Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 86/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης     86/2026

TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο τμήμα

Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Μαυραγιάννη και

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παιπέτη

Ο ανακόπτων και νυν εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του  Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  22.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1626/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που  δέχθηκε τα σε αυτήν αναφερόμενα. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο  καθ΄ ού η ανακοπή και ήδη εκκαλών με την από 10.9.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ …../2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2024) έφεση η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που στην αρχή της παρούσας αναφέρεται, οπότε εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό 18 και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγεται για συζήτηση η από 10.9.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……../2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2024) έφεση προς εξαφάνιση της με αριθμό 1626/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας ερήμην του καθού η ανακοπή και ήδη εκκαλούντος την από 22.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2024) ανακοπή, του ανακόπτοντος και ήδη εφεσίβλητου, δέχθηκε αυτή και ακύρωσε α) την από 15.11.2023 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι του απογράφου του πρώτου εκτελεστού τίτλου της με αριθμό ……../2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την με αριθμό ……../6.12.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………….. Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, νομότυπα [άρθρα 495 παρ. 1,511,513 παρ 1β, 514, 517, 520 παρ.1 Κ.ΠολΔ] και εμπρόθεσμα, εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθώς ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από τα έγραφα της δικογραφίας, προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. και 532 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι εκείνος, που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης κατά της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο εκατό (100) ευρώ, το οποίο παράβολο επισυνάπτεται στην έκθεση, που συντάσσει ο γραμματέας, κατ` άρθρο 496 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ότι, σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο. Όμως, εφόσον ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται “αν δεν κατατεθεί το παράβολο” και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της έφεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής ( ΑΠ 167/2025, Α.Π. 523/2023, ΑΠ 995/2020, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 341/2015 ΤΝΠ Νομος). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισημείωση της Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης, δεν κατατέθηκε κατά την άσκησή της παράβολο Δημοσίου, το οποίο όμως προσκόμισε ο εκκαλών πριν τη συζήτηση της έφεσης και δη προσκόμισε το με κωδικό 0909580687956 0420 0075 ηλεκτρονικό παράβολο δημοσίου. Πρέπει επομένως η κρινόμενη έφεση  να δικαστεί κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ως πρωτοδίκως κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ από το παρόν αρμόδιο κατ’ άρθρο 19 περ.α’ ΚΠολΔ Δικαστήριο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 527, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015] και με το άρθρο 29 Ν. 4842/2021 [ΦΕΚ Α’ 190/13.10.2021] , ισχύον από 01.01.2022 [άρθρο 120 του νόμου αυτού] και 528 του KΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 § 2 ν. 3994/13-7-2011 [ΦΕΚ Α`165/25-7- 2011], προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης από τον εναγόμενο που δικάσθηκε ερήμην επιφέρει χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (ΑΠ 639/2015, ΑΠ 829/2008, ΑΠ 866/2008, ΑΠ 884/2007, ΑΠ 446/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1015/2005, ΕλλΔ/νη 2005/1100), ενώ ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως (ΑΠ 1030/2024, ΑΠ 285/2023 δημοσιευμένες στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1015/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης γίνεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης.

Με την από 22.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2024) ανακοπή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος ζήτησε, για τους λόγους που εξέθετε σε αυτήν, την ακύρωση  των α) από 15.11.2023 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του απογράφου του πρώτου εκτελεστού τίτλου της με αριθμό ……./2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της με αριθμό ……../6.12.2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………….. Επί της ανακοπής αυτής, συζητήσεως γενομένης κατά τη δικάσιμο της 19.4.2024, κατά την οποία ο καθού η ανακοπή δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δικάστηκε ερήμην, εκδόθηκε η με αριθμό 1626/2024 απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία η ανακοπή κρίθηκε παραδεκτή και εμπρόθεσμη και έγινε δεκτός ως ουσία βάσιμος ο λόγος ανακοπής, περί εικονικότητας της σύμβασης δανείου, επί της οποίας εκδόθηκε ο εκτελεστός τίτλος,  λόγω του τεκμηρίου της ομολογίας του καθού συναγόμενης από την ερημοδικία του, με συνέπεια να ακυρωθούν οι ως άνω πράξεις εκτέλεσης και να καταδικαστεί ο καθού στην δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος, ποσού 4.059,50 ευρώ. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο καθού η ανακοπή, ήδη εκκαλών, επιδιώκοντας την απόρριψη της ανακοπής στο σύνολό της και την καταδίκη του ανακόπτοντος, ήδη εφεσιβλήτου, στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, αφού με την κρινόμενη έφεση ο εκκαλών – ερημοδικασθείς διάδικος στον α’ βαθμό αρνείται την ιστορική βάση της ανακοπής -και των προβληθέντων με αυτήν λόγων της – που έγινε δεκτή λόγω του τεκμηρίου ομολογίας του, και αφού όπως προαναφέρθηκε η κρινόμενη έφεση είναι παραδεκτή και εμπρόθεσμη, έπει αυτή να γίνει τυπικά και κατ`ουσίαν δεκτή, να εξαφανιστεί κατ`άρθρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ. Δ. η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να ερευνηθεί εκ νέου η ανακοπή ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο των προβληθέντων λόγων της και μόνο, και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει (με το δικόγραφο της εφέσεως και τις προτάσεις του) όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες που η απουσία του επέφερε. Επειδή δε έγινε δεκτή τυπικά η έφεση και εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή στον εκκαλούντα, του κατατεθέντος παραβόλου Δημοσίου, που ανωτέρω αναφέρθηκε.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, ο εκκαλών ισχυρίζεται, ότι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε δεχόμενη ότι η επίδοση της ανακοπής, που έλαβε χώρα με θυροκόλληση αυτής στον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο του καθου, είναι έγκυρη επειδή η ……… στον οποίο επιδόθηκε η ανακοπή ουδόλως είχε οριστεί αντίκλητος του καθού η ανακοπή, επιπλέον δε η ως άνω επίδοση δολίως έλαβε χώρα κατά τον τρόπο αυτό, επειδή ο ανακόπτων γνώριζε ότι ο ως άνω δικηγόρος είναι μόνιμος κάτοικος Μελβούρνης Αυστραλίας, Ότι αποτέλεσμα της εσφαλμένης κρίσης της εκκαλουμένης, ήταν αφενός η ερημοδικία του καθού η ανακοπή, ενώ έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ανακοπής και αφετέρου να θεωρηθεί ότι η κρινόμενη ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, επειδή ουδέποτε επιδόθηκε νόμιμα στον καθού η ανακοπή. Ο ως άνω λόγος έφεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος καθώς τυχόν παραδοχή του δεν οδηγεί σε απόρριψη της ανακοπής αλλά σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης, η οποία ήδη έχει επέλθει με την άσκηση της ως άνω εμπρόθεσμης και παραδεκτής έφεσης. Ως προς το δεύτερο σκέλος του, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την με αριθμό ……/16.11.2023 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών ….., επιδόθηκε στον καθού η ανακοπή, ακριβές αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό ……./2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για να λάβει γνώση και για τις έννομες συνέπειες, με την συνεχόμενη από 15.11.2023 παραγγελία επίδοσης με επιταγή προς πληρωμή του Δικηγόρου Αθηνών ……….., το περιεχόμενο της οποίας αναγράφεται στην ίδια έκθεση. Η επιταγή υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού η ανακοπή, …………, Δικηγόρο Αθηνών, και δεκτικός καταβολής του ποσού που επιτάσσεται να καταβάλει ο ανακόπτων, ο Δικαστικός Επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών ………. Εν συνεχεία η κρινόμενη ανακοπή, όπως προκύπτει από την με αριθμό …………/25.1.2024 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ……….., επιδόθηκε νόμιμα με θυροκόλληση, τηρούμενων των νόμιμων προϋποθέσεων κατ’ άρθρο 128 παρ. 2 και 4 ΚΠολΔ, στην κατοικία του Ιωάννη Ζουμπούλη, ο οποίος υπογράφοντας την επιταγή προς εκτέλεση έχει καταστεί αυτομάτως αντίκλητος του επισπεύδοντος- καθού η ανακοπή, κατ άρθρο 924 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Με δεδομένο επομένως ότι, η με αριθμό …../6.12.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής του Εφετείου Αθηνών ………, επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 11.12.2023  και η κρινόμενη ανακοπή ασκήθηκε νομίμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν την 25.1.2024, ήτοι εντός 45 ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης κατασχετήριας έκθεσης, είναι εμπρόθεσμη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Σημειώνεται ότι ο καθού η ανακοπή δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι ο προαναφερθείς δικηγόρος είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και ότι ο ανακόπτων δολίως εν γνώσει του γεγονότος αυτού, επέδωσε την ανακοπή στον τελευταίο, με σκοπό να προκαλέσει την ερημοδικία του καθού η ανακοπή.

Με τον υπό στοιχείο 2.1 λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η με αριθμό ……../2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συνιστά τον εκτελεστό τίτλο δυνάμει του οποίου επιτάχθηκε με την από 15.11.2023 επιταγή προς πληρωμή να καταβάλει στον καθού η ανακοπή το ποσό των 205.288,06 ευρώ, είναι άκυρη, ενσωματώνοντας ανύπαρκτη απαίτηση του καθού η ανακοπή. Ότι ειδικότερα, η ως άνω διαταγή πληρωμής βασίστηκε στο από 20.1.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης και επέκτασης όρων δανείου, ποσού 129.692,31 ευρώ για τον ανακόπτοντα και ποσού 42.307,69 ευρώ για τον ………. και το από 6.12.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου που είχε συναφθεί μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθού η ανακοπή, τα οποία είναι εικονικά επειδή ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων και ότι ο πραγματικός σκοπός της ήταν να δικαιολογήσει ο καθού στις ελεγκτικές αρχές των ΗΠΑ την αποστολή εμβασμάτων στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα ο ανακόπτων να μην  οφείλει κανένα ποσό στον καθού η ανακοπή. Ο ως άνω λόγος ανακοπής προτείνεται παραδεκτά εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ.1 ΚΠολΔ, βάλλοντας κατά της απαίτησης και είναι νόμιμος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 138,139, 180,211 και 214 ΑΚ. και επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία είναι πρόσφορά είτε για πλήρη απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 6 Δεκεμβρίου 2010 συνήφθη μεταξύ του καθού η ανακοπή και του ανακόπτοντος ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι ο καθού η ανακοπή – δανειστής, λόγω φιλίας εκτίμησης προς τον πατέρα του οφειλέτη, …………, δανείζει άτοκα το ποσό των 172.000 ευρώ στον οφειλέτη και ο οφειλέτης αναλαμβάνει να εξοφλήσει το ως άνω ποσό ως εξής: Από 10-1-2011 και κάθε επτά ημέρες ως το τέλος του χρόνου του 2011, ο οφειλέτης θα καταβάλει σε λογαριασμό που θα του υποδείξει ο δανειστής ποσό 750 ευρώ. Τα έτη 2012, 2013 και μέχρι και τον Οκτώβριο του 2014 ο δανειστής θα καταβάλει στο δανειστή 4.000 ευρώ μηνιαίως μέχρις εξοφλήσεως της εν λόγω οφειλής και ότι για περαιτέρω εξασφάλιση του δανειστή, ο οφειλέτης, παραχωρεί στο δανειστή το δικαίωμα να εγγράψει στο ακίνητό του στον ….. Τροιζηνίας συναινετική προσημείωση υποθήκης, ποσού 172.000 ευρώ. Εν συνεχεία την 20.1.2014 στην Αθήνα μεταξύ του καθού η ανακοπή, του ανακόπτοντος και του πατέρα του . ….. υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό επέκτασης όρων δανείου με το οποίο έγινε αμοιβαία δεκτό ότι: Σύμφωνα με το από 6 Δεκεμβρίου 2010 ιδιωτικό συμφωνητικό ο δεύτερος των συμβαλλομένων, πρώτος οφειλέτης- ανακόπτων, δήλωσε ότι ζήτησε από τον πρώτο συμβαλλόμενο, δανειστή- καθού η ανακοπή, να λάβει το ποσό των 172.000,00 ευρώ ως άτοκο δάνειο για να αγοράσει ένα ακίνητο, στην οδό ….. στα ……… Αθήνας, στο οποίο λειτουργεί εμπορικό κατάστημα πώλησης ανθέων με την ονομασία «…………», ότι ο δανειστής συμφώνησε στην καταβολή του ποσού αυτού, συνομολογουμένης έτσι σύμβασης δανείου με τον όρο να εξοφληθεί το δάνειο σε δόσεις των 750,00 ευρώ, αρχής γενομένης από την 10η Ιανουαρίου 2011, οι οποίες θα έπρεπε να καταβάλλονται κάθε εβδομάδα έως τη τελευταία εβδομάδα του 2011 και ακολούθως τα έτη 2012 – 2013 – 2014 σε μηνιαίες δόσεις των 4.000,00 ευρώ μέχρι την εξόφληση του δανείου, πλην όμως μέχρι την σύνταξη του συμφωνητικού ο ανακόπτων δεν είχε αποδώσει κανένα ποσό στο δανειστή. Ότι για τον λόγο αυτό με το δεύτερο συμφωνητικό, διορθώνεται και τροποποιείται το από 06-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό με τους παρακάτω όρους και συμφωνίες: 1. Ότι ο ανακόπτων έλαβε δάνειο από τον δανειστή το ποσό των 129.692,31 ευρώ ως ακολούθως:  1) με παράδοση χρημάτων ποσού 53.615,39 ευρώ που παραδόθηκαν στις 6/12/2010 δια χειρός του δανειστή στον οφειλέτη σε ρευστό χρήμα (το ισόποσο από 69.700,00 δολάρια Αμερικής που έδωσε ο δανειστής) 2) με παράδοση χρημάτων ποσού 53.000.000 ευρώ που αναλήφθηκαν στις 7/12/2010 από τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό …. που ο δανειστής διατηρεί στην …. Τράπεζα της Ελλάδος, 3)  με επιταγή της …………. με νούμερο …../13-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 4) με επιταγή της …………… με νούμερο …../13-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 5) με επιταγή της …………… με νούμερο ……./14-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 6) με επιταγή της ……….. με νούμερο …………/15-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 7) με επιταγή της …………. με νούμερο ………../15-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής. 8) με επιταγή της …………… με νούμερο ……./17-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 9) με επιταγή της …………… με νούμερο ……………/20-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 10)  με επιταγή της ……………. με νούμερο ………../21-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 11) με επιταγή της ………….. με νούμερο …/30-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 12) με επιταγή της …………. με νούμερο …/31-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 13)  με επιταγή της …………. με νούμερο …./31-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 14) με επιταγή της ………….. με νούμερο …./31-12-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 2. Ότι ο 2ος οφειλέτης-………… έλαβε δάνειο από τον δανειστή το ποσό των 42.307,69 ευρώ ως ακολούθως: 1) με επιταγή της ………….. με νούμερο …./25-11-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 2) με επιταγή της ………… με νούμερο …/25-11-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 3) με επιταγή της …………… με νούμερο …./26-11-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 4) με επιταγή της …………… με νούμερο …./26-11-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 5) με επιταγή της ……………… με νούμερο ……/28-11-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 6) με επιταγή της …………. με νούμερο ………../01-12-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής. 7) με επιταγή της …………. με νούμερο …………./02-12-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 8) με επιταγή της …………….με νούμερο …………../03-12-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 9) με επιταγή της ………..με νούμερο ……./03-12-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 10) με επιταγή της …………..με νούμερο …../04-12-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 11) με επιταγή της ……………. με νούμερο ……/05-12-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 12) με επιταγή της ………… με νούμερο …./05-12-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 13) με επιταγή της ……….με νούμερο …../05-12-2008 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 14) με επιταγή της ………….. με νούμερο …../05-01-2009 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 15) με επιταγή της ………….. με νούμερο …../09-01-2009 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 16) με επιταγή της ………… με νούμερο …../15-01-2009 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 17) με επιταγή ………. με νούμερο …………../15-01-2009 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 18)  με επιταγή της ………. με νούμερο …../16-12-2009 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 19) με επιταγή της ……………. με νούμερο …./01-09-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 20) με επιταγή της ………….. με νούμερο ……/01-09-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 21) με επιταγή της ……….. με νούμερο ………../01-09-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής, 22) με επιταγή της …………… με νούμερο …./01-09-2010 ποσού 2.500,00 δολαρίων Αμερικής. 3. Ότι για τα παραπάνω ποσά συμφωνήθηκε ισοτιμία 1,00 ευρώ προς 1,30 δολάρια Αμερικής, στρογγυλοποιημένη σύμφωνα με τις τραπεζικές ισοτιμίες που δημοσιεύθηκαν το Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2010. 4. Ότι το δάνειο συνάπτεται για χρονικό διάστημα δύο πέντε (5) ετών από την ημέρα της υπογραφής του παρόντος συμφωνητικού, το οποίο θα εξοφλείται σε δόσεις των 500,00 ευρώ κάθε εβδομάδα από τον 1ο οφειλέτη, ανακόπτοντα και 160,00 ευρώ την εβδομάδα από τον 2ο  οφειλέτη, αρχής γενομένης από την Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014, έτσι ώστε να καταβάλλεται ετησίως το ποσό των 26.000,00 ευρώ από τον 1ο οφειλέτη για τα επόμενα 5 χρόνια έως την 27 Ιανουαρίου 2020, και το ποσό των 8.450,00 από τον 2ο  οφειλέτη για τα επόμενα 5 χρόνια ευρώ έως την 27 Ιανουαρίου 2019 και το υπολειπόμενο ποσό των 57,69 ευρώ που θα απομείνει για τον 2ο  οφειλέτη θα πληρωθεί τη τελευταία ημέρα των 5 ετών δηλαδή την 3 Φεβρουαρίου 2019, και έτσι θα εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς και χωρίς άλλη όχληση μέχρι και την 3 Φεβρουαρίου 2019, με τις προαναφερόμενες δόσεις, συμφωνουμένων των ημερομηνιών που αναφέρθηκαν από τους συμβαλλόμενους ως τακτές. 5. Ότι σε περίπτωση υπερημερίας των οφειλετών σχετικά με τον χρόνο πληρωμής των δόσεων του κεφαλαίου, η κάθε δόση θα βαρύνεται με το κατά το χρόνο εκείνο επιτόκιο υπερημερίας και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση τους. 6. Ότι με το συμφωνητικό αυτό ανανεώνονται όλες οι έννομες προθεσμίες (εικοσαετής παραγραφή κλπ. και όσα αναφέρονται στα άρθρα 806 ΑΚ και επόμενα περί δανείου) περί αποπληρωμής του δανείου και η έναρξή τους ορίζεται ως η επομένη ημέρα από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος συμφωνητικού ως προς την οφειλή του συνολικού ποσού των δανείων. Ότι κάθε δόση  θα έχει το δικό της χρόνο γέννησης και τη δική της ξεχωριστή έννομη προθεσμία των άρθρων του ΑΚ περί δανείων (παραγραφής κλπ.) η οποία θα αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας που θα οφείλεται να καταβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος. 7. Ότι τους οφειλέτες επίσης βαρύνουν πέραν των τυχόν τόκων υπερημερίας όλα γενικά τα έξοδα και τέλη του συμφωνητικού, τα τυχόν πραγματοποιηθησόμενα δικαστικά έξοδα και αυτά της τυχόν εκτελέσεως και κάθε γενικά σχετικό έξοδο, το οποίο δεν μπορεί να προβλεφθεί ακόμα. 8. Ότι προς εξασφάλιση της επιστροφής του συναπτομένου δανείου ο κάθε οφειλέτης, ανάλογα με το ποσοστό συνιδιοκτησίας του, θα συναινέσει σε εγγραφή προσημείωσης μέχρι του ποσού των 172.000,00 ευρώ στο ακίνητο ιδιοκτησίας τους επί της οδού ……………… στα ……….. Αθήνας Αττικής. 9. Ότι, οι συμβαλλόμενοι ορίζουν ως αρμόδια Δικαστήρια αυτά της πόλης των Αθηνών. 10. Οτι ρητώς συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι το δάνειο είναι αδιαίρετο οσοιδήποτε και οποιοιδήποτε και αν είναι οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι των οφειλετών. 11. Ότι, τα συμβαλλόμενα μέρη δήλωσαν τέλος ότι παραιτούνται ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε τυχόν δικαίωμά τους και από κάθε αξίωσή τους να προσβάλλουν ή διαρρήξουν το παρόν συμφωνητικό και το δάνειο για οποιονδήποτε λόγο και αιτία καθώς και από κάθε αγωγή ή ένστασή τους, που προέρχεται από τα άρθρα 178, 179 και 388 του Α.Κ. 12. Ότι Ο 1ος  οφειλέτης αποδέχθηκε, με την ίδια υπογραφή του, να καταστεί εγγυητής για την εξόφληση με τη προσωπική του περιουσία του δανείου του 2ου οφειλέτη, και ο 2ος  οφειλέτης αποδέχθηκε, με την ίδια υπογραφή του, να καταστεί εγγυητής για την εξόφληση με τη προσωπική του περιουσία του δανείου του 1ου  οφειλέτη. Και 13. οτι το παρόν δάνειο μπορεί να παραταθεί με έγγραφη συμφωνία των μερών. Το παραπάνω συμφωνητικό υπογράφηκε από τους τρεις συμβαλλόμενους, το γνήσιο της υπογραφής των οποίων βεβαιώθηκε από τους υπαλλήλους του ΚΕΠ Δήμου Μοσχάτου-Ταύρου. Την14.12.2018 με βάση τα ως άνω έγγραφα και τα ταμιακά αποδεικτικά αντίγραφα των επιταγών που απέστειλε στους οφειλέτες, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος τους για το σύνολο  της οφειλής του. Ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι το έτος 2008 ο καθού η ανακοπή, μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ,  άρχισε να αποστέλλει ποσά υπό τη μορφή τραπεζικών επιταγών τις οποίες εξαργύρωνε σε Τράπεζες, και εν συνεχεία με αυτά πλήρωνε διάφορες υποχρεώσεις του καθού η ανακοπή, και τα υπόλοιπα κατέθετε σε λογαριασμό που διατηρούσε ο καθού η ανακοπή στο όνομά του. Ότι το έτος 2010 ο καθού ειδοποίησε τον ανακόπτοντα και τον πατέρα του ότι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με τις ελεγκτικές αρχες των ΗΠΑ και έπρεπε να δικαιολογήσει τον λόγο αποστολής όλων των τραπεζικών εμβασμάτων στην Ελλάδα και για τον λόγο αυτό, μετά από οδηγίες που έλαβε και από τον λογιστή του στις ΗΠΑ επελέγη η λύση της υπογραφής των συγκεκριμένων συμφωνητικών. Οι ως άνω ισχυρισμοί του ανακόπτοντος κρίνονται αβάσιμοι για τους ακόλουθους λόγους. Ο ανακόπτων δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτει η καταβολή ποσών για κάλυψη των υποχρεώσεων του καθού η ανακοπή στην Ελλάδα, ούτε παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία των υποχρεώσεων αυτών, επιπλέον δε, δεν προσκομίζει καταθετήρια των ποσών που, μετά την κάλυψη των υποχρεώσεων αυτών, κατά τους ισχυρισμούς του, κατέθετε σε λογαριασμό του καθού. Περαιτέρω, με αληθείς υποτιθέμενους τους ισχυρισμούς του, ως προς την ανάγκη του καθού να δικαιολογήσει τα εμβάσματα στην Ελλάδα, ενώπιον των ελεγκτικών αρχών των ΗΠΑ, με το αρχικό ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους 2010 δεν δικαιολογείται η σύναψη δεύτερου συμφωνητικού, με το οποίο ο ανακόπτων και ο πατέρας του να επιβεβαιώνουν το αρχικό συμφωνητικό, να συνομολογούν ότι δεν έχουν εξοφλήσει κανένα ποσό από τα δανεισθέντα κατά τα έτη 2008-2010 ούτε και δικαιολογείται η παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής προσημείωσης υποθήκης στην ακίνητη περιουσία τους. Ακόμα, ο ανακόπτων δεν προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό μέσο που να επιρρωνύει τον ισχυρισμό του ότι κατά τα χρονικά διαστήματα σύνταξης των ιδιωτικών συμφωνητικών είχαν δανειακές συμβάσεις με Τράπεζες, ύψους εκατομμυρίων ευρώ, ώστε να μην τους είναι αναγκαία η δανειοδότηση από τον καθού. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο ως άνω λόγος ανακοπής ως ουσία αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13 παρ. 1α, 14, 15 παρ. 1α, 24 παρ. 5, 51 παρ. 2 και 62 του Π.Δ. 28/28 Ιουλίου 1931 «περί Κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου», συνάγεται ότι κάθε σύμβαση, εφόσον καταρτίζεται εγγράφως, υπόκειται σε αναλογικό τέλος κατά τα οριζόμενα στα τέσσερα προαναφερθέντα άρθρα 12, 13 & 1α, 14, 15 & 1α. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 παρ. 1α του ως άνω Κώδικα σε αναλογικό τέλος 3% της διαλαμβανομένης σε αυτά αξίας υπόκειται «Πάσα σύμβασις, οιουδήποτε αντικειμένου, συναπτομένη είτε απ’ ευθείας, είτε δια δημοσίου συναγωνισμού ή πάσα εξόφλησις συμβάσεως ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις, εφ` όσον καταρτίζονται εγγράφως και δη είτε διά δημοσίου, είτε δι’ ιδιωτικού καθ’ οιονδήποτε τύπον συντεταγμένου εγγράφου». Με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 2873/2000 καταργήθηκε από 1.1.2001 το κινητό επίσημα, αλλά και τα πάγιο τέλος χαρτοσήμου, ως τρόπος εισπράξεως δημοσίων εσόδων, ενώ παρέμεινε σε ισχύ μόνο το αναλογικό τέλος χαρτοσήμου. Με την παραπάνω διάταξη ορίσθηκε ρητώς ότι «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και στα άρθρα 26 και 27, τα άρθρα 21 έως 29 του π.δ. της 28ης Ιουλίου 1931 καταργούνται, με εξαίρεση το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 9 του άρθρου 27 και την παράγραφο 9 του άρθρου 28. Με την ίδια επιφύλαξη καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από τις λοιπές διατάξεις του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος ή από άλλες διατάξεις. Δεν θίγονται τα τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 15α του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου». Από 1.1.2001 παρέμεινε όμως σε ισχύ το αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, που αφορά και τις προεκτεθείσες συμβάσεις των άρθρων 12 και 13 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου, καθώς και τις συμβάσεις, εξοφλήσεις και αποδείξεις των άρθρων 14 και 15 παρ.ια του ίδιου Κώδικα (βλ. Εισηγητική έκθεση άρθρου 25 του Ν.2873/2000, Δ. Μακρή, Άμυνα του οφειλέτη κατά της διαταγής πληρωμής, 2005, σελ. 88). Περαιτέρω, οι περί χαρτοσήμου διατάξεις δεν ανάγονται στη δημόσια τάξη, αφού αποβλέπουν καθαρά σε φορολογικούς σκοπούς και δεν έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού, η παράβαση δε αυτών επάγεται ακυρότητα κάποιας διαδικαστικής πράξης μόνο σε περίπτωση βλάβης που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, κατ’ άρθρο 159 παρ.3 ΚΠολΔ, η οποία πρέπει να προτείνεται από τον επικαλούμενο αυτή και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1306/1990 ΕλλΔ/νη 1992.311, ΕφΔωδ 32/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 7603/2002 ΕΕμπΔ ΝΓ.810). Άλλωστε, οι εν λόγω περί χαρτοσήμου διατάξεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να ερμηνεύονται σε συσχετισμό με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία διασφαλίζει την ελεύθερη υπεράσπιση των δικαιωμάτων ή συμφερόντων των ενδιαφερομένων ενώπιον του δικαστηρίου με τη χρησιμοποίηση του αντίστοιχου εγγράφου και ιδίως τη διάταξη του άρθρου. 25 παρ. 1 του Συντάγματος που διασφαλίζει την αρχή της αναλογικότητας υπό την έννοια της διακινδύνευσης της επιδιώξεως αποτελεσματικής προστασίας εκ μόνου του λόγου της μη τήρησης διατυπώσεως που έχει ταχθεί αποκλειστικά για φορολογικό σκοπό και δεν συνάπτεται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης από αυτά, λαμβάνοντας υπόψη σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το οικονομικό ύψος της διατάξεως που παραβιάσθηκε, εάν δηλαδή η κύρωση που προβλέπεται από τον νόμο είναι ή μη δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου (βλ. ΟλΑΠ 43/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 20/98 ΕλλΔ/νη 98.311, ΑΠ 1698/2001 ΕλλΔ/νη 2004.113, ΕφΠατρ 605/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά το άρθρο 2 του Ν.1642/1986 «Για την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας και άλλες διατάξεις», όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 1676/1986 και τώρα ισχύει μετά από κωδικοποίηση των διατάξεων με το Ν.2859/2000, αντικείμενο του φόρου είναι μεταξύ άλλων: α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στην ελληνική επικράτεια, από υποκείμενο στο φόρο, που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα, β) η εισαγωγή αγαθών στην ελληνική επικράτεια, γ) η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών που πραγματοποιείται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο, ο οποίος ενεργεί με αυτή την ιδιότητα. Κατά δε τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. β` του ίδιου νόμου και ήδη άρθρο 63 του Ν. 2859/2000, από την έναρξη ισχύος του καταργούνται οι διατάξεις «[..] β) για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενά τους σύμφωνα.».

Με τον υπό στοιχείο 2.2. λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η επικαλούμενη στη διαταγή πληρωμής σύμβαση δανείου δεν είναι έγκυρη, διότι δεν έγινε η επιβαλλομένη χαρτοσήμανση. Κατ` αρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι από την 1-1-1987, οπότε ετέθη σε ισχύ ο νόμος 1676/1986, επήλθε κατάργηση των άρθρων 16 και 17 του ως άνω από 23/24.8.1888 β.δ. που προέβλεπαν τις παραπάνω διατυπώσεις χαρτοσημάνσεως και οι συμβάσεις, τόσο οι κύριες όσο και οι παρεπόμενες, υπόκεινται πλέον στο νέο φορολογικό καθεστώς, που καθιερώνει ο νόμος αυτός (ΑΠ 43/2005 ΕλλΔνη 2005/1649, ΔΕΕ 2006/681, ΔΦΟΡΝ 2006/1331), ενώ η χρήση κινητού επισήματος, για είσπραξη οποιουδήποτε αναλογικού ή πάγιου τέλους χαρτοσήμου, καταργήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 2873/2000. Επιπλέον, η μη χαρτοσήμανση της σύμβασης δανείου δεν επιφέρει την ακυρότητα της σύμβασης, αφού οι σχετικές διατάξεις περί καταβολής του νόμιμου χαρτοσήμου δεν είναι δημόσιας τάξης, δεν εξυπηρετούν δηλαδή ανώτερο κοινωνικό σκοπό, αλλά μόνο το συμφέρον του Δημοσίου. Η παράλειψη χαρτοσήμανσης επισύρει μόνο διοικητικές κυρώσεις, (βλ. ΕφΔωδ 386/05 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ι. Ρόκας, Συμβατικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, 12η έκδοση, 2016, σελ 647). Πέραν αυτών όμως ο λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον οι περί χαρτοσήμου διατάξεις δεν ανάγονται στη δημόσια τάξη, αφού αποβλέπουν καθαρά σε φορολογικούς σκοπούς και δεν έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού (ΑΠ 733/1993, ΑΠ 1306/1990 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η παράβαση δε αυτών επάγεται ακυρότητα κάποιας διαδικαστικής πράξης μόνο αν ο δικαστής κρίνει ότι αυτή προκάλεσε στο διάδικο που της προτείνει, δικονομική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΚΠολΔ 159 αριθμ. 3, ΑΠ 1306/1990, ΕφΑΘ 7603/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοια δε βλάβη δεν προτείνει στην προκειμένη περίπτωση το ανακόπτον (Εφ.Αθ. 91/2004 ΔΕΕ 2004/427, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2005/104). Άλλωστε τυχόν ακύρωση διαταγής πληρωμής που μεταξύ των άλλων στηρίχθηκε σε φερόμενο μη νομίμως χαρτοσημασμένο έγγραφο θα παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας. Η αναλογικότητα, ως γενική αρχή του δικαίου, αναγνωριζομένη παγίως από τη νομολογία των δικαστηρίων ως απορρέουσα εκ των διατάξεων των άρθρων 5 §1 και 25 §1 του Συντάγματος 1975, αλλά και των άρθρων 6 §1, 8 §2, 9 §2 και 10 §2 της ΕΣΔΑ και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975, δια του από 6/17 Απριλίου 2001 Ψηφίσματος της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, με το οποίο αντικατεστάθη η §1 του άρθρου 25 αυτού, διέπει την όλη δημοσία δράση και δεσμεύει το νομοθέτη, τη διοίκηση και το δικαστή (ΟλΑΠ 43/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής είναι επομένως απορριπτέος ως μη νόμιμος αφού πέραν του γεγονότος ότι ο ανακόπτων δεν επικαλείται κάποια βλάβη από την έλλειψη χαρτοσήμανσης, και οι περί χαρτοσήμου διατάξεις δεν ανάγονται στη δημόσια τάξη, αφού αποβλέπουν καθαρά σε φορολογικούς σκοπούς και δεν έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού

Λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 KΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού ή με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτέλεσης υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του οφειλέτη. Επιπλέον δε, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ΄ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το δε ζήτημα εάν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που είναι δυνατόν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (Ολ.ΑΠ 6/2016, ΑΠ 1603/2014, ΑΠ 385/2010 Εφ.Αθ.(Μον).2634/2022 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επιπροσθέτως, η καταχρηστική συμπεριφορά, που στοιχειοθετεί προφανή υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να εμφανισθεί και στην περίπτωση που προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 1047/2003 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 6546/2008 ΕλλΔνη 2009.557, Εφ.Αθ.(Μον). 2634/2022 ό.π.) (Εφ.Πειρ.38/2025 ΤΝΠ Νομος).

Με τους υπό στοιχεία 2.3 και 2.5 λόγους της ανακοπής του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η σε βάρος του, επισπευδόμενη αναγκαστική κατάσχεση τυγχάνει άκυρη λόγω της καταχρηστικότητάς της. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στους ως άνω λόγους ανακοπής, η καταχρηστικότητα της κατάσχεσης έγκειται στο ότι αφενός λόγω της εικονικότητας της δανειακής σύμβασης δεν υφίσταται οφειλή του ανακόπτοντος προς τον καθού η ανακοπή, αφετέρου στο γεγονός ότι ο καθού δεν όχλησε τον ανακόπτοντα για την ικανοποίηση της απαίτησής του με αποτέλεσμα να του δημιουργηθεί εύλογα η εντύπωση ότι δεν διατηρεί απαίτηση σε βάρος του, και κατά τρίτο λόγο επειδή ο ανακόπτων είχε καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 8.3.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../……/2019 ανακοπή κατά της με αριθμό …../2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την τελεσιδικία της οποίας δεν ανέμενε ο καθού η ανακοπή πριν προβεί σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Τέλος ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστική η συμπεριφορά του καθού, λόγω της κατάσχεσης του ακινήτου  του που κινδυνεύει να εκποιηθεί. Ο πρώτος ισχυρισμός του τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος  καθώς  καταχρηστική, μπορεί να είναι η άσκηση μόνο υπαρκτού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 783/2017, ΑΠ 1414/2015), και ο ισχυρισμός με τον οποίο  προβάλλεται άρνηση της ασκούμενης αξιώσεως (ΑΠ 783/2017, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 1884/2013), δεν μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ595/2020 ΤΝΠ Νομος). Ομοίως απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι είναι και οι λοιποί ισχυρισμοί του ανακόπτοντος καθώς, από μόνα τους τα επικαλούμενα περιστατικά, ήτοι η έλλειψη όχλησης και η μη αναμονή τελεσιδικίας της ανακοπής που είχε ασκήσει ο ανακόπτων, άνευ επίκλησης άλλων πραγματικών περιστατικών δεν επαρκούν προκειμένου να δημιουργήσουν στον ανακόπτοντα την πεποίθηση ότι ο καθού η ανακοπή δεν θα επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του μέσω της κατάσχεσης της περιουσίας του. Τέλος απορριπτέος ως μη νόμιμος είναι και ο ισχυρισμός ότι ο καταχρηστικά ο καθού κατέσχεσε ακίνητο ιδιοκτησίας του ανακόπτοντος, επειδή δεν αναφέρεται η ύπαρξη έτερου περιουσιακού στοιχείο, από το οποίο να δύναται να ικανοποιηθεί η απαίτηση του καθού, με λιγότερο επαχθείς συνέπειες για τον ανακόπτοντα.

Με τον υπό στοιχείο 2.4. λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση, πάσχει ακυρότητας λόγω της αοριστίας της, η οποία έγκειται στο γεγονός ότι στην πρώτη σελίδα αυτής αναγράφεται επί λέξει: «Ό,τι  ακριβές αντιπεφωνημένο νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο εκ του χείρας μου επίσημου πρώτου απογράφου εκτελεστού της με αριθμό 16165/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών),με αποτέλεσμα να καταλείπεται αμφιβολία για τον εκτελεστό τίτλο δυνάμει του οποίου επισπεύδεται η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο ως άνω λόγος ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος καθώς, όπως αποδεικνύεται από την επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, πράγματι εκ παραδρομής στην ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση αναγράφεται ως εκτελεστός τίτλος η με αριθμό 16165/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών), αντί του ορθού η με αριθμό ……./2018 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σφάλμα που δεν δύναται να δημιουργήσει αμφιβολίες στον ανακόπτοντα για την ταυτότητα του εκτελεστού τίτλου, δεδομένου ότι ο τελευταίος συγκοινοποιήθηκε με την επιταγή προς εκτέλεση, η οποία συντάχθηκε κάτω από αντίγραφο αυτού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 KΠολΔ, ουσιώδες προαπαιτούμενο για κάθε έκθεση είναι, μεταξύ άλλων, η αναφορά στον τόπο και στο χρόνο που γίνεται η πράξη, στο όνομα, στο επώνυμο, στο πατρώνυμο, στην κατοικία, στη διεύθυνση, καθώς και στον αριθμό φορολογικού μητρώου κάθε προσώπου που είναι παρόν (στοιχ. β’), από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 993 παρ. 1 εδ. α’ και 2 εδ. α’ και 954 παρ. 2 εδ. α’ KΠολΔ συνάγεται ότι η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, που συντάσσεται από το δικαστικό επιμελητή μπροστά σε έναν ενήλικο μάρτυρα, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, και τα ουσιώδη στοιχεία που απαιτούνται από το άρθρο 117 KΠολΔ, ήτοι τον τόπο, τον χρόνο που γίνεται η πράξη, το όνομα, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου κάθε προσώπου που είναι παρών. Επίσης κατά την διάταξη του άρθρου 930 παρ.2 ΚΠολΔ αν προβάλλεται ή απειλείται αντίσταση ή αν στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει πράξη εκτέλεσης δεν βρίσκεται εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή πρόσωπο ενήλικο από εκείνα που αναφέρονται στα άρθρα 128 παρ 1 και 129 παρ.1 , ο δικαστικός επιμελητής προσλαμβάνει δυο ενήλικους μάρτυρες ή δεύτερο δικαστικό επιμελητή. Οι ως άνω παραβάσεις όμως εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 159 αρ. 3 KΠολΔ, δηλαδή στην ακύρωση ή απαγγελία του απαραδέκτου που προϋποθέτει τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης του διαδίκου που εναντιώνεται και είναι απαραίτητο να θεμελιώσει την ακυρότητα με ην επίκληση και την απόδειξη της πρόκλησης σε αυτόν εξαιτίας της παράβασης κατά κανόνα δικονομικής βλάβης, η οποία θα αρθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της διαδικαστικής πράξης, κατά το άρθρο 159 αρ. 3 KΠολΔ. (βλ. για άρθρο 930 παρ2 ΚΠολΔ την ΕφΑθ 2614/1978 ΤΝΠ νομος). Η βλάβη είναι πραγματικό γεγονός, που πρέπει να προτείνεται νόμιμα από αυτόν που την επικαλείται, δεδομένου ότι δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο. Θεωρείται πάντως ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση που παραβιάστηκαν διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την παράβαση, που σημειώθηκε, δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατόν να επηρεαστεί η δυνατότητα της άμυνας του διαδίκου (βλ. σχετ. ΑΠ 1860/2022, ΤριμΕφΑθ 514/2024, ΜΕφΑθ 3887/2024 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Με τον υπό στοιχείο 2.6. λόγο ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη με αριθμό ……/6.12.2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……………, διενεργηθείσα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 930 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ. Ότι ειδικότερα, αν και ο Δικαστικός Επιμελητής που συνέταξε την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, δεν βρήκε κανέναν στον τόπο της εκτέλεσης, δεν προέβη στην πρόσληψη δυο μαρτύρων, αλλά μιας μόνο μάρτυρος κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 930 παρ.2 ΚΠολΔ, επιπλέον δε παρέλειψε την αναγραφή του αριθμού φορολογικού μητρώου της στην συνταχθείσα έκθεση προξενώντας δικονομική βλάβη στον ανακόπτοντα, αφού δεν είναι δυνατή η ταυτοποίησή της. Ο ως άνω λόγος ανακοπής είναι μη νόμιμος, δοθέντος ότι τυχόν παράλειψη αναφοράς στην κατασχετήρια έκθεση του αριθμού του φορολογικού μητρώου του μάρτυρα δεν δύναται να προκαλέσει στον ανακόπτοντα οποιαδήποτε δικονομική βλάβη, καθώς η αναφορά των λοιπών στοιχείων, ήτοι του ονόματος, του επωνύμου του πατρωνύμου, της κατοικίας και της διεύθυνσης της μάρτυρος  επαρκούν για την ταυτοποίησή τους, οι  ως άνω δε παραβάσεις δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει τη δυνατότητα άμυνας του ανακόπτοντος κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης, ούτε και την επηρέασε, αφού ο ανακόπτων άσκησε εμπρόθεσμα την ανακοπή του κατά της έκθεσης κατάσχεσης. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και την απόρριψη όλων των λόγων ανακοπής, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο ανακόπτων στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του καθού η ανακοπή για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της απόρριψης της ανακοπής του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στον διατακτικό της παρούσας (άρθρα 179 ΚΠολΔ και 66 Κωδ.ΠερίΔικηγόρων)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 10.9.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……./2024- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2024)  έφεση, αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την έφεση

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμό 1626/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικειου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του με κωδικό ………… ηλεκτρονικού παράβολου δημοσίου στον εκκαλούντα

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 22.1.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024) ανακοπή

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.

ΕΠΙΒΑΛΕΙ σε βάρος του εφεσίβλητου την δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος για τον παρόντα  βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιαδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις  5.2.2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ