Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 77/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Αποφάσεως  77/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Ναυτικό Τμήμα

Αποτελούμενο από την Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα K.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ………….. για να δικάσει την υπόθεση  μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …………….. τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Κουντούρης [ΜΙΚΕΣ Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Της αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη ……………. Λιβερίας, εταιρείας με την επωνυμία «……………….», η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και 2) της αλλοδαπής και δη εδρεύουσας ομοίως στη …………. Λιβερίας εταιρείας με την επωνυμία «………………..» η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και οι οποίες, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σωτηριάδη [Ν. ΓΩΓΙΟΣ – Α. ΝΑΣΙΚΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].

Ο καλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 23.12.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./23.12.2019 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 225/2021 οριστική απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε αυτήν εν μέρει στην ουσία της.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τόσον ο ενάγων και ήδη καλών με την από 14.6.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ……………./14.6.2021 έφεσή του, όσον και οι εναγομένες ήδη καθών η ένδικη κλήση με την από 9.7.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ενδίκου μέσου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ……………./9.7.2021 έφεσή τους, επί των οποίων εκδόθηκε, μετά από συνεκδίκασή τους, η με αριθμό 531/2022 οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές αμφότερες οι ανωτέρω εφέσεις και περαιτέρω, απορρίφθηκε στην ουσία της η ανωτέρω έφεση του ενάγοντος και αφού έγινε δεκτή στην ουσία της η ανωτέρω έφεση των εναγομένων, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της η ανωτέρω αγωγή.

Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε ο ενάγων με την από 28-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ………../2022) αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 289/2024 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Β1 Πολιτικού Τμήματος), με την οποία, κατά μερική παραδοχή της ως άνω αιτήσεως, αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 531/2022 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο αυτό Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Μετά ταύτα, η ένδικη υπόθεση επανεισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την από 25.7.2024 κλήση του καλούντος – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου, που έχει κατατεθεί με αριθμό σχετικής εκθέσεως …………/25.7.2024, δικάσιμος για την εκδίκαση της οποίας ορίστηκε  η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των καθών η κλήση – εκκαλουσών – εφεσιβλήτων εταιρειών, αφού έλαβε το λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καλούντος – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε τις προτάσεις του και με σχετική δήλωσή του δήλωσε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παρασταθεί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Μετά την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 531/2022 αποφάσεώς του με τη με αριθμό 289/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, νομότυπα (άρθρο 581 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ) φέρεται προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της παραπομπής, με την από 25.7.2024 κλήση (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ……………./25.7.2024) του καλούντος – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου – ενάγοντος η από 14.6.2021, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ενδίκου μέσου του Πρωτοδικείου Πειραιώς ……………./14.6.2021 και αριθμό εκθέσεως προσδιορισμού δικογράφου του Εφετείου Πειραιώς ………………/16.7.2021 έφεσή του, που πλήττει την υπ’ αριθμ. 225/2021 οριστική απόφαση του Ναυτικού Τμήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε ως και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη την από 23.12.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………./23.12.2019 αγωγή του καλούντος.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 579 § 1 εδαφ. α, 580 § 3 εδαφ. β και 581 § 2 ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντιστοίχως, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, ότι επί αναιρέσεως για οποιονδήποτε λόγο, πλην εκείνων της υπέρβασης δικαιοδοσίας και της παράβασης των διατάξεων για την υλική αρμοδιότητα, η υπόθεση παραπέμπεται για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ότι στο δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση συζητείται εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΑΠ 963/1999, Δνη 2000/52), ως προς την οποία και θα αποφανθεί πλέον το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα την δεχθεί και θα εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είτε θα απορρίψει την έφεση και θα την επικυρώσει (ΑΠ 1421/2002, ΧρΙΔ 2003/145). Η δίκη στο δικαστήριο της παραπομπής θα διεξαχθεί μεταξύ των διαδίκων που μετείχαν στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 116/2020, ΑΠ 808/2017, ΑΠ 1609/2017, πρώτη δημοσίευση όλων σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών [ΤΝΠ] ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 161/2013, ΕΠολΔ 2013/205, ΑΠ 1131/2012, ΧρΙΔ 2013/45) και η υπόθεση θα επανεξεταστεί κατά την έκταση της ανατροπής της προηγούμενης κρίσης του εφετείου που επήλθε με την αναιρετική απόφαση, καθόσον η αναίρεση και, συνεπώς, η εξαφάνιση της αποφάσεως που με αυτή προσβλήθηκε μπορεί να είναι ολική ή μερική, το δε εύρος της εξαφανίσεώς της εξαρτάται από τον αριθμό των κεφαλαίων της διαφοράς που εθίγησαν επιτυχώς (ΑΠ 1150/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 493/2011, ΕΠολΔ 2012/447, ΑΠ 1220/2007, Δνη 2008/1625, ΑΠ 975/2000, Δνη 2001/81). Έτσι, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα (ΑΠ 28/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1105/2019, ΧρΙΔ 2020/26, ΑΠ 561/2013, ΝοΒ 2013/1919), τα οποία συναναιρούνται (ΑΠ 511/2018, ΑΠ 632/2018, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1717/2002, ΝοΒ 2003/1223), ως τέτοιων νοουμένων όσων αφορούν σε παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαιτήσεως ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 286/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και δεν μπορεί να γίνει αποχωρισμός τους (ΑΠ 436/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 738/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1308/2004, ΕλλΔνη 2005.84). Η εξαφάνιση θεωρείται συνολική όταν η αναιρετική απόφαση δεν περιορίζει, με σχετική διάταξη στο διατακτικό της, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους (OλΑΠ 27/2007, ΝοΒ 2007/1830, ΑΠ 248/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν η αναίρεση είναι μερική και αναφέρεται σε ορισμένα μόνο από τα κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκε, ο έλεγχος του δικαστηρίου της παραπομπής θα εκταθεί μόνο στα κεφάλαια αυτά, διότι ως προς τα υπόλοιπα η απόφαση του εφετείου έχει τελεσιδικήσει (ΑΠ 1479/2019, ΑΠ 1282/2018, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 479/2009, ΕφΑΔ 2009/831, Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, ΙΙΙ, Ένδικα Μέσα, 2007, § 121, αρ. 29, σελ. 561) και κατά την μετ’ αναίρεση επανεκδίκαση της υπόθεσης οι διατάξεις της που δεν αναιρέθηκαν διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν με το δεδικασμένο τους, αφού αυτό δεν ανατράπηκε (ΑΠ 404/2018, ΧρΙΔ 2019/286), λαμβάνεται δε υπόψη από το δικαστήριο της παραπομπής και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 2072/2007, ΑΠ 1949/2007, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, επί αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών ο μετ’ αναίρεση έλεγχος κατά παραπομπή θα επεκταθεί σε εκείνες μόνον από τις σωρευόμενες αγωγές ως προς τις οποίες η κρίση του εφετείου εξαφανίστηκε, αφού ως προς τις λοιπές η δευτεροβάθμια απόφαση που προηγήθηκε έχει μετά την έκδοση της αναιρετικής καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 3/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ίδιο ισχύει και επί συρροής νομίμων βάσεων της αυτής ενιαίας αξιώσεως (περί της οποίας βλ. ΑΠ 192/2016, Ε7 2016/843, ΑΠ 1276/2015, ΧρΙΔ 2016/54, ΑΠ 1277/2015, Ε7 2016/699, ΑΠ 1596/2014, ΧρΙΔ 2015/185, Δ. Κονδύλης, Το Δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, 2007, §§ 19 και 21, σελ. 375 και 414 αντίστοιχα), δεδομένου ότι η επίκληση στην αγωγή περισσότερων νομικών βάσεων προς θεμελίωση της επίδικης αξίωσης δημιουργεί πλειονότητα κεφαλαίων (ΑΠ 1489/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2035/2006, ΔΕΕ 2007/483), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της αντικειμενικής σωρεύσεως περισσοτέρων αξιώσεων στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο (Α. Παπαθεοδώρου, Πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι κατά τον ΚΠολΔ, 2013, αρ. 38, σελ. 52, αντίθετοι η Κ. Μακρίδου, Πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κατά τον ΚΠολΔ, 2000, σελ. 76 και ο Δ. Μπαμπινιώτης, Μεταβιβαστικό Αποτέλεσμα της Έφεσης και Αντικείμενο της Έκκλητης Δίκης, 2016, σελ. 401, κατά τους οποίους όταν η πρωτοβάθμια απόφαση αποφαίνεται επί πλειόνων νομικών θεμελιώσεων της αγωγής, υφίσταται, παρά τη ρύθμιση του άρθρου 324 ΚΠολΔ, ένα ενιαίο κεφάλαιο δίκης). Περαιτέρω, το κατά παραπομπή επιλαμβανόμενο δικαστήριο δεσμεύεται μόνο ως προς νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 137/2004, Δ 2004/1171 = ΝοΒ 2004/1553) και όχι ως προς την ουσία της υποθέσεως, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 548/2008, ΑΠ 806/2008, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), μη δεσμευόμενο από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Τούτο σημαίνει ότι, εφόσον αυτές δεν εθίγησαν με την αναίρεση, το δικαστήριο της παραπομπής δύναται να εκτιμήσει τις αποδείξεις διαφορετικά από ό,τι η αναιρεθείσα απόφαση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004, Δ 2004/804 = ΕΕΔ 2005/150). Η δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 580 § 4 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι αποφάσεις της Ολομέλειας ή των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως «νομικό ζήτημα» θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου είχε θεμελιωθεί η αναίρεση (ΑΠ 846/2019, ΑΠ 534/2015, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 153/1997, Δ 1997/857) και μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1432/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 629/2010, ΝοΒ 2010/2329, ΑΠ 707/2008, ΝοΒ 2008/2190 = Δ 2008/917). Η δέσμευση αυτή δεν παράγεται από το δεδικασμένο, επειδή αυτό ανακύπτει μετά το πέρας της δίκης και μάλιστα κατά τη διάρκεια άλλης δίκης, στα πλαίσια της οποίας το ήδη επιλυθέν ζήτημα εμφανίζεται ως κύριο ή προδικαστικό. Άλλωστε, οι αναιρετικές αποφάσεις είτε της ολομέλειας είτε των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεν είναι δεκτικές εκτελέσεως, ούτε παράγουν δεδικασμένο. Αντ’ αυτών παράγουν ενδοδιαδικαστική δέσμευση (ΟλΑΠ 12/2009, ΑρχΝ 2009/708, ΑΠ 962/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), που οφείλεται στην κατά το Σύνταγμα και το νόμο ιεραρχική θέση των δικαστηρίων (δόγμα ιεραρχίας) και στο σκοπό και τη λειτουργία των ενδίκων μέσων (Δ. Κονδύλης, ο.π., § 14, σελ. 260 επομ.). Για το λόγο αυτό τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί και ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, εφόσον αφορούν νομικό ζήτημα υπό την προεκτεθείσα έννοια, καλύπτονται από την κρίση της αναιρετικής απόφασης και, αν μεν είχαν γίνει δεκτοί ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχθεί και ως βάσιμους λόγους έφεσης, ενώ, αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, αποβαίνουν απαράδεκτα ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 15/2011, ΧρΙΔ 2012/194 = ΕφΑΔ 2012/392, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 553/2008, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, τόμος Γ, 1995, άρθρο 581, αρ. 10). Επομένως, η κρίση που εξέφρασε ο Άρειος Πάγος σχετικά με το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα της αγωγής είναι δεσμευτική για το δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 270/2015, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου στο Διαδίκτυο, ΑΠ 1297/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αν η αναίρεση εχώρησε για έλλειψη νόμιμης βάσης κατ’ άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δηλαδή για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρετικής απόφασης ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αφού με αυτές δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 621/2018, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 109/2006, Δ 2006/919, Λ. Σινανιώτης, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, 2006, σελ. 341, Ι. Ψωμάς, Μελέτες Αναιρετικής Διαδικασίας, 2000, σελ. 229). Στην περίπτωση αυτή το εφετείο επανεκτιμά τα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 121/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και αν αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις ο παραμερισμός της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής απόφασης δεν θεμελιώνει λόγο νέας αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ (ΑΠ 867/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 194/2004, Δνη 2004/605, Κ. Καλαβρός, Η αναίρεση κατά τον ΚΠολΔ, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2017, άρθρο 580, αρ. 15, σελ. 831 επομ.). Επιπλέον, μετά την αναίρεση δευτεροβάθμιας απόφασης, το δικαστήριο της παραπομπής επανεξετάζει το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως (ΟλΑΠ 4/1996, Δνη 1996/1041 = ΕΕΝ 1996/23 = ΝοΒ 1997/199), αφού οι παραδοχές της αναιρεθείσας περί της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων [και] της έκκλητης δίκης ακόμα και αν δεν αμφισβητήθηκαν με λόγο αναιρέσεως, συναναιρέθηκαν, δεδομένου ότι δεν αποτελούσαν αυτοτελές αντικείμενο δίκης, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη προσβολή τους, καθώς οι προϋποθέσεις αυτές εξετάζονται και καταφάσκονται με δύναμη δεδικασμένου πάντοτε σε σχέση με το εκάστοτε κρινόμενο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1659/2011, ΧρΙΔ 2012/364, Π. Κολοτούρος, Δικονομικά ζητήματα από την πρόσφατον νομολογίαν του Αρείου Πάγου, σε Δνη 2019/342 επομ., contra ΑΠ 711/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τα παραπάνω έπεται ότι η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα κεφάλαια που δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης και εκείνα ως προς τα οποία οι λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν (ΑΠ 105/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αν η δευτεροβάθμια απόφαση αποφάνθηκε επί περισσοτέρων αγωγών και επιτυχώς επλήγη η απόφανσή της ως προς μία από αυτές, το δικαστήριο κατά την παραπομπή εξετάζει μόνον εκείνη την αγωγή ως προς την οποία η προηγούμενη κρίση του αποδοκιμάστηκε με την παραδοχή αντίστοιχου λόγου αναιρέσεως. Ομοίως, αν κρίθηκε αδικοπρακτική αγωγή στην οποία σωρεύθηκαν αντικειμενικώς αιτήματα αποκατάστασης περιουσιακής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης και επιτυχώς προσβλήθηκε η κρίση περί της παραδοχής ή της απορρίψεως της αγωγής κατά το αίτημά της περί αποζημιώσεως της υλικής βλάβης μόνον, το δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει εξουσία να εξετάσει το περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης αντικειμενικώς σωρευθέν αίτημά της, που ήδη αποδικάστηκε, εφόσον οι λόγοι αναιρέσεως κατά της αντίστοιχης αποφατικής κρίσης του απορρίφθηκαν και την έρευνά του εμποδίζει το δεδικασμένο που παρήχθη ως προς την ανυπαρξία του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος, δεδομένου ότι η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο της απόφασης, ανεξάρτητο από το κεφάλαιό της για την περιουσιακή ζημία, καθώς έχουν διαφορετική νομική θεμελίωση αλλά και ιστορική αιτία (ΑΠ 978/2014, ΧρΙΔ 2015/35, ΑΠ 212/2006, ΝοΒ 2007/693, Δ. Κράνης, Η έννοια και η σημασία των κεφαλαίων στην πολιτική δίκη, σε ΕΠολΔ 2018/242 επομ. [245], Α. Μπακόπουλος, Ζητήματα από την κατ’ έφεση δίκη, σε Δνη 1992/1144). Αυτοτελές κεφάλαιο της απόφασης αποτελεί η διάταξή της περί δικαστικής δαπάνη, που αφορά μεν δικονομικό ζήτημα, συνάπτεται όμως αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια (Β. Βαθρακοκοίλης, Η Έφεση, 2015, αρ. 1224, σελ. 315), αφού, με βάση την αρχή της ήττας, τα δικαστικά έξοδα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176, 178 § 1 και 183 ΚΠολΔ θα προσδιοριστούν ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου (ΑΠ 1176/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Εν προκειμένω, ο ενάγων ………….., με την ένδικη από 23.12.2019 αγωγή του την οποία ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ισχυρίσθηκε ότι, με σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου και δη επτά [7] μηνών, που κατήρτισε στον Πειραιά την 19-12-2018, με τη δεύτερη εναγόμενη – αλλοδαπή εταιρεία νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη ……. της Λιβερίας, εταιρείας, πλοιοκτήτριας του, υπό ελληνική σημαία Φ/Γ πλοίου FN, με αριθμό νηολογίου Πειραιά ……, χωρητικότητας 88.000 DW, κ.ο.χ. 44.668, κ.κ.χ. 27.138, προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε την 20-12-2018 στο ως άνω πλοίο, με την ειδικότητα του Βοηθού Θαλαμηπόλου και με τη συμφωνία ότι οι όροι εργασίας του και οι αποδοχές του θα καθορίζονται από τη ΣΣΕ Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4500 τόνους DW και άνω, έτους 2010. Ότι, κατόπιν σχετικής εντολής του Πλοιάρχου και των εναγομένων, ήδη από την πρώτη ημέρα της ναυτολόγησής του, εκτέλεσε καθ’ όλη τη διάρκειά της, εκτός από τα καθήκοντα της άνω ειδικότητας για την οποία προσελήφθη και τα περιγραφόμενα πλήρη και αυτοτελή καθήκοντα του Θαλαμηπόλου και του Βοηθού Μαγείρου που προβλέπονται από τα άρθρα 102-104 και 108 του Β.Δ. 806/1970 «περί κανονισμού εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω», ήτοι ειδικοτήτων που προβλέπονταν για την οργανική σύνθεση του συγκεκριμένου πλοίου από το Π.Δ. 238/1987 «περί οργανικής συνθέσεως πληρωμάτων φορτηγών πλοίων άνω των 3.000 κόρων», για τις οποίες εν τούτοις δεν υπήρχε  ναυτολογημένος σ’ αυτό άλλος ναυτικός. Ότι η σύμβαση εργασίας του έληξε την 19-7-2019, ενώ το πλοίο βρισκόταν στο λιμάνι Port Kelang της Μαλαισίας, αλλά ο πλοίαρχος του εζήτησε και ο ίδιος (ενάγων) δέχθηκε  να παραμείνει ναυτολογημένος για ένα ακόμα ταξίδι από Ασία προς Λατινική Αμερική μετ’ επιστροφής, ήτοι για τουλάχιστον δυο μήνες ακόμη, με αποτέλεσμα η σύμβασή του να επεκταθεί για το χρονικό διάστημα αυτό που θα διαρκούσε το άνω ταξίδι ήτοι για διάστημα δύο μηνών. Ότι το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Αυγούστου του έτους 2019 το ως άνω πλοίο επρόκειτο να καταπλεύσει στο λιμάνι Rio Grande της Βραζιλίας και ακολούθως να επιστρέψει στην Κίνα, με ενδιάμεσο σταθμό για ανεφοδιασμό καυσίμων τη Σιγκαπούρη. Ότι ο ίδιος από την 13-8-2019 ζητούσε από τον Πλοίαρχο και τον Υποπλοίαρχο του πλοίου να τον στείλουν σε γιατρό στο άνω λιμάνι της Βραζιλίας, καθώς υπέφερε από συνεχείς πόνους που δεν υποχωρούσαν με αναλγητικά χάπια και πίστευε ότι είχε υποστεί ψύξη εξαιτίας της συνεχούς εισόδου του στα ψυγεία του πλοίου. Ότι, μετά τον κατάπλου του πλοίου στο άνω λιμάνι της Βραζιλίας, ο Πλοίαρχος του ανωτέρω πλοίου του εζήτησε να υπογράψει έγγραφη παραίτηση, ώστε να προγραμματιστεί η αποστολή αντικαταστάτη του στην Κίνα. Ότι, συμμορφούμενος με τις οδηγίες του Πλοιάρχου, την 23-8-2019, υπέβαλε πράγματι την παραίτησή του και αιτήθηκε την αντικατάσταση και τον επαναπατρισμό του στον επόμενο λιμένα φόρτωσης, λόγω λήξης της σύμβασής του. Ότι την επόμενη ημέρα, ο Πλοίαρχος αιφνιδίως του ανακοίνωσε ότι επίκειται η άφιξη του αντικαταστάτη του και του ζήτησε φορτικά να μη δημιουργήσει πρόβλημα, αλλά να αποχωρήσει «ήσυχα» από το πλοίο. Ότι, ευρισκόμενος προ αδιεξόδου σε μια ξένη χώρα και συνεπεία των έντονων πιέσεων που του ασκήθηκαν, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στον Προξενικό Λιμενάρχη, δέχθηκε και αποχώρησε από το πλοίο, αφού ανεγράφη στο ναυτικό του φυλλάδιο ως αιτία λύσης της σύμβασης ναυτικής εργασίας του η φράση «αμοιβαία συναινέσει», η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν ήταν αληθής, καθόσον η σύμβαση εργασίας του λύθηκε λόγω καταγγελίας αυτής από τον Πλοίαρχο του ως άνω πλοίου, άνευ παραπτώματός του και ενώ ο ίδιος επιθυμούσε να αποναυτολογηθεί στον επόμενο λιμένα φόρτωσης, ήτοι στην Κίνα, όπως είχε άλλωστε συμφωνήσει. Ότι με τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα την 25.8.2019, επισκέφθηκε τα γραφεία της δεύτερης εναγομένης και διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά του Πλοιάρχου απέναντί του, για το γεγονός ότι δεν τον έστειλε σε ιατρό, καθώς επίσης και για το γεγονός ότι τον εξανάγκασε με φορτικότητα σε αποχώρηση από το πλοίο πριν από τον πραγματικό χρόνο λήξης της συμβάσεώς του, συνεπεία δε αυτού του γεγονότος, δεν ηδύνατο να κοιμηθεί από της αποχωρήσεώς του από το ανωτέρω πλοίο αλλά ούτε και να εξέλθει από το ξενοδοχείο όπου διέμενε, υπάλληλος της οποίας του υποσχέθηκε ότι θα τον επαναπροσλάβουν. Ότι αυτός (ενάγων) εξαιτίας των πιέσεων που του ασκήθηκαν από τον Πλοίαρχο και της ξαφνικής ανεργίας του, ένιωθε έντονα αισθήματα ανασφάλειας, υπέφερε από έντονη ανησυχία, δυσφορία και φόβο, συναισθήματα τα οποία, παρά το γεγονός ότι είχε αποχωρήσει από το πλοίο, δεν μπορούσε να διαχειριστεί, με αποτέλεσμα τις πρώτες πρωινές ώρες της 28.8.2019 να μεταβεί στα εξωτερικά ιατρεία του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου “ΑΤΤΙΚΟΝ”, όπου υποβλήθηκα σε λεπτομερή κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, προκειμένου να διακριβωθεί ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούσε να κοιμηθεί, οπότε του συνεστήθη ψυχολογική και ψυχιατρική εκτίμηση και ακολούθως παρακολούθηση σε τακτική βάση. Ότι ακολούθως επέστρεψε στο χωριό του, έκτοτε δε παρακολουθείται τακτικά στα εξωτερικά ιατρεία της Ψυχιατρικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής, λόγω γενικευμένης αγχώδους διαταραχής με κρίσεις πανικού και μη οργανικής διαταραχής του προγράμματος ύπνου – εγρήγορσης, τα οποία του προκαλούν ακαθόριστη ανησυχία, νευρικότητα και αδυναμία χαλάρωσης και ότι, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, μετά πάροδο χρονικού διαστήματος τεσσάρων μηνών από την απόλυσή του και παρά την υποβολή του σε συνεχή ψυχιατρική θεραπεία και φαρμακευτική αγωγή, η υγεία του δεν έχει αποκατασταθεί, αλλά συνεχίζει να υποφέρει από τα ίδια συναισθήματα που είχε αμέσως μετά την παλιννόστησή του και την αναίτια απόλυσή του, νιώθει ευάλωτος και αυτή η συναισθηματική ανασφάλεια του προκαλεί ευερεθιστότητα και νευρικότητα, του δημιουργεί δε περαιτέρω αισθήματα απελπισίας και δυσθυμίας, με εμφανή την αδυναμία συγκέντρωσης της προσοχής του και συγκρότησης των σκέψεών του, ενώ παράλληλα δυσκολεύεται να κοιμηθεί, ο δε ύπνος του είναι ανήσυχος, υποφέρει από συνεχείς και έντονες κεφαλαλγίες και νιώθει γενική κατάπτωση και αδυναμία. Άπαντα τα ανωτέρω προκαλούν σοβαρή έκπτωση στην εν γένει λειτουργικότητά του και διαταράσσουν παντελώς την ψυχική του λειτουργία και ισορροπία. Συνεπεία των ανωτέρω γεγονότων, ως μόνης αμέσου και ενεργού αιτίας, σύμφωνα με τις ιατρικές γνωματεύσεις και τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, αλλά και της ανθρώπινης πείρας, έχει καταστεί πλήρως προσκαίρως ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματός του, του Θαλαμηπόλου, καθώς και κάθε άλλου κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμου, έως τουλάχιστον και την 24.12.2019. Ότι η κατά τα άνω κατάσταση της υγείας του και η ένεκα αυτής ανικανότητά του προς εργασία οφείλονται στην αναίτια απόλυση του και στη φορτικότητα με την οποία τον υποχρέωσαν να αποχωρήσει από το πλοίο, βρίσκονται δε σε αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της εργασίας του σε αυτό και τοιουτοτρόπως, συνιστά εργατικό ατύχημα, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενος κυρίως τη σύμβαση ναυτικής εργασίας του και επικουρικά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησε, κατόπιν τροπής, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 224 σε συνδυασμό με 294 επ. Κ.Πολ.Δ.), μέρους του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρο αναφορικά με την δεύτερη εναγομένη κατ’ άρθρο 1 του Ν. 762/1978, ως αντιπρόσωπος δηλαδή της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής εταιρείας συντάξασας στην Ελλάδα την ένδικη σύμβαση ναυτικής εργασίας, να του καταβάλουν α) το ποσό των 5.564,59 ευρώ ως αποδοχές για την απασχόλησή του, παράλληλα με την ειδικότητα του Βοηθού Θαλαμηπόλου και ως Θαλαμηπόλου, με το νόμιμο τόκο από την απόλυσή του την 24-8-2019, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) το ποσό των 9.819,73 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης και γ) το ποσό των 13.092,00 ευρώ για αποζημίωση πλήρους πρόσκαιρης ανικανότητάς του προς εργασία συνεπεία εργατικού ατυχήματος, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και Β) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, α) το ποσό των 21.841,01 ευρώ για πλήρεις αποδοχές Βοηθού Μαγείρου, με το νόμιμο τόκο από την απόλυσή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) το ποσό των 9.548,44 ευρώ για μισθούς ασθενείας τεσσάρων μηνών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 225/2021 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι τυγχάνει καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10, 12 παρ.1, 13, 14 παρ.2, 16 αριθ.2, 33, 35, 37 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 3Α του Ν. 2172/1993 ως εκ του ναυτικού χαρακτήρα της ένδικης διαφοράς και ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγωγής αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 και 4 του ΚΠολΔ, 5 παρ.3, 18 παρ.2 σε συνδυασμό με άρθρο 60 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22.12.2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις [«Κανονισμό Βρυξέλλες Ι»], 7 παρ.2, 21 παρ.2 -1 περ.β σε συνδυασμό με άρθρο 63 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ο οποίος από την 10.1.2015 (άρθρο 81) αντικατέστησε στις σχέσεις των κρατών μελών τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22.12.2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ότι εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο τυγχάνει το ελληνικό, τόσο για την ευθύνη των εναγομένων κατά την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση ναυτικής εργασίας, λόγω συμβατικού υπό των διαδίκων καθορισμού, όσο και για την επικουρική βάση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ακολούθως δέχθηκε ότι η αγωγή, ως προς αμφότερες τις εναγόμενες τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341 εδ.α, 345 εδ.α, 346, 361, 648 επ., και 904 επ. του ΑΚ, 53, 54, 5, 60, 66, 74, 75 και 76 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4500 τόνους DW και άνω έτους 2010, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3525.1.2/01/2011 απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας [ΦΕΚ Β 123/9.2.2011), αρ. 1, 2, 3 παρ.3 του Ν. 551/1915, 176, 907 και 908 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο κατά το μέρος που αφορά τα αναγνωριστικά αιτήματα της αγωγής και επαρκώς ορισμένη, απορρίπτοντας αντίθετο ισχυρισμό των εναγομένων, εν τέλει [Α] δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και στην ουσία της και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα, για εκτέλεση κατά 50% των καθηκόντων του Βοηθού Μάγειρα, το ποσό των 7.026,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη λύση της εργασιακής του σύμβασης την 24-8-2019 μέχρι την εξόφληση, καθόσον κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων πράγματι εκτέλεσε περιορισμένως και δη σε ποσοστό 50% και τα καθήκοντα του βοηθού μάγειρα στο ανωτέρω πλοίο κατά τη διάρκεια της ένδικης ναυτολόγησής του και [Β] απέρριψε ως αβάσιμα κατ’ ουσία τα λοιπά κονδύλια και την επικουρική βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων δεν εκτέλεσε χρέη θαλαμηπόλου επί του εν λόγω πλοίου, δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων περί παράτασης για δύο εισέτι μήνες της ανωτέρω ορισμένου χρόνου σύμβασης ναυτικής εργασίας του ενάγοντος, επιπλέον δε διότι δεν απεδείχθη, η αιτιώδης σύνδεση της ψυχικής κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, όπως αυτή αποτυπώνεται στα αναφερόμενα σε αυτή ιατρικά πιστοποιητικά, με την εξέλιξη της εργασιακής του σχέσης, καταδίκασε δε τις εναγόμενες στην καταβολής μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος το ύψος του οποίου όρισε στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν αμφότερες οι διάδικες πλευρές με τις ως άνω εφέσεις τους, ως εν μέρει ηττηθείσες και έχουσες προς τούτο έννομο συμφέρον. Συγκεκριμένα, ο ενάγων άσκησε την από 14.6.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……………./14.6.2021 έφεσή του, με τους τέσσερις λόγους της οποίας έπληξε την εκκαλουμένη απόφαση για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το αποδεικτικό της πόρισμα ότι αυτός (ενάγων) δεν εκτέλεσε παράλληλα με τα καθήκοντα του Βοηθού Θαλαμηπόλου και καθήκοντα Θαλαμηπόλου (πρώτος λόγος), ότι εκτέλεσε περιορισμένα και δη σε ποσοστό 50% τα καθήκοντα του Βοηθού Μάγειρα και επιπλέον, από τη δικαιούμενη από αυτόν αμοιβή αφήρεσε το ποσό των ευρώ 952,31 που αυτός έλαβε ως αμοιβή του για την υπερωριακή του απασχόληση (δεύτερος λόγος έφεσης), ότι αυτός (ενάγων) δεν δικαιούται αποζημίωση απόλυσης εκ ποσού ευρώ 9.819,73 αφού η ανωτέρω ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας δεν παρατάθηκε για δύο εισέτι μήνες από τη λήξη της (τρίτος λόγος) και ότι δεν δικαιούται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915 και μισθούς ασθενείας για την εμφανισθείσα σε αυτόν ψυχική διαταραχή, ζήτησε δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την αποδοχή στο σύνολό της της ανωτέρω αγωγής. Την εκκαλουμένη απόφαση προσέβαλαν και οι εναγόμενες, με την από 9.7.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ενδίκου μέσου ……………./9.7.2021 έφεσή τους, για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, καθό μέρος δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή αναφορικά με το αίτημα του ενάγοντος περί επιδίκασης του μισθού του βοηθού μάγειρα (πρώτος και πέμπτος λόγος έφεσης), για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το αποδεικτικό πόρισμα αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως) ότι ο ενάγων εκτέλεσε πράγματι μερικώς και δη σε ποσοστό 50% και υπηρεσίες της ειδικότητας του βοηθού μάγειρα (δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγος έφεσης), κρίση η οποία επλήγη και για εσφαλμένη εκτίμηση των διδαγμάτων κοινή πείρας (τρίτος λόγος έφεσης) και εν τέλει επεδίκασε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος τους (πέμπτος λόγος έφεσης). Επί των εν λόγω εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 17.3.2022 εξεδόθη, επίσης αντιμωλία των διαδίκων κατά την αυτή διαδικασία, η υπ’ αριθμ. 531/202 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία, αφού αμφότερες οι εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές, ακολούθως ενόψει του ότι με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο ενάγων παραπονείτο για την κατ’ ουσία απόρριψη του αιτήματός του περί επιδίκασης του ποσού των ευρώ 9.548,44, ως μισθούς ασθενείας διαστήματος τεσσάρων μηνών από την απόλυσή του, αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά τούτο, τυγχάνει αόριστη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε κατά τούτο την ένδικη αγωγή, ως αόριστη. Περαιτέρω, απέρριψε ως αβάσιμους στην ουσία τους τους λοιπούς λόγους έφεσης του ενάγοντος, ενώ κατ’ αποδοχή της έφεσης των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος αυτή είχε δεχθεί την ως άνω αγωγή του ενάγοντος ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της και απέρριψε αυτήν στην ουσία της καταδικάζοντας τον ενάγοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι [α] τυγχάνει αόριστη η ένδικη αγωγή καθό μέρος ο ενάγων αιτείται όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ενεχόμενες εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 9.548,44 ευρώ για μισθούς ασθενείας τεσσάρων μηνών, διότι ο ενάγων δεν εκθέτει, στην αγωγή του, με σαφήνεια τα αναγκαία κατά τα άρθρο 66 Κ.Ι.Ν.Δ. περιστατικά, καθώς αναφέρει μόνο τη διαπίστωση περιστατικών διατάραξης της ψυχικής του υγείας μετά την απόλυσή του, χωρίς να διευκρινίζει εάν η επικαλούμενη ασθένειά του προϋπήρχε της ναυτολόγησής του ή γεννήθηκε, εμφανίστηκε ή υποτροπίασε στη διάρκειά της και εάν, εξαιτίας της ασθένειας αυτής, επηρεάστηκε η υπηρεσιακή του ικανότητα και γι’ αυτό λύθηκε η σύμβαση ναυτικής  εργασίας του, οπότε και μόνο τότε δικαιούται να ζητήσει την καταβολή μισθών ασθενείας. Ακολούθως δε, αφού δέχθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο δέχθηκε ότι το άνω αίτημα είναι ορισμένο και απέρριψε αυτό ως αβάσιμο κατ’ ουσία, ενόψει του ότι ο ενάγων, με τον τέταρτο λόγο της ως άνω έφεσής του, παραπονείται για την απόρριψη από την εκκαλουμένη απόφαση ως αβάσιμου κατ’ ουσία του αιτήματος αυτού, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά τη σχετική της διάταξη, και απέρριψε την ως άνω αγωγή, ως προς το αίτημα καταβολής μισθών ασθενείας, ως αόριστο, σύμφωνα με τα άρθρα 522, 524, 525, 526, 536 και 591 Κ.Πολ.Δ, ενώ απέρριψε ως αβασίμους στην ουσία τους τους λοιπούς ως άνω λόγους έφεσης του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων τον πρώτο λόγο της έφεσης αυτού (ενάγοντος) με τον οποίο αυτός έπληξε την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και κακή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 102 και 103 του ΒΔ 806/1970 καθό μέρος απορρίφθηκε ως αβάσιμο στην ουσία του το αίτημα της αγωγής του περί επιδίκασης του ποσού των ευρώ 5.564,59 για την εκτέλεση υπ’ αυτού επιπλέον των εργασιών της ειδικότητας του βοηθού θαλαμηπόλου που εκτέλεσε και των εργασιών της ειδικότητας του θαλαμηπόλου. Όσον αφορά δε στην έφεση των εναγομένων, αφού απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του τον πρώτο λόγο της έφεσης αυτών, με τον οποίο αυτές (εναγόμενες) ισχυρίσθηκαν ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η άνω αγωγή είναι ορισμένη ως προς το αίτημα του ενάγοντας περί επιδίκασης αμοιβής εκτέλεσης καθηκόντων βοηθού μαγείρου, δέχθηκε ακολούθως ως βασίμους στην ουσία τους τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο αυτές (εναγόμενες) έπληξαν την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθ’ ο μέρος με την ίδια απόφαση, έγινε δεκτός εν μέρει κατ’ ουσία ο αγωγικός ισχυρισμός περί εκτέλεσης υπό του ενάγοντος και καθηκόντων βοηθού μάγειρα σε ποσοστό 50% και, εκ του λόγου τούτου, επεδίκασε σε αυτόν το ποσό των ευρώ 7.026,16, αφού δε εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε το εν λόγω κονδύλιο ως αβάσιμο στην ουσία του. Κατά της ανωτέρω απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, ο ενάγων άσκησε στη συνέχεια ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 28.11.2022 αίτησή του, ζητώντας την αναίρεση αυτής ως προς όλα τα επιμέρους κεφάλαια αυτής, πλην τη απόρριψης του τέταρτου λόγου έφεσής του, καθό μέρος δηλαδή απορρίφθηκε το αίτημά του περί εξαφάνισης της εκκαλουμένης αποφάσεως αναφορικά με την αιτούμενη από αυτόν, εκ ποσού ευρώ 13.092, αποζημίωσή του, κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915, εκδοθείσης σχετικώς της υπ’ αριθμ. 289/2024 απόφασης του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή [α] του δευτέρου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο ο ήδη εκκαλών – ενάγων προσέβαλε την ανωτέρω απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμό 1 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 66 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ) απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αγωγής του για επιδίκαση μισθών ασθενείας τεσσάρων μηνών, ανήρεσε την ανωτέρω με αριθμό 531/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αφού έκρινε ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, κατά τούτο, εκ του λόγου ότι ο ενάγων δεν εκθέτει με σαφήνεια σε αυτήν (ένδικη αγωγή του) τα αναγκαία, κατά το άρθρο 66 του ΚΙΝΔ περιστατικά, καθώς αναφέρει μόνον τη διαπίστωση περιστατικών διατάραξης της ψυχικής του υγείας μετά την απόλυσή του, χωρίς να διευκρινίζει εάν η επικαλούμενη ασθένειά του προϋπήρχε της ναυτολόγησής του ή γεννήθηκε, εμφανίστηκε ή υποτροπίασε στη διάρκειά της και εάν, εξαιτίας της ασθένειας αυτής, επηρεάστηκε η υπηρεσιακή του ικανότητα και γι’ αυτό λύθηκε η σύμβαση ναυτικής εργασίας του, οπότε και μόνο δικαιούται να ζητήσει την καταβολή μισθών ασθενείας, έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον έχει παραβιάσει ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 66 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ), αξιώνοντας για την εφαρμογή αυτής, στοιχεία περισσότερα από εκείνα που η διάταξη αυτή απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος και δη στοιχεία που συνιστούν ένσταση, δυνάμενη να προβληθεί από τις εναγόμενες προς απόκρουση του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή δικαιώματος του ενάγοντος για καταβολή μισθών ασθενείας τεσσάρων μηνών και [β] του τρίτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο ο ήδη εκκαλών – ενάγων προσέβαλε την ανωτέρω απόφαση για πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 102, 103 και 104 του Β.Δ. 806/1970, με την απόρριψη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου του αιτήματος της αγωγής του για επιδίκαση του ποσού των 5.564,59 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών στον ενάγοντα αποδοχών του βοηθού θαλαμηπόλου και των καταβλητέων σ’ αυτόν αποδοχών του θαλαμηπόλου, ανήρεσε την ανωτέρω με αριθμό 531/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αφού έκρινε ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, που απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση του ποσού των 5.564,59 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών στον ενάγοντα αποδοχών του βοηθού θαλαμηπόλου και των καταβλητέων σ’ αυτόν αποδοχών του θαλαμηπόλου παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 102, 103 και 104 του Π.Δ/τος 806/1970, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι ο ενάγων ήταν επιφορτισμένος, μεταξύ άλλων, α) με τον καθαρισμό και τη διευθέτηση του κοιτώνα του πλοιάρχου καθημερινά, β) με το πλύσιμο των κλινοσκεπασμάτων και γ) με την τοποθέτηση των εδεσμάτων, που ετοίμαζε ο μάγειρας για τις βάρδιες, στα μικρά οικιακού τύπου ψυγεία των τραπεζαριών, ήτοι δέχεται ότι του είχαν ανατεθεί τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 103 στοιχ. α’, β’ και γ’ του ως άνω Π.Δ/τος καθήκοντα, που ανάγονται στον κύκλο των καθηκόντων του θαλαμηπόλου, ακολούθως δέχθηκε, όλως αντιφατικώς, ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο διάστημα της ναυτολόγησής του, δεν εκτέλεσε, έστω εν μέρει, πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 104 του ως άνω Π.Δ/τος καθηκόντων του βοηθού θαλαμηπόλου και καθήκοντα θαλαμηπόλου. Συγκεκριμένα, με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς τις ανωτέρω απαιτήσεις του ενάγοντος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: «Κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920, διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατ’ άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, και εφαρμόζεται επί ναυτικής εργασίας, κατά τα άρθρα 2 του ίδιου νόμου και 66 εδ. β’ του Ν. 3816/1958 “Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου”, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε ναυτικό και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, θεωρείται κάθε βλάβη που είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγόμενου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, που δεν θα υπήρχε χωρίς την εργασία και την εκτέλεσή της υπό συγκεκριμένες περιστάσεις (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 961/2018, 1616/2003). Έτσι, όταν η βλάβη συνίσταται σε εκδήλωση νέας ασθένειας ή επιδείνωση προϋπάρχουσας, που είναι συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας υπό τους συμφωνημένους όρους ή τις συνήθεις περιστάσεις, ακόμη και δυσμενείς, αλλά συναφείς με το καθορισμένο είδος εργασίας, χωρίς τη μεσολάβηση εξωτερικού γεγονότος ξένου προς τον οργανισμό του παθόντος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής και δεν πρόκειται για ναυτεργατικό ατύχημα. Παρά ταύτα, θεωρείται ότι πληρούται η έννοια του βιαίου συμβάντος, όταν μετά την εκδήλωση της ασθένειας του εργαζομένου, η οποία μπορεί και να προϋπήρχε σε λανθάνουσα κατάσταση, ζητείται απ’ αυτόν η εξακολούθηση της παροχής της εργασίας, έστω και υπό κανονικές συνθήκες ή για μικρό ακόμη χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα την περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασής του, εφόσον, ενόψει της εξασθένησης των δυνάμεών του, του είδους της εργασίας και των εν γένει περιστάσεων, η αξίωση του εργοδότη ή των προστηθέντων προς παροχή της εργασίας καθίσταται αντίθετη προς τις αρχές των άρθρων 288 και 662 ΑΚ. Στην τελευταία περίπτωση για να χαρακτηρισθεί μια δυσμενής εξέλιξη ως εργατικό ατύχημα, κατά την προαναφερθείσα έννοια, πρέπει ο εργοδότης αν και έχει λάβει γνώση της ασθένειας του εργαζομένου, που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του, να απαιτεί ή να αποδέχεται την εξακολούθηση της παροχής της. Χωρίς την ύπαρξη βιαίου συμβάντος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δημιουργείται υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή αποζημίωσης στον εργαζόμενο κατά τα άρθρα 3 και 4 του Ν. 551/1915 (ΑΠ 961/2018, 1690/2013, 1602/2012). Περαιτέρω, στο άρθρο 66 του ΚΙΝΔ ορίζεται ότι, όταν ο ναυτικός ασθενήσει, δικαιούται τον μισθό και νοσηλεύεται με δαπάνες του πλοίου. Επίσης, αν η σύμβαση ναυτολόγησης λυθεί εξαιτίας της ασθένειας και ο ναυτικός νοσηλεύεται εκτός του πλοίου, δικαιούται νοσήλια και μισθό, εφόσον διαρκεί η ασθένεια, όχι όμως περισσότερο από τέσσερις μήνες. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και όταν συμβεί ατύχημα από βίαιο συμβάν, μάλιστα, αν ο ναυτικός υπέστη από αυτό ανικανότητα για εργασία, εφαρμόζονται και οι ειδικές διατάξεις για την αποζημίωση εκείνων που έπαθαν ατύχημα στην εργασία τους. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ναυτικός, όταν η ασθένειά του προήλθε από εργατικό ατύχημα, κατά την προεκτεθείσα έννοια, δικαιούται μισθό ασθενείας, νοσήλια και αποζημίωση για το εργατικό ατύχημα, αν από αυτό έμεινε ισόβια ή πρόσκαιρα ανίκανος για εργασία. Μάλιστα, για την κατ’ άρθρο 66 του ΚΙΝΔ προστασία του ναυτικού, που ασθένησε κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησής του, δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ εργασίας και ασθενείας, σε αντίθεση με τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης που απορρέει από εργατικό ατύχημα, δηλαδή ασθένεια που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του ναυτικού στο πλοίο, θεωρείται ως απότοκος της εργασίας του σε αυτό (ΑΠ 961/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του Ν.Δ. 2652/1953 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του νόμου 1752/1951 περί ναυτικής εργασίας”, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 295 παρ. 2 του ΚΙΝΔ, των διατάξεών του θεωρούμενων ότι αποτελούν προσθήκη στο άρθρο 66 του ΚΙΝΔ, η προστασία του ασθενούς ναυτικού για ασθένεια που προϋπήρχε της ναυτολόγησης και υποτροπίασε ή για ασθένεια χρόνια που παροξύνθηκε, ορίζεται σε ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, παλιννόστηση και καταβολή του ισχύοντος εκάστοτε μισθού ασθενείας μέχρι δύο μηνών. Ο σχετικός ισχυρισμός, δηλαδή ότι η ασθένεια του ενάγοντος, που ζητεί την καταβολή μισθών ασθενείας κατ’ άρθρο 66 του ΚΙΝΔ, υπήρχε κατά τον χρόνο της ναυτολόγησής του, προτείνεται κατ’ ένσταση από τον εναγόμενο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου για τη θεμελίωσή τους ή έκρινε αόριστη την αγωγή ή την ένσταση αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο κανόνας αυτός για τη γένεση του οικείου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 70/2023, 32/2022, 14/2022). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ’ αρχάς, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 70/2023, 32/2022, 14/2022, 1321/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, κατ’ ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 66 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ), απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση μισθών ασθενείας τεσσάρων μηνών. Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων ισχυρίστηκε, ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, τα εξής: “…. Η σύμβαση εργασίας μου έληξε την 19.7.2019, καθ’ ον χρόνο το πλοίο βρισκόταν στο λιμάνι Port Kelang της Μαλαισίας. Ο πλοίαρχος μου ζήτησε να παραμείνω στο πλοίο για ένα ακόμα ταξίδι…., ήτοι για τουλάχιστον άλλους δύο μήνες, γεγονός το οποίο εγώ απεδέχθην και τοιουτοτρόπως η σύμβασή μου επεκτάθηκε για ισόποσο χρονικό διάστημα και ταξίδι. Το δεύτερο 15νθημερο του μηνός Αυγούστου 2019 το πλοίο επρόκειτο να καταπλεύσει στο λιμάνι Rio Grande της Βραζιλίας και ακολούθως να επιστρέψει στην Ασία (Κίνα)…. Εγώ από την 13.8.2019 ζήτησα, τόσο από τον Υποπλοίαρχο του πλοίου, όσο και από τον Πλοίαρχο, να με αποστείλουν σε γιατρό στο λιμάνι της Βραζιλίας, διότι εξαιτίας της συνεχούς εισόδου μου στα ψυγεία του πλοίου, πίστευα ότι είχα υποστεί ψύξη, καθ’ όσον υπέφερα από συνεχείς πόνους…. Μετά τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι Rio Grande της Βραζιλίας, ο Πλοίαρχος μου ζήτησε να υπογράψω παραίτηση, ώστε να προγραμματισθεί η αποστολή αντικαταστάτη μου στην Κίνα. Πράγματι, την 23.8.2019 υπέβαλα την παραίτησή μου, με το εξής περιεχόμενο: “Παραίτηση. Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Μ. Μ. με ΜΕΘ .., που υπηρετώ στο Φ./Γ. Φ. Ν., υπό ελληνική σημαία, ως καμαρώτος, από τις 20/12/2018, παρακαλώ να φροντίσετε για την αντικατάσταση και τον επαναπατρισμό μου στον επόμενο λιμένα φορτώσεως, λόγω λήξης συμβάσεως”. Αιφνιδιαστικά πληροφορήθηκα την επομένη ημέρα, 24.8.2019, ότι επρόκειτο να με αποναυτολογήσουν από το πλοίο, ότι έρχεται ο αντικαταστάτης μου και μου ζητήθηκε φορτικά από τον Πλοίαρχο να μη δημιουργήσω πρόβλημα, αλλά αντιθέτως να “αποχωρήσω ήσυχα” από το πλοίο. Εγώ, ευρισκόμενος προ αδιεξόδου σε μία ξένη χώρα και συνεπεία των έντονων πιέσεων που μου ασκήθηκαν, χωρίς μάλιστα να έχω τη δυνατότητα να προσφύγω στον Προξενικό Λιμενάρχη, αποχώρησα από το πλοίο. Ως αιτιολογία δε λύσης της συμβάσεως εργασίας μου ανεγράφη στο ναυτικό μου φυλλάδιο “αμοιβαία συναινέσει”, η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι αληθής, καθ’ όσον η σύμβαση εργασίας μου λύθηκε λόγω καταγγελίας αυτής από τον πλοίαρχο, άνευ παραπτώματος μου. Εγώ επιθυμούσα να φύγω στον επόμενο λιμένα, ήτοι στην Ασία, όπως είχα άλλωστε συμφωνήσει. Μετά τον επαναπατρισμό μου στην Ελλάδα την 25.8.2019, επισκέφθηκα τα γραφεία της δεύτερης εναγομένης, όπου συνομίλησα με τον υπεύθυνο πληρωμάτων κ. Δ. Π., στον οποίο διαμαρτυρήθηκα για τη συμπεριφορά του Πλοιάρχου απέναντί μου, για το γεγονός ότι δεν με απέστειλε σε γιατρό και ότι με εξανάγκασε με φορτικότητα σε αποχώρηση από το πλοίο πριν από τον πραγματικό χρόνο λήξης της συμβάσεώς μου, ότι εξαιτίας αυτού του γεγονότος είχα να κοιμηθώ από την αποχώρησή μου από το πλοίο και ότι δεν έβγαινα από το ξενοδοχείο μου, εκείνος δε μου απάντησε ότι: “Συμβαίνουν καμιά φορά αυτές οι παρεξηγήσεις…. Πήγαινε στο χωριό σου να ηρεμήσεις και όλα θα φτιάξουν και θα σε ξαναβάλουμε σε δουλειά το συντομότερο δυνατόν”. Επειδή όμως ένιωθα έντονα αισθήματα ανασφάλειας, εξαιτίας των πιέσεων που μου ασκήθηκαν και της ξαφνικής ανεργίας στην οποία βρέθηκα και υπέφερα από έντονη ανησυχία, δυσφορία και φόβο και τα οποία, παρά το γεγονός ότι είχα αποχωρήσει από το πλοίο, δεν μπορούσα να διαχειριστώ, τις πρώτες πρωινές ώρες της 28.8.2019 μετέβην στα εξωτερικά ιατρεία του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου “ΑΤΤΙΚΟΝ”, όπου υποβλήθηκα σε λεπτομερή κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, προκειμένου να διακριβωθεί ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούσα να κοιμηθώ επί 72 και πλέον ώρες. Μου συνεστήθη ψυχολογική και ψυχιατρική εκτίμηση και εν συνεχεία παρακολούθηση σε τακτική βάση. Τις επόμενες ημέρες επέστρεψα στο χωριό μου στον …, όπου έκτοτε παρακολουθούμαι τακτικά στα εξωτερικά ιατρεία της Ψυχιατρικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής, λόγω γενικευμένης αγχώδους διαταραχής με κρίσεις πανικού και μη οργανικής διαταραχής του προγράμματος ύπνου -εγρήγορσης, τα οποία μου προκαλούν ακαθόριστη ανησυχία, νευρικότητα και αδυναμία χαλάρωσης. Σήμερα, μετά πάροδο χρονικού διαστήματος τεσσάρων μηνών από την απόλυσή μου και τον τρόπο που αυτή έλαβε χώρα και παρά την υποβολή μου σε συνεχή ψυχιατρική θεραπεία και φαρμακευτική αγωγή, η υγεία μου δεν έχει αποκατασταθεί. Συνεχίζω να υποφέρω από τα ίδια αισθήματα που είχα αμέσως μετά την παλιννόστησή μου και την αναίτια απόλυσή μου. Νιώθω ευάλωτος και αυτή η συναισθηματική ανασφάλεια με έχει κάνει ιδιαίτερα ευερέθιστο και νευρικό, ενώ μου δημιουργεί περαιτέρω αισθήματα απελπισίας και δυσθυμίας. Η αδυναμία συγκέντρωσης της προσοχής μου και συγκρότησης των σκέψεών μου είναι εμφανής. Ο ύπνος μου είναι ανήσυχος και δύσκολα επέρχεται. Υποφέρω από συνεχείς και έντονες κεφαλαλγίες και νιώθω γενική κατάπτωση και αδυναμία. Πάντα τα ανωτέρω προκαλούν σοβαρή έκπτωση στην εν γένει λειτουργικότητά μου και διαταράσσουν παντελώς την ψυχική μου λειτουργία και ισορροπία. Συνεπεία των κατά τα άνω γεγονότων, ως μόνης αμέσου και ενεργού αιτίας, σύμφωνα με τις ιατρικές γνωματεύσεις και τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, αλλά και της ανθρώπινης πείρας, έχω καταστεί πλήρως προσκαίρως ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματός μου, του θαλαμηπόλου, καθώς και κάθε άλλου κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμου, μέχρι τουλάχιστον και την 24.12.2019. Επειδή η κατά τα άνω κατάσταση της υγείας μου και η ένεκα αυτής ανικανότητα μου για εργασία οφείλονται στην αναίτια απόλυση μου και στη φορτικότητα με την οποία με υποχρέωσαν να αποχωρήσω από το πλοίο, βρίσκονται δε σε αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της εργασίας μου σε αυτό και τοιουτοτρόπως συνιστά εργατικό ατύχημα, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915″. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, μεταξύ άλλων και το ποσό των 9.548,44 ευρώ ως μισθούς ασθενείας τεσσάρων μηνών, κατά το άρθρο 66 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε το εν λόγω αίτημα απορριπτέο ως αόριστο, επειδή ο ενάγων “δεν εκθέτει με σαφήνεια τα αναγκαία κατά το άρθρο 66 ΚΙΝΔ περιστατικά, καθώς αναφέρει μόνο τη διαπίστωση περιστατικών διατάραξης της ψυχικής του υγείας μετά την απόλυσή του, χωρίς να διευκρινίζει εάν η επικαλούμενη ασθένειά του προϋπήρχε της ναυτολόγησής του ή γεννήθηκε, εμφανίστηκε ή υποτροπίασε στη διάρκειά της και εάν, εξαιτίας της ασθένειας αυτής, επηρεάστηκε η υπηρεσιακή του ικανότητα και γι’ αυτό λύθηκε η σύμβαση ναυτικής εργασίας του, οπότε και μόνο δικαιούται να ζητήσει την καταβολή μισθών ασθενείας”. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 66 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ), αξιώνοντας για την εφαρμογή της στοιχεία περισσότερα από εκείνα που η διάταξη αυτή απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος και δη στοιχεία τα οποία συνιστούν ένσταση, δυναμένη να προβληθεί από τις εναγόμενες προς απόκρουση του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή δικαιώματος του ενάγοντος για καταβολή μισθών ασθενείας τεσσάρων μηνών. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το απορριπτικό σκέλος της, που αφορά το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση μισθών ασθενείας τεσσάρων μηνών, κατ’ άρθρο 66 του ΚΙΝΔ, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι η απόφαση αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις, όσον αφορά το ανωτέρω αίτημα. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 102, 103 και 104 του Β.Δ/τος 806/1970 “Κανονισμός περί εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων 800 κόρων και άνω”, “1. Ο θαλαμηπόλος είναι υπόλογος διά την υπηρεσίαν διαμερισμάτων υπαξιωματικός και τελεί υπό τας εντολάς και τον έλεγχον του υποπλοιάρχου κατά τα εν άρθρω 30 του παρόντος Κανονισμού οριζόμενα. 2. Εν ελλείψει τροφοδότου ασκεί και τα καθήκοντα αυτού (άρθρο 102)”. “Ειδικώτερον ο θαλαμηπόλος οφείλει: α) Να εκτελή τον καθαρισμόν εν γένει (σάρωσιν, πλύσιν, στίλβωσιν μεταλλικών επιφανειών κ.λ.π.) και να εξασφαλίζη την διευθέτησιν και καλήν συντήρησιν των διαμερισμάτων του πλοιάρχου και των εν αυτοίς επίπλων και σκευών, τηρών και το οικείον βιβλίον απογραφής των. β) Να διαφυλάττη τα είδη ιματισμού του πλοίου και να μεριμνά διά την συγκέντρωσιν τούτων προς πλύσιν ευθυνόμενος διά την κατά τα εκάστοτε ισχύοντα περιοδικήν εναλλαγήν των. γ) Να μεριμνά όπως εντός των ψυγείων αιθουσών εστιάσεως αξιωματικών και κατωτέρου πληρώματος υπάρχουν επαρκεί ποσότητες εδεσμάτων και αναψυκτικών προοριζομένων διά τους εκτελούντες νυκτερινάς φυλακάς. δ) Να καταβάλη ιδιαιτέραν μέριμναν διά την περιποίησιν και πρόθυμον εξυπηρέτησιν του πλοιάρχου και των τυχόν συνεστιαζομένων ή φιλοξενουμένων παρ’ αυτού προσώπων, ως και των αξιωματικών του πλοίου κατά τα γεύματα αυτών εν τη αιθούση εστιάσεως ή αλλαχού εν τω πλοίω εν περιπτώσει ασθενείας ή ανωτέρας βίας. ε) Να έχη πάντοτε ιδιαιτέρως καθαρόν και ευπρεπή εμφάνισιν και να συμπεριφέρεται ευγενώς προς πάντας. στ) Να καθοδηγή και να παρακολουθή του βοηθούς του διά την καλήν εκτέλεσιν των καθηκόντων του. ζ) Να εκτελή τον καθαρισμόν και διευθέτησιν του κοιτωνίσκου του (άρθρο 103)”. “1. Ο βοηθός θαλαμηπόλου υποχρεούται: α) Να περιποιήται και εξυπηρετή τους αξιωματικούς του πλοίου κατά τα γεύματα αυτών. β) Να εκτελή τον καθαρισμόν εν γένει και την διευθέτησιν των διαμερισμάτων και κοινόχρηστων χώρων των αξιωματικών του πλοίου. γ) Να εκτελή την πλύσιν και τον καθαρισμόν των εν τη αιθούση εστιάσεως αξιωματικών χρησιμοποιουμένων επιτραπεζίων εν γένει σκευών και να διαφυλάττη ταύτα επιμελώς εντός καθαρών ερμαρίων και ενθεμίων. δ) Να εκτελή τον καθαρισμόν του κοιτωνίσκου του και των χωρών υγιεινής αυτού. ε) Να επιμελήται ιδιαιτέρως του ατομικού του καθαρισμού και της ευπρεπώς του εμφανίσεως και να συμπεριφέρεται πάντοτε ευγενώς προς πάντας. στ) Να βοηθή τον τυχόν υπάρχοντα τροφοδότην και τον θαλαμηπόλον εις την εκπλήρωσιν των κατά τα άρθρα 100 και 103 καθηκόντων του. 2. Εφ’ όσον υπηρετούν επί του πλοίου περισσότεροι βοηθοί θαλαμηπόλου τα κατά την προηγουμένην παράγραφον καθήκοντα κατανέμονται μεταξύ τούτων υπό του Υποπλοιάρχου, εις ένα δε εξ αυτών ανατίθεται επί πλέον η εξυπηρέτησις του κατωτέρου πληρώματος και ειδικώτερον: α) Η κατά τα γεύματα περιποίησις αυτού, β) Ο καθαρισμός εν γένει της αιθούσης εστιάσεως τούτου και η διεύθυνσις και διαφύλαξις των εν αυτή χρησιμοποιουμένων σκευών και επίπλων. 3. Επί πλοίων, των οποίων η σύνθεσις δεν προβλέπει βοηθόν θαλαμηπόλου, τα καθήκοντα τούτου εκτελούνται υπό του θαλαμηπόλου (άρθρο 104)”. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022). Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 102, 103 και 104 του Β.Δ. 806/1970, η οποία συντελέστηκε με την απόρριψη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμου του αιτήματος της αγωγής για επιδίκαση του ποσού των 5.564,59 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών στον ενάγοντα αποδοχών του βοηθού θαλαμηπόλου και των καταβλητέων σ’ αυτόν αποδοχών του θαλαμηπόλου. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “Με σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου (7 μηνών), που καταρτίστηκε στον Πειραιά στις 19-12-2018 μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, ενεργούσας ως αντικλήτου και αντιπροσώπου της αλλοδαπής πρώτης εναγομένης εταιρείας, πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία Φ/Γ πλοίου με την επωνυμία “F. N.” με αριθμό νηολογίου Πειραιά 12113, αριθμό ΙΜΟ 9588304, κ.ο.χ. 44.668, κ.κ.χ. 27.138, DW 88.000 τόνων, ο ενάγων προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε την επομένη ημέρα (20-12-2018) στο άνω πλοίο, με την ειδικότητα του βοηθού θαλαμηπόλου. Οι όροι της σύμβασης εργασίας του και οι αποδοχές του συμφωνήθηκε ότι θα διέπονταν από τη ΣΣΕ Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4500 τόνους DW και άνω, έτους 2010, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3525.1.2./01/2011 απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας (ΦΕΚ Β’ 123/9-2-2011). Με την ειδικότητα αυτή ο ενάγων εργάστηκε στο άνω πλοίο μέχρι την 23-8-2019, οπότε υπέβαλε στον πλοίαρχο τη με ίδια ημερομηνία έγγραφη παραίτηση λόγω λήξης της σύμβασής του, ενώ το πλοίο βρισκόταν στο λιμένα Rio Grande της Βραζιλίας…. Το πλοίο αυτό, καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του ενάγοντος εκτελούσε ταξίδια ενός μηνός περίπου από λιμένες της Νότιας Αμερικής προς λιμένες της Άπω Ανατολής, με ολιγοήμερη παραμονή στα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης…. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ναυτολόγησής του, κατόπιν εντολής του πλοιάρχου, εκτελούσε παράλληλα και μέσα στο ωράριό του, με επίταση των προσπαθειών του, και όλα τα καθήκοντα θαλαμηπόλου και βοηθού μαγείρου που προβλέπονταν από τον Κανονισμό Εργασίας επί φορτηγών πλοίων. Όμως ο ενάγων δεν προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού κάποιο κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο, παρότι είχε το βάρος απόδειξής του, πέραν του ότι οι άνω επικαλούμενες ειδικότητες (θαλαμηπόλου και βοηθού μαγείρου) δεν προβλέπονταν στην οργανική σύνθεση του άνω πλοίου, που προέβλεπε μόνο ένα βοηθό θαλαμηπόλου και ένα μάγειρα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 3113/1.3382/ 2011/20-3-2012 εγκριτική πράξη της οργανικής σύνθεσης του πλοίου (ΦΕΚ 3037 Β’/15-11-2012)…., και ο μικρός αριθμός των μελών του πληρώματος του πλοίου (18 άτομα) και η άνω φύση και διάρκεια των ταξιδιών του περιόριζαν τις ανάγκες του για προσωπικό ενδιαίτησης και μαγειρείου. Ωστόσο, για την εκτέλεση εργασιών που ανάγονταν στην ειδικότητα του θαλαμηπόλου, οι εναγόμενες είχαν αναθέσει καθήκοντα στο ναυτικό που απασχολούνταν με την ειδικότητα του μάγειρα, με την πρόβλεψη πρόσθετης σταθερής μηνιαίας αμοιβής του, ως είναι σύνηθες σε παρόμοια πλοία των οποίων η οργανική σύνθεση δεν προβλέπει ειδικότητα θαλαμηπόλου…. αποδεικνύεται ακόμη ότι ο ενάγων εκτελούσε εργασίες που ανάγονταν αποκλειστικά στην ειδικότητά του ως βοηθού θαλαμηπόλου, σύμφωνα με τα άνω προβλεπόμενα στο άρθρο 104 του Β.Δ. 806/1970 και συγκεκριμένα ήταν επιφορτισμένος με την εξυπηρέτηση του πλοιάρχου και των άλλων αξιωματικών κατά το σερβίρισμα των γευμάτων τους στην τραπεζαρία, τον καθαρισμό και τη διευθέτηση των κοιτώνων (του πλοιάρχου και του Α’ Μηχανικού καθημερινά και των λοιπών αξιωματικών άπαξ την εβδομάδα, οπότε και άλλαζε τα κλινοσκεπάσματα και τις πετσέτες σε όσους δεν τα άλλαζαν από μόνοι τους), την προετοιμασία καφέ στα διαλείμματα της ημέρας (10:00 και 15:00), το πλύσιμο των κλινοσκεπασμάτων (σεντόνια), για το οποίο λάμβανε έξτρα αμοιβή σύμφωνα με την ατομική του σύμβαση, με γενικούς καθαρισμούς και με τη συνδρομή του μάγειρα στα ανατεθειμένα στον τελευταίο καθήκοντα θαλαμηπόλου, ήτοι εκτελούσε εργασίες συνήθεις για βοηθό θαλαμηπόλου σε παρόμοια πλοία…. Εξάλλου, εφόσον είχαν ρητά ανατεθεί καθήκοντα θαλαμηπόλου στο μάγειρα του πλοίου, ο οποίος πληρωνόταν έξτρα γι’ αυτά με βάση τη σύμβαση ναυτικής εργασίας του, είναι ευνόητο ότι δεν υπήρχε ανάγκη να ανατεθούν και στον ενάγοντα τα ίδια καθήκοντα…. Ούτε, ακόμη, δύναται να συναχθεί ανάγκη κάλυψης εργασιών της ειδικότητας του βοηθού μαγείρου από το ότι ο ενάγων τοποθετούσε τα εδέσματα, που ετοίμαζε ο μάγειρας για τις βάρδιες, στα μικρά οικιακού τύπου ψυγεία των τραπεζαριών (ως εκ της φύσης της εργασίας αυτής και του χώρου όπου εκτελούνταν)…. Μετά ταύτα, δεν αποδεικνύεται ότι κατά το επίδικο διάστημα της ναυτολόγησής του ο ενάγων εκτέλεσε, έστω εν μέρει, πέραν των καθηκόντων του ως βοηθού θαλαμηπόλου, και καθήκοντα θαλαμηπόλου….”. Ακολούθως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση του ποσού των 5.564,59 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών στον ενάγοντα αποδοχών του βοηθού θαλαμηπόλου και των καταβλητέων σ’ αυτόν αποδοχών του θαλαμηπόλου. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 102, 103 και 104 του Π.Δ/τος 806/1970, καθόσον, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων ήταν επιφορτισμένος, μεταξύ άλλων, α) με τον καθαρισμό και τη διευθέτηση του κοιτώνα του πλοιάρχου καθημερινά, β) με το πλύσιμο των κλινοσκεπασμάτων και γ) με την τοποθέτηση των εδεσμάτων, που ετοίμαζε ο μάγειρας για τις βάρδιες, στα μικρά οικιακού τύπου ψυγεία των τραπεζαριών, ήτοι δέχεται ότι του είχαν ανατεθεί τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 103 στοιχ. α’, β’ και γ’ του ως άνω Π.Δ/τος καθήκοντα, που ανάγονται στον κύκλο των καθηκόντων του θαλαμηπόλου, εν συνεχεία δέχεται, όλως αντιφατικώς, ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο διάστημα της ναυτολόγησής του, δεν εκτέλεσε, έστω εν μέρει, πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 104 του ως άνω Π.Δ/τος καθηκόντων του βοηθού θαλαμηπόλου, και καθήκοντα θαλαμηπόλου. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το απορριπτικό σκέλος της, που αφορά το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση του ποσού των 5.564,59 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών στον ενάγοντα αποδοχών του βοηθού θαλαμηπόλου και των καταβλητέων σ’ αυτόν αποδοχών του θαλαμηπόλου….». Ακολούθως δε, αφού (α) έκρινε ότι μετά την αποδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου αυτής, με τον οποίο προσάπτονταν στην ως άνω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι η απόφαση αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις όσον αφορά στο αίτημα της αγωγής περί επιδίκασης μισθών ασθενείας, (β) απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του τον τέταρτο λόγο αναίρεσης με τον οποίο προσεβλήθη η ανωτέρω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 108 του ΒΔ 506/1970, η οποία συντελέσθηκε με την απόρριψη ως κατ’ ουσίαν αβασίμου του αιτήματος της αγωγής για επιδίκαση του ποσού των 21.841,01 ευρώ που αντιστοιχεί στις αποδοχές του βοηθού μάγειρα κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ήτοι από 20.12.2018 έως 24.8.2019 και (γ) απέρριψε ως αλυσιτελή τον πέμπτο λόγω αναίρεσης με τον οποία προσάπτονταν στην αναιρεσιβληθείσα απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και19 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 70 του Ν. 3816/1958, έγινε εν μέρει δεκτή η από 28.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης ……./2022 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος, και αφού αναιρέθηκε εν μέρει κατά τα ως άνω κεφάλαιά της η με αριθμό 531/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του εκκαλούντος – ενάγοντος ως αρρήκτως συνδεόμενη με τα κεφάλαια ως προς τα οποία έγινε δεκτή η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση. Συνεπώς, με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 531/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου μόνον κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της αναιρετικής απόφασης μέρος της, ως προς το οποίο απώλεσε την ισχύ της και έπαψε να αποτελεί δεδικασμένο, ήτοι αυτό με το οποίο κρίθηκε αόριστη και ως τέτοια απερρίφθη η ένδικη αγωγή όσον αφορά στην αξίωση του ενάγοντος περί επιδίκασης του ποσού των ευρώ 5.564,59 ως αμοιβή για την εκτέλεση υπ’ αυτού, πέραν των καθηκόντων της ειδικότητας του βοηθού θαλαμηπόλου για την οποία προσελήφθη και τα οποία εκτέλεσε και των καθηκόντων της ειδικότητας του Θαλαμηπόλου τα οποία εκτέλεσε, κατόπιν ανάθεσης αυτών από τον Πλοίαρχο του πλοίου και τις εναγόμενες, καθώς επίσης και του ποσού των ευρώ 9.548,44 ως τέσσερις μισθούς ασθενείας, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρεθέν μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο, συγκροτηθησόμενο από άλλον Δικαστή από εκείνον, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Επομένως, όσον αφορά το μέρος της ανωτέρω με αριθμό 531/2022 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με το οποίο (α) απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του τον πρώτο λόγο έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο οι εναγόμενες έπληξαν την εκκαλουμένη απόφαση εκ του λόγου ότι δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος καθό μέρος αξίωνε την καταβολή αμοιβής για την παροχή υπ’ αυτού υπηρεσιών της ειδικότητας του βοηθού μάγειρα, (β) κατ’ αποδοχή του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγου έφεσης των εναγομένων, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του τον αγωγικό ισχυρισμό ότι ο ενάγων εκτελούσε και καθήκοντα βοηθού μάγειρα και επομένως δικαιούται αμοιβή για τα πρόσθετα αυτά καθήκοντα, (γ) απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο έπληττε την εκκαλουμένη απόφαση εκ του λόγου ότι εδέχθη ότι τα εν λόγω καθήκοντα του βοηθού μάγειρα αυτός ασκούσε περιορισμένα και δη σε ποσοστό 50%, (δ) απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του τον τρίτο λόγο έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο έπληξε την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, απορρίπτοντας ως αβάσιμο στην ουσία  του το αίτημα αυτού (ενάγοντος) περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης από τη λήξη της ως άνω σύμβασης εργασίας και (ε) απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του τον τέταρτο λόγο έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο έπληξε την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε την κατ’ αποκοπήν, αιτούμενη από τον ενάγοντα  αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915 και ως προς τα οποία, η εν λόγω με αριθμό 531/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αναιρέθηκε, υφίσταται δεδικασμένο, που δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο ως το δικαστήριο της παραπομπής. Ενώ η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της θα συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, εντός των ορίων που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, κατόπιν αναβίωσης της εκκρεμοδικίας μόνον της εφέσεως του ενάγοντος [οι τέσσερις πρώτοι λόγοι της από 9.7.2021 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ……………./2021) έφεσης των εναγομένων εταιρειών κατά του ενάγοντος με την οποία οι εκκαλούσες ζητούσαν την εξαφάνιση της με αριθμό 225/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) καθό μέρος αυτή δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντος κρίθηκαν τελεσίδικα με την εν μέρει αναιρεθείσα με αριθμό 531/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την εξαφάνιση δε της εκκαλουμένης αποφάσεως κατ’ αποδοχή του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγου έφεσης των εναγομένων, καθό μέρος επιδικάσθηκε το ποσό των ευρώ 7.026,16 ως αμοιβή εκτέλεσης προσθέτων καθηκόντων του βοηθού του μάγειρα, εξαφανίσθηκε και η διάταξη αυτής (εκκαλουμένης αποφάσεως) περί επιβολής μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος των εναγομένων, ως αναγκαίως συνεχόμενης με κύριο αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1167/2020 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου), κρίση του παρόντος Δικαστηρίου που δεν αναιρέθηκε, με αποτέλεσμα να παρέλκει η εξέταση του πέμπτου λόγου έφεσης των εναγομένων με τον οποίο πλήττονταν η εκκαλουμένη απόφαση, διότι εσφαλμένως με αυτήν επιδικάσθηκαν σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος,], η οποία (έφεση του ενάγοντος), συνακόλουθα, θα επανεκδικασθεί μόνον όσον αφορά το μέρος της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά το οποίο, με την ανωτέρω με αριθμό 531/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή καθό μέρος ο ενάγων αξιώνει τους ανωτέρω μισθούς ασθενείας και ως αβάσιμο στην ουσία του τον πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντας με τον οποίο αυτός έπληξε την εκκαλουμένη απόφαση η οποία απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένδικη αγωγή καθό μέρος αυτός (ενάγων) αξίωνε αμοιβή για την, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, παροχή, κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησής του και κατόπιν εντολής του Πλοίαρχου του ανωτέρω πλοίου και των εναγομένων, παράλληλα με τα καθήκοντα του βοηθού θαλαμηπόλου και εντός του ωραρίου του, με επίταση των προσπαθειών του και όλα τα καθήκοντα του Θαλαμηπόλου, διότι κατά τα κεφάλαια αυτά και αναιρέθηκε.

ΙV. Ήδη, με την προαναφερθείσα από 25.7.2024 κλήση του εκκαλούντος – ενάγοντος επαναφέρεται παραδεκτώς προς συζήτηση, ως το δικαστήριο της παραπομπής, εντός των ορίων της αναιρετικής απόφασης η από 14.6.2021 έφεση (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ……………./2021) του ενάγοντος κατά των εναγομένων εταιρειών  προς εξαφάνιση της με αριθμό 225/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 23.12.2019 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………./2019) αγωγή, δέχθηκε αυτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 14.6.2021, κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, εντός δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης ανωτέρω οριστικής αποφάσεως (25.1.2021), δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή, η οποία αρμοδίως, κατ’ άρθρο 19 περ. α’ του ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για το παραδεκτό της οποίας, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 495 επ. 511.513, 516, 517, 518, 520 παρ.1, 524 παρ.1, 2, 532, 533 ΚΠολΔ), με την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, όπως πρωτοδίκως.

V. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 192, 193, 361, 648 – 653, 659 του ΑΚ και 53 του ΚΙΝΔ, συνάγεται ότι, η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, στο μέτρο που δεν περιορίζεται από κανόνες δημόσιας τάξης, ισχύει και στο πεδίο της ναυτικής εργασίας. Γι` αυτό μπορεί, με τη σύμβαση ναυτολόγησης, να συνομολογηθεί έγκυρα, ότι ο ναυτικός θα παρέχει μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια περισσότερες από μία εργασίες, για τις οποίες, αν είναι αυτοτελείς και διαφορετικές η μία από την άλλη, δικαιούται να λαμβάνει, κατ` ελάχιστο όριο, τις πλήρεις αποδοχές που είναι νόμιμα καθορισμένες για την κάθε μία από τις απασχολήσεις αυτές, εφόσον εξαντλεί το περιεχόμενο των υπηρεσιών (ΑΠ 1007/2000 ΕΝΔ 2001.40, ΕΠ 570/2006, ΕΠ 747/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Βάσει της αρχής αυτής, γίνεται δεκτό ότι, ο ναυτικός μπορεί με τη σύμβαση ναυτολόγησής του να αναλάβει έγκυρα την παράλληλη εκτέλεση περισσότερων καθηκόντων επί του πλοίου μέσα στα νόμιμα χρονικά, όρια, όπως γίνεται συνήθως κατά την αναπλήρωση ελλείποντος μέλους του πληρώματος. Στην περίπτωση αυτή ο ναυτικός άσχετα με το χρόνο της ημερήσιας απασχόλησής του για κάθε αυτοτελή και διαφορετική υπηρεσία δικαιούται να λάβει πλήρεις τις αποδοχές των ειδικοτήτων-υπηρεσιών που προσέφερε, που είναι νόμιμα καθορισμένες για την κάθε μία από τις απασχολήσεις αυτές (ολΑΠ 861/1984 ΕλλΔνη 1984.1363, ΑΠ 1007/2000 ΕΝΔ 2001.40, ΑΠ 261/1999 ΕΝΔ 1999.353, ΕΠ 877/1999 ΕΝΔ 1999.294, ΕΠ 712/2004 ΔΕΕ 2005.211), εφόσον με την εργασία που προσέφερε εξαντλείται το περιεχόμενό τους (ΕΠ 480/2007 ΕΝΔ 2007.402, ΕΠ 172/2003 ΕΝΔ 2003.133, ΕΠ 202/1997 ΝομΝαυτΤμημΕΠ 1996-1997 σελ, 634, ΕΠ 70/1997 ΝομΝαυτΤμημΕΠ 1996 – 1997 σελ. 632). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 349, 374, 648, 653 και 656 του ΑΚ και 53 και 60 του ΚΙΝΔ, για να γεννηθεί η παραπάνω αξίωση, αρκεί ο ναυτικός να βρίσκεται σε απλή ετοιμότητα προς εργασία, έχοντας στη διάθεση του πλοιάρχου, όλες τις υπηρεσίες που ανέλαβε να εκτελέσει, αδιάφορα αν αυτές δεν χρησιμοποιηθούν για λόγους που αφορούν τον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία ή σε πταίσμα του εργαζομένου. Μπορεί, όμως να συμφωνηθεί έγκυρα, είτε ρητά είτε σιωπηρά, χρονικά μειωμένη απασχόληση του ναυτικού σε κάποια από τις περισσότερες εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει, με αντίστοιχη μείωση του μισθού που προσήκει στην εργασία αυτή να συνομολογηθεί δηλ. με τη σύμβαση ναυτολόγησης η λεγόμενη ρήτρα υποαπασχόλησης. Διάφορο είναι το θέμα που ρυθμίζεται με το άρθρο 89 παρ. 4 του ΚΙΝΔ, όπου η ενοχή για την κατανομή του μισθού των ελλειπόντων μελών του πληρώματος στους ναυτικούς, που επιβαρύνθηκαν με την εργασία τους, απορρέει, όχι από προϋπάρχουσα συμβατική δέσμευση των υπηρετούντων μελών του πληρώματος για την αναπλήρωση των ελλειπόντων, αλλ` ευθέως από το νόμο στην περίπτωση που η παραπάνω αναπλήρωση έγινε κατόπιν εντολής του πλοιάρχου (ΕΠ 877/1999 ΕΝΔ 1999.294, ΕΠ 111/1992 ΕΝΔ 1992.513). Δηλαδή εάν η απασχόληση του ναυτικού είναι μειωμένη σε κάποια από τις παραπάνω εργασίες επιτρέπεται να γίνει ανάλογη ελάττωση του αντιστοίχου μισθού, μόνο όταν η μειωμένη αυτή απασχόληση οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε ρητή ή σιωπηρή συμφωνία, η οποία έχει διαλάβει τη λεγόμενη ρήτρα υποαπασχόλησης, που επιφέρει την αντίστοιχη μείωση της αντιπαροχής του εργοδότη (ΑΠ 33/1992 ΕΝΔ 1993.239, ΑΠ 178/1981 NoB 29.1387, ΕΠ 480/2007 ΕΝΔ 2007.402, ΕΠ 570/2006 ΕΝΔ 2006.359, ΕΠ Ε.Ν.Δ 747/2005 ΕΝΔ 2005.441, ΕΠ 300/1998 ΕΝΔ 1998.478, ΕΠ 76/1998 ΕΝΔ 1998.482). Η αξίωση του ναυτικού να λάβει την αντίστοιχη με την πρόσθετη απασχόληση αμοιβή απορρέει από τη σχετική σύμβαση με την οποία παρέχονται οι εργασίες που του ανατέθηκαν και όχι από τη διάταξη του άρθρου 57 εδ. β` του ΚΙΝΔ (ανάθεση επιπλέον καθηκόντων από τον πλοίαρχο στο ναυτικό κατά τον πλοίου σε εξαιρετικές περιπτώσεις) ή άλλες διατάξεις δημοσίου δικαίου, που αφορούν τη σύνθεση του πληρώματος του πλοίου και την αναπλήρωση των μελών που ελλείπουν (όπως το άρθρο 89 παρ. 4 του ΚΔΝΔ Ν.Δ. 187/73 – διάταξη αντίστοιχη της προγενέστερης του άρθρου 8 του ν.δ. 2651/53), το δε κύρος της σύμβασης αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ελλείποντος μέλους του πληρώματος ή την πρόβλεψη της επιπλέον ειδικότητας στην οργανική σύνθεση του πληρώματος (ΑΠ 840/1997 ΕΝΔ 1997.433). Συνεπώς, σε περίπτωση εκτέλεσης κατά συμφωνία, καθηκόντων κάποιας ειδικότητας η ύπαρξη ή μη οργανικής θέσης στη σύνθεση του πληρώματος του πλοίου δεν ασκεί καμιά επιρροή στο κύρος της σύμβασης, πολύ περισσότερο αφού και ο υπεράριθμος κατά τη νόμιμη σύνθεση ναυτικός δικαιούται να λάβει το μισθό της ειδικότητας τα καθήκοντα της οποίας εκτελεί (ΑΠ 1007/2000 ΕΝΔ 2001, ΜΕΠ 160/2015, ΜΕΠ 286/2014 Τ.ν.Π. Nomos, ΜΕΠ 231/2013 ΕΝΔ 2013.220, ΕΠ 541/2012 ΕλλΔνη 2013.1648, ΕΠ 795/2010 ΕΝΔ 2010.385, ΕΠ 97/2008 ΕΝΔ 2008.102, ΕΠ 187/2005 ΕΝΔ 2005.97, ΕΠ 364/2005 ΕΝΔ2005.348, ΕΠ 172/2003 ΕΝΔ 2003.132, ΕΠ 642/2003 ΕΝΔ 2003.346, ΕΠ 212/2002 ΕΝΔ 2002.200, ΕΠ 27/2001 ΕΝΔ 2002.19). Εν προκειμένω, ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή του και κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτής, ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων, ότι, κατόπιν συμφωνίας του με τον Πλοίαρχο του πλοίου και τις εναγόμενες, εκτελούσε παράλληλα με τα καθήκοντα του Βοηθού Θαλαμηπόλου, με επίταση των προσπαθειών του και όλα τα καθήκοντα της ειδικότητας του Θαλαμηπόλου που προβλέπονταν από τον Κανονισμό Εργασίας επί φορτηγών πλοίων. Συγκεκριμένα, αναφέρει σχετικά «… Ωστόσο, καθόλη τη διάρκεια της υπηρεσίας μου στο ανωτέρω πλοίο, μη υπάρχοντος ναυτολογημένου ναυτικού με την ειδικότητα του Θαλαμηπόλου μου είχε ανατεθεί από τον πλοίαρχο του πλοίου και τις εναγόμενες, από την πρώτη ημέρα της ναυτολόγησής μου, η εκτέλεση όλων των καθηκόντων που προβλέπονται από τον κανονισμό Εργασίας επί φορτηγών πλοίων … για το προσωπικό της υπηρεσίας διαμερισμάτων – ενδιαιτημάτων, ήτοι τόσο τα καθήκοντα του Θαλαμηπόλου όσο και τα καθήκοντα του Βοηθού Θαλαμηπόλου του πλοίου, τα οποία πράγματι εκτελούσα…» (σχετικά σελίδα 2 ένδικης αγωγής του). Εκ του λόγου δε τούτου, εζήτησε για την ως άνω πρόσθετη απασχόληση ως πρόσθετη αμοιβή να του επιδικασθεί το ποσό των ευρώ 5.564,59 το οποίο κατά την αγωγή (σχετικά σελ. 8) αποτελεί τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που του κατεβλήθησαν, οι οποίες υπολογίσθηκαν υπό της πρώτης εναγομένης με βάση τις συμφωνημένες αποδοχές της ειδικότητας του Βοηθού Θαλαμηπόλου και των αποδοχών που με βάση την εφαρμοστέα εν προκειμένω, κατά συμφωνία των διαδίκων, ΣΣΝΕ προβλέπονταν για την ειδικότητα του Θαλαμηπόλου. Το ποσό αυτό, κατά τη δέουσα εκτίμηση της ένδικης αγωγής, ο ενάγων αξιώνει, επομένως, ως αμοιβή για την ως άνω πρόσθετη απασχόλησή του, επιπλέον της εργασίας του στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα που είχε προσληφθεί.

VI. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ……….., που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις περιεχόμενες στην υπ’ αριθ. ……../29-10-2020 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης …….. και τις υπ’ αριθ. ……, …….. και ………. από 30-10-2020 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ………. των ………….., υπηρετούντος με την ειδικότητα του βοηθού θαλαμηπόλου στο ανωτέρω πλοίο από 24.8.2019 έως 21.8.2020, ………….., υπηρετούντος με την ειδικότητα του Πλοιάρχου στο ανωτέρω πλοίο κατά τον επίδικο χρόνο, ……….., υπηρετούντος με την ειδικότητα του μάγειρα από 9.7.2019 έως 14.6.2020 στο εν λόγω πλοίο και …………., υπηρετούντος με την ειδικότητα του Πλοιάρχου Β στο ένδικο πλοίο από 22.5.2019 έως 27.10.2019, αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήσης του ενάγοντος, κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν.4335/2015 (βλ. σχετ. την υπ’ αριθ. …………/23-10-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά …………..), την περιεχόμενη στη με αριθμό 13.589 από 6.5.2025 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Κομοτηνής ……. της …………, συζύγου του ενάγοντος, η οποία ελήφθη με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήσης των εναγομένων, κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν.4335/2015 (βλ. σχετ. την υπ’ αριθ. …………../30-4-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ……….), η οποία παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη κατά τις διατάξεις του άρθρου 529 ΚΠολΔ, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις τους, οι οποίες άπασες (ένορκες βεβαιώσεις) εκτιμώνται από το Δικαστήριο κατά το μέτρο της αξιοπιστίας και το βαθμό της γνώσης του κάθε μάρτυρα, από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ανεξάρτητα αν αυτά πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρα 340 παρ.1 και 591 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (Α.Π. 139/2009, Α.Π. 1628/2003, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου και δη επτά μηνών, που καταρτίστηκε στον Πειραιά, την 19-12-2018, μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγόμενης αλλοδαπής εταιρίας, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε νόμιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, ενεργούσας ως αντιπροσώπου της πρώτης εναγόμενης αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στη Μονρόβια Λιβερίας εταιρίας, πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία Φ/Γ πλοίου FN, με αριθμό νηολογίου Πειραιά …, αριθμό ΙΜΟ …….., κ.ο.χ. 44.668, κ.κ.χ. 27.138, DW 88.000 τόνων, αυτός (ενάγων) προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε την επομένη ημέρα (20-12-2018) στο άνω πλοίο, με την ειδικότητα του Bοηθού Θαλαμηπόλου. Οι όροι της σύμβασης εργασίας του και οι αποδοχές του, συμφωνήθηκε ότι, θα διέπονταν από τη ΣΣΕ Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4500 τόνους DW και άνω, έτους 2010, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3525.1.2./01/2011 απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας (ΦΕΚ Β’ 123/9-2-2011). Το εν λόγω πλοίο, κατά τον επίδικο χρόνο εκτελούσε ταξίδια ενός μηνός περίπου από λιμένες της Νότιας Αμερικής προς λιμένες της Άπω Ανατολής, με ολιγοήμερη παραμονή στα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης, σε αυτό υπηρετούσε πλήρωμα δέκα οκτώ ατόμων ενώ σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 3113/1.3382/2011/20-3-2012 εγκριτική πράξη της οργανικής συνθέσεώς του [ΦΕΚ 3037Β/15-11-2012] στην οργανική σύνθεση αυτού, προβλέπονταν  μόνον ένας βοηθός θαλαμηπόλου χωρίς πρόβλεψη για απασχόληση θαλαμηπόλου. Κατά τις προβλέψεις του άρθρου 104 του εφαρμοζόμενου εν προκειμένω Β.Δ. 806/1970 «περί κανονισμού εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω», υπό του τίτλου «Βοηθός θαλαμηπόλου – Καθήκοντα εν γένει» «1. Ο βοηθός θαλαμηπόλου υποχρεούται: α) Να περιποιήται και εξυπηρετή τους αξιωματικούς του πλοίου κατά τα γεύματα αυτών, β) Να εκτελή τον καθαρισμόν εν γένει και την διευθέτησιν  των διαμερισμάτων και κοινόχρηστων χώρων των αξιωματικών του πλοίου, γ) Να εκτελή την πλύσιν και τον καθαρισμόν των εν τη αιθούση εστιάσεως αξιωματικών χρησιμοποιουμένων επιτραπεζίων εν γένει σκευών και να διαφυλάττη ταύτα επιμελώς εντός καθαρών ερμαρίων και ενθεμίων, δ) Να εκτελή τον καθαρισμόν του κοιτωνίσκου του και των χωρών υγιεινής αυτού, ε) Να επιμελήται ιδιαιτέρως του ατομικού του καθαρισμού και της ευπρεπώς του εμφανίσεως και να συμπεριφέρεται πάντοτε ευγενώς προς πάντας. στ) Να βοηθή τον τυχόν υπάρχοντα τροφοδότησιν και τον θαλαμηπόλον εις την εκπλήρωσιν των κατά τα άρθρα 100 και 103 καθηκόντων του.  Εφ` όσον υπηρετούν επί του πλοίου περισσότεροι βοηθοί θαλαμηπόλου τα κατά την προηγουμένην παράγραφον καθήκοντα κατανέμονται μεταξύ τούτων υπό του Υποπλοιάρχου, εις ένα δε εξ αυτών ανατίθεται επί πλέον η εξυπηρέτησις του κατωτέρου πληρώματος και ειδικώτερον: α) Η κατά τα γεύματα περιποίησις αυτού, β) Ο καθαρισμός εν γένει της αιθούσης εστιάσεως τούτου και η διεύθυνσις και διαφύλαξις των εν αυτή χρησιμοποιουμένων σκευών και επίπλων.». Ο ενάγων, από της ανωτέρω ναυτολογήσεώς του στο εν λόγω πλοίο έως την 23.8.2019, αφού απεδείχθη ότι αποναυτολογήθηκε την 24.8.2019, πράγματι εργάσθηκε με την ανωτέρω ειδικότητα του βοηθού θαλαμηπόλου στο ανωτέρω πλοίο, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται υπό των εναγομένων. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις προβλέψεις των ανωτέρω διατάξεων, απεδείχθη ότι, αυτός (ενάγων) περιποιούνταν και εξυπηρετούσε τους αξιωματικούς του πλοίου κατά τα γεύματα αυτών, εκτελούσε τον καθαρισμό εν γένει και τη διευθέτηση των διαμερισμάτων και κοινόχρηστων χώρων των αξιωματικών του πλοίου, εκτελούσε την πλύση και τον καθαρισμό των, στην αίθουσα εστιάσεως αξιωματικών, χρησιμοποιουμένων επιτραπεζίων εν γένει σκευών και διαφύλαττε αυτά  επιμελώς εντός καθαρών ερμαρίων και ενθεμίων. Επιπλέον, δυνάμει ειδικού όρου της έγγραφης σύμβασης εργασίας που καταρτίσθηκε ενόψει της ένδικης σύμβασης, ο ενάγων αντί αμοιβής εκ ποσού ευρώ 105,59 μηνιαίως, ανέλαβε όπως «συμμετέχει στο LAUNDRY του πλοίου» και συγκεκριμένα ανέλαβε το πλύσιμο των κλινοσκεπασμάτων (σχετικά σελ. 47 εγγράφων προτάσεων εναγομένων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), εργασία η οποία εντάσσεται στις αρμοδιότητες του θαλαμηπόλου (περίπτωσης β του άρθρου 103 του ως άνω ΒΔ 806/1970 υπό του τίτλου «Ειδικά καθήκοντα» προβλέπεται ότι «Ειδικώτερον ο θαλαμηπόλος οφείλει: …. β) Να διαφυλάττη τα είδη ιματισμού του πλοίου και να μεριμνά διά την συγκέντρωσιν τούτων προς πλύσιν ευθυνόμενος διά την κατά τα εκάστοτε ισχύοντα περιοδικήν εναλλαγήν των….») [όμοια ΑΠ 33/1992 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Παράλληλα, εν τούτοις, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, δυνάμει ιδιαίτερης σύμβασης, που καταρτίσθηκε προφορικά μεταξύ αυτού και του Πλοιάρχου του ανωτέρω πλοίου, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης – πλοιοκτήτριας, ως νόμιμος εκπρόσωπός της, από την πρώτη ημέρα ναυτολόγησής του σ’ αυτό και ακολούθως, καθόλη τη διάρκεια της ανωτέρω συμβάσεως εργασίας έως την 23.8.2019, παράλληλα με τα ανωτέρω καθήκοντα της ειδικότητας του βοηθού θαλαμηπόλου, με την οποία είχε προσληφθεί και το πλύσιμο των κλινοσκεπασμάτων του πλοίου, απασχολείτο επιπλέον αποκλειστικά αυτός συνεχώς με τον καθαρισμό του κοιτώνα του Πλοιάρχου του πλοίου (άρθρο 103 περ.α ΒΔ 806/1970) [σχετικά περιεχομένη στη με αριθμό 14.128 προαναφερομένη ένορκη βεβαίωση κατάθεση του Πλοίαρχου του πλοίου ………, σύμφωνα με την οποία «… Ο βοηθός Θαλαμηπόλου ……… … ασχολούνταν εν γένει με … τον καθαρισμό των κοιτώνων… καθημερινά καθάριζε και έστρωνε το κρεβάτι στην καμπίνα του Πλοιάρχου και του Α Μηχανικού …»], μεριμνούσε για τη συγκέντρωση των ειδών ιματισμού του πλοίου προς πλύση (άρθρο 103 παρ. β ΒΔ 806/1970) [σχετικά ως άνω ένορκη βεβαίωση Πλοιάρχου, σύμφωνα με την οποία  «… Ο βοηθός Θαλαμηπόλου …….. … ασχολούνταν εν γένει με … τον καθαρισμό των κοιτώνων… καθημερινά καθάριζε και έστρωνε το κρεβάτι στην καμπίνα του Πλοιάρχου και του Α Μηχανικού ενώ τις καμπίνες των αξιωματικών τις καθάριζε άπαξ της εβδομάδος, οπότε και άλλαζε τα κλινοσκεπάσματα και τις πετσέτες και όχι σε όλους, καθότι ορισμένοι το έκαναν οι ίδιοι …» και περιεχομένη στη με αριθμό ……… προαναφερομένη ένορκη βεβαίωση κατάθεση του Πλοίαρχου Β τάξεως του πλοίου ………., σύμφωνα με την οποία «…Σε σχέση με τη γενικότερη καθαριότητα επί του πλοίου, τη δική μου καμπίνα τη συγύριζα ο ίδιος σε καθημερινή βάση, ήτοι έστρωνα το κρεβάτι μου και συμμάζευα τα αντικείμενά μου, και όχι ο βοηθός θαλαμηπόλου, ο οποίος μόνο κάθε Σάββατο μου παρέδιδε τα σεντόνια και τις πετσέτες και τα οποία άλλαζα μόνος μου…»], μεριμνούσε ώστε εντός των ψυγείων των αιθουσών εστιάσεως των αξιωματικών και του κατωτέρου πληρώματος υπάρχουν επαρκείς ποσότητες εδεσμάτων και αναψυκτικών προοριζομένων γιά τους εκτελούντες νυκτερινές φυλακές (άρθρο 103 παρ. γ του ΒΔ 806/1970) [σχετικά περιεχομένη στη με αριθμό 14.128 προαναφερομένη ένορκη βεβαίωση κατάθεση του πλοίαρχου του πλοίου   ……, σύμφωνα με την οποία «… Η προετοιμασία και το μαγείρεμα των γευμάτων εκτελούνταν από τον μάγειρα, όπως και η προετοιμασία ολίγων πιάτων με ζαμπόν, τυρί, γάλα, γιαούρτι κ.λπ. για τις βραδινές βάρδιες. Ο ……… απλά τα τοποθετούσε στα ψυγεία των τραπεζαριών…»], είχε δε αναλάβει την τραπεζαρία αξιωματικών, απασχολούμενος με το σερβίρισμα των αξιωματικών (άρθρο 103 παρ. δ του ΒΔ 806/1970)  [σχετικά περιεχομένη στη με αριθμό 14.128 προαναφερομένη ένορκη βεβαίωση κατάθεση του πλοίαρχου του πλοίου ………..]. Επομένως, ο ενάγων εκτελούσε τις ως άνω εργασίες που εντάσσονται στα καθήκοντα του Θαλαμηπόλου, έστω κι αν η εναγόμενη πλοιοκτήτρια του πλοίου εταιρεία και εργοδότρια αυτού, είχε αναθέσει τις εν λόγω αρμοδιότητες στον Μάγειρα του πλοίου, ο οποίος αμείβονταν γι’ αυτό. Οι αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες υπηρεσίες που παρείχε ο ενάγων, εντάσσονται στα καθήκοντα του Θαλαμηπόλου, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 102 του ως άνω ΒΔ 806/1970, υπό του τίτλου «Περί του προσωπικού της υπηρεσίας διαμερισμάτων-ενδιαιτημάτων – Θαλαμηπόλος – Καθήκοντα εν γένει» «1. Ο θαλαμηπόλος είναι υπόλογος διά την υπηρεσίαν διαμερισμάτων υπαξιωματικός και τελεί υπό τας εντολάς και τον έλεγχον του υποπλοιάρχου κατά τα εν άρθρω 30 του παρόντος Κανονισμού οριζόμενα. 2. Εν ελλείψει τροφοδότου ασκεί και τα καθήκοντα αυτού.». Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 103 του ιδίου ΒΔ υπό του τίτλου «Ειδικά καθήκοντα» «Ειδικώτερον ο θαλαμηπόλος οφείλει: α) Να εκτελή τον καθαρισμόν εν γένει (σάρωσιν, πλύσιν, στίλβωσιν μεταλλικών επιφανειών κ.λ.π.) και να εξασφαλίζη την διευθέτησιν και καλήν συντήρησιν των διαμερισμάτων του πλοιάρχου και των εν αυτοίς επίπλων και σκευών, τηρών και το οικείον βιβλίον απογραφής των. β) Να διαφυλάττη τα είδη ιματισμού του πλοίου και να μεριμνά διά την συγκέντρωσιν τούτων προς πλύσιν ευθυνόμενος διά την κατά τα εκάστοτε ισχύοντα περιοδικήν εναλλαγήν των. γ) Να μεριμνά όπως εντός των ψυγείων αιθουσών εστιάσεως αξιωματικών και κατωτέρου πληρώματος υπάρχουν επαρκείς ποσότητες εδεσμάτων και αναψυκτικών προοριζομένων διά τους εκτελούντες νυκτερινάς φυλακάς, δ) Να καταβάλη ιδιαιτέραν μέριμναν διά την περιποίησιν και πρόθυμον εξυπηρέτησιν του πλοιάρχου και των τυχόν συνεστιαζομένων ή φιλοξενουμένων παρ` αυτού προσώπων, ως και των αξιωματικών του πλοίου κατά τα γεύματα αυτών εν τη αιθούση εστιάσεως ή αλλαχού εν τω πλοίω εν περιπτώσει ασθενείας ή ανωτέρας βίας. ε) Να έχη πάντοτε ιδιαιτέρως καθαρόν και ευπρεπή εμφάνισιν και να συμπεριφέρεται ευγενώς προς πάντας. στ) Να καθοδηγή και να παρακολουθή του βοηθούς του διά την καλήν εκτέλεσιν των καθηκόντων του. ζ) Να εκτελή τον καθαρισμόν και διευθέτησιν του κοιτωνίσκου του.». Ότι τις αμέσως ανωτέρω εργασίες της ειδικότητας του Θαλαμηπόλου ο ενάγων εκτελούσε κατόπιν συμφωνίας του με τον Πλοίαρχο του ανωτέρω πλοίου, ενεργούντος αυτού (Πλοιάρχου του πλοίου) για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης πλοιοκτήτριας αυτού εταιρείας, παρά τα αντιθέτως υπό των εναγομένων υποστηριζόμενα στη σελίδα 32 των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τις οποίες ουδέποτε συνήφθη συμφωνία μετά του ενάγοντος περί εκτέλεσης υπ’ αυτού των ανωτέρω εργασιών της ειδικότητας του Θαλαμηπόλου, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Πλοίαρχος του πλοίου εγνώριζε την υπ΄ αυτού εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών, αφού αυτός (Πλοίαρχος του πλοίου) κατέθεσε ότι τις εν λόγω εργασίες εκτελούσε ο ενάγων και αποδέχονταν τις εν λόγω υπηρεσίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, το κύρος της ανωτέρω συμφωνίας δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ελλείποντος μέλους του πληρώματος ή την πρόβλεψη της επιπλέον ειδικότητας στην οργανική σύνθεση του πληρώματος (ΑΠ 840/1997 ΕΝΔ 1997.433). Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τις ανωτέρω εργασίες ο ενάγων εκτελούσε σύμφωνα με τις διατάξεις της περιπτώσεως στ της παραγράφου 1 του άρθρου 104 του ανωτέρω ΒΔ 806/1970 σύμφωνα με τις προβλέψεις της οποίας «1. Ο βοηθός θαλαμηπόλου υποχρεούται: … στ) Να βοηθή τον τυχόν υπάρχοντα …. θαλαμηπόλον εις την εκπλήρωσιν των κατά τα άρθρα 100 και 103 καθηκόντων του…. » (σχετικά σελίδα 29 και 45 εγγράφων προτάσεων που οι εναγόμενες κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), υπολαμβάνοντας ότι εν τέλει εντάσσονται στις εργασίες ειδικότητας του βοηθού θαλαμηπόλου με αποτέλεσμα ο ενάγων να μη δικαιούται πρόσθετης αμοιβής, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, αφού στο εν λόγω πλοίο, σύμφωνα με την οργανική του σύνθεση δεν προβλέπονταν η απασχόληση Θαλαμηπόλου, από δε τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, η εφαρμογή της προϋποθέτει την υπηρεσία Θαλαμηπόλου στο πλοίο. Για την απασχόλησή του με τις ανωτέρω εργασίες ειδικότητας Θαλαμηπόλου, παράλληλα με τις εργασίες της ειδικότητας Βοηθού Θαλαμηπόλου που αυτός (ενάγων) εκτελούσε, εργασίες αυτοτελείς και διαφορετικές μεταξύ τους, δεν αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί η καταβολή μισθού, πλην του ποσού των ευρώ 105,59 μηνιαίως, για την απασχόλησή του στο πλύσιμο των κλινοσκεπασμάτων. Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, ως προελέχθη, δεν αξιώνει όπως λάβει το σύνολο των αποδοχών της ειδικότητας του Θαλαμηπόλου επιπλέον των αποδοχών του ως Βοηθός Θαλαμηπόλου, αλλά ζητά τη διαφορά των, προβλεπομένων εκ της εφαρμοστέας εν προκειμένω κατά συμφωνία των διαδίκων ΣΣΝΕ, αποδοχών του Θαλαμηπόλου για βασικό μισθό, επίδομα Κυριακών, επίδομα αδείας και σταθερή αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης 167 ωρών μηνιαίως, από την αμοιβή που για τις αντίστοιχες αιτίες του καταβάλλονταν ως αμοιβή με την ειδικότητα του Βοηθού Θαλαμηπόλου και συγκεκριμένα αξιώνει το ποσό των ευρώ 5.564,59 συνολικά για διάστημα οκτώ μηνών και πέντε ημερών που εργάσθηκε. Επί του αιτήματος αυτού της αγωγής, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ συνάγεται ότι, αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από τον εργαζόμενο, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα κύρια απασχόλησή του, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του εργαζομένου που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1032/2020 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εν προκειμένω, απεδείχθη ότι, κατόπιν εντολής του Πλοιάρχου του ανωτέρω πλοίου, ο ενάγων εντός του νομίμου ωραρίου του, πέραν των υπηρεσιών που παρείχε με την ειδικότητα του βοηθού θαλαμηπόλου και την απασχόλησή του στο πλύσιμο των κλινοσκεπασμάτων, ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, παρείχε πρόσθετη εργασία διαρκούς φύσεως, η οποία, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα κύρια απασχόλησή του, ήτοι αυτή του βοηθού θαλαμηπόλου, ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων, όπως αυτές ρυθμίζονται από το ανωτέρω ΒΔ 806/1970 και αναλύονται ανωτέρω. Επίσης, απεδείχθη ότι οι πρόσθετες αυτές υπηρεσίες, κατά τις συνήθεις περιστάσεις, παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να αποδεικνύεται ότι είχε καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός. Κατά συνέπεια, η πρώτη εναγομένη – εργοδότρια του ενάγοντος υποχρεούται να καταβάλλει σε αυτόν (ενάγοντα) τον συνηθισμένο για της ως άνω εργασίας του μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλονταν σε άλλους εργαζομένους που παρείχαν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Εν προκειμένω, απεδείχθη ότι, ο συνηθισμένος μισθός για την πλήρη απασχόληση μέλους πληρώματος με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου ήταν αυτός ο οποίος προβλέπονταν στις διατάξεις της ως άνω Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4500 τόνους DW και άνω έτους 2010, που κυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3525.1.2/01/2011 απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας [ΦΕΚ Β 123/9.2.2011). Κατά την εν λόγω ΣΣΝΕ, ο μηνιαίος μισθός ενέργειας (άρθρο 1) του θαλαμηπόλου ανήρχετο σε ευρώ 1.070,83 και του βοηθού θαλαμηπόλου σε ευρώ 905,58, το επίδομα Κυριακών (άρθρο 2 παρ.2) σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή ανήρχετο για την ειδικότητα του θαλαμηπόλου σε ευρώ (1.070,83 επί 22%=) 235,58 και για την ειδικότητα του βοηθού θαλαμηπόλου στο ποσό των ευρώ (905,58 επί 22%=) 199,23 (κατόπιν στρογγυλοποίησης), το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας (άρθρο 15) σε 13,69 την ημέρα, δηλαδή σε (13,69 € Χ 30 ημέρες =) 410,70 ευρώ τον μήνα, οι αποδοχές της άδειας μετά τροφοδοσίας (άρθρο 16 παρ.1 και 2) για την ειδικότητα του Θαλαμηπόλου σε {[(1.070,83 + 235,58 : 22) + 13,69 €] Χ 8 ημέρες = } 584,58 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) πλην όμως ο ενάγων αξιώνει τη διαφορά με το ποσό των ευρώ 584,57 και για την ειδικότητα του βοηθού θαλαμηπόλου {[(905,58 + 199,23 : 22) + 13,69 €] Χ 8 ημέρες = } 511,27 (κατόπιν στρογγυλοποίησης), επιπλέον κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 της ανωτέρω ΣΣΝΕ προβλέπονταν η καταβολή σε όλα τα μέλη του πληρώματος διορθωτικού επιδόματος ποσού ευρώ 18,95 μηνιαίως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.3 της ίδιας ΣΣΝΕ προβλέπονταν η καταβολή σε όλα τα μέλη του κατώτερου πληρώματος διορθωτικό επίδομα εκ ποσού ευρώ 87,06 μηνιαίως. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.6 περ. β της ίδιας ΣΣΝΕ, προβλέπονταν ως μέρος του μισθού, αμοιβή για σταθερές υπερωρίες για το Προσωπικό Γενικών Υπηρεσιών και δη για τον θαλαμηπόλο κάθε μήνα για 167 ώρες, ήτοι ευρώ 1.358,80 και για τον βοηθό θαλαμηπόλου κάθε μήνα για 137 ώρες, ήτοι ευρώ 952,31. Συνολικά, οι προβλεπόμενες με την ανωτέρω ΣΣΝΕ αποδοχές της ειδικότητας του βοηθού θαλαμηπόλου, ανήρχοντο σε ευρώ 2.674,41 μηνιαίως και αυτές του θαλαμηπόλου σε ευρώ 3.355,79 μηνιαίως. Ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή του, για την εκτέλεση, παράλληλα με την εργασία του για την ειδικότητα για την οποία προσελήφθη, ήτοι αυτή του βοηθού θαλαμηπόλου, των ανωτέρω καθηκόντων του θαλαμηπόλου, που απεδείχθη ότι εκτέλεσε, δεν αξιώνει τις πλήρεις αποδοχές (επιπλέον των αποδοχών του βοηθού θαλαμηπόλου που ελάμβανε) αλλά τη διαφορά της προβλεπόμενης με την ανωτέρω ΣΣΝΕ αμοιβής του θαλαμηπόλου με αυτή που ελάμβανε ήτοι του βοηθού θαλαμηπόλου, και δη το ποσό των ευρώ 681,38 μηνιαίως, η οποία (διαφορά μεταξύ του μισθού που ελάμβανε και αυτού που αξιώνει) με αναγωγή σε ποσοστό επί της εκατό, ήτοι προσαύξηση των αποδοχών του σε ποσοστό (3.355,79 μείον 2.674,41 δια 100=) 25,477 % περίπου, δηλαδή ποσοστό του μισθού του θαλαμηπόλου περίπου 20,31%. Ενόψει των καθηκόντων του θαλαμηπόλου που αυτός πράγματι εκτελούσε, όπως αυτές απεδείχθησαν και αναλύονται ανωτέρω, πέραν της πρόσθετης αυτού απασχόλησης στο πλύσιμο των κλινοσκεπασμάτων, εργασία για την οποία συμφωνήθηκε και καταβάλλονταν σε αυτόν αμοιβή ποσού ευρώ 105,56, αυτός δικαιούται πρόσθετης αμοιβής ανερχομένης στο αιτούμενο από αυτόν ποσό μηνιαίως, ήτοι σε ευρώ 681,38 που αναλογεί περίπου σε ποσοστό 20,31% του συνηθισμένου για την επίδικη περίοδο μηνιαίου μισθού του θαλαμηπόλου και για διάστημα οκτώ (8) μηνών και πέντε (5) ημερών που εργάστηκε ως βοηθός θαλαμηπόλος, παρέχοντας και τις ανωτέρω υπηρεσίες του θαλαμηπόλου, για την πρόσθετη αυτή εργασία (του θαλαμηπόλου) που παρείχε δικαιούται το ποσό των ευρώ [(681,38 επί 8=) 5.451,04 + (681.38 επί 5/30=) 113,56=] 5.564,60, πλην όμως αιτείται το ποσό των ευρώ 5.564,59 το οποίο και πρέπει να του επιδικασθεί. Το επικουρικώς προβαλλόμενο αίτημα των εναγομένων δια των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σχετικά σελίδα 50), όπως επιδικασθεί στον ενάγοντα αμοιβή για την ανωτέρω απασχόλησή του, που δεν ξεπερνά ποσοστό 5% των αποδοχών της ειδικότητας του θαλαμηπόλου, τυγχάνει αβάσιμο στην ουσία του, ενόψει των καθηκόντων της ειδικότητας του θαλαμηπόλου που πράγματι απεδείχθη ότι εκτέλεσε ο ενάγων κατά την επίδικη περίοδο. Το γεγονός δε ότι τις εργασίες της ειδικότητας του θαλαμηπόλου η πρώτη εναγομένη – εργοδότρια είχε συμφωνήσει με τον μάγειρα του πλοίου όπως παράσχει ο τελευταίος και μάλιστα, εκ του λόγου τούτου του κατέβαλε και επιπλέον μισθό, δεν δύναται να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση το παρόν Δικαστήριο, εφόσον ο Πλοίαρχος του πλοίου πράγματι είχε αναθέσει στον ενάγοντα τις ανωτέρω υπηρεσίες, όπως αυτές αναλύονται ανωτέρω και αποτελούν εργασίες της ειδικότητας του θαλαμηπόλου και αυτός (ενάγων) εκτελούσε τις εν λόγω υπηρεσίες. Εξάλλου, το αίτημα των εναγομένων, όπως εκ του ανωτέρω ποσού αφαιρεθεί το ποσό των ευρώ 105,56 μηνιαίως (σχετικά σελ. 57 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) τυγχάνει αβάσιμο στην ουσία του, εκ του λόγου ότι, η ανωτέρω επιδικαζόμενη αμοιβή αφορά τις εργασίες ειδικότητας του θαλαμηπόλου επιπλέον των εργασιών αυτού πλυσίματος των κλινοσκεπασμάτων. Η μη διατύπωση παραπόνου ή επιφύλαξης του ενάγοντος κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησής του και κατά την αποναυτολόγησή του, καθώς και η μη έκφραση υπ’ αυτού οιασδήποτε επιφύλαξης ως προς τις καταβαλλόμενες αποδοχές του, όπως οι εναγόμενες διατείνονται (σελίδα 3 εγγράφων προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), αναφορικά με τις ως άνω απαιτήσεις του που απετέλεσαν αντικείμενο διερεύνησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών αυτού (ΜονΕφΠειρ. 716/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕφΠειρ. 452/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), αλλά δικαιολογείται απολύτως από την επιθυμία του να μη θέσει σε κίνδυνο την εργασιακή του θέση. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν εκτιμηθεί ότι ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις αυτού (ενάγοντος) από την προσφορά της εργασίας του, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) δεν έχει έννομη επιρροή, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα νόμιμα δικαιώματά του, που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, ΝΟΜΟΣ, EΠ 698/2014, Δνη 2015/504, ΕΠ 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208). Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, οι ισχυρισμοί των εναγομένων που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 29 επ.) ότι με δύναμη δεδικασμένου έχει κριθεί με τις αναφερόμενες στις προτάσεις του αιτιολογίες της με αριθμό 531/2022 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ότι αυτός δεν εκτέλεσε τα καθήκοντα του θαλαμηπόλου και επιπλέον ότι δεν συνήφθη σύμβαση για την εκτέλεση αυτών μεταξύ του ενάγοντος και της εργοδότριάς του, εκ του λόγου ότι οι αναφερόμενες στις προτάσεις τους αιτιολογίες δεν συμπεριλαμβάνονται στην αναιρετική εμβέλεια της με αριθμό  289/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, τυγχάνουν απορριπτέες ως αβάσιμες στην ουσία τους, διότι το παρόν Δικαστήριο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την ένδικη έφεση ως προς το κεφάλαιο για το οποίο αναιρέθηκε η ανωτέρω με αριθμό 531/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατόπιν εκδόσεως της με αριθμό 289/2024 απόφασης του Αρείου Πάγου, δεσμεύεται μόνον ως προς νομικό ζήτημα που έλυσε η ανωτέρω απόφαση (ΑΠ 137/2004, Δ 2004/1171 = ΝοΒ 2004/1553) και όχι ως προς την ουσία της υποθέσεως επί του επιδίκου κεφαλαίου, μη δεσμευόμενο από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Τούτο σημαίνει, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας ότι, εφόσον οι διαπιστώσεις της αναιρεθείσας απόφασης δεν εθίγησαν με την αναίρεση, το παρόν δικαστήριο (ως δικαστήριο της παραπομπής) δύναται να εκτιμήσει τις αποδείξεις διαφορετικά από ό,τι η αναιρεθείσα απόφαση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004, Δ 2004/804 = ΕΕΔ 2005/150).

VIΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ), ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω της λειτουργίας της ένδικης σύμβασης εργασίας «Ο ναυτικός ασθενήσας, δικαιούται εις μισθόν και νοσηλεύεται δαπάναις του πλοίου, εάν δε η σύμβασις ναυτολογήσεως λυθή λόγω της ασθενείας και νοσηλεύεται ούτος εκτός του πλοίου, δικαιούται εις τα νοσήλεια και εις μισθόν εφ` όσον διαρκεί η ασθένεια, ουχί όμως πέραν των τεσσάρων μηνών. Αι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και επί ατυχημάτων εκ  βιαίου συμβάντος,  εάν  δε  ο  ναυτικός  υπέστη  εξ  αυτών  ανικανότητα  προς εργασίαν, ως και εν περιπτώσει  θανάτου  αυτού,  εφαρμόζονται  και  αι ειδικαί  διατάξεις  περί  αποζημιώσεως των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων.  Προς  υπολογισμόν  των  κατά  το  παρόν  άρθρον  απαιτήσεων επιτρέπεται να συνομολογείται ειδικός μισθός.». Σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως συνεπεία ασθενείας, το τετράμηνο αρχίζει από την αποβίβαση του ναυτικού, ανεξάρτητα από το χρόνο που διαπιστώθηκε η ανάγκη νοσηλείας [ΑΠ 1184/1983 ΕΝΔ 12.374]. Εξάλλου, επί ασθένειας του ναυτικού κατά τη διάρκεια της ναυτολογήσεώς του δεν είναι αναγκαία η απόδειξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ εργασίας και ασθενείας [ΑΠ 289/2024]. Ασθένεια δηλαδή η οποία εμφανίσθηκε κατά τη διάρκεια εργασίας του ναυτικού στο πλοίο, θεωρείται ως απότοκος της εργασίας αυτής (ΕΠ 1628/1989 ΕΝΔ 18.102]. Η προστασία του ναυτικού, εν τούτοις, εκτείνεται και μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας, εφόσον όμως, όπως είναι ευνόητο, η ασθένεια που εκδηλώθηκε μετά την αποναυτολόγηση του ναυτικού είναι απότοκος της εργασίας του στο πλοίο, ήτοι συνδέεται χρονικά με αυτή, δηλαδή η γένεσή της ανάγεται χρονικά στην υπηρεσία του ναυτικού στο πλοίο και η εκδήλωσή της αναφαίνεται μετά τη λύση της συμβάσεως [ΕΠ 1628/1989 ο.π.]. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων απολύθηκε λόγω ασθενείας του και συγκεκριμένα, λόγω της επικαλούμενης στην αγωγή αγχώδους διαταραχής, με κρίσεις πανικού και μη οργανικής διαταραχής του προγράμματος ύπνου – εγρήγορσης, τα οποία του προκαλούν ακαθόριστη ανησυχία, νευρικότητα και αδυναμία χαλάρωσης. Ο ίδιος με την ένδικη αγωγή του, υποστήριξε ότι, η ένδικη σύμβαση ναυτολόγησης λύθηκε  λόγω καταγγελίας αυτής από τον Πλοίαρχο του πλοίου άνευ παραπτώματός του. Με τη με αριθμό 531/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, στα πλαίσια διερεύνησης της απαίτησης του ενάγοντος για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, κρίθηκε ότι, η ένδικη σύμβαση ναυτολόγησης έληξε την 22-8-2019, στο λιμένα Rio Grande Βραζιλίας, αφού είχε παραταθεί, κατ’ άρθρο 70 του Κ.Ι.Ν.Δ σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου «Σύμβασις ναυτολογήσεως συνομολογηθείσα δι’ ωρισμένον χρόνο, λήξασα δε διαρκούντος του πλου, παρατείνεται μέχρι τον κατάπλου εις τον λιμένα του προορισμού», μέχρι τον κατάπλου του πλοίου στο λιμένα αυτό. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι, την 9-7-2019, το ανωτέρω πλοίο κατέπλευσε στο λιμένα Port Klang της Μαλαισίας για να εκφορτώσει μέρος του φορτίου του και απέπλευσε την 15-7-2019 για το δεύτερο λιμένα εκφόρτωσης Butterworth της Μαλαισίας, με προβλεπόμενη πλεύριση την 15-7-2019 και αναχώρηση την 18-7-2019. Στο λιμένα Port Klang, έλαβε χώρα αλλαγή πληρώματος και συγκεκριμένα, την 10-7-2019, απολύθηκαν και επαναπατρίστηκαν έξι (6) μέλη του πληρώματος και την 12-7-2019 έτερα δυο (2) μέλη. Καθότι ο ενάγων συμπλήρωνε επτάμηνο στις 20-7-2019, ενημερώθηκε από τον Πλοίαρχο του εν λόγω πλοίου ότι, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη σύμβασή του, θα απολύονταν λόγω λήξης αυτής και θα επαναπατρίζονταν από το επόμενο λιμάνι (Rio Grande της Βραζιλίας), μαζί με το Β’ Μηχανικό και το Δόκιμο. Τελικά, το πλοίο απέπλευσε από το Butterworth την 21-7-2019, λόγω βλάβης του γερανού εκφόρτωσης και κατέπλευσε την 22-8-2019 στο λιμένα Rio Grande Βραζιλίας, όπου και έληξε η σύμβαση ναυτολόγησης του ενάγοντος, η οποία είχε παραταθεί, κατ’ άρθρο 70 του Κ.Ι.Ν.Δ, μέχρι τον κατάπλου του πλοίου στο λιμένα αυτό. Με την ως άνω απόφαση κρίθηκε επομένως τελεσιδίκως ότι η ανωτέρω σύμβαση ναυτικής εργασίας, παρά την εγγραφή στο ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος, ότι η λύση της εργασίας του έλαβε χώρα «αμοιβαία συναινέσει» αυτού και του πλοιάρχου του πλοίου, έληξε λόγω παρέλευσης του χρόνου διάρκειάς της. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, την 9.9.2019, ο ενάγων επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής οπότε, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 7 από τον ίδιο (ενάγοντα) με αριθμό πρωτ. …………/9.9.2019 ιατρική βεβαίωση του ανωτέρω νοσοκομείου που υπογράφεται από τη Διευθύντρια του Ψυχιατρικού Τμήματος του ανωτέρω Νοσοκομείου …………, διεπιστώθη ότι πάσχει από «άλλες επίμονες διαταραχές της διάθεσης. Προσήλθε στο Ψυχ. Ιατρείο ετέθη υπό ψυχιατρική παρακολούθηση ανά 15μερο προς διερεύνηση της συμπτωματολογίας του» και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δέκα πέντε ημερών, ορίσθηκε δε επόμενο ραντεβού, ώρα 13.00 της 19.9.2019. Ο ενάγων δεν προσεκόμισε ιατρική βεβαίωση από την τυχόν επίσκεψή του στο ανωτέρω νοσοκομείο την 19.9.2019. Ο ενάγων περαιτέρω, προσεκόμισε ως σχετικό 8, τη με αριθμό πρωτ. ……./8.10.2019 ιατρική βεβαίωση του ανωτέρω Νοσοκομείου που υπογράφεται από την ίδια ως άνω ιατρό με την οποία βεβαιώνεται ότι ο ενάγων πάσχει από «γενικευμένη αγχώδη διαταραχή με κρίσεις πανικού και μη οργανική διαταραχή του προγράμματος ύπνου–εγρήγορσης. Παρακολουθείται και υποστηρίζεται ψυχοθεραπευτικά ανά 15/μερο. Παρουσιάζει επαναλαμβανόμενες προβολές εντόνου άγχους απρόβλεπτες με φόβο απώλεσης ελέγχου και επίμονο φόβο επομένων προσβολών. Επίσης ακαθόριστη ανησυχία, νευρικότητα, αδυναμία χαλάρωσης». Κατά την ίδια βεβαίωση, από την 1.10.2019 χορηγήθηκε σε αυτόν (ενάγοντα) φαρμακευτική αγωγή και δη espora και tavor. Ο ενάγων προσεκόμισε τέλος, την από 14.5.2025 βεβαίωση από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ από την οποία προκύπτει ότι την 28.8.2019 και ώρα 04.37, αυτός (ενάγων)  επισκέφθηκε το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του ανωτέρω Νοσοκομείου χωρίς, εν τούτοις, να προσκομίζει βεβαίωση για τις διαπιστώσεις των ιατρών του εν λόγω Νοσοκομείου. Έτερα ιατρικά πιστοποιητικά ο ενάγων δεν προσεκόμισε. Ο ίδιος (ενάγων) με την ένδικη αγωγή του και κατά τη δέουσα εκτίμηση αυτής, τις περιεχόμενες στην ανωτέρω από 8.10.2019 ιατρική βεβαίωση διαπιστώσεις αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, αποδίδει στην άρνηση του πλοιάρχου του ως άνω πλοίου να τον στείλει σε ιατρό στο λιμάνι της Βραζιλίας προς εξέτασή του από τους επικαλούμενους από αυτόν πόνους λόγω της συνεχούς εισόδου του στα ψυγεία του πλοίου, στην αναίτια απόλυσή του και στη φορτικότητα που του ασκήθηκε προκειμένου να αποχωρήσει από το πλοίο. Εν τούτοις, δοθέντος ότι, οι εναγόμενες αρνούνται κατά τούτο την ένδικη αγωγή, δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω διαπιστωθείσες διαταραχές οι οποίες εκδηλώθηκαν μετά τη λήξη της εργασιακής του σχέσης, εφόσον για πρώτη φορά οι διαταραχές της διάθεσής του διαπιστώθηκαν ιατρικώς την 9.9.2019, ήταν απότοκες της εργασίας του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο, ούτε αναφέρεται τίποτε σχετικό στις ανωτέρω ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίζονται από αυτόν. Ο ενάγων βέβαια ισχυρίζεται ότι ήδη από την 28.8.2019 και έχοντας επαναπατριστεί στην Ελλάδα, ένιωθε αισθήματα ανασφάλειας, εξαιτίας των πιέσεων που του ασκήθηκαν και της ξαφνικής ανεργίας στην οποία βρέθηκε και υπέφερε από έντονη ανησυχία, δυσφορία και φόβο, αισθήματα που δεν μπορούσε να διαχειριστεί και για το λόγο τούτο επισκέφθηκε τα εξωτερικά ιατρεία του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ΑΤΤΙΚΟΝ όπου υπεβλήθη σε λεπτομερή κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο προκειμένου να διακριβωθεί ο λόγος για τον οποίο δεν ηδύνατο να κοιμηθεί επί εβδομήντα δύο και πλέον ώρες (σελ. 6 ένδικης αγωγής του). Πλην όμως, από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 26 από αυτόν σχετική βεβαίωση του ανωτέρω νοσοκομείου, από την οποία πράγματι προκύπτει ότι αυτός (ενάγων) επισκέφθηκε την 28.8.2019 και ώρα 04.37 το ανωτέρω νοσοκομείο, δεν βεβαιώνεται ότι πράγματι ο ενάγων εμφάνιζε αγχώδη διαταραχή, ούτε ότι του συνεστήθη ψυχολογική και ψυχιατρική παρακολούθηση, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται με την αγωγή του. Μάλιστα, ο ενάγων, ως σχετικό 27, προσκομίζει μόνον τα αποτελέσματα των γενικών εξετάσεων αίματος στις οποίες υπεβλήθη στο ανωτέρω νοσοκομείο. Σε διαφορετική κρίση και δη σε κρίση ότι η διαπιστωθείσα το πρώτον ιατρικώς την 9.9.2019 αγχώδης διαταραχή τυγχάνει απότοκος της εργασίας του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο, δεν δύναται το Δικαστήριο να αχθεί ούτε από την προσκομιζόμενη για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ένορκη βεβαίωση της συζύγου του (ενάγοντος), ………… Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι,  η διαγνωσθείσα διαταραχή με κρίσεις πανικού και μη οργανική διαταραχή του προγράμματος ύπνου – εγρήγορσης, τα οποία του προκαλούσαν επαναλαμβανόμενες προσβολές έντονου άγχους, απρόβλεπτες με φόβο απώλειας ελέγχου και επίμονο φόβο, ακαθόριστη ανησυχία, νευρικότητα και αδυναμία χαλάρωσης, δημιουργήθηκαν στον ενάγοντα σύζυγό της από τον τρόπο αποχώρησης αυτού από το ανωτέρω πλοίο, καθώς προηγούμενα δεν αντιμετώπιζε αντίστοιχα προβλήματα υγείας. Η ίδια κατέθεσε ότι, χορηγήθηκε ειδική φαρμακευτική αγωγή στον σύζυγό της και ότι αυτός συνέχισε να παρακολουθείται τακτικά από ψυχιάτρους, λαμβάνοντας και φαρμακευτική αγωγή. Είχε έντονους πονοκεφάλους και ο ύπνος του ήταν διαταραγμένος, δεν ηδύνατο να συγκεντρωθεί και να σκεφθεί καθαρά, ήταν διαρκώς ανήσυχος, νευρικός και ευερέθιστος, εκδήλωνε έντονη νευρικότητα στους οικείους του, είχε δε επηρεαστεί και η λειτουργικότητά του. Ότι συνέχισε να υποφέρει τουλάχιστον για τέσσερις μήνες, αλλά και ακολούθως για πολύ καιρό, όταν δε επαναυτολογήηκε τον Ιούλιο του έτους 2021 δεν άντεξε στο πλοίο πλέον της μίας εβδομάδας, διότι ένιωσε τα ίδια πιεστικά συναισθήματα πανικού και άγχους και ο ίδιος εζήτησε να αποναυτολογηθεί. Ότι έως και του χρόνου δόσεως της ένορκης βεβαίωσής της (6.5.2025) αυτός συνέχισε να αισθάνεται αδικημένος και να δυσφορεί κάθε φορά που θυμάται τι είχε συμβεί, νιώθει δε ότι αδικήθηκε και προσεβλήθη η προσωπικότητά του. Εν τούτοις, αν και πράγματι από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 12 αντίγραφο του φυλλαδίου του ενάγοντος, απεδείχθη ότι αυτός (ενάγων) επαναυτολογήθηκε στην Πάτρα την 12.7.2021 στο Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο AII και αποναυτολογήθηκε την 19.7.2021, όσα η ανωτέρω εξετασθείσα με επιμέλειά του (ενάγοντος) μάρτυρας – σύζυγός του κατέθεσε, δεν ενισχύονται από αντίστοιχα ιατρικά πιστοποιητικά, αφού ο ενάγων προσεκόμισε μόλις τρία ιατρικά πιστοποιητικά, όπως αναλύεται ανωτέρω, από τα οποία εν τούτοις δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω διαπιστωθείσες ιατρικώς διαταραχές, οι οποίες εκδηλώθηκαν μετά τη λήξη της ένδικης εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, εφόσον για πρώτη φορά διεγνώσθησαν  ιατρικώς την 9.9.2019, ήταν απότοκες της εργασίας του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο, αφού τίποτε σχετικό δεν αναφέρεται στις ανωτέρω ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίζονται από αυτόν. Εξάλλου, σε αντίθετη κρίση το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί, όπως διατείνεται ο ενάγων, ούτε από την ένορκη βεβαίωση του εξετασθέντος με επιμέλεια των εναγομένων Πλοιάρχου του ανωτέρω πλοίου, σύμφωνα με την κατάθεση του οποίου ο ενάγων, τις τελευταίες ημέρες προ της αποναυτολογήσεώς του, επεδείκνυε συμπεριφορά μη συνάδουσα με τις αρχές του ναυτικού επαγγέλματος, ασέβεια στους προϊσταμένους του αφού τους αντιμιλούσε συνεχώς αναίτια, χωρίς τρόπους και σεβασμό, δοθέντος ότι ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του την εκδήλωση των ανωτέρω διαταραχών του ο ίδιος εντοπίζει χρονικά μετά την αποναυτολόγησή του. Επομένως, το αίτημα του ενάγοντος να του επιδικασθούν μισθοί ασθενείας τεσσάρων μηνών από την αποναυτολόγησή του, τυγχάνει αβάσιμο στην ουσία του. Το πρωτόδικο επομένως Δικαστήριο που απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του το εν λόγω αίτημα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, με αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του ο, περί του αντιθέτου, τέταρτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη από 14.6.2021, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ενδίκου μέσου του Πρωτοδικείου Πειραιώς ……………./14.6.2021 έφεση του ενάγοντος να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της, κατά το σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και το παρόν Δικαστήριο, αφού κρατήσει να δικάσει την ένδικη αγωγή (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή η οποία τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων και νόμιμη ως προς τα διερευνώμενα εν προκειμένω κονδύλια, θεμελιούμενη στις αναφερόμενες στην οικεία νομική σκέψη διατάξεις καθώς και σε αυτές των άρθρων 340, 341 εδ.α, 345 εδ.α, 346, 361, 648 επ., 904 ΑΚ, 53, 54, 60 και 66 του Ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ), 1 παρ.1 του Ν. 762/1978 και 176 ΚΠολΔ, να γίνει εν μέρει δεκτή στην ουσία της και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, η πρώτη ως εργοδότρια αυτού και η δεύτερη εταιρεία ως καταρτίσασα στην Ελλάδα την ένδικη σύμβαση εργασίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 762/1978, «περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβαση εργασίας μετά του ναυτικού», που ορίζει ότι, «εάν ο εργοδότης ναυτικού, πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής, δεν έχει μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, ο ως αντιπρόσωπος αυτού συναπτών στην Ελλάδα σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο του εργοδότη, ευθύνεται εις ολόκληρο με αυτόν για όλες τις απορρέουσες από τη σχέση ναυτικής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι του ναυτικού (παρ. 1). Εάν την ανωτέρω σύμβαση με το ναυτικό συνήψε στην Ελλάδα νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό, με τον εργοδότη ενέχονται ατομικώς εις ολόκληρο για τις κατά την προηγούμενη παράγραφο απαιτήσεις του ναυτικού, όλα τα, από του χρόνου της σύναψης της σύμβασης μέχρι του χρόνου της από το ναυτικό ασκήσεως των εξ αυτής αξιώσεων του, εκπροσωπήσαντα ή εκπροσωπούντα το νομικό αυτό πρόσωπο, φυσικά πρόσωπα», ενεχόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 5.564,59, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της αποναυτολογήσεώς του, ήτοι από την 25.8.2019. Τέλος, ενόψει του ότι με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής με την οποία καθορίσθηκαν τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί αίτημα, πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, αναλόγως της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 106, 176, 178 αρ. 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί μέρος των εξόδων του ενάγοντος σε βάρος των εναγομένων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την ένδικη από 14.6.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……………./14.6.2021 έφεση του ενάγοντος τυπικά και εν μέρει στην ουσία της, κατά το αναιρεθέν ,της με αριθμό 531/2022 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, μέρος αυτής.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη, υπ’ αριθμ. 225/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.

Δέχεται εν μέρει την από 23.12.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………../23.12.2019 αγωγή.

Υποχρεώνει τις εναγόμενες, ενεχόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών [5.564,59], με το νόμιμο τόκο από την 25.8.2019.

Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων, μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 30 Ιανουαρίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ