση. Με το πέρας της αποβίβασης των επιβατών και κατόπιν έγκρισης από τους επικεφαλής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, αφού άγημα της εν λόγω Υπηρεσίας με τη χρήση θερμικών καμερών ήλεγξε ότι δεν υπήρχε εστία φωτιάς (σχετικά από 2.10.2019 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ………., υπηρετούντος ως Υπάρχου στο εν λόγω πλοίο), άνοιξε ο καταπέλτης του πλοίου του κυρίως γκαράζ, περί ώρα 09:15′ και εκκίνησε η διαδικασία εκφόρτωσης των οχημάτων, τα οποία εξήλθαν όλα, πλην τεσσάρων και δη μιας αυτοκινητάμαξας, δύο ασυνόδευτων τρέϊλερ και ενός Φ/Γ οχήματος (ψυγείου) ενώ, απαγορεύτηκε ο απόπλους του πλοίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η αποβίβαση των ως άνω οχημάτων δεν απεδείχθη ότι έλαβε χώρα με γερανοφόρα οχήματα ως διατείνεται η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της αλλά από τους ίδιους οδηγούς, οι οποίοι συνοδεία μελών του πληρώματος οδήγησαν τα οχήματά τους εκτός του πλοίου. Αποδεικνύεται, επίσης (σχετικά από 13.12.2019 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ………., Ανθυποπλοίαρχου Λ.Σ., που υπηρετεί στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Ηγουμενίτσας) ότι με το άνοιγμα του καταπέλτη του πλοίου του κυρίως γκαράζ, οπότε επετράπη η είσοδος και σε αυτόν εντός του πλοίου, το μόνιμο σύστημα καταιονισμού πυρόσβεσης του πλοίου (drencher) ήταν σε λειτουργία, με την είσοδό του δε στο χώρο, διεπίστωσε μαύρο έντονο καπνό στο βάθος του ανωτέρω γκαράζ που δεν του επέτρεπε την περαιτέρω πρόσβαση σε αυτό. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 28.9.2019 συνταχθείσα από τον Πυρονόμο …………, παρουσία δύο μαρτύρων, έκθεση απλής αυτοψίας, η φωτιά είχε εκδηλωθεί στον ισόγειο χώρο του γκαράζ του εν λόγω πλοίου, μεταξύ του 4ου και 5ου επιπέδου. Κατά την εν λόγω έκθεση, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής του σημείου έναρξης αυτής, ο συντάξας την έκθεση αυτοψίας δεν ηδύνατο μετά βεβαιότητος να αποφανθεί για την αρχική εστία της πυρκαγιάς, ούτε για τα αίτια αυτής και επρότεινε τη συγκρότηση επιτροπής πραγματογνωμόνων. Περαιτέρω, κατά την ίδια έκθεση, προέκυψε κίνδυνος για ανθρώπους (δύο άτομα με αναπνευστικά προβλήματα μετεφέρθησαν στο ΤΕΠ Ηγουμενίτσας για τις πρώτες βοήθειες) και κίνδυνος σε πράγματα, διότι η φωτιά έκαψε ολοσχερώς ή μερικώς τριάντα δύο (32) φορτηγά (επικαθήμενα και συρόμενα) και προκλήθηκαν σε μερικά από αυτά ζημίες στα φορτία τους, ότι εκτεταμένες ζημιές παρατηρήθηκαν στο εσωτερικό μέρος του γκαράζ και συγκεκριμένα στη μόνωση, σωλήνες και καλώδια, με τις περισσότερες από αυτές να εντοπίζονται στη δεξιά πλευρά, ότι από τους καπνούς ρυπάνθηκε όλο το γκαράζ και τα οχήματα που βρίσκονταν εντός αυτού, ενώ παρατηρήθηκε ρύπανση από τους καπνούς και στους υπόλοιπους χώρους του πλοίου. Τέλος, δε, αναφέρεται ότι η φωτιά κατασβέστηκε από τα μόνιμα συστήματα πυρασφάλειας του καραβιού, καθώς και από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτ. ………../27.1.2020 υποβλητική προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηγουμενίτσας αναφορά του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηγουμενίτσας, από την τελευταία υπηρεσία διορίσθηκε ένα στέλεχος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ηγουμενίτσας, καθώς και ένας Ηλεκτρολόγος – Μηχανολόγος, προκειμένου να διενεργήσουν πραγματογνωμοσύνη. Στην παρούσα διαδικασία προσκομίζεται από τις εναγόμενες ως σχετικό 1 η από 29/9/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα πραγματογνώμονα Ηλεκτρολόγου Μηχανολόγου Μηχανικού . ……., ενώ αν και γίνεται επίκληση από τις εναγόμενες της από 29.9.2019 έκθεσης του Επιπυραγού ……. (σχετικά σελίδα 7 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιόν μας οι εφεσίβλητες) η σχετική έκθεση δεν προσκομίζεται από κανέναν των διαδίκων. Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από 29/9/2019, διενεργηθείσα στα πλαίσια της προανάκρισης για το ένδικο συμβάν, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα πραγματογνώμονα Ηλεκτρολόγου Μηχανολόγου Μηχανικού ………….., ο εν λόγω πραγματογνώμονας μετέβη στον χώρο στάθμευσης (γκαράζ) του εν λόγω πλοίου που ευρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον καταπέλτη όπου έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν την 28.9.2019 και περί ώρα 07.35, καθόν χρόνο το ανωτέρω πλοίο ευρίσκετο ελλιμενισμένο εντός του Νέου Λιμένα Ηγουμενίτσας. Εντός του εν λόγω χώρου στάθμευσης υπήρχε ένα αρθρωτό φορτηγό όχημα, αποτελούμενο από έναν ελκυστήρα επικαθημένου (τράκτορα) με αριθμό κυκλοφορίας Βουλγαρίας και ένα επικαθήμενο ρυμουλκούμενο (καρότσα) τύπου (κλειστό) ψυγείο, με έκδηλα τα καταστροφικά σημάδια της φωτιάς που είχε προηγηθεί. Ο χώρος γύρω από το εν λόγω όχημα ήταν ελεύθερος αφού είχαν απομακρυνθεί τα γειτνιάζοντα με αυτό φορτηγά οχήματα. Το εν λόγω φορτηγό όχημα, για τις ενδεδειγμένες ανάγκες ηλεκτρικής τροφοδοσίας του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του ήταν συνδεδεμένο με τις μόνιμες εγκαταστάσεις του πλοίου, μέσω κατάλληλου φις τύπου souco, τροφοδοτούμενο από ηλεκτρική ασφαλιστική διάταξη, εντός ανοξείδωτου πίνακα που έφερε το πλοίο, φωτογραφίες των οποίων περιέλαβε στην ανωτέρω έκθεσή του. Κατά την ίδια έκθεση, η καλωδίωση κατέληγε στον ηλεκτρικό πίνακα του ψυγείου. Μετά από σχολαστικό έλεγχο, κατά την εν λόγω έκθεση, δεν προέκυψε ότι είχε προηγηθεί βραχυκύκλωμα σε αυτόν (τον τροφοδότη αγωγό) με επακόλουθο την υπερθέρμανση, αφού εσωτερικά οι καλωδιώσεις δεν είχαν υποστεί σοβαρή καταπόνηση – λιώσιμο, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν δηλαδή έχουμε υπερντάσεις, λόγω βραχυκυκλώματος, με ταυτόχρονη δυσλειτουργία των ασφαλιστικών διατάξεων του πλοίου. Στην ένδικη περίπτωση, δεν προέκυψε κάτι τέτοιο, αλλά κατά την ίδια έκθεση, αντίθετα η παραμόρφωση και το λιώσιμο των πιο ευαίσθητων – πλαστικών κυρίως μερών ήταν από «έξω» προς τα «μέσα» και όχι από «μέσα» προς τα «έξω» ως αποτέλεσμα «ωστικού» κύματος της πυρκαγιάς, το οποίο προφανώς προηγήθηκε. Κατά την εν λόγω έκθεση, η πυρκαγιά ήταν αιτία και όχι αποτέλεσμα της εν λόγω καταπόνησης – παραμόρφωσης. Όπως αναφέρει σχετικά στην ανωτέρω έκθεσή του ο ως άνω πραγματογνώμονας, δεδομένων ότι (α) το συγκεκριμένο φορτηγό είχε υποστεί με διαφορά τη μεγαλύτερη καταστροφή από τη φωτιά σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα οχήματα, αλλά και σε σχέση με τις εγκαταστάσεις του πλοίου, στοιχείο που αποτελεί ισχυρό τεκμήριο ότι χρονικά προηγήθηκε η καταστροφή του, των υπολοίπων, (β) ελέγχθηκε ο «ομφάλιος λώρος» που συνέδεε το πλοίο με το φορτηγό και δεν βρέθηκαν στοιχεία που να ενοχοποιούν το πλοίο για δυσλειτουργία–μετάδοση–πρόκληση προβλήματος, (γ) δεν βρέθηκαν στοιχεία που να στοιχειοθετούν σενάριο εμπρησμού, κακόβουλης πράξης, (δ) ο φωτισμός εντός του χώρου στάθμευσης δεν ήταν ικανοποιητικός για παραπέρα εξέταση του κατ’ αρχήν «ενόχου» φορτηγού και (ε) η ατμόσφαιρα μετά από τη δίωρη περίπου παραμονή του εντός του χώρου αυτού ήταν αποπνικτική, αποφασίσθηκε, αφού για τους ανωτέρω λόγους δεν απαιτείτο παραπέρα έρευνα εντός του πλοίου, να αποχωρήσει και να επανέλθει την επομένη ημέρα Δευτέρα 30.9.2019, αφού στο μεταξύ το ανωτέρω φορτηγό θα παρέμενε εκτός του πλοίου προκειμένου υπό συνθήκες επαρκούς φωτισμού και αερισμού να εξετάσει αυτό με μεγαλύτερη σχολαστικότητα. Πράγματι, κατά την ίδια έκθεση, την επομένη ημέρα ο ανωτέρω πραγματογνώμονας επισκέφθηκε εκ νέου τους χώρους του λιμένα όπου είχαν μεταφερθεί τα δύο τμήματα του αρθρωτού φορτηγού οχήματος για παραπέρα εξέτασή του. Κατά την ίδια έκθεση, επί του τεθέντος σε αυτόν ερωτήματος «Ποίες οι εντυπώσεις και παρατηρήσεις από την πυρκαγιά», αυτός (ανωτέρω πραγματογνώμονας Ηλεκτρολόγος Μηχανολόγος Μηχανικός ………., παρατήρησε ότι, ένα βασικό στοιχείο που προκύπτει σχετικά γρήγορα είναι ότι η σφοδρότητα της φωτιάς είχε ως αιτία το ότι τροφοδοτήθηκε για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα από τις δεξαμενές πετρελαίου του ως άνω φορτηγού. Το εμπρόσθιο τμήμα του αρθρωτού οχήματος, δηλαδή ο ελκυστήρας (τράκτορας), έφερε στο πίσω χαμηλό τμήμα του, δύο δεξαμενές καυσίμου, μία δεξιά και μία αριστερά, οι οποίες τρύπησαν και οι δύο, πιθανότατα λόγω διαστολής του καυσίμου από φωτιά που ήδη εμαίνετο, με αποτέλεσμα από τις δύο τρύπες των δύο δεξαμενών (μία δεξιά και συγκεκριμένα στη δεξιά τρύπησε η βαλβίδα ασφαλείας ενώ στην αριστερή δημιουργήθηκε τρύπα από διάρρηξη του σώματος της δεξαμενής) να υψώνονται φλόγες που υπερκάλυπταν το ύψος της καρότσας του οχήματος -πάνω ακριβώς από τις δύο τρύπες – ικανές να μεταδώσουν τη φωτιά και σε παρακείμενα οχήματα, αφού η διάρκεια και η ισχύς τους ήταν πολύ μεγάλη για προφανείς λόγους και δη λόγω της παρουσίας και επάρκειας πετρελαίου. Επίσης, οι δεξαμενές εκ κατασκευής φέρουν προστατευτικές διατάξεις, αλλά και σε συνδυασμό με τον τρόπο διάρρηξής τους, τεκμαίρεται ότι δεν ξεκίνησε από αυτές η πυρκαγιά, αλλά βρέθηκαν μέσα ή κοντά σε φωτιά και προέκυψε έτσι η παραπάνω ακολουθία γεγονότων. Ήταν δηλαδή αποτέλεσμα και όχι αιτία, η ανάφλεξη – έκρηξη των δεξαμενών για την πυρκαγιά. Κατά την ίδια έκθεση, παρατηρώντας τα καμένα τμήματα του οχήματος, διαπιστώνεται μια περίεργη ασυμμετρία στο έμπροσθεν μέρος όπου η φωτιά έχει «κατέβει» στο αριστερό τμήμα πολύ πιο χαμηλά από ότι στο δεξιό όπου προσδίδει κατ’ αρχήν ένα χαρακτηριστικό «εκκίνησης» και όχι «κατάληξής» της. Επί του τεθέντος σε αυτόν ερωτήματος «Ποία η φύση της πυρός και η πορεία αυτής» ο ανωτέρω πραγματογνώμονας απεφάνθη ότι, λαμβάνοντας υπόψη το ότι η αρχική εστία–αν αποκλειστεί το ενδεχόμενο εμπρησμού για το οποίο δεν υπάρχουν ενδείξεις–ήταν μία και εξετάζοντας σχολαστικά την έκταση της ζημίας επί του οχήματος, κατά το επικρατέστερο ενδεχόμενο, η φωτιά ξεκίνησε από το εμπρόσθιο και χαμηλό σημείο στην αριστερή πλευρά του τράκτορα μπροστά, λόγω πιθανού ηλεκτρικού βραχυκυκλώματος (με ενδεχόμενη αστοχία υλικού – μη λειτουργία ασφαλείας – ή και προηγηθείσας τροποποίησης της καλωδίωσης συχνά απαντηθείσα πρακτικά που όμως δεν μπορεί να αποδειχθεί) μεταδόθηκε στο πίσω τμήμα του τράκτορα μέσω της διαδρομής: οπή του άξονα τιμονιού – καμπίνα – κατακόρυφος πλαστικός αεραγωγός στοιχείου φίλτρου αέρα με εσωτερικό (εύφλεκτο κατά κανόνα) φίλτρο (όλα ικανά να τροφοδοτήσουν τη φωτιά και να τη μεταφέρουν μέχρι την πρώτη δεξαμενή και με ικανό πυροθερμικό φορτίο για τη συνέχεια που ήταν πλέον τουλάχιστον αναμενόμενη), Επισημαίνεται δε ότι, ο κύριος λόγος που κάνει αυτό το ενδεχόμενο κατά πολύ επικρατέστερο των υπολοίπων είναι το γεγονός ότι πολύ δύσκολα η φωτιά θα «κατέβαινε» σε αυτό το σημείο ως «κατάληξη» από αλλού προερχομένη, αν δεχθούμε ότι δεν ξεκίνησε από εκεί. Επί του τεθέντος ερωτήματος «Ποίος ο χρόνος ενάρξεως της πυρός και ποία η εστία αυτού» ο ίδιος πραγματογνώμονας απεφάνθη ότι ο χρόνος έναρξης δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, προκύπτει από τα καταγεγραμμένα γεγονότα ότι ήταν σχετικά πολύ μικρός. Ως προς την αρχική εστία με σχετική βεβαιότητα μπορεί να πει ότι ήταν το εμπρόσθιο – αριστερά χαμηλά – τμήμα του φορτηγού στο οποίο υπό άλλες συνθήκες θα ήταν δύσκολο να καταλήξει. Επί του τεθέντος σε αυτόν ερωτήματος «Ποίος ο βαθμός καύσεως στην εστία του πυρός» ο ίδιος πραγματογνώμονας απεφάνθη ότι, είναι προφανές ότι, λόγω περιορισμένη ανανεώσεως του αέρα στον κλειστό χώρο του χώρου στάθμευσης η καύση εμπεριείχε ατέλεια (δεν ήταν τέλεια) χωρίς όμως να μπορεί να προσδιοριστεί ο βαθμός της ατέλειας της καύσης. Ως προς το τεθέν σε αυτόν ερώτημα «Ποία περίεργα φαινόμενα και ποίες μεταβολές εις την εστία του πυρός παρατηρήθηκαν» απεφανθη ότι, το περίεργο ήταν η ανωτέρω διαπιστωθείσα ασυμμετρία η οποία τον οδήγησε και στην ανωτέρω ανάλυση. Κατά την ίδια έκθεση, η κατάσταση της εστίας προ της πυρκαγιάς ήταν της απολύτου ηρεμίας, ενώ την προέλευση του πυρός αποδίδει με σχετική και όχι απόλυτη βεβαιότητα, στο βραχυκύκλωμα στο εμπρόσθιο προαναφερθέν τμήμα. Στο ερώτημα που του ετέθη «Εάν πρόκειται για πυρκαγιά από φυσική αιτία και ποία ή εξ αμελείας ατυχήματος ή εμπρησμού» ο εν λόγω πραγματογνώμονας, απεφάνθη ότι, φυσική αιτία δεν στοιχειοθετείται με την έννοια της μη αναμενόμενης, ξαφνικής και παράδοξης εξέλιξης. Περαιτέρω, απεφάνθη ότι, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει με βεβαιότητα κανένα από τα ενδεχόμενα σαφώς δε δεν μπορεί να τα αποκλείσει. Το ενδεχόμενο της εγκληματικής ενέργειας δεν στοιχειοθετείται αφού δεν βρέθηκε ίχνος εμπρηστικού στοιχείου, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τυχαίου γεγονότος με την έννοια της αστοχίας υλικού εξαρτήματος ή εξαρτημάτων της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, απεναντίας θεωρεί ότι είναι το επικρατέστερο. Επισημαίνει, εν τούτοις ότι, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής των ηλεκτρολογικών καλωδιώσεων στο συγκεκριμένο σημείο της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του οχήματος, δεν κατέστη δυνατός διεξοδικότερος έλεγχος προς αυτή την κατεύθυνση. Επί του ερωτήματος «Δια ποίου μέσου και με ποίο τρόπο προκλήθηκε» ο εν λόγω πραγματόγνωμονας, απεφάνθη ότι, δεν μπορεί να αποφανθεί με απόλυτη βεβαιότητα περί του μέσου, ούτε περί του τρόπου εκδήλωσης της πυρκαγιάς, λόγω της ολικής καταστροφής των οποιονδήποτε ενδεχομένων εναπομεινάντων στοιχείων. Με σχετική όμως βεβαιότητα και λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη ανάλυσή του, προκύπτει ότι πιθανότατα ξεκίνησε από βραχυκύκλωμα στην καλωδίωση (πλεξούσα) του τράκτορα. Στα πλαίσια του τεθέντος σε αυτόν ερωτήματος εάν προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή εάν ήταν δυνατόν να προκύψει, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, αναφέρει ότι, προέκυψε και κίνδυνος και καταστροφή ξένων πραγμάτων έως ότου η φωτιά ετέθη υπό έλεγχο. Ο κίνδυνος δε για ανθρώπινη βλάβη ή και απώλεια ήταν πολύ περιορισμένος, ενόψει του ότι, στους κλειστούς χώρους στάθμευσης των πλοίων κατ’ αρχήν απαγορεύεται ανθρώπινη παρουσία εν πλω, αλλά και κατά δεύτερον, οι χώροι αφενός εποπτεύονται έντονα από πλευράς πυρανίχνευσης – πρόληψης, διαθέτουν δε και κατάλληλα κατασταλτικά μέσα (springlers) από πλευράς πυρόσβεσης – καταστολής για να περιορίσουν στο ελάχιστο αυτή την πιθανότητα. Η ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή της, ισχυρίσθηκε ως ενδεχόμενο η εκδήλωση της εν λόγω πυρκαγιάς να προκλήθηκε από ενέργειες παράνομων μεταναστών. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της, επικαλέσθηκε την από 11.6.2020 έκθεση που υπογράφεται από τον ……., Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας με την επωνυμία …….., η οποία (τεχνική έκθεση) συντάχθηκε κατ’ εντολή αυτής (ενάγουσας) και σύμφωνα με το περιεχόμενό της, διενεργήθηκε από τον …………. Διπλωματούχο Μηχανολόγο Μηχανικό ΕΜΠ M. SC. Στη σελίδα 6 της εν λόγω εκθέσεως, αναφέρεται πράγματι σχετικά με την αιτία της πυρκαγιάς από την οποία προκλήθηκε ζημιά στο ανωτέρω φορτίο, ότι αυτή μπορεί να οφείλεται σε βραχυκύκλωμα σε μεταφερόμενο όχημα – ψυγείο, χωρίς να αποκλείεται να έχει προκληθεί και από παράνομους μετανάστες, χωρίς εν τούτοις περαιτέρω ανάλυση των λόγων που οδήγησαν τον συντάξαντα αυτή την έκθεση στα ανωτέρω πορίσματά του. Μάλιστα, στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι επισυνάπτονται δελτία τύπου, χωρίς τέτοια δελτία τύπου να έχουν επισυναφθεί στην προσκομιζόμενη σε αντίγραφο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ανωτέρω τεχνική έκθεση. Από το περιεχόμενο δε της ίδιας αυτής έκθεσης, προκύπτει ότι ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος της ενάγουσας, πραγματοποίησε τρεις αυτοψίες και δη την 2.10.2019 στον Ασπρόπυργο όπου είχε μεταφερθεί η ζημιωθείσα νταλίκα που μετέφερε το φορτίο της ανωτέρω μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία «…………..», καθώς και την 18.10.2019 και 28.2.2020 στις εγκαταστάσεις της τελωνειακής αποθήκης της εταιρείας με την επωνυμία ………. στην Οινόη όπου κατέληξε το ασφαλισμένο υπό της εναγούσης ανωτέρω φορτίο. Καμία αυτοψία στο ανωτέρω πλοίο ή στο ανωτέρω αρθρωτό φορτηγό όχημα, στο οποίο με την ανωτέρω, διενεργηθείσα στα πλαίσια της προανάκρισης για το ένδικο συμβάν, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με σχετική βεβαιότητα αποδίδεται η πρόκληση της ανωτέρω πυρκαγιάς. Επιπλέον, η ενάγουσα επικαλέσθηκε την προμνημονευθείσα ένορκη βεβαίωση του …………, ο οποίος, όπως ο ίδιος βεβαίωσε, τυγχάνει ιδιωτικός υπάλληλος, εργαζόμενος ως διακανονιστής ζημιών στην ενάγουσα και ο οποίος, κατά την ένορκη βεβαίωσή του, αυτός διαχειρίστηκε το φάκελο της υπόθεσης. Σχετικά με την αιτία της ζημίας του ασφαλισμένου από την ενάγουσα φορτίου, ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι η βλάβη αυτού προήλθε από πυρκαγιά η οποία με την αμέσως ανωτέρω προσκομιζόμενη από την ίδια την ενάγουσα τεχνική έκθεση, αποδίδεται σε βραχυκύκλωμα του ρευματοδότη «μοτέρ» κάποιου φορτηγού – ψυγείου το οποίο ευρίσκετο σταθμευμένο κατά τον κρίσιμο χρόνο στο χώρο στάθμευσης (γκαράζ) του ανωτέρω πλοίου, χωρίς να αποκλείεται να έχει προκληθεί και από παράνομους μετανάστες. Από την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, επομένως, προκύπτει ότι, ο εν λόγω μάρτυρας, σχετικά με την αιτία πρόκλησης της ένδικης πυρκαγιάς καταθέτει όσα αναφέρονται στην αμέσως ανωτέρω τεχνική έκθεση που προσκομίζεται από την ενάγουσα, χωρίς από την ίδια κατάθεση να αποδεικνύεται ότι αυτός, πραγματοποίησε αυτοψία στο εν λόγω πλοίο ή ότι αυτός (ενόρκως βεβαιώσας), διεπίστωσε εξ ιδίας αντιλήψεως και ένεκα των ειδικών αυτού γνώσεων ότι το ένδικο συμβάν προκλήθηκε από αλλοδαπούς που παρανόμως επέβαιναν επί του ανωτέρω πλοίου. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, κρίνεται ότι η ανάφλεξη – έκρηξη των δεξαμενών του με αριθμό κυκλοφορίας Βουλγαρίας [……….] αρθρωτού φορτηγού οχήματος, η οποία κατά τις αποδείξεις προκάλεσε την ένδικη πυρκαγιά, ήταν αποτέλεσμα της φωτιάς, η οποία, κατά το επικρατέστερο ενδεχόμενο με βάση την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας για το ένδικο συμβάν προανάκρισης, ξεκίνησε από το εμπρόσθιο και χαμηλό σημείο στην αριστερή πλευρά του τράκτορα του εν λόγω οχήματος, λόγω πιθανού ηλεκτρικού βραχυκυκλώματος στην καλωδίωση (πλεξούδα) αυτού (με ενδεχόμενη αστοχία υλικού – μη λειτουργία ασφάλειας ή και προηγηθείσα τροποποίηση της καλωδίωσης), μεταδόθηκε στο οπίσθιο τμήμα του τράκτορα μέσω της διαδρομής: οπή του άξονα τιμονιού, καμπίνα, κατακόρυφος πλαστικός αεραγωγός στοιχείου φίλτρου αέρα με εσωτερικό (εύφλεκτο κατά κανόνα) φίλτρο, με συνέπεια την τροφοδότηση της φωτιάς που μεταφέρθηκε μέχρι την πρώτη δεξαμενή, με πυροθερμικό φορτίο ικανό για τη συνέχεια, όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης και εκτίθεται με λεπτομέρεια ανωτέρω. Μάλιστα, κατά την ίδια έκθεση, όπως ομοίως αναλύεται ανωτέρω, ο χρόνος έναρξης της φωτιάς, αν και δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, ήταν πολύ μικρός. Αντίθετα, αν και πράγματι, όπως προκύπτει από την προαναφερομένη από 27.1.2020 υποβλητική αναφορά του Τμήματος Ανάκρισης του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηγουμενίτσας προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηγουμενίτσας, προκύπτει ότι εντός του πλοίου και μάλιστα εντός του χώρου του φορτίου φορτηγού οχήματος, εντοπίσθηκε, χωρίς τις αισθήσεις του, αλλοδαπός, υπήκοος Ιράν, άνευ ταξιδιωτικών εγγράφων, καθώς επίσης κατά την αποβίβαση των επιβατών εντοπίσθηκε έτερος αλλοδαπός, υπήκοος Ιράκ άνευ ταξιδιωτικών εγγράφων, ο οποίος παρανόμως είχε εισέλθει στο πλοίο χωρίς να γίνει αντιληπτός από το πλήρωμα και ο οποίος εντοπίσθηκε αρχικά στο χώρο στάθμευσης Νο 6 του πλοίου από τον Ύπαρχο αυτού (σχετικά από 2.10.2019 ένορκη προανακριτική κατάθεση του Υπάρχου του πλοίου ……….), εν τούτοις, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν δύναται να αποδοθεί η έναρξη της φωτιάς στους εν λόγω αλλοδαπούς, όπως διατείνεται η ενάγουσα. Και πράγματι αναφορά στο ενδεχόμενο η φωτιά να προκλήθηκε από τους εν λόγω αλλοδαπούς κάνει λόγο η ανωτέρω από 11.6.2020 τεχνική έκθεση που προσκομίζεται από την ενάγουσα και υπογράφεται από τον ……….., για την οποία έγινε αναφορά ανωτέρω, χωρίς εν τούτοις το ενδεχόμενο αυτό να ενισχύεται από έτερες αποδείξεις και χωρίς να προκύπτει πως ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος κατέληξε σε αυτό το ενδεχόμενο. Αντίθετα, με τη διενεργηθείσα στα πλαίσια της προανάκρισης για το ένδικο συμβάν ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, αποκλείστηκε η περίπτωση εμπρησμού, αφού αναφέρεται ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία που να στοιχειοθετούν σενάριο εμπρησμού, όπως επίσης απέκλεισε το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας, αφού δεν βρέθηκε κανένα ίχνος εμπρηστικού στοιχείου. Αξίζει να σημειωθεί δε ότι, ο πρώτος των ανωτέρω αλλοδαπών, βρέθηκε λιπόθυμος εντός του χώρου του φορτίου όχι του ανωτέρω αρθρωτού φορτηγού αλλά ετέρου φορτηγού, ενώ ο δεύτερος αλλοδαπός εντοπίσθηκε στο χώρο στάθμευσης Νο 6 από τον Ύπαρχο του ανωτέρω πλοίου. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία κατά το αποδεικτικό της πόρισμα δέχθηκε ότι δεν απεδείχθη «προσωπικό πταίσμα» της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας, αλλά ούτε παράνομη υπαίτια πράξη ή παράλειψη των εναγομένων και των προστηθέντων αυτών στην πρόκληση της ένδικης πυρκαγιάς, απορρίπτοντας σιωπηρά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η φωτιά προκλήθηκε από τους ανωτέρω δύο, αλλοδαπούς, οι οποίοι ταξίδευαν άνευ ταξιδιωτικών εγγράφων λάθρα επί του πλοίου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου κατά τούτο του δευτέρου λόγου έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση, εκ του λόγου ότι δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της ότι για την φωτιά, η οποία απετέλεσε την αιτία της ένδικης πυρκαγιάς, ευθύνονται οι ανωτέρω, άνευ ταξιδιωτικών εγγράφων, επιβαίνοντες στο πλοίο αλλοδαποί υπήκοοι, υπολαμβάνοντας (η ενάγουσα) ότι το πλήρωμα του πλοίου δεν ήλεγξε επαρκώς τους επιβάτες του πλοίου. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από την προμνημονευθείσα ένορκη βεβαίωση του ………….., την οποία προσεκόμισε η ενάγουσα, αφού όσα ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε σχετικά με τα αίτια της φωτιάς στο ανωτέρω πλοίου κατέθεσε όχι συνεπεία ιδίας αντιλήψεως, αλλά παραπέμποντας στην ανωτέρω από 11.6.2020 τεχνική έκθεση που ομοίως προσεκόμισε η ενάγουσα. Όμοια, σε αντίθετη κρίση, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 12 από την ενάγουσα δημοσίευμα του ηλεκτρονικού τύπου αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, κατά το οποίο «… το Λιμενικό ερεύνησε το ενδεχόμενο η φωτιά να προκλήθηκε από μετανάστες που είχαν εισέλθει παράνομα στο γκαράζ του πλοίου…», αφού από τη συνεκτίμηση των αποδείξεων το εν λόγω ενδεχόμενο δεν απεδείχθη. Με την προσθήκη των προτάσεων που η ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για πρώτη φορά, αποδίδεται στις εναγόμενες και στα διευθυντικά της στελέχη και ιδίως στον Διευθυντή Λειτουργίας του ανωτέρω πλοίου, τον Αρχιπλοίαρχο και τον Πλοίαρχο του ανωτέρω πλοίου, ότι παρέλειψαν μολονότι όφειλαν και ηδύναντο να λάβουν όλα εκείνα τα προσήκοντα μέτρα και να πράξουν ό,τι του αναλογούσε προκειμένου να αποφευχθεί η εν λόγω πυρκαγιά. Εν τούτοις, αφού ως απεδείχθη η ανάφλεξη – έκρηξη των δεξαμενών του με αριθμό κυκλοφορίας Βουλγαρίας [………..] αρθρωτού φορτηγού οχήματος, η οποία κατά τις αποδείξεις προκάλεσε την ένδικη πυρκαγιά, ήταν αποτέλεσμα της φωτιάς, η οποία, κατά το επικρατέστερο ενδεχόμενο με βάση την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας για το ένδικο συμβάν προανάκρισης, ξεκίνησε από το εμπρόσθιο και χαμηλό σημείο στην αριστερή πλευρά του τράκτορα του εν λόγω οχήματος, λόγω πιθανού ηλεκτρικού βραχυκυκλώματος στην καλωδίωση (πλεξούδα) αυτού (με ενδεχόμενη αστοχία υλικού – μη λειτουργία ασφάλειας ή και προηγηθείσα τροποποίηση της καλωδίωσης), μεταδόθηκε στο οπίσθιο τμήμα του τράκτορα μέσω της διαδρομής: οπή του άξονα τιμονιού, καμπίνα, κατακόρυφος πλαστικός αεραγωγός στοιχείου φίλτρου αέρα με εσωτερικό (εύφλεκτο κατά κανόνα) φίλτρο, με συνέπεια την τροφοδότηση της φωτιάς που μεταφέρθηκε μέχρι την πρώτη δεξαμενή, με πυροθερμικό φορτίο ικανό για τη συνέχεια, όπως αναφέρεται στη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης και εκτίθεται με λεπτομέρεια ανωτέρω, δεν απεδείχθη ότι τα διευθυντικά στελέχη των εναγομένων και ιδίως ο Διευθυντής Λειτουργίας του ανωτέρω πλοίου, ο Αρχιπλοίαρχος και ο Πλοίαρχος του ανωτέρω πλοίου, ηδύναντο να προβλέψουν το βραχυκύκλωμα στην καλωδίωση (πλεξούδα) του ανωτέρω φορτηγού ή το λόγο πρόκλησής του και δη την ενδεχόμενη αστοχία υλικού, τη μη λειτουργία ασφάλειας ή τυχόν προηγηθείσα τροποποίηση της καλωδίωσης και παρά ταύτα επέτρεψαν την επιβίβαση του ανωτέρω φορτηγού οχήματος στο ανωτέρω πλοίο. Περαιτέρω, όσον αφορά στις ενέργειες του πληρώματος του πλοίου για την κατάσβεση της φωτιάς, αποδεικνύεται ότι, πράγματι ενεργοποιήθηκε ο συναγερμός πυρός στο χώρο στάθμευσης Νο 4 πλώρα και δεξιά του πλοίου και ετέθησαν άμεσα σε λειτουργία όλα τα συστήματα πυρόσβεσης. Όσον αφορά δε στον περιορισμό της εξάπλωσης και στην κατάσβεση της πυρκαγιάς, αποδείχθηκε ότι, μετά την ενεργοποίηση του συναγερμού πυρός, ετέθη σε λειτουργία το σύστημα καταιονισμού νερού (drencher), σε σχέση με τη λειτουργία του οποίου, όπως όμοια κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν διατυπώθηκε οποιαδήποτε επιφύλαξη από τον ανωτέρω διορισθέντα από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ηγουμενίτσας πραγματογνώμονα (βλ. σχετ. και άρθρο 28 π.δ. 177/2000, όπου εξειδικεύονται οι απαιτήσεις του συστήματος “drencher”, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο επαρκής διασκορπισμός του νερού). Αντίθετα, κατά την ανωτέρω από 29.9.2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ……….., το εν λόγω σύστημα πυρόσβεσης ήταν κατάλληλο, επιπλέον δε απεδείχθη ότι επεχειρήθη ψύξη, με χρήση μάνικας νερού, από το πλήρωμα του πλοίου στο παρακείμενο του εν λόγω, γκαράζ No 6. Ο λόγος δε για τον οποίο δεν μετέβη άγημα πυρόσβεσης και στο χώρο στάθμευσης No 4 του ανωτέρω πλοίου, ήταν η ύπαρξη σε αυτό πολύ πυκνού εκλυόμενου καπνού, που όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, καθιστούσε αδύνατη την ορατότητα και αποπνικτική την ατμόσφαιρα στο χώρο. Επελέγη, ως εκ τούτου, από το πλοίο η ψύξη του όμορου χώρου στάθμευσης No 6, προκειμένου να μην επεκταθεί έτι περαιτέρω η πυρκαγιά. Η χρήση δε των συγκεκριμένων μέσων πυρόσβεσης ήταν αποτελεσματική, αφού πράγματι η πυρκαγιά δεν επεκτάθηκε στα λοιπά καταστρώματα του πλοίου από τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς μέχρι τον κατάπλου (εκ νέου) του πλοίου στο λιμάνι, οπότε και υπήρξε πλήρης κατάσβεση με τη χρήση χερσαίων δυνάμεων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και πλωτών μέσων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας του Λιμενικού Σώματος. Η αποτελεσματικότητα των άμεσων και επειγουσών ενεργειών για τον περιορισμό της πυρκαγιάς, αλλά και της συνεχούς λειτουργίας του συστήματος καταιονισμού του πλοίου, σε σχέση με τον περιορισμό της φωτιάς και τη μη εξάπλωσή της σε άλλα καταστρώματα του πλοίου, διαπιστώθηκε και στην από 8.12.2020 προσωρινή έκθεση διερεύνησης ασφάλειας του ναυτικού ατυχήματος της Ελληνικής Υπηρεσίας Διερεύνησης Ναυτικών Ατυχημάτων (ΕΛΥΔΝΑ) που προσκομίζουν και επικαλούνται ως σχετικό 8 οι εναγόμενες, σύμφωνα με την οποία «… λόγω των άμεσων και επειγουσών ενεργειών για τον περιορισμό της πυρκαγιάς, της συνεχούς λειτουργίας του Συστήματος καταιονισμού του πλοίου, της αποτελεσματικής ψύξης των όμορων περιοχών και της λειτουργικής συμμετοχής του αγήματος της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, η φωτιά περιορίσθηκε και δεν εξαπλώθηκε σε άλλα καταστρώματα του πλοίου…». «Προσωπικό πταίσμα» στον νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης, υπό την έννοια της ελλιπούς εκπαίδευσης του πληρώματος του πλοίου στην αντιμετώπιση της εν λόγω πυρκαγιάς δεν μπορεί να αποδοθεί εκ του γεγονότος ότι επελέγη η ψύξη του όμορου χώρου στάθμευσης No 6, προκειμένου να μην επεκταθεί έτι περαιτέρω η πυρκαγιά, αντί της εισόδου των μελών του πληρώματος στο χώρο στάθμευσης Νο4, αφού ο πυκνός καπνός εμπόδιζε την πρόσβαση στον εν λόγω χώρο. Μάλιστα, ως απεδείχθη, ακολούθως επετράπη η είσοδος στον εν λόγω χώρο από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, αφού όμως με θερμικές κάμερες άγημα αυτής ήλεγξε ότι δεν υπήρχε πλέον εστία φωτιάς (σχετικά από 2.10.2019 ένορκη προανακριτική κατάθεση του Υπάρχου του πλοίου ……..). Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου έφεσης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση ότι εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις σχετικά με την προσήκουσα συμπεριφορά των εναγομένων και των προστηθέντων τους στην οριοθέτηση και αναχαίτιση της πυρκαγιάς, τον δευτέρου λόγου έφεσης με καθό μέρος πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την τήρηση των μέτρων πυρόσβεσης από τις εναγόμενες και του τρίτου λόγου έφεσης, καθό μέρος πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορά με τα μέτρα πυρόσβεσης που έλαβαν οι εναγόμενες, προκειμένου να ανασχέσουν την εκδηλωθείσα ως άνω πυρκαγιά και κατά την κατάσβεση αυτής. Περαιτέρω, όσον αφορά στην απόσταση, μεταξύ των σταθμευμένων φορτηγών οχημάτων στο χώρο στάθμευσης με αριθμό 4 του εν λόγω πλοίου, που τηρήθηκε κατά τη στοιβασία αυτών, απεδείχθη ότι αυτή ήταν σύμφωνη με τις προβλέψεις του υπ’ αριθ. 14 Γενικού Κανονισμού Λιμένα «περί φόρτωσης οχημάτων στα οχηματαγωγά πλοία» [σχετικά υπ’ αριθ. 3131.1/15/96 «Έγκριση του Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθ. 14 Περί φόρτωσης οχημάτων στα οχηματαγωγά πλοία» του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας ΦΕΚ β 5/14.1.1997], που επικαλείται η ενάγουσα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του εν λόγω Γενικού Κανονισμού Λιμένος, ο οποίος κατά το άρθρο 1 αυτής, ισχύει για τους λιμένες, τους όρμους και τη θαλάσσια έκταση της περιοχής δικαιοδοσίας κάθε Λιμενικής Αρχής της Χώρας υπό του τίτλου «Στοιβασία οχημάτων», προβλέπεται ότι, για την ασφαλή εκτέλεση του πλου, διενεργείται πριν από τον απόπλου του πλοίου, στοιβασία των οχημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού, τα στοιχεία ευστάθειας του πλοίου, τα ειδικά χαρακτηριστικά του και τις συνθήκες του ταξιδιού (παρ.1). Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για την κατανομή των οχημάτων ανάλογα με το βάρος τους έτσι ώστε να μη προκαλούν ροπές κλίσης κατά το εγκάρσιο του πλοίου (παρ.2). Εκτός από τα παραπάνω, κατά τη στοιβασία πρέπει να ικανοποιούνται επιπρόσθετα οι παρακάτω απαιτήσεις: [α] να επιτρέπεται η προσπέλαση στα μέλη του πληρώματος και στα φορητά πυροσβεστικά μέσα σε μία τουλάχιστον πλευρά για οποιαδήποτε όχημα, [β] να αφήνονται ελεύθεροι διάδρομοι για να μην εμποδίζεται η πρόσβαση των μελών του πληρώματος σε χώρους ή σημεία ελέγχου του πλοίου που πρέπει να είναι προσιτά σε περίπτωση ανάγκης και με οποιασδήποτε συνθήκες (σταθμοί πυρκαϊάς, τηλεχειριστήρια επιστομίων δικτύων σεντινών, πρωραίος ή πρυμναίος καταπέλτης κ.λπ.) (παρ.4). Οι χώροι και τα σημεία ελέγχου, καθώς και οι διάδρομοι προσπέλασης προς αυτούς στα καταστρώματα οχημάτων πρέπει να είναι σεσημασμένοι με κίτρινη και μαύρη διαγράμμιση. Η στοιβασία δε οχημάτων ή φορτίων επάνω στα καθοριζόμενα από τη διαγράμμιση αυτή τμήματα του καταστρώματος οχημάτων, απαγορεύεται (παρ.5). Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της παραγράφου 4 αυτού του άρθρου τα οχήματα και ειδικότερα τα βαριά, πρέπει να στοιβάζονται έτσι ώστε η απόσταση μεταξύ οχημάτων και οχημάτων και πλευρών του πλοίου να είναι η μικρότερη δυνατή, προκειμένου να εμποδίζεται ενδεχόμενη ανατροπή τους κατά το εγκάρσιο του πλοίου (παρ.7). Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ιδίου Γενικού κανονισμού υπό του τίτλου «Ασφαλής τοποθέτηση, στερέωση και έχμαση οχημάτων» προβλέφθηκε ότι, επιπρόσθετα προς τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου περί στοιβασίας, τα οχήματα πρέπει να τοποθετούνται σε κατάλληλες θέσεις και να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος μετακίνησής τους κατά τη διάρκεια του πλου με οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες (παρ.1). Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 13, τα φορτηγά οχήματα των οποίων το μικτό βάρος υπερβαίνει τους 3,5 τόνους, τοποθετούνται έτσι ώστε η κατά το εγκάρσιο απόσταση μεταξύ τους και μεταξύ των οχημάτων και των πλευρών του πλοίου να είναι η μικρότερη δυνατή και πάντως να μην υπερβαίνει κατά μέσον όρο το 0,50μ. (παρ.2). Εν προκειμένω, από τις αποδείξεις που προσκομίζονται και ιδίως τα αντίγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, αποδεικνύεται ότι, εκ της αποστάσεως μεταξύ οχημάτων και μεταξύ οχημάτων και πλευρών του πλοίου που τηρήθηκε κατά τη στοιβασία των οχημάτων δεν εμποδίζονταν η πρόσβαση στα μέλη του πληρώματος και στα φορητά πυροσβεστικά μέσα. Συγκεκριμένα, από τα αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας που προσκομίζονται δεν προκύπτει ότι διατυπώθηκε οποιαδήποτε παρατήρηση σχετικά με την απόσταση που τηρήθηκε κατά τη στοιβασία των οχημάτων στο χώρο στάθμευσης Νο 4 του εν λόγω πλοίου. Καμία σχετική αναφορά δεν γίνεται ούτε στην από 13.12.2019 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος ……………… Ανθυποπλοιάρχου του Λιμενικού Σώματος, εκτελούντος καθήκοντα Ασφάλειας Ναυσιπλοΐας και Επιθεώρησης του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ηγουμενίτσας, ο οποίος διατάχθηκε από την υπηρεσία του όπως μεταβεί στον ανωτέρω λιμένα και ο οποίος, αμέσως μετά το άνοιγμα του καταπέλτη και προ της εκφορτώσεως των οχημάτων, εισήλθε στο γκαράζ του εν λόγω πλοίου. Αντίθετα, κατά την περιεχομένη στη με αριθμό ……/22.6.2021 ένορκη βεβαίωση κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλεια των εναγομένων …………, ναύτη, υπηρετών στο ανωτέρω πλοίο καθόν χρόνο έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, ο οποίος μάλιστα μετείχε στις εργασίες φόρτωσης των φορτηγών αυτοκινήτων, κατά την φόρτωση των εν λόγω οχημάτων στο χώρο στάθμευσης Νο 4 και στο χώρο στάθμευσης Νο 6 του εν λόγω πλοίου, χώροι στους οποίους και μόνον φορτώθηκαν φορτηγά οχήματα, η απόσταση που τηρήθηκε κατά τη φόρτωση μεταξύ των φορτηγών αυτοκινήτων ήταν περίπου 40 με 45 εκατοστά. Η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος κρίνεται πειστική, διότι ενισχύεται και από την περιεχομένη στη με αριθμό ………/23.6.2021 ένορκη βεβαίωση κατάθεση του …………, επαγγελματία οδηγού, ο οποίος ταξίδεψε με το ανωτέρω πλοίου καθ’ον χρόνο έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, και ο οποίος σαφώς κατέθεσε ότι τα φορτηγά στάθμευσαν μέσα στη διαγράμμιση του γκαράζ και σε απόσταση μεταξύ τους 40 – 45 εκατοστών. Η αλήθεια της κατάθεσης των ανωτέρω, εξάλλου, προσεπιβεβαιώθηκε και από την από 30.9.2019 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος …….. και από την από 11.10.2019 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος ……………….., αμφότεροι οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων των οποίων τα οχήματα φορτώθηκαν στο χώρο στάθμευσης Νο 4 του εν λόγω πλοίου καθόν χρόνο έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν. Συγκεκριμένα, κατά την ένορκη κατάθεση αυτών, οι οποίοι κανένα συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης δεν έχουν, μετά τη στοιβασία των οχημάτων τους και δη του υπό στοιχεία κυκλοφορίας … φορτηγού αυτοκινήτου στο οποίο ήταν συνδεδεμένο το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ….. επικαθήμενο ψυγείο, με φορτίο γαλακτοκομικά προϊόντα του πρώτου εκ των εν λόγω μαρτύρων και του υπό στοιχεία κυκλοφορίας …….. φορτηγού αυτοκινήτου στο οποίο ήταν συνδεδεμένο το υπό στοιχεία κυκλοφορίας …… επικαθήμενο ψυγείο του δευτέρου εξ αυτών (μαρτύρων) και προ της αποχώρησής τους από το χώρο στάθμευσης, αυτοί ήλεγξαν περιμετρικά το όχημά τους και το ψυκτικό αυτού μηχάνημα, γεγονός που αποδεικνύει ότι πράγματι η απόσταση μεταξύ των οχημάτων, αλλά και μεταξύ των οχημάτων και των πλευρών του πλοίου, ήταν τέτοια ώστε επέτρεπε σε αυτούς να κινηθούν περιμετρικά του οχήματός τους. Η απόσταση εξάλλου των, κατ’ ελάχιστο, σαράντα [40] εκατοστών, μεταξύ των οχημάτων και αυτών και των πλευρών του ανωτέρω πλοίου που τηρήθηκε εν προκειμένω, κρίνεται ικανή απόσταση για την προσπέλαση των μελών του πληρώματος και φορητών πυροσβεστικών μέσων προς μία τουλάχιστον πλευρά των οχημάτων που φορτώθηκαν στον ανωτέρω χώρο στάθμευσης, όπως προβλέπεται από τις αμέσως ανωτέρω μνημονευόμενες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Λιμένος. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη κανένα συμφέρον δεν είχε να παραβιάσει τις περί στοιβασίας διατάξεις του ανωτέρω Γενικού Κανονισμού, εφόσον τα φορτηγά πλοία που φορτώθηκαν στους χώρους στάθμευσης Νο4 και Νο6 του εν λόγω πλοίου κατά την ανωτέρω ημερομηνία, υπολείποντο της χωρητικότητας του πλοίου, αφού όπως απεδείχθη, φορτώθηκαν συνολικά ενενήντα τέσσερα [94] φορτηγά οχήματα, ενώ η χωρητικότητα των εν λόγω χώρων σταθμεύσεως έφθανε τα εκατόν είκοσι πέντε [125] μεγάλα φορτηγά, όπως κατέθεσε περί τούτου ο ανωτέρω εξετασθείς με επιμέλεια της εναγομένης ενόρκως βεβαιώσας ……….. Επίσης, όπως αποδεικνύεται από την απόδειξη μεταφοράς οχημάτων που αφορά το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ………. φορτηγό όχημα με το οποίο μεταφέρονταν το ασφαλισμένο από την ενάγουσα φορτίο, το απόβαρο, ήτοι το βάρος του εν λόγω φορτηγού, ανήρχετο σε 7 τόνους, με αποτέλεσμα η εγκάρσια απόστασή του από τα παραπλεύρως στοιβαχθέντα φορτηγά οχήματα να μην δύναται να υπερβαίνει κατά μέσον όρο τα 50 εκατοστά, αλλά κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ.2 του ανωτέρω Γενικού Κανονισμού να είναι η μικρότερη δυνατή, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του ιδίου Γενικού Κανονισμού, για λόγους ευστάθειας του πλοίου, προκειμένου να εμποδίζεται ενδεχόμενη μετατόπισή τους κατά το εγκάρσιο του πλοίου. Σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από την από 11.6.2020 έκθεση που υπογράφεται από τον ……………, Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας με την επωνυμία …….., η οποία προσκομίζεται από την ενάγουσα, εφόσον σε αυτή καμία αναφορά δεν γίνεται σχετικά με την απόσταση στοιβασίας των οχημάτων, κατά τον επίδικο χρόνο, επί του ανωτέρω πλοίου. Περαιτέρω, σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί ούτε από την περιεχομένη στη με αριθμό ……/23.6.2021 επικαλούμενη από την ενάγουσα με αριθμό ….. ένορκη βεβαίωση του …….., ιδιωτικού υπαλλήλου και εργαζομένου στην επιχείρηση της ενάγουσας με την ιδιότητα του διακανονιστή ζημιών επί δέκα επτά έτη, κατά την κατάθεση του οποίου «… οι εναγόμενες και οι προστηθέντες τους δεν διαχειρίστηκαν με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο την ορθή κατανομή των οχημάτων σε αυτό μεριμνώντας για την τήρηση των αναγκαίων αποστάσεων μεταξύ των σταθμευμένων οχημάτων, προκειμένου να είναι ευχερής και εφικτή η προσπέλαση από τα μέλη του πληρώματος σε περίπτωση εκδήλωση πυρκαγιάς, όπως και συνέβη, με φυσικό επακόλουθο να μην μπορέσει το προσωπικό να παρέμβει έγκαιρα και αποτελεσματικά για την κατάσβεσή της …». Ο εν λόγω μάρτυρας δεν κατέθεσε σαφώς ποία ήταν η απόσταση που τηρήθηκε κατά τη στοιβασία των εν λόγω οχημάτων και η πηγή γνώσης του, αφού ο ίδιος δεν επέβαινε επί του πλοίου, ούτε καταθέτει σαφώς σχετικά με την πηγή των πληροφορίων του όσων κατέθεσε. Αντίθετα, απεδείχθη ότι, κατά τη στοιβασία των εν λόγω οχημάτων, αυτά τοποθετήθηκε στην προσήκουσα για τη φόρτωση θέση και σε απόσταση 40-45 εκ. μεταξύ τους, η ίδια δε απόσταση τηρήθηκε κατά τη στοιβασία μεταξύ αυτών (οχημάτων) και των πλευρών του πλοίου. Η μη μετάβαση στο χώρο στάθμευσης Νο 4 του εν λόγω πλοίου αγήματος πυρόσβεσης αποτελούμενο από μέλη του πληρώματος του εν λόγω πλοίου, οφείλεται στον πυκνό καπνό που εκλύονταν από το χώρο και εμπόδιζε την ορατότητά τους, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω και όχι στον τρόπο στοιβασίας των οχημάτων που κατά τον εν λόγω μάρτυρα εμπόδιζε την πρόσβαση του πληρώματος. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ως προς την προσήκουσα στοιβασία των οχημάτων που φορτώθηκαν επί του ανωτέρω πλοίου καθόν χρόνο έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του τετάρτου λόγου έφεσης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης του …….. που προσεκόμισε η ενάγουσα. Εξάλλου, σε αντίθετη κρίση το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί από την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα ως σχετικό 18 με αριθμό …./2019 έκθεση του ΑΣΝΑ, αφού αυτή αφορά άλλο περιστατικό και δη ναυτικό ατύχημα ετέρου πλοίου, ήτοι του Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου «ΕΒ» και όχι την επίδικη περίπτωση. Επομένως, από τη συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν απεδείχθη πταίσμα και μάλιστα «προσωπικό πταίσμα» της πρώτης εναγόμενης – θαλάσσιας μεταφορέα, καθό μέρος η ένδικη αγωγή θεμελιώνεται στην σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς, αλλά ούτε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αμφοτέρων των εναγόμενων και των προστηθέντων αυτών στην πρόκληση βλάβης στο ανωτέρω φορτίο της ως μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία «……….», καθ’ υποκατάσταση της οποίας η ενάγουσα ασκεί την ένδικη αγωγή της, συνεπεία της ένδικης πυρκαγιάς. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένων των περί του αντιθέτου πρώτου, δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγων έφεσης της ενάγουσας.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του ανωτέρω προκαταβληθέντος, από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της ένδικης έφεσης, παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. α΄ ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, του παρόντος βαθμούς δικαιοδοσίας, σε βάρος της ενάγουσας, διότι κατ` εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία σε αυτήν για την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 εδ. τελ. ΚΠολΔ, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την ένδικη έφεση τυπικά και
Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο, του κατατεθέντος από την εκκαλούσα υπ’ αριθ. ……………….. ηλεκτρονικού παράβολου έφεσης, ποσού εκατό (100) ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας μέρος των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, δίχως την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων την 23/1/2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ