Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 87/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης  87 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Ελένη Μούρτζη Εφέτη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Του εκκαλούντος : ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΔΙΟΙΚΗΣΗ 2ΗΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ-2η ΔΥΠΕ», (ΑΦΜ ……), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής (οδός ………) και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Αγγελική Σκουτέρη του Κωνσταντίνου (ΑΜ ….. Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.

Των εφεσίβλητων : 1) ………. 2) ………. 3) …….. 4) ……. 5) ……….6) …………. 7) ……… 8) ……… 9) …….. 10) ………….. 11) ……….. 12) ……….. 13) …………… 14) ………..15) …………. 16) ……………. 17) ………………και 18)………. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη του Ιωάννη (Α.Μ. ……… Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.

Οι εφεσίβλητοι με την από 19-12-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./19-12-2024) αγωγή, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 2169/15-5-2025 απόφασή του έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (απόφαση). Ήδη το εκκαλούν με την από 12-7 -2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./16-7-2025) έφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2-10-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν τις από 2-12-2025 και 3-12-2025 μονομερείς δηλώσεις τους, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../16-7-2025) έφεση του εναγομένου της από 19-12-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./19-12-2024) αγωγής – και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 2169/15-5-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την παραπάνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 επ. του Κ.Πολ.Δ.) και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί στις 16-7-2025, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 143, 144,  495 παρ. 1 και 2, 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1 και 2, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 και 7, 614 αρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η εκκαλουμένη επιδόθηκε στο εκκαλούν με την επιμέλεια των εφεσίβλητων, στις 20-6-2025 (βλ. τη με αριθμ. …./20-6-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………….) και η ένδικη έφεση ασκήθηκε εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου για την άσκησή της (άρθρα 495 παρ. 3 εδ. στ, 614 αρ. 3 Κ.ΠολΔ., 28 παρ. 4 ν 2579/1998, 11 κδ της 26.6/10.7.1944 και 22 παρ. 4 ν 1868/1989, που εφαρμόζονται και επί ΝΠΔΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης δύναται, ιδίως σε περιόδους οικονομικής κρίσης ή εξόδου από περιόδους οικονομικής κρίσης, να καθορίζει εξ υπαρχής τις δαπάνες του και δη τις μισθολογικές δαπάνες των δημοσίων λειτουργών, κατά τρόπο ώστε να μην επέρχεται ανατροπή των δημοσιονομικών μεγεθών σε βαθμό που θα ετίθετο σε διακινδύνευση η δημοσιονομική σταθερότητα του κράτους (ΟλΑΠ 2/2024, 2/2023, 3-4/2022, ΟλΣτΕ 1408/2022). Η δυνατότητα, όμως, αυτή, κατά τον καθορισμό των ως άνω μισθολογικών δαπανών, δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν όπως το βάρος της επίτευξης δημοσιονομικής σταθερότητας κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό το βάρος που προκύπτει από τον σχεδιασμό που γίνεται προς επίτευξη της δημοσιονομικής σταθερότητας να επιβάλλεται μονίμως σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική, εν τέλει, επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να καθίσταται πλέον εμφανής η υπέρβαση σε βάρος τους των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών (ΟλΑΠ 2/2024, 3-4/2022, ΟλΣτΕ 1408/2022). Επί πλέον όρια στην εξουσία του νομοθέτη να επανακαθορίζει δαπάνες και συναφώς να επαναπροσδιορίζει, υπό το προπαρατεθέν ανωτέρω πρίσμα, αποδοχές δημοσίων λειτουργών πηγάζουν και από τυχόν ειδικές διατάξεις του Συντάγματος που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες αυτών (ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 5 και 25 παρ. 5 του Συντάγματος συνάγεται ότι γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης για την προστασία της υγείας των πολιτών και ότι η άσκηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών σχετικών με την υγεία, επιτρέπεται μόνον σε εκείνα τα πρόσωπα που έχουν τα προσόντα, τα οποία ο νομοθέτης κρίνει αναγκαία προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (ΟλΑΠ2/2024, 3-4/2022, ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018). Προς εκπλήρωση της παραπάνω συνταγματικής επιταγής για τη λήψη μέτρων προστασίας της υγείας, εκδόθηκε ο ν. 1397/1983 “Εθνικό Σύστημα Υγείας” (Α’ 143), με τον οποίο οργανώθηκε η παροχή υπηρεσιών υγείας προς τους πολίτες με τη δημιουργία δημόσιου τομέα υγείας και ρυθμίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ζητήματα της υπηρεσιακής κατάστασης και του μισθολογικού καθεστώτος των ιατρών του Ε.Σ.Υ.. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 30 του ως άνω ν. 1397/1983 και ακολούθως τις διατάξεις των άρθρων 43, 44 και 45 του ν. 3205/2003 (Α’, 297), ρυθμίστηκε το μισθολογικό καθεστώς των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και καθορίστηκε ειδικό μισθολόγιο, με τη χρήση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων συναφών προς το αντικείμενο των εν λόγω ρυθμίσεων. Όπως εκτίθεται στην εισηγητική έκθεση του ν. 1397/1983, ο θεσμός του ιατρού πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης του Ε.Σ.Υ. αποτελεί βασικό άξονα στήριξης του Ε.Σ.Υ., κύριο δε χαρακτηριστικό του είναι “η καθιέρωση ειδικού μισθολογίου που εξασφαλίζει στον ιατρό αποδοχές που ανταποκρίνονται στο έργο που προσφέρει, στις συνθήκες που ασκεί το έργο του, τις ευθύνες που του δημιουργεί η αποστολή του, στην πολύχρονη πανεπιστημιακή και μεταπανεπιστημιακή (ειδίκευση) εκπαίδευση και στη διαρκή εκπαίδευσή του για να μην αποκόβεται από τις προόδους και τις εξελίξεις της επιστήμης” (σελ. 8). Κατά την ίδια εισηγητική έκθεση (σελ.29) η θέσπιση ειδικού μισθολογίου και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών του Ε.Σ.Υ. από το νομοθέτη υπαγορεύθηκε, από την ανάγκη να εξασφαλιστεί σ’ αυτούς ένα εισόδημα που να τους απαλλάσσει από τις βιοποριστικές ανάγκες, ώστε να αφήνονται απερίσπαστοι στην επιτέλεση του έργου τους, ως κριτήρια δε για τη διαμόρφωση των συνολικών αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ. ελήφθησαν υπόψη : α) οι ειδικότερες συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου, β) οι ιδιαίτερες ευθύνες που δημιουργεί στο ιατρό η άσκηση του λειτουργήματός του  και η σημασία του έργου του για το κοινωνικό σύνολο και το συγκεκριμένο άτομο που του εμπιστεύεται την υγεία του, την ίδια του τη ζωή, γ) η ανάγκη και η υποχρέωση του ιατρού για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη του, δ) η συνεχής ενημέρωση, συμπλήρωση και ανανέωση των γνώσεων του ιατρού πάνω στις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης, αλλά και της ιατρικής τεχνολογίας και η ευθύνη του για την αξιοποίηση των επιτευγμάτων των εξελίξεων αυτών προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, ε) τα περισσότερα χρόνια σε σύγκριση με τις περισσότερες άλλες επιστήμες πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, στ) η πολύχρονη πανεπιστημιακή μετεκπαίδευση για ειδίκευση και λήψη τίτλου ειδικότητας, ζ) ο περισσότερος συγκριτικά με άλλους κλάδους δημόσιας διοίκησης, χρόνος εργασίας, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του νόμου, αλλά κύρια, η υποχρέωση του ιατρού να εργάζεται και πέραν από το κανονικό ωράριο εργασίας του και η υποχρεωτική εφημερία ετοιμότητας που αποτελεί ισχυρή δέσμευση της ιδιωτικής ζωής του ιατρού, η) οι πάγιες ανάγκες του ιατρού για την απόκτηση επιστημονικών συγγραμμάτων και περιοδικών που είναι απαραίτητα για την ενημέρωσή του πάνω στη διεθνή και εσωτερική βιβλιογραφία που αφορά σε ιατρικά θέματα, θ) η δεοντολογική υποχρέωση του ιατρού να παρέχει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε έχει την ανάγκη του και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ι) η απαγόρευση του ιατρού να ασκεί οποιοδήποτε ιδιωτικό έργο και η αποκλειστική του απασχόληση στο εθνικό σύστημα υγείας. Το ειδικό αυτό μισθολόγιο αποτελείται από το βασικό μισθό, κλιμακούμενο ανάλογα με το βαθμό και τα χρόνια υπηρεσίας, και από διάφορες αποζημιώσεις, επιδόματα και προσαυξήσεις. Ειδικότερα, ο μηνιαίος βασικός μισθός όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου των ιατρών Ε.Σ.Υ. καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Επιμελητή Β’, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 3205/2003 συντελεστές, για Διευθυντή 1,40, Επιμελητή Α’ 1,20, Επιμελητή Β’ 1,00 και Επιμελητή Γ’ και ειδικευόμενο 0,70. Ο βασικός μισθός του Επιμελητή Β’ ορίστηκε αρχικά σε 1.042 ευρώ, από 1.1.2005 σε 1.080 ευρώ (άρθρο 2 ν. 3336/2005), από 1.1.2006 σε 1.112 ευρώ (άρθρο 11 ν. 3453/2006), από 1.1.2007 σε 1.151 ευρώ (άρθρο 1 περ. ιδ ν. 3554/2007) από 1.1.2008 σε 1.180 ευρώ και από 1.10.2008 σε 1.203 ευρώ (άρθρο 5 περ. ιδ’ ν. 3670/2008). Ακολούθως, με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 (Α’, 43) ορίστηκαν από 1.1.2009 οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί όλων των βαθμών της ιεραρχίας του κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ. ως ακολούθως : του Διευθυντή σε 2.054 ευρώ, του Επιμελητή Α’, σε 1.759 ευρώ, του Επιμελητή Β’ σε 1.468 ευρώ και του ειδικευόμενου σε 1.027 ευρώ. Οι εν λόγω βασικοί μηνιαίοι μισθοί διατηρήθηκαν ίδιοι και με τη διάταξη του άρθρου 55 του ν. 3918/2011 (Α’, 31), με την οποία προστέθηκε και ο βασικός μηνιαίος μισθός του Συντονιστή Διευθυντή, ο οποίος ορίστηκε σε 2.055 ευρώ. Εξάλλου, πέραν του βασικού μισθού καταβάλλονταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 του ν. 3205/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3754/2009 : α) επίδομα χρόνου υπηρεσίας, β) επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, γ) επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης του ιατρικού έργου, το οποίο οριζόταν για το Διευθυντή σε 450 ευρώ, τον Επιμελητή Α’ σε 389 ευρώ, τον Επιμελητή Β’ σε 327 ευρώ και τον ειδικευόμενο σε 355 ευρώ, δ) πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια θέσης Επιμελητή Α’ σε 293 ευρώ, Επιμελητή Β’ σε 247 ευρώ και ειδικευόμενο σε 185 ευρώ, στ) οικογενειακή παροχή, ζ) επίδομα ευθύνης για τους Διευθυντές σε 235 ευρώ και τους Επιμελητές Α’, εφόσον τους απονέμεται ο τίτλος του Αναπληρωτή Διευθυντή 40% του αντιστοίχου επιδόματος της θέσης ευθύνης του Διευθυντή. Από τις παρατεθείσες διατάξεις που αφορούν στη μισθολογική εξέλιξη των ιατρών του Ε.Σ.Υ., προκύπτει ότι ο νομοθέτης επεφύλαξε διαχρονικά στους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση, με αποδοχές προβλεπόμενες ειδικώς στο νόμο και ύψους αναλόγου προς την σημασία του λειτουργήματός τους, κατ’ εκτίμηση των ειδικών συνθηκών άσκησης του εν λόγω λειτουργήματος, των ιδιαίτερων απαιτήσεων του ιατρικού επαγγέλματος, όσον αφορά το χρόνο απασχόλησης, την ένταση και την ποιότητα της εργασίας, των ιδιαιτέρων ευθυνών που απορρέουν από την άσκησή του, του καθεστώτος πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης υπό το οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, του μεγαλύτερου χρόνου γενικής εκπαίδευσης σε σχέση με άλλους επιστήμονες, της πολυετούς μεταπανεπιστημιακής μετεκπαίδευσής τους για ειδίκευση αλλά και της ανάγκης για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη τους (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018). Η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση δεν ταυτίζεται με εκείνη των άμεσων πολιτειακών οργάνων του Κράτους, η οποία θεμελιώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος και, ειδικότερα, όσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς, κατοχυρώνεται και ρητά στο άρθρο 88 παρ. 2 αυτού, το οποίο επιτάσσει ευθέως την χορήγηση σ’ αυτούς, με ειδικό νόμο, αποδοχών αναλόγων προς το λειτούργημά τους. Η αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ. απορρέει εμμέσως από την κατά το Σύνταγμα (άρθρο 21 παρ. 3) υποχρέωση του Κράτους για την παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου προς όλους τους πολίτες, την οποία υλοποιούν κατ’ εξοχήν οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., και εγγυάται τη διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών τους με κριτήρια συναπτόμενα όχι μόνο προς τον βαθμό και τα καθήκοντα της θέσης τους, αλλά και προς τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης και την επικινδυνότητα του επαγγέλματός τους (κίνδυνοι έκθεσης σε μολυσματικούς παράγοντες κλπ), ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της σημασίας της αποστολής τους, συγχρόνως δε για να αποτρέπεται η εξωϋπηρεσιακή τους απασχόληση, και δη σε τομείς της ιδιωτικής οικονομίας που ιδιαιτέρως εξυπηρετούνται από την ιατρική τους ιδιότητα (προμήθειες υλικών, χορήγηση σκευασμάτων, συνεργασία με ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας κλπ.). Η υποχρέωση τήρησης από τον κοινό νομοθέτη της εν λόγω αρχής αποτελεί μία πρόσθετη θεσμική εγγύηση που εξασφαλίζει την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του Ε.Σ.Υ. μέσω της ενίσχυσης του ιατρικού προσωπικού του, αλλά και δικαίωμα των ιατρών, λόγω των απαγορεύσεων και περιορισμών, στους οποίους υπόκεινται και της επικινδυνότητας των καθηκόντων τους (ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018). Και ναι μεν στο πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και κατ’ εκτίμηση των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών ο κοινός νομοθέτης δύναται, κατ’ αρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2024, 2/2023, 1/2021, ΟλΣτΕ 1408/2022), δεδομένου μάλιστα ότι από καμία αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη ή αρχή δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε αποδοχές συγκεκριμένου ύψους (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022, 431/2018), όμως ο επαναπροσδιορισμός του μισθολογικού καθεστώτος των εν λόγω δημοσίων λειτουργών με τέτοιο τρόπο, που να επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχει προηγουμένως εκτιμηθεί το δημοσιονομικό όφελος, σε σχέση με τις επιπτώσεις, που μπορεί να έχει στην λειτουργία του Ε.Σ.Υ., καθώς και αν ο συγκεκριμένος επαναπροσδιορισμός (καθό μέρος επιφέρει ανατροπή του έως τότε ισχύοντος μισθολογικού καθεστώτος) είναι αναγκαίος ή θα μπορούσε να αναπληρωθεί με άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το ιατρικό προσωπικό του Ε.Σ.Υ. Η υποχρέωση αυτή, η οποία ισχύει, κατ’ αρχήν, για κάθε σημαντική διαφοροποίηση αποδοχών, η οποία στρέφεται κατά συγκεκριμένης κατηγορίας υπαλλήλων ή λειτουργών του Δημοσίου, καθίσταται εντονότερη στην περίπτωση των ιατρών του Ε.Σ.Υ., υπέρ των οποίων ο νομοθέτης, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, υποχρεούται κατά τον προσδιορισμό του ύψους των αποδοχών τους να λαμβάνει υπόψιν, εκτός από τα συνήθη κριτήρια, και τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης και την επικινδυνότητα του λειτουργήματός τους, καθώς και την κατ’ αρχήν αποκλειστική αφιέρωση στο λειτούργημα αυτό, ώστε οι αποδοχές τους να είναι επαρκείς για αξιοπρεπή διαβίωση και ανάλογες της σημασίας της αποστολής τους. Στο αρμόδιο δε δικαστήριο επιφυλάσσεται ο έλεγχος της συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων από την άποψη της λήψεως υπόψιν από τον νομοθέτη, στην συγκεκριμένη περίπτωση, των ως άνω νομίμων κριτηρίων και όχι άλλων προδήλως απρόσφορων (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022, ΑΠ 1558/2025). Περαιτέρω, οι ιατροί του Ε.Σ.Υ, υπέστησαν διαδοχικώς τις παρακάτω μειώσεις στις αποδοχές τους : Α) Με το άρθρο 1 παρ. 2 του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3833/2010 (Α 40), Β) Με το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 (Α 65), Γ) Με το άρθρο 38 παρ. 5 του ν. 3986/2011 (Α 152), Δ) Με το άρθρο 55 παρ. 23 δ’ του ν. 4002/2011 (Α, 180), Ε) Με το άρθρο 6 παρ. 9 του ν. 4052/2012 (Α 41). Παραλλήλως, οι ιατροί του Ε.Σ.Υ. υπεβλήθησαν και στο σύνολο των γενικής φύσεως οικονομικών και φορολογικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, τέτοια δε μέτρα ήσαν, μεταξύ άλλων, η σταδιακή μείωση του αφορολόγητου ορίου, ο περιορισμός των κλιμακίων και η αύξηση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος [άρθρο 27 του ν. 3986/2011, άρθρα 1 επ. του ν. 3842/2010, άρθρο 38 του ν. 4024/2011], η επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης (άρθρο 29 του ν. 3986/2011). Ακολούθως, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13-36 της υποπαραγράφου Γ.1. της παραγράφου Γ. του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 “Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016” (Α’ 222) επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από το νομοθέτη ως “ειδικά μισθολόγια”, με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων (ΑΠ 1558/2025).

Οι διατάξεις της περίπτωσης 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ’ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίστηκαν μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., και ίσχυσαν μέχρι τις 31-12-2016, κρίθηκαν, αρχικά με την απόφαση 7412/2015 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως αντικείμενες στα άρθρα 4 παρ.5 και 25 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στη συνέχεια, με την απόφαση 431/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως αντικείμενες και στο άρθρο 21 παρ.3 του Συντάγματος και την, εμμέσως απορρέουσα από αυτό, αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του ΕΣΥ, καθώς και στην συνταγματική αρχή της ισότητας υπό την δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται κατά διαφορετικό τρόπο τις άνισες καταστάσεις και, τέλος, με τις αποφάσεις 3/2022 και 4/2022 της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ως αντικείμενες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος και τις απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάση και ότι καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες. Επομένως, οι εν ενεργεία ιατροί του Ε.Σ.Υ. δικαιούνται τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί έως 31.07.2012 (μετά τις αρχικές μειώσεις των ν. 3833/2010, 3845/2010 κ.λ.π.) και των αποδοχών μετά τη μείωση του άρθρου 27 του ν. 4093/2012. Στις 19.5.2017 δημοσιεύτηκε ο ν. 4472/2017, “Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις” (ΦΕΚ Α’74/19-5-2017). Με τις διατάξεις του Μέρους ΣΤ’ του νόμου αυτού, υπό τον τίτλο “Μισθολογικές ρυθμίσεις ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., καθώς και των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής”, θεσπίζονται νέες ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου (αναδιάρθρωση των “ειδικών μισθολογίων”), μεταξύ δε άλλων, στο Κεφάλαιο Ε’ του μέρους αυτού, θεσπίζεται νέο μισθολόγιο, και για τους Ιατρούς και Οδοντιάτρους του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), τους Ιατρούς και Οδοντιάτρους Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., τους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς, τους Επικουρικούς Ιατρούς, τους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς και ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου, τους Ιατρούς Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας, που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών (αρθ.123 παρ.4). Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αναδρομικά από 1-1-2017 (άρθρο 162). Ειδικότερα, στο Κεφάλαιο Ε’ του Μέρους ΣΤ’, όπως τα άρθρα 136 έως 139 αυτού ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, και πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 74 παρ. 2 περ. α’ του ν.4999/2022 (Α 225), ορίζονται τα κάτωθι : Στο άρθρο 136, υπό τον τίτλο “Μισθολογική κατάταξη”, ορίζεται ότι “Για τη μισθολογική κατάταξη των υπαγόμενων στο παρόν κεφάλαιο, πλην των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, ορίζονται δεκαέξι (16) μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) για κάθε βαθμίδα με εισαγωγικό το Μ.Κ. 1 και καταληκτικό το Μ.Κ. 16”, ενώ στο άρθρο 137 περιγράφεται ο χρόνος και τρόπος μισθολογικής εξέλιξης των υπαγομένων στο εν λόγω Ε Κεφάλαιο ως ακολούθως : “1. Για τη μισθολογική εξέλιξη απαιτείται υπηρεσία ενός (1) έτους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.1) και δύο (2) έτη για κάθε επόμενο. 2. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαγόμενων στο παρόν κεφάλαιο, πλην των ιατρών υπηρεσίας υπαίθρου, από το κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. 3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο εξέλιξη των ανωτέρω συντελείται με πράξη του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Ως υπηρεσία για τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη υπολογίζεται η αναφερόμενη στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4354/2015, όπως κάθε φορά ισχύει, καθώς και ο χρόνος απόκτησης ιατρικής ειδικότητας. Επιπλέον, για τους ειδικευμένους ιατρούς και οδοντίατρους του Ε.Σ.Υ. υπολογίζεται και η αναφερόμενη στις διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4461/2017 (Α’ 38) προϋπηρεσία. Η αναγνώριση των ανωτέρω υπηρεσιών πραγματοποιείται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου και τα οικονομικά αποτελέσματα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών”. Με το άρθρο 138 καθορίζονται οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί των μισθολογικών κλιμακίων όλων των βαθμίδων των ιατρών, με το βασικό μισθό του Συντονιστή Διευθυντή να αποτελεί τη βάση για τον καθορισμό του βασικού μισθού και όλων των υπολοίπων βαθμών των ιατρών και ιατροδικαστών. Ειδικότερα, δε, προβλέπονται τα εξής : “Βασικός μισθός. 1. Ο μηνιαίος βασικός μισθός του Μ.Κ.1 του Συντονιστή Διευθυντή ορίζεται στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων τριών ευρώ (1.903 €). Ο βασικός μισθός των επόμενων μισθολογικών κλιμακίων μέχρι το Μ.Κ. 16 διαμορφώνεται με πρόσθεση στο αμέσως προηγούμενο Μ.Κ. του ποσού των εξήντα επτά ευρώ (67 €). 2. Ο μηνιαίος βασικός μισθός των λοιπών βαθμίδων των ιατρών διαμορφώνεται σε ποσοστό επί του αντίστοιχου Μ.Κ. του Συντονιστή Διευθυντή, ως εξής : α. Διευθυντής και αντίστοιχοι 95%. β. Επιμελητής Α’ και αντίστοιχοι 90%. γ. Επιμελητής Β’ και αντίστοιχοι, (78%). δ. Ειδικευόμενος 63%. ε. Μόνιμοι αγροτικοί ιατροί 61%. 3.[….], 4.[…..] 5. Όλοι οι ως άνω βασικοί μισθοί στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ”. Περαιτέρω, στο άρθρο 139 ορίζονται τα προβλεπόμενα πέραν από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου παρεχόμενα επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα, ειδικότερα δε προβλέπονται τα ακόλουθα : “Επιδόματα. 1. Πέρα από το βασικό μισθό του προηγούμενου άρθρου, στους υπαγόμενους στο παρόν κεφάλαιο παρέχονται και τα εξής επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα : Α. Στους Ιατρούς και Οδοντιάτρους του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), στους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς και στους Επικουρικούς Ιατρούς, επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης, οριζόμενο ως εξής: α. Συντονιστής Διευθυντής και Διευθυντής τριακόσια σαράντα (340) ευρώ. β. Επιμελητής Α’ διακόσια ενενήντα πέντε (295) ευρώ. γ. Επιμελητής Β’ διακόσια ογδόντα (280) ευρώ. δ. Ειδικευόμενος διακόσια τριάντα (230) ευρώ. Β.[……] Γ. Οικογενειακή παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 4354/2015, όπως κάθε φορά ισχύει. Δ. Επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, οριζόμενο ως εξής: α. Για κατόχους διδακτορικού διπλώματος σε εβδομήντα πέντε (75) ευρώ. β. Για κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος ετήσιας, τουλάχιστον, φοίτησης σε σαράντα πέντε (45) ευρώ […..]. Ε. Επίδομα θέσης ευθύνης στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων, οριζόμενο κατά βαθμίδα θέσης, ως εξής: α) [….], β) […], γ) Προϊστάμενοι Τμημάτων της Ιατρικής Υπηρεσίας των Νοσοκομείων-επιστημονικά υπεύθυνοι, Υπεύθυνοι για το συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας των Κέντρων Υγείας και λοιπών Μονάδων Υγείας του ΠΕΔΥ, καθώς και Προϊστάμενοι Τμημάτων Διοίκησης εκατό (100) ευρώ. Οι προϋποθέσεις χορήγησης είναι ίδιες με αυτές που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 16 του ν. 4354/2015. ΣΤ. α) Στους ειδικευμένους ιατρούς και οδοντιάτρους του Ε.Σ.Υ. χορηγείται αποζημίωση ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε προβληματικές και άγονες περιοχές, καθώς και σε άγονες ειδικότητες, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του π.δ. 131/1987 (Α’ 73) και του ν. 1397/1983 (Α’ 143). β) […] γ) […]. 2. Στους Ιατρούς Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών καταβάλλονται τα επιδόματα των περιπτώσεων Γ`, Δ` και Ε` της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου (όπως το εδ. α’ αντικαταστάθηκε, από τότε που ίσχυσε, με το άρθρο 97 παρ.3 του ν.4583/2018 (ΦΕΚ Α 212/18-12-2018). Στους ιατρούς και οδοντιάτρους Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ. καταβάλλονται τα επιδόματα των περιπτώσεων Γ`, Δ` και Ε` της παραγράφου 1 του παρόντος, καθώς και το επίδομα νοσοκομειακής απασχόλησης της περίπτωσης Α` της παραγράφου 1 του παρόντος οριζόμενο ως εξής : α. Συντονιστής Διευθυντής και Διευθυντής διακόσια πενήντα (250) ευρώ β. Επιμελητής Α` διακόσια δέκα (210) ευρώ γ. Επιμελητής Β` διακόσια (200) ευρώ (όπως το εδάφιο αυτό της παρ.2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 παρ.2 του ν.4486/2017 (ΦΕΚ Α 115/7-8-2017). Το μηνιαίο επίδομα επιφυλακής της παρ. 4 του άρθρου 16 ν.3172/2013 όπως ισχύει, εξακολουθεί να καταβάλλεται στους δικαιούχους της προαναφερθείσας διάταξης και ορίζεται σε ποσοστό 28% του βασικού τους μισθού. 3. […], 4. Οι επικουρικοί ιατροί λαμβάνουν τις αποδοχές και την αποζημίωση εφημεριών του Επιμελητή Β` του Ε.Σ.Υ., πλην των κινήτρων που έχουν θεσπιστεί για την προσέλκυση, εγκατάσταση και παραμονή των ιατρών του Ε.Σ.Υ. σε νοσοκομεία, κέντρα υγείας και κρατικά θεραπευτήρια που έχουν την έδρα τους σε προβληματικές και άγονες περιοχές. Για την κατάταξη και εξέλιξή τους στα μισθολογικά κλιμάκια που αντιστοιχούν στο βαθμό του Επιμελητή Β` αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία που ορίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 15 του παρόντος κεφαλαίου. 5. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και εφεξής, πέραν των παροχών και αποζημιώσεων του παρόντος και του επόμενου άρθρου δεν δικαιολογείται η χορήγηση άλλων μισθολογικών παροχών με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή. Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, δεν περιλαμβάνεται, από 1.1.2017, η ειδική αποζημίωση της παρ. 4 του αρθ.4 του ν.2256/1994 (Α 196), που καταβάλλεται στους ιατρούς που υπηρετούν στο Ε.Κ.Α.Β. ή σε υγειονομικούς σχηματισμούς, οι οποίοι εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία με ειδικά αεροπορικά μέσα για την παροχή Α Βοηθειών σε ασθενούντα άτομα (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν.4498/2017 ΦΕ Α’172/16-11-2017). Στο άρθρο 140 του ίδιου νόμου, υπό τον τίτλο “Εφημερίες”, ορίζονται τα εξής : “1. Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης δ’ της παρ. 4 του άρθρου 45 του ν. 3205/2003 (Α’ 297), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής : “Τα ανωτέρω προκύπτοντα συνολικά ποσά αμοιβής δεκαεπτάωρης ή εικοσιτετράωρης ενεργού εφημερίας, κατά περίπτωση, προσαυξάνονται κατά τριάντα ένα ευρώ και ογδόντα λεπτά (31,80).[….] “. Το ωρομίσθο των εφημεριών ορίζεται ανά βαθμό ή βαθμίδα ως εξής [:…] Επιμελητής Β, Λέκτορας και ειδικευμένοι ιατροί που αμείβονται με ενιαίο μισθολόγιο, πέντε ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτά (5,88 ευρώ) […]. Εξ άλλου, στο Κεφάλαιο Θ’ (“ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ”) του ίδιου ΣΤ’ Μέρους προβλέπεται στο άρθρο 153 (“Γενικές ρυθμίσεις για θέματα αποδοχών”) ότι “1. […] 10. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές αποτελούνται από το βασικό μισθό, τα επιδόματα και τις παροχές που καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού καθώς και την προσωπική διαφορά του άρθρου 155 […]. Δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές οι εφημερίες του άρθρου 140 […]”. Τέλος, στο άρθρο 160 του ίδιου νόμου (“καταργούμενες διατάξεις”) προβλέπεται ότι από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργούνται μεταξύ άλλων οι διατάξεις των άρθρων 15, 34 έως 44 και 46 έως 54 του ν. 3205/2003, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν (περίπτωση α’), ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 162 αυτού (“Έναρξη ισχύος”), η ισχύς των διατάξεων του Μέρους ΣΤ’ αρχίζει από 1.1.2017, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του. Περαιτέρω, με το άρθρο 163 του ως άνω ν. 4472/2017 εγκρίθηκε το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) για την τριετία 2018-2021, στο οποίο περιλαμβάνονται οι ετήσιοι στόχοι για τη Γενική Κυβέρνηση, με πρωτογενές δημοσιοοικονομικό αποτέλεσμα 3,5% του ΑΕΠ για την περίοδο 2018-2021, με βάση τη μεθοδολογία της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης. Με το ν. 4472/2017 ο νομοθέτης επεδίωξε στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας, ενόψει, άλλωστε, και της σχετικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει η Ελληνική Κυβέρνηση με το ν. 4336/2015 (Α’ 94) για τον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση της Δημόσιας Διοίκησης, να αναμορφώσει τα ειδικά μισθολόγια, αφενός μεν περιορίζοντάς τα σε αριθμό (από 20 σε 7), αφετέρου δε εξορθολογίζοντας τις αποδοχές που χορηγούνται με αυτά, με κυριότερο εργαλείο την συγχώνευση ή κατάργηση επιδομάτων και την δημιουργία μισθολογικών κλιμακίων. Έτσι, συγκεκριμένα, ως προς το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ., περιέλαβε σε αυτό και τους Ιατρούς και Οδοντιάτρους Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., τους έμμισθους ειδικευόμενους ιατρούς, τους Επικουρικούς Ιατρούς, τους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς και ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου, τους Ιατρούς Γενικής Ιατρικής και Βιοπαθολογίας που υπηρετούν στη Διεύθυνση Κ.Ε.Δ.Υ. του Υπουργείου Υγείας ή στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών καθώς και τους Ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προκειμένου δε να επιτύχει τον εξορθολογισμό των αποδοχών, που χορηγούνται με τα ειδικά αυτά μισθολόγια, ο νομοθέτης χρησιμοποίησε (όπως ρητώς αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου) αρχές και κανόνες, όχι προσιδιάζοντες ειδικώς στις ιδιαιτερότητες κάθε μισθολογίου αλλά κοινούς για όλα τα ειδικά μισθολόγια, συνισταμένους κυρίως στη διατήρηση ενός τουλάχιστον επιδόματος, συνδεόμενου με τα ειδικά καθήκοντα κάθε κατηγορίας και με την ενεργό άσκησή τους, καθώς και στην κατάργηση του χρονοεπιδόματος και στη δημιουργία μισθολογικής κλίμακας ανά βαθμίδα, με μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.). Περαιτέρω, και όπως ρητώς αναφέρεται τόσο στην αιτιολογική έκθεση του νόμου όσο και στην κατ’ άρθρο 75 παρ. 1 του Συντάγματος έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως βάση για τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών και του ως άνω ειδικού μισθολογίου, αλλά και ως μέτρο σύγκρισης προκειμένου να διαπιστωθεί αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 155 του νόμου, περί προσωπικής διαφοράς, χρησιμοποιήθηκε το ύψος των αποδοχών που ελάμβαναν οι ιατροί του Ε.Σ.Υ., βάσει των σχετικών διατάξεων του ν. 4093/2012, κατά την 31.12.2016 και ότι κρίσιμο και βασικό στοιχείο για τον εξ υπαρχής προσδιορισμό των αποδοχών, μεταξύ άλλων, και των ιατρών του ΕΣΥ και των επικουρικών ιατρών που υπηρετούν στις Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, στο πλαίσιο ενός νέου μισθολογίου, αποτέλεσε για τον νομοθέτη, προεχόντως, η διατήρηση του μισθολογίου αυτού ως δημοσιονομικά ουδετέρου, εν όψει της ανάγκης να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους πλέον του 3,5% του ΑΕΠ για καθένα από τα έτη 2018-2021. Δηλαδή, αν και καθένα από τα “ειδικά μισθολόγια” αφορούσε σε διαφορετική κατηγορία λειτουργών ή υπαλλήλων, με απολύτως διακεκριμένα καθήκοντα και αποστολή, καθώς και με διαφορετικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ο νομοθέτης αφενός μεν τα ρύθμισε στηριζόμενος σε κοινές αρχές και κοινούς κανόνες, αφετέρου δε τα αντιμετώπισε συλλήβδην ως ένα ενιαίο οικονομικό μέγεθος, το οποίο έπρεπε, υπολογιζόμενο ως σύνολο, να παραμείνει δημοσιονομικά ουδέτερο, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας ανάγκης για επίτευξη των τεθέντων δημοσιονομικών στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα. Ο νομοθέτης έχει μεν διακριτική ευχέρεια για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων και ευρύ περιθώριο εκτίμησης για την διαμόρφωση των αποδοχών των ιατρών που υπόκεινται στις ρυθμίσεις του, όπως προεκτέθηκε, πλην όμως τα δικαστήρια δύνανται και οφείλουν, χωρίς να υπεισέλθουν στην έρευνα της σκοπιμότητας των επιλογών του, να ερευνήσουν το αμιγώς νομικό ζήτημα, αν ελήφθη υπόψη η υποχρέωση για ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των ιατρών αυτών, η οποία απορρέει εμμέσως από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, καθώς και η συνταγματική αρχή της ισότητας υπό τη δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται κατά διαφορετικό τρόπο τις καταστάσεις που δεν είναι όμοιες μεταξύ τους. Η τεκμηρίωση αυτή θα έπρεπε να αναφέρεται στην εξέλιξη των οικονομικών εν γένει συνθηκών και του γενικού κόστους διαβίωσης, στην ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματος των ιατρών αυτών, λόγω της φύσης των καθηκόντων τους και της σημασίας της αποστολής τους, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες άσκησης του λειτουργήματός τους, τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του ιατρικού επαγγέλματος όσον αφορά τον χρόνο απασχόλησης, την ένταση και την ποιότητα της εργασίας, τις ιδιαίτερες ευθύνες που απορρέουν από την άσκησή του, το καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης υπό το οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, τον μεγαλύτερο χρόνο γενικής εκπαίδευσης των ιατρών σε σχέση προς άλλους επιστήμονες, την πολυετή μεταπανεπιστημιακή μετεκπαίδευσή για ειδίκευση αλλά και την ανάγκη για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη τους, καθώς και το γεγονός ότι εν όψει των ανωτέρω, αυτοί εισέρχονται στη δημόσια υπηρεσία σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους και λειτουργούς. Επιπλέον, έπρεπε να ληφθούν υπόψη και οι δυσμενείς επιπτώσεις επί της λειτουργίας του ΕΣΥ και των Διευθύνσεων Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, και επί της ποιότητας των παρεχόμενων από το Κράτος υπηρεσιών υγείας και του επιπέδου της ιατρικής στη χώρα, η λόγω της αδυναμίας εξασφάλισης ικανοποιητικών αποδοχών συνεχιζόμενη διαρροή έμπειρων επιστημόνων στο εξωτερικό, για την εκπαίδευση των οποίων διατέθηκαν σημαντικοί πόροι, τόσο εξ ιδίων όσο και από το Κράτος (πανεπιστημιακές και νοσοκομειακές υποδομές, συγγράμματα, εκπαιδευτικό προσωπικό υψηλού επιπέδου κλπ), η οποία (διαρροή), εξάλλου, σε συνδυασμό με τον θεσπισθέντα ήδη από το έτος 2010 περιορισμό προσλήψεων και διορισμών στο δημόσιο τομέα (αρθ.11 παρ.1 του ν.3833/2010), συνέτεινε στον υποστελέχωση των νοσοκομείων (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022). Όμως ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν.4472/2017, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με το νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 προκύπτει ότι κατά τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών των ιατρών που υπόκεινται στις κρίσιμες διατάξεις του, ελήφθησαν υπόψη οι ανωτέρω παράγοντες, πέραν του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της δημιουργίας δηλαδή ενός δημοσιονομικά ουδέτερου μισθολογίου για την εν λόγω κατηγορία δημοσίων λειτουργών. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι εκτιμήθηκαν ειδικώς οι επιπτώσεις από τον, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, επαναπροσδιορισμό των αποδοχών των ιατρών, στη λειτουργία του ΕΣΥ και των Διευθύνσεων Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, ούτε αν οι εκ του, κατά τα ως άνω, επαναπροσδιορισμού του μισθολογίου επιπτώσεις στη λειτουργία τους είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το επιδιωκόμενο όφελος, ήτοι την διατήρηση του μισθολογίου ως δημοσιονομικώς ουδετέρου, ούτε αν θα μπορούσαν να αναζητηθούν άλλα μέτρα, πέραν της δημιουργίας ενός δημοσιονομικώς ουδετέρου ειδικού μισθολογίου, έχοντα ως στόχο την επίτευξη του επιδιωκόμενου πρωτογενούς πλεονάσματος, με μικρότερη επιβάρυνση για το ανωτέρω ιατρικό προσωπικό. Επίσης δεν εξετάστηκε αν οι αποδοχές των ιατρών αυτών παραμένουν, και μετά τον ως άνω επαναπροσδιορισμό τους, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και ανάλογες της αποστολής τους (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022). Περαιτέρω, και όπως προεκτέθηκε, ως βάση για τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών και του ως άνω ειδικού μισθολογίου, χρησιμοποιήθηκε το ύψος των αποδοχών που ελάμβαναν οι ιατροί του ΕΣΥ, βάσει των σχετικών διατάξεων του ν.4093/2012, που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας των Ανωτάτων Δικαστηρίων (ΟλΑΠ 3-4/2022, ΟλΣτΕ 431/2018, ΟλΕλΣυν 7412/2015). Με τα δεδομένα δε που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4472/2017, ο δι’αυτού επαναπροσδιορισμός των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, λαμβανόμενος αθροιστικώς, μετά τις προηγηθείσες μειώσεις του εισοδήματός τους με παράπλευρα νομοθετήματα της προηγηθείσας περιόδου της οικονομικής κρίσης (με την επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν.3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. α’ του ν.3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του ΤΠΔΥ με το άρθρο 38 παρ.2 περ. β’ του ν.3986/2011, και με αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), έχει ως αποτέλεσμα, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, την υπέρβαση του ορίου που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Συνακόλουθα, οι κρίσιμες διατάξεις των άρθρων 138-140 του ν. 4472/2017, με τις οποίες καθορίστηκε αναδρομικά από 1-1-2017 (αρθ.162) ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια των εφημεριών των ιατρών του ΕΣΥ, στο πλαίσιο θεσμοθέτησης εξ υπαρχής νέου ειδικού μισθολογίου για τους ανωτέρω, και των οποίων (διατάξεων) η εφαρμογή εξειδικεύεται στα άρθρα 154 και 155 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 136 και 137 αυτού, αντίκεινται στο άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του ΕΣΥ, καθώς και προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΣτΕ 1408/2022, ΑΠ 1558/2025, ΑΠ 662/2024).

    Περαιτέρω, με το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ν. 4238/2014 “Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και άλλες διατάξεις” (Α 38), ορίστηκε ότι το πάσης φύσεως ιατρικό/οδοντιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 του παρόντος νόμου, σε θέσεις που συστήνονται για το σκοπό αυτόν, σε κάθε Διοικητική Υγειονομική Περιφέρεια (Δ.Υ.Πε.) σε εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α 288), μετά την έκδοση της αναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, ως ορίζεται στη διάταξη, μισθοδοτείται από τους Φορείς αυτούς και οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στους οικείους Κ.Α.Ε. του ειδικού φορέα 210 του προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας. Για τη μισθοδοσία του προσωπικού αυτού έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 2592/1998 (Α 57) και του π.δ. 412/1998 (Α 288), όπως ισχύουν. Η εκκαθάριση των τακτικών αποδοχών του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Δ.Υ.Πε. Για τις πρόσθετες αμοιβές, εφημερίες, νυχτερινά και εξαιρέσιμα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 4071/2012 (Α 85) (παρ.1). Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό της ανωτέρω παραγράφου 1, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α 288) και μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης και κατάταξης αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος. Μετά την ένταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ. λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις (παρ. 2). Κατά συνέπεια, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία (ΟλΑΠ 4/2024, 3-4/2022, ΑΠ 1558/2025).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 4575/2018 (Α 192), όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 82 παρ.1 του ν. 4589/2019 (Α 13) ορίσθηκε ότι “Στους Ιατρούς του Ε.Σ.Υ., Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., Επικουρικούς Ιατρούς και Ειδικευόμενους Ιατρούς και στο σύνολο των Ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου και για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016 καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημεριών, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.07.2012 μισθολογικές διατάξεις και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α 222). Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016”, ενώ με την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση της εν λόγω διάταξης οικ.2/88420/ΔΕΠ (Β` 5435) υπουργική απόφαση ορίστηκε ότι το εφάπαξ αυτό χρηματικό ποσό θα καταβληθεί έως 27.1.2019 με ξεχωριστή μισθοδοτική κατάσταση. Με το παραπάνω άρθρο 11 του ν. 4575/2018, δηλαδή, οι μηνιαίες αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. αποκαταστάθηκαν, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στα επίπεδα που καταβάλλονταν πριν τις μειώσεις που επήλθαν με το ν. 4093/2012. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ ορίζεται ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Με τον ως άνω συμψηφισμό όμως δεν πρέπει να συγχέεται ο καταλογισμός ενός ποσού στο μισθό. Ειδικότερα, ως καταλογισμός νοείται η αφαίρεση (έκπτωση) από τον οφειλόμενο μισθό ορισμένου μέρους του ή και ολόκληρου του ποσού του, κατά το μέτρο που το ποσό αυτό έχει καταβληθεί ήδη στον εργαζόμενο είτε ως προκαταβολή των αποδοχών του είτε χωρίς νόμιμη αιτία (π.χ. από παραδρομή). Ο καταλογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής της διπλής πληρωμής των ίδιων μισθολογικών παροχών και επιτρέπεται πάντοτε για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης, χωρίς να προσκρούει στην απαγόρευση της ΑΚ 664 (ΑΠ 358/2020, ΑΠ 1067/2017, ΑΠ 764/2010). Εξάλλου, προϋπόθεση συμψηφισμού (ορθότερα καταλογισμού) του κατά τα άνω ληφθέντος ποσού, κατ’ εφαρμογή της προαναφερθείσας ΚΥΑ, στις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών αποτελεί το ποσό αυτό να αναφέρεται στο ίδιο χρονικό διάστημα που αφορούν και οι κατά τα άνω επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών (ΑΠ 1558/2025, ΑΠ 535/2020).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.Δ της 26.6/10/7.1944 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 109 του ΕισΝΑΚ “ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου”. Επίσης και η διάταξη του άρθρ. 7 § 2 του ν.δ/τος 496/1974, που αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 15/2020) και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 1917/2007), ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή Ν.Π.Δ.Δ. είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής. Επομένως, ο νόμιμος, καθώς και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή του Δημοσίου, αλλά και των ΝΠΔΔ, ορίζεται σε 6% ετησίως (εκτός να ορίζεται διαφορετικά και ρητά στη σύμβαση ή σε ειδικό νόμο). Από την 1η Μαΐου 2019, δυνάμει του άρθρου 45 του Ν.4607/2019, με τίτλο “Τοκοφορία οφειλών του Δημοσίου” (που ισχύει από τις 24-4-2019), ισχύει το μειωμένο επιτόκιο του Δημοσίου κατά τις ειδικότερες στο άρθρο προβλέψεις, όπου ορίζονται τα εξής : “Παρ.Ι. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για : α)τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α’ 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. Παρ.2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. Παρ.3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος” (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 875/2023). Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 1557/2024, ΑΠ 447/2024, ΑΠ 1045/2023, ΑΠ 643/2023, ΑΠ 272/2023, ΑΠ 1303/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 384/2022). Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας των οφειλών του Δημοσίου, διαμορφώνεται, κατά τα άρθρα 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974 και 21 του κ.δ/τος της 26-6/10-7-1944 “περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου”, μέχρι 30.04.2019, σε ποσοστό 6%, ενώ από 01.05.2019 και εφεξής, κατ’ άρθρο 45 του ν. 4607/2019, ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως (ΑΠ 1557/2024, ΑΠ 1045/2023, ΑΠ 643/2023, ΑΠ 272/2023, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 384/2022). Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-04-2019 θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26-06/10-07-1944 και από 01-05-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 447/2024, ΑΠ 1303/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 19-12-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../19-12-2024) αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν ότι είναι επικουρικοί ιατροί του Κλάδου Ειδικευμένων Ιατρών Ε.Σ.Υ. και του Κλάδου Οδοντιάτρων Ε.Σ.Υ., αντίστοιχα, όπως εξειδικεύεται για τον κάθε ενάγοντα στην αγωγή, απασχολούμενοι δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στο εναγόμενο ΝΠΔΔ και ήδη εκκαλούν, ασκώντας πλήρως και αποκλειστικώς τα συναρτώμενα με την ειδικότητά τους καθήκοντα και ότι αμείβονται με τις μισθολογικές διατάξεις, που διέπουν τις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ.. Ότι καθένας από αυτούς παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο, με την ειδικότητα, το βαθμό και έχοντας τη συνολική προϋπηρεσία, που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι, ως προς τις αποδοχές τους, οι μισθοί των ιατρών του Ε.Σ.Υ., βάσει των οποίων μισθοδοτούνται και οι επικουρικοί ιατροί, ορίζονταν, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4472/2017, από τις διατάξεις των άρθρων 43 επ. του ν. 3205/2003 που τυγχάνουν εφαρμοστέες, όπως ίσχυαν πριν από τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των αποδοχών τους με τις διατάξεις του ν. 4093/2012. Ότι με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαράγραφος Γ.1 αρ. 27 του ν 4093/2012, επιβλήθηκαν περικοπές στις αποδοχές τους, με αποτέλεσμα να μειωθούν οι αποδοχές τους μετά των λοιπών επιδομάτων και χρονοεπιδομάτων, όπως ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή. Ότι ακολούθως, με τις διατάξεις των άρθρων 136 επ. του ν 44722017, που ισχύει αναδρομικά από την 1-1-2017, θεσπίστηκε νέο ειδικό μισθολόγιο για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ. και ως βάση υπολογισμού των αποδοχών τους λαμβάνονταν υπόψη οι αποδοχές που ελάμβαναν ως ιατροί του Ε.Σ.Υ. την 31-12-2017, όπως δηλαδή είχαν διαμορφωθεί μετά τις περικοπές που επήλθαν με το ν 4093/2012. Ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαράγραφος Γ.1 αρ. 27 του ν 4093/2012 και των άρθρων 136 επ. του ν 4472/2017 κατά το μέρος που ισχύουν αναδρομικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 19-5-2017 -για το οποίο αναβιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 43, 44, 45 του ν. 3205/2003 -και στο οποίο ενσωματώνονται οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές του ν. 4093/2012, είναι αντισυνταγματικές και συνεπώς ανίσχυρες, αντικείμενες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και προς τις αρχές της ισότητας στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας και την αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ., για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους. Ότι περαιτέρω και οι διατάξεις ΙΔ΄Μέρους Κεφάλαιο Α΄άρθρα 54 επ. του ν 4999/2022, που ισχύουν αναδρομικά από τις 28-6-2022 και με τις οποίες θεσπίστηκε νέο ειδικό μισθολόγιο για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., είναι αντισυνταγματικές και συνεπώς ανίσχυρες και κατά το μέρους που ισχύουν αναδρομικά, ως αντικείμενες στις ίδιες ως άνω συνταγματικές διατάξεις και αρχές, με αποτέλεσμα να αναβιώνουν οι ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις για τις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. με βάση τις διατάξεις των άρθρων 43, 44, 45 του ν 3205/2003, ως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίηση τους, με τις αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4093/2012, δηλαδή πριν την 1-8-2012 και του ν. 4472/2017. Ότι κατόπιν των ανωτέρω, επικαλούμενοι επικουρικά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, καθώς παρεισέφρησε ζημιογόνος ενέργεια του νομοθέτη, με αποτέλεσμα την πρόκληση στους ιδίους ζημίας ίσης με τα ποσά των περικοπών, άλλως επικαλούμενοι ότι δικαιούνται τα κατωτέρω ποσά, ως προσωπική μισθολογική διαφορά του άρθρου 155 του ν 4472/2017, το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει, κατ’ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων  43, 44, 45 του ν 3205/2003, ως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τις αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4093/2012, τα ποσά που προκύπτουν μεταξύ των εν λόγω μεγαλύτερων ποσών του Δεκεμβρίου 2016 και των μικρότερων αποδοχών, αλλά και των αμοιβών για πραγματοποιηθείσες εφημερίες, που εισέπραξαν από 1-1-2017 έως την 31-12-2023 κατ’εφαρμογή των άρθρων 135 επ. του ν. 4472/2017 και άρθρων 54 επ. του ν. 4999/2022, όπως αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή τα ποσά για κάθε ενάγοντα, με βάση το βαθμό και την προϋπηρεσία του. Ζητούσαν δε, μετά την παραδεκτή τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων σε εν όλω αναγνωριστικά, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, α)να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως διαφορές αποδοχών, μεταξύ αυτών που έλαβαν τα ως άνω διαστήματα και των αποδοχών που το εναγόμενο υποχρεούταν να καταβάλει στον καθένα, χωρίς τις περικοπές των διατάξεων των νόμων 4093/2012 και 4472/2017, των αναφερομένων διακριτώς διαστημάτων, εντός του συνολικά επιδίκου χρονικού διαστήματος από 1-1-2017 έως 31-12-2023 και συγκεκριμένα, του χρονικού διαστήματος από 28-6-2022 (οι 1η έως και 12η των εναγόντων) και για ορισμένους από αυτούς από 1-1-2022 (οι 13η και 18ος), από 2-10-2020 (η 14η), από 1-1-2017 (οι 15η και 16ος) και από 16-8-1018 (η 17η), κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή έως τις 31-12-2023 και για την 8η των εναγόντων έως τις 31-3-2023, τα εξής συνολικά ποσά στον καθένα 1) στην πρώτη το ποσό των 5.225,76 ευρώ, 2) στον δεύτερο το ποσό των 3.206,44 ευρώ, 3) στην τρίτη το ποσό των 4.180,76 ευρώ, 4) στην τέταρτη το ποσό των 3.135,76 ευρώ, 5) στον πέμπτο το ποσό των 3.968,72 ευρώ, 6) στον έκτο το ποσό των 5.296,44 ευρώ, 7) στην έβδομη το ποσό των 3.135,76 ευρώ, 8) στην όγδοη το ποσό των 4.337,60 ευρώ, 9) στην ένατη το ποσό των 4.180,76 ευρώ, 10) στον δέκατο το ποσό των 4.251,44 ευρώ, 11) στην ενδέκατη το ποσό των 4.251,44 ευρώ, 12) στη δωδέκατη το ποσό των 3.135,76 ευρώ, 13) στη δέκατη τρίτη  το ποσό των 3.776,04 ευρώ, 14) στη δέκατη τέταρτη το ποσό των 15.258,60 ευρώ, 15) στη δέκατη πέμπτη το ποσό των 36.860,40 ευρώ, 16) στον δέκατο έκτο το ποσό των 32.836,22 ευρώ, 17) στη δέκατη έβδομη το ποσό των 25.462,30 ευρώ και 18) στον δέκατο όγδοο το ποσό των 4.011,96 ευρώ και β) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αφορούν τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα των εφημεριών από 1-1-2019 έως 31-12-2023 και συγκεκριμένα σε ένδεκα (11) εφημερίες μηνιαίως, εκ των οποίων επτά (7) ενεργές εφημερίες (5 καθημερινές, 1 Σάββατο, 1 Κυριακή -εξαιρέσιμη ημέρα) και τέσσερις (4) εφημερίες ετοιμότητας καθημερινές, καθώς και να καταδικαστεί το εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη κατά την κύρια βάση αυτής, αφού διέλαβε στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του τη νομική παραδοχή, ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 138-140 του ν. 4472/2017, του ν 4093/2012 και των άρθρων 54-55 του ν. 4999/2022, κατά το μέρος που με αυτές θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των ιατρών, οδοντιάτρων κλπ του Ε.Σ.Υ., που για λόγους ισότητας ισχύουν και για τους επικουρικούς ιατρούς, αντίκεινται στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής τους καθώς επίσης και στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), στη συνέχεια έκρινε αυτή νόμιμη, και ως προς το παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας με το επιτόκιο που ορίζεται στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση αυτής που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ (κατά το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται) καθώς και το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο (κατά το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται) και, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού έκρινε ότι μέρος των αξιώσεων των εναγόντων έχει υποκύψει στη διετή παραγραφή (άρθρο 48 παρ. 3 νδ 496/1974), έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες, τα εξής ποσά στον καθένα, Α/για διαφορές αποδοχών 1)στην πρώτη το ποσό των 4.978,22 ευρώ, 2) στον δεύτερο το ποσό των 3.054,56 ευρώ, 3) στην τρίτη το ποσό των 3.982,72 ευρώ, 4) στην τέταρτη το ποσό των 2.987,22 ευρώ, 5) στον πέμπτο το ποσό των 3.780,73 ευρώ, 6) στον έκτο το ποσό των 5.045.56 ευρώ, 7) στην έβδομη το ποσό των 2.987,22 ευρώ, 8) στην όγδοη το ποσό των 1.185,47 ευρώ, 9) στην ένατη το ποσό των 1.342,24 ευρώ, 10) στον δέκατο το ποσό των 4.050,06 ευρώ, 11) στην ενδέκατη το ποσό των 1.752,04 ευρώ, 12) στη δωδέκατη το ποσό των 2.987,22 ευρώ, 13) στη δέκατη τρίτη το ποσό των 3.412,84 ευρώ (1.826,64+ 1.586,20), 14) στη δέκατη τέταρτη το ποσό των 7.810,46 ευρώ (2.832,24+ 4.978,22), 15) στη δέκατη πέμπτη το ποσό των 7.810,46 ευρώ (2.832,24+ 4.978,22), 16) στον δέκατο έκτο το ποσό των 6.609,24 ευρώ (2.559,18+4.050,06), 17) στη δέκατη έβδομη το ποσό των 6.609,24 ευρώ (2.559,18+4.050,06) και 18) στον δέκατο όγδοο το ποσό των 4.011,96 ευρώ (1.792,89+665,79+1.553.28) και Β/για τη συμμετοχή των εναγόντων στο πρόγραμμα εφημεριών και συγκεκριμένα σε ένδεκα (11) εφημερίες μηνιαίως, εκ των οποίων επτά (7) ενεργές εφημερίες ( 5 καθημερινές, 1 Σάββατο, 1 Κυριακή -εξαιρέσιμη ημέρα) και τέσσερις (4) εφημερίες ετοιμότητας καθημερινές 1) στον δέκατο όγδοο για το χρονικό διάστημα από 23-1-2023 έως 31-12-2023, υπό το βαθμό του Επιμελητή Α΄, για κάθε ενεργή εφημερία εργασίμων ημερών αμοιβή με 196,53 ευρώ, για κάθε ενεργή εφημερία Σαββάτων αμοιβή με 273,39 ευρώ, για κάθε ενεργή εφημερία Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 295,35 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία εργασίμων ημερών αμοιβή 137,57 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία Σαββάτων 191,37 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 206,75 ευρώ, για κάθε εφημερία ετοιμότητας εργασίμων ημερών αμοιβή 78,61 ευρώ, για κάθε εφημερία ετοιμότητας Σαββάτων αμοιβή 109,36 ευρώ και για κάθε εφημερία ετοιμότητας Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 118,14 ευρώ, 2) στους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτος, έβδομη, δέκατο, δωδέκατη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη, δέκατο έκτο και δέκατη έβδομη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής τους απασχόλησης από 1-1-2022 έως 31-12-2023, ως προς δε την όγδοη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής της απασχόλησης από 3-3-2022 έως 19-9-2022, την ένατη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής της απασχόλησης από 1-1-2022 έως 31-12-2022, την ενδέκατη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής της απασχόλησης από 1-1-2022 έως 22-2-2023, τη δέκατη τρίτη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής της απασχόλησης από 1-1-2022 έως 11-10-2023 και για τον δέκατο όγδοο για το χρονικό διάστημα εφημεριακής του απασχόλησης από 1-1-2022 έως 22-1-2023 και οι οποίοι έφεραν κατά τους πιο πάνω ειδικότερα αναφερόμενους χρόνους το βαθμό του Επιμελητή Β΄: για κάθε ενεργή εφημερία εργασίμων ημερών αμοιβή με 168,87 ευρώ, για κάθε ενεργή εφημερία Σαββάτων αμοιβή με 232,95 ευρώ, για κάθε εφημερία Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 251,27 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία εργασίμων ημερών αμοιβή 118,21 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία Σαββάτων 163,06 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 175,89 ευρώ, για κάθε εφημερία ετοιμότητας εργασίμων ημερών αμοιβή 67,55 ευρώ, για κάθε εφημερία ετοιμότητας Σαββάτων αμοιβή 93,18 ευρώ και για κάθε εφημερία ετοιμότητας Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 100,51 ευρώ, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας του άρθρου 45 παρ. 1 του ν 4607/2019 από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, ήτοι από 25-12-2024 μέχρι την πλήρη εξόφληση και συμψήφισε εν όλω τα δικαστικά έξοδα  μεταξύ των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεση το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή και να επιβληθούν σε βάρος των εφεσίβλητων τα δικαστικά του έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων (οι διάδικοι δεν πρότειναν την εξέταση μάρτυρα) που οι διάδικοι επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν νόμιμα και εκτιμώνται είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η πρώτη ενάγουσα (ήδη πρώτη εφεσίβλητη) ειδικευμένη ιατρός γενικής ιατρικής, προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη εκκαλούν), δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 23310/21-4-2020 απόφασης του Διοικητή της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ως επικουρικός ιατρός με βαθμό Επιμελητή Β΄, ειδικότητας γενικής ιατρικής, στο 1ο Κ.Υ. Περιστερίου, όπου υπηρέτησε από 28-4-2020 έως 27-4-2022 και έκτοτε η σύμβαση παρατείνεται διαδοχικά μέχρι την 31-12-2024. Ο δεύτερος ενάγων (ήδη δεύτερος εφεσίβλητος), προσλήφθηκε δυνάμει της με αριθ. Α2α/Γ.Π.45074/15-7-2013 απόφασης του Υπουργού Υγείας  ως επικουρικός ιατρός ειδικότητας παιδιατρικής και υπηρέτησε στην Παιδική Πολυκλινική Πειραιά του Κ.Υ. Περιστερίου, από 13-8-2013 και κατόπιν συνεχών παρατάσεων με αποφάσεις του εναγομένου (ήδη εκκαλούντος) ολοκλήρωσε τη θητεία του στις 31-12-2018. Ακολούθως, προσλήφθηκε εκ νέου από το εναγόμενο δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 812/3-1-2019 απόφασης του Διοικητή της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ως επικουρικός ιατρός με βαθμό Επιμελητή Β΄, ειδικότητας παιδιατρικής, στο 1ο Κ.Υ. Περιστερίου, όπου υπηρέτησε από 8-4-2019 έως και 7-1-2021 και έκτοτε η σύμβαση παρατείνεται διαδοχικά μέχρι την 31-12-2024. Η τρίτη ενάγουσα (ήδη τρίτη εφεσίβλητη), προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη εκκαλούν), δυνάμει της με αριθ. ΔΑΑΔ 39121/31-8-2017 απόφασης της Διοικήτριας της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ως επικουρικός ιατρός με βαθμό Επιμελητή Β΄, ειδικότητας παιδιατρικής, στη Μονάδα Υγείας Δραπετσώνας, όπου υπηρέτησε από 13-10-2017 έως και 12-10-2019, οπότε έληξε η σύμβασή της, έκτοτε δε υπηρετεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στο 1ο Κ.Υ. Περιστερίου, προσληφθείσα δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 59891/30-10-2019 απόφασης του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, ως επικουρικός ιατρός με βαθμό Επιμελητή Β΄, ειδικότητας παιδιατρικής, από 11-11-2019 και έκτοτε η σύμβαση παρατείνεται διαδοχικά μέχρι την 31-12-2024. Η τέταρτη ενάγουσα (ήδη τέταρτη εφεσίβλητη) επικουρικός ιατρός ειδικότητας μαιευτικής -γυναικολογίας, προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη εκκαλούν), δυνάμει της με αριθ. ΔΑΑΔ 46566/26-9-2017 απόφασης της Διοικήτριας της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου στο Κ.Υ. Νίκαιας, αποκεντρωμένη οργανική μονάδα της 2ης ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, από 6-12-2017 έως 5-12-2019, οπότε έληξε η θητεία της και στη συνέχεια από τις 10-1-2020 με απόφαση του εναγομένου, προσλήφθηκε και υπηρέτησε στο Κ.Υ. Νίκαιας έως 9-12-2022 και έκτοτε η σύμβαση παρατείνεται διαδοχικά μέχρι την 31-12-2024. Ο πέμπτος ενάγων (ήδη πέμπτος εφεσίβλητος), υπηρέτησε σε θέση επικουρικού οδοντιάτρου με μηνιαίες αποδοχές Επιμελητή Β΄ στο Κ.Υ. Αμοργού, προσληφθείς δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 5385/24-1-2019 απόφασης του εναγομένου (ήδη εκκαλούντος), με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, από 20-2-2019 και με συνεχείς παρατάσεις έως την 31-12-2023 (βλ. τη με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 3288/19-1-2023 απόφαση Διοικητή της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου περί παράτασης της σύμβασης μέχρι την 31-12-2023), ενώ από 20-5-2024 διορίσθηκε στο Κ.Υ. Καρλοβασίου, ως ιατρός Ε.Σ.Υ., επί θητεία Επιμελητή Β΄Οδοντιατρικής, οπότε και ανέλαβε τα καθήκοντά του. Ο έκτος ενάγων (ήδη έκτος εφεσίβλητος) επικουρικός ιατρός ειδικότητας ορθοπεδικής, προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη εκκαλούν), δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 47449/3-10-2017 απόφασης του Διοικητή του εναγομένου, στο 1ο Κ.Υ. Περιστερίου, αποκεντρωμένη οργανική μονάδα της 2ης ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και τις αποδοχές του Επιμελητή Β΄, όπου υπηρέτησε από 2-11-2017 έως 1-11-2019, οπότε έληξε η θητεία του και από τις 10-1-2020 με απόφαση του εναγομένου προσλήφθηκε και υπηρέτησε, ως επικουρικός ιατρός ειδικότητας ορθοπεδικής, στο Κ.Υ. Μοσχάτου, έως 9-1-2022, έκτοτε δε η σύμβαση παρατείνεται διαδοχικά μέχρι την 31-12-2024. Η έβδομη ενάγουσα (ήδη έβδομη εφεσίβλητη) επικουρικός ιατρός ειδικότητας ορθοπεδικής, προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη εκκαλούν), δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 23312/21-4-2020 απόφασης του Διοικητή του εναγομένου, στο 1ο Κ.Υ. Περιστερίου, αποκεντρωμένη οργανική μονάδα της 2ης ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, όπου υπηρέτησε από 8-11-2019 έως 7-11-2021, έκτοτε δε η σύμβαση παρατείνεται διαδοχικά μέχρι την 31-12-2024. Η όγδοη ενάγουσα (ήδη όγδοη εφεσίβλητη), με τη με αριθ. Α2α/Γ.Π.86311/14/9-2-2015 απόφαση του Υπουργού Υγείας, προσλήφθηκε ως επικουρική ιατρός ειδικότητας καρδιολογίας και τις αποδοχές του Επιμελητή Β΄ στο ΠΕΔΥ -Μονάδα Υγείας Περιστερίου, για διάστημα ενός (1) έτους, από 4-3-2015 έως και 3-3-2016, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου της ως άνω ιατρού με τη Διοίκηση του εναγομένου (ήδη εκκαλούντος), όπου και παρέμεινε, κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων μέχρι τις 31-12-2018. Ακολούθως με τη με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 852/4-1-2019 απόφαση του εναγομένου (ήδη εκκαλούντος), προσλήφθηκε εκ νέου, ως επικουρική ιατρός, ειδικότητας καρδιολογίας, στο Κ.Υ. Περιστερίου, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, όπου υπηρέτησε από 14-1-2019 έως και 13-1-2021, με παράταση παραμονής της στην ως άνω θέση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 20 παρ. 1 ν. 4737/2020, από 14-1-2021, όπου παρέμεινε μέχρι τις 21-9-2022, οπότε και διαγράφηκε από το δυναμικό της άνω υπηρεσίας λόγω παραίτησης της ιδίας, ενώ ακολούθως ανέλαβε υπηρεσία σε θέση ειδικευμένου ιατρού ειδικότητας καρδιολογίας, στον εισαγωγικό βαθμό Επιμελητή Β΄ στο Τοπικό Ιατρείο …….., αποκεντρωμένη οργανική μονάδα της 1ης ΥΠΕ Αττικής, επί θητεία κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ., από την 1-3-2023 όπου και σήμερα υπηρετεί με το βαθμό Επιμελητή Α΄ (βλ. την προσκομιζόμενη από το εναγόμενο με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ ……../6-7-2022 βεβαίωση της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα με αριθ. πρωτ. ……./10-12-2024 βεβαίωση υπηρεσιακών μεταβολών της 1ης ΥΠΕ Αττικής). Επίσης, η όγδοη ενάγουσα τελούσε σε καθεστώς αναστολής καθηκόντων, κατ’εφαρμογή του εκ του άρθρου 206 ν. 4820/2021 ειδικού διοικητικού μέτρου από 1-9-2021, η οποία στη συνέχεια ανακλήθηκε από τις 3-3-2022 και επιβλήθηκε εκ νέου από τις 20-9-2022, με τη με αρ. ΕΜΠ 5070/22-9-2022 απόφαση του εναγομένου (βλ. τη με αριθ. πρωτ. ΕΜΠ ……/20-4-2023 βεβαίωση 2ης ΥΠΕ) και επομένως για το επιμέρους χρονικό διάστημα από 20-9-2022 (ημερομηνία επιβολής 2ης αναστολής καθηκόντων) έως 31-3-2023 που αξιώνει αποδοχές αλλά και εφημεριακή αποζημίωση, δεν διατηρεί βάσιμη αξίωση κατά του εναγομένου (ήδη εκκαλούντος), αφενός μεν λόγω του κατά τα ανωτέρω επιβληθέντος την 20-9-2022 ειδικού διοικητικού μέτρου της αναστολής καθηκόντων, αφετέρου δε λόγω της παραιτήσεώς της την 21-9-2022, ενώ πλέον από την 1-3-2023 και εντεύθεν δεν υπηρετεί στο εναγόμενο (ήδη εκκαλούν), οπότε ως προς αυτό το χρονικό διάστημα η αγωγή ως προς αυτήν είναι ουσία αβάσιμη (απομένοντος μέρους του χρονικού διαστήματος από 28-6-2022 έως 19-9-2022 ως προς τις διαφορές αποδοχών, της δε εφημεριακής αποζημίωσης, από την 3-3-2022). Η ένατη ενάγουσα (ήδη ένατη εφεσίβλητη), προσλήφθηκε, δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 60844/5-12-2018 απόφασης του Υποδιοικητή της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, ως επικουρική ιατρός ειδικότητας ιατρικής βιοπαθολογίας, στο 1ο Κ.Υ. Περιστερίου, για χρονικό διάστημα 24 μηνών, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, της ανωτέρω με το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, όπου υπηρέτησε από 31-12-2018, με παράταση παραμονής της θητείας της αρχικώς έως τις 31-10-2021 σύμφωνα με τις διατάξεις του ν 4737/2020 και στη συνέχεια κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων (κατά τους ν. 4839/2021 και 4889/2022) έως και τις 31-12-2022, οπότε η σύμβαση λύθηκε λόγω λήξης της (βλ. τη με αρ. πρωτ. ΔΑΑΔ ……../14-2-2023 βεβαίωση του εναγομένου) και επομένως η ένατη ενάγουσα δεν απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 31-12-2023 και ως προς αυτό η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη (απομένοντος του ένδικου διαστήματος από 28-6-2022 έως 31-12-2022). Ο δέκατος ενάγων (ήδη δέκατος εφεσίβλητος), προσλήφθηκε δυνάμει της με αριθ. Α2α/Γ.Π.8110510/14/18-3-2015 απόφασης του Υπουργού Υγείας  ως επικουρικός ιατρός ειδικότητας μαιευτικής -γυναικολογίας, για ένα (1) έτος στο Κ.Υ. Περιστερίου, όπου υπηρέτησε από 23-3-2015, με παράταση της θητείας του διαδοχικά έως τις 31-12-2018. Ακολούθως, σύμφωνα με τη με αρ. Γ4α/Γ.Π.101442/31-12-2018  Υ.Α. προσλήφθηκε στο 2ο Κ.Υ. Περιστερίου ως επικουρικός ιατρός ειδικότητας μαιευτικής -γυναικολογίας, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας δύο (2) ετών από 14-1-2019, όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα (βλ. τη με αριθ. ΔΑΑΔ ……../12-7-2022 βεβαίωση υπηρεσιακών μεταβολών). Η ενδέκατη ενάγουσα (ήδη ενδέκατη εφεσίβλητη), υπηρέτησε στο Κ.Υ. Νίκαιας αποκεντρωμένη μονάδα της 2ης ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, προσληφθείσα δυνάμει της με αριθ. πρωτ. Α2α/Γ.Π.87873/14/5-2-2015 απόφασης του Υπουργού Υγείας, ως επικουρική ιατρός ειδικότητας ιατρικής βιοπαθολογίας με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και τις αποδοχές Επιμελητή Β΄, από 25-2-2015, με παράταση της παραμονής της στην ως άνω θέση, διαδοχικά έως τις 31-12-2018. Ακολούθως με τη με αριθ. πρωτ. 829/3-1-2019 πράξη της Διοικήτριας της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, προσλήφθηκε εκ νέου ως επικουρική ιατρός ειδικότητας ιατρικής βιοπαθολογίας με βαθμό Επιμελητή Β΄, στο Κ.Υ. Νίκαιας, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας 24 μηνών, από 8-1-2019 έως 7-1-2021 και κατόπιν παρατάσεων της άνω θητείας της (δυνάμει των διατάξεων ν. 4737/2020, 4839/2021 και 4889/2022), μέχρι την 31-12-2022. Περαιτέρω με τη με αριθ. ΔΑΑΔ 3288/19-1-2023 απόφαση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, παρατάθηκε εκ νέου η σύμβασή της έως τις 31-12-2023, πλην όμως η ίδια υπηρέτησε στην ως άνω θέση έως 22-2-2023 (τελευταία ημέρα εργασίας), κατόπιν λύσεως της συμβάσεως λόγω παραίτησης και σύμφωνα με την ΔΑΑΔ 12510/1-3-2023 απόφαση του Διοικητή της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, ενώ ακολούθως από 22-2-2023 διορίσθηκε στο Κ.Υ. Τήνου, σε θέση ειδικευμένης ιατρού ιατρικής βιοπαθολογίας εργαστηριακής ιατρικής (ΦΕΚ Γ΄3186/22-12-2022) ως Επιμελητής Β΄ επί θητεία κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ., όπου και υπηρετεί έως σήμερα, με το βαθμό Επιμελήτριας Α΄. Επομένως η ενδέκατη ενάγουσα δεν απασχολήθηκε στο εναγόμενο κατά το επιμέρους χρονικό διάστημα από 23-2-2023 έως 31-12-2023, κατά το οποίο η αγωγή ως προς αυτήν απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη (απομένοντος διαστήματος από 28-6-2022 έως 22-2-2023). Η δωδέκατη ενάγουσα (ήδη δωδέκατη εφεσίβλητη), υπηρέτησε ως επικουρική ιατρός ειδικότητας ψυχιατρικής στο ΠΕΔΥ Πειραιά (Οίκος Ναύτου) και τις αποδοχές Επιμελητή Β΄, προσληφθείσα δυνάμει της με αριθ. Α2α/Γ.Π.89083/14/6-2-2015 απόφασης του Υπουργού Υγείας, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, από 26-2-2015, με παράταση της παραμονής της στην ως άνω θέση, διαδοχικά έως τις 31-12-2018. Ακολούθως με τη με αριθ. πρωτ. ………./22-2-2019 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προσλήφθηκε εκ νέου από το εναγόμενο, από 25-2-2019 ως επικουρική ιατρός ειδικότητας ψυχιατρικής, όπου κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων της θητείας της υπηρετεί έως σήμερα στο Κ.Υ. Πειραιά -Οίκος Ναύτου (βλ. το με αριθ. ΔΑΑΔ ……/24-2-2025 έγγραφο του εναγομένου). Η δέκατη τρίτη ενάγουσα (ήδη δέκατη τρίτη εφεσίβλητη), υπηρέτησε ως επικουρική ιατρός ειδικότητας γενικής ιατρικής στο Κ.Υ. Περάματος με τις αποδοχές Επιμελητή Β΄, προσληφθείσα δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ/72784/19-12-2019 απόφασης της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, από 8-1-2020 και κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων έως την 11-10-2023 (τελευταία ημέρα εργασίας), λόγω παραιτήσεώς της (βλ. την προσκομιζόμενη από το εναγόμενο με αριθ. ΔΑΑΔ ……/18-10-2023 διαπιστωτική πράξη λύσεως σύμβασης του Διοικητή 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου). Συνεπώς η ανωτέρω ενάγουσα δεν απασχολήθηκε στο εναγόμενο κατά το επιμέρους χρονικό διάστημα από 12-10-2023 έως 31-12-2023, κατά το οποίο η αγωγή ως προς αυτήν απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη (απομένοντος διαστήματος από 1-1-2022 έως 11-10-2023). Η δέκατη τέταρτη ενάγουσα (ήδη δέκατη τέταρτη εφεσίβλητη) υπηρετεί ως επικουρική ιατρός ειδικότητας γενικής ιατρικής με βαθμό Επιμελητή Β΄ στο Κ.Υ. Νίκαιας, κατόπιν προσλήψεώς της δυνάμει της με αριθ. ΔΑΑΔ 51414 απόφασης του Διοικητή της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, από 2-10-2020 έως και 1-10-2022. Ακολούθως, η άνω σύμβασή της παρατάθηκε διαδοχικά (σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 4889/2022, 5007/2022 και 5079/2023), μέχρι την 31-12-2024 και έκτοτε έως και σήμερα (βλ. το με αριθ. ΔΑΑΔ ……/24-2-2025 έγγραφο του εναγομένου). Η δέκατη πέμπτη ενάγουσα (ήδη δέκατη πέμπτη εφεσίβλητη), υπηρέτησε ως επικουρική ιατρός ειδικότητας ιατρικής βιοπαθολογίας, στο ΠΕΔΥ Μ.Υ. Περιστερίου, κατόπιν προσλήψεώς της με τη με αριθ. Α2α/Γ.Π.89878/14/5-2-2015 απόφαση του Υπουργού Υγείας και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και τις αποδοχές Επιμελητή Β΄, από 13-2-2015 και για ένα (1) έτος, ενώ η θητεία της παρατάθηκε διαδοχικά έως και την 31-12-2018, οπότε και έληξε. Ακολούθως προσλήφθηκε εκ νέου από το εναγόμενο δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ/824/3-1-2019 απόφασης, από 8-1-2019 έως και 7-1-2021 στο Κ.Υ. Περιστερίου, ομοίως με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, όπου και παρέμεινε, κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων της θητείας της (σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 4737/2020, 4839/2021, 4889/2022, της ΔΑΑΔ/3288/19-1-2023 απόφασης του εναγομένου και ν. 5079/2023) έως τις 31-12-2024. Συνεπώς η ανωτέρω ενάγουσα δεν απασχολήθηκε στο εναγόμενο κατά το επιμέρους χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 7-1-2019 κατά το οποίο η αγωγή ως προς αυτήν απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη (απομένοντος διαστήματος από 1-1-2017 έως 31-12-2018 και από 8-1-2019 έως 31-12-2023). Ο δέκατος έκτος ενάγων (ήδη δέκατος έκτος εφεσίβλητος), υπηρέτησε ως επικουρικός ιατρός ειδικότητας καρδιολογίας, στο Κ.Υ. Νίκαιας, κατόπιν προσλήψεώς του με τη με αριθ. πρωτ. Α2α/Γ.Π.87281/14/9-2-2015 απόφαση του Υπουργού Υγείας και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και τις αποδοχές Επιμελητή Β΄, από 24-2-2015 και για ένα (1) έτος, ενώ η θητεία της παρατάθηκε διαδοχικά έως και την 31-12-2018, οπότε και έληξε. Ακολούθως προσλήφθηκε εκ νέου από το εναγόμενο δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ/858/3-1-2019 απόφασης, από 14-1-2019 έως 13-1-2021 στο Κ.Υ. Νίκαιας, ομοίως με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, όπου και παρέμεινε, κατόπιν διαδοχικών παρατάσεων της θητείας του (σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 4737/2020, 5007/2020, της ΔΑΑΔ/2262/12-1-2024 απόφασης του εναγομένου και ν. 5079/2023) έως τις 31-12-2024. Συνεπώς ο ανωτέρω ενάγων δεν απασχολήθηκε στο εναγόμενο κατά το επιμέρους χρονικό διάστημα από 1-1-2019 έως 13-1-2019 κατά το οποίο η αγωγή ως προς αυτήν απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμη (απομένοντος διαστήματος από 1-1-2017 έως 31-12-2018 και από 14-1-2019 έως 31-12-2023). Η δέκατη έβδομη ενάγουσα (ήδη δέκατη έβδομη εφεσίβλητη) υπηρέτησε ως επικουρική ιατρός ειδικότητας ιατρικής βιοπαθολογίας στο Κ.Υ. Νίκαιας, λαμβάνοντας τις αποδοχές Επιμελητή Β΄, κατόπιν προσλήψεώς της δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 27176/31-5-2018 απόφασης του Διοικητή της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, αποκεντρωμένη μονάδα της άνω 2ης ΔΥΠΕ, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, από 18-6-2018 και για δύο (2) έτη, ενώ η θητεία της παρατάθηκε διαδοχικά (σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 4715/2020, 4889/2022, 5007/2022 και 5079/2023), μέχρι την 31-12-2024. Ο δέκατος όγδοος ενάγων (ήδη δέκατος όγδοος εφεσίβλητος), υπηρέτησε ως επικουρικός ιατρός ειδικότητας παθολογίας, με το βαθμό και τις αποδοχές Επιμελητή Β΄, στο Κ.Υ. Καμινίων, κατόπιν προσλήψεώς του με τη με αριθ. 36719/27-7-2018 απόφαση της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, για δύο (2) έτη, από 23-8-2018 έως και 22-8-2020, οπότε διαγράφηκε από τη δύναμη του ιατρικού προσωπικού του άνω Κέντρου Υγείας, λόγω λήξης της σύμβασής του. Με τη με αριθ. πρωτ. ΔΑΑΔ 63351/11-11-2020 απόφαση της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, προσλήφθηκε εκ νέου, ως επικουρικός ιατρός ειδικότητας παθολογίας, υπό το ίδιο καθεστώς, σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, στο Κ.Υ. Καμινίων, για ένα (1) έτος, από 17-11-2020 και κατόπιν συνεχών παρατάσεων της θητείας του, έως τις 23-1-2023, λόγω παραιτήσεώς του (τελευταία ημέρα εργασίας 22-1-2023). Ακολούθως προσλήφθηκε εκ νέου από το εναγόμενο στη 2η Τ.Ο.Μ.Υ. ….., αρμοδιότητας της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, από τις 23-1-2023 και συνολικής διάρκειας 24 μηνών, στο πλαίσιο του Υποέργου (1) «Λειτουργία Τοπικών Ομάδων Υγείας (ΤΟΜΥ) 2ης ΥΠΕ στην Περιφέρεια Αττικής» της πράξης «Λειτουργία Τοπικών Ομάδων Υγείας (ΤΟΜΥ) 2ης ΥΠΕ στην Περιφέρεια Αττικής» για τη στελέχωση της άνω 2ης Τ.Ο.Μ.Υ. Κορυδαλλού, με συγχρηματοδότηση του προγράμματος «Αττική» ΕΣΠΑ 2021-2027, την Ε.Ε. και το Ευρωπαϊκό Ταμείο, ενώ του απονεμήθηκε ο βαθμός του Επιμελητή Α΄ (βλ. τη με αριθ. ΔΑΑΔ 71653/6-12-2024 βεβαίωση υπηρεσιακών μεταβολών, καθώς και εκκαθαριστικά μισθοδοσίας μηνών Ιαν. 2023 επ. με το βαθμό Επιμελητή Α΄). Τα παραπάνω κρίθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται με ειδικότερο λόγο της έφεσης. Περαιτέρω, ως προς τις εφημερίες, οι ενάγοντες (ήδη εφεσίβλητοι) παρείχαν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα εφημεριακή υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 παρ. 1 ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα, λόγω υποχρεωτικής συμμετοχής τους στο πρόγραμμα των εφημεριών, υπηρεσία ένδεκα (11) εφημεριών μηνιαίως, εκ των οποίων επτά (7) ενεργές εφημερίες (5 καθημερινές, 1 Σάββατο, 1 Κυριακή -εξαιρέσιμη ημέρα) και τέσσερις (4) εφημερίες ετοιμότητας τις καθημερινές. Το εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις προτάσεις του, δεν αρνήθηκε ειδικώς τον αριθμό των εφημεριών, ισχυρίστηκε όμως ότι οι 4η, 6ος, 7η, 8η, 9η, 12η, 13η, 15η, 16ος, 17η και 18ος των εναγόντων δεν πραγματοποίησαν εφημερίες κατά το ένδικο διάστημα από Ιούνιο 2022 έως Δεκέμβριο 2023, ο ισχυρισμός δε αυτός απορρίφθηκε προεχόντως ως αόριστος και δεν επαναφέρεται με λόγο έφεσης. Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε μέρος των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων για τα έτη 2017, 2018, 2019, 2020 και 2021 λόγω διετούς παραγραφής (άρθρο 48 παρ. 3 νδ 496/1974), υπολογιζομένης από το τέλος εκάστου των ανωτέρω πέντε ετών κατά το οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις των εναγόντων και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη, μέχρι την επίδοση της αγωγής (24-12-2024), απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής που προβλήθηκε πρωτοδίκως από το εναγόμενο ως προς το χρόνο έναρξης της παραγραφής και ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν εκκαλείται. Με βάση τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού επικαλέστηκε τις αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση της εκκαλουμένης διατάξεις, δέχθηκε ότι οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των δέκατης τρίτης, δέκατης τέταρτης, δέκατης πέμπτης, δέκατου έκτου, δέκατης έβδομης και δέκατου όγδοου των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, που επιβλήθηκαν για το επίδικο χρονικό διάστημα έως την 27-6-2022 με τις διατάξεις του ν. 4472/2017, αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5 και 25 παρ. 4, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Προσέτι οι αποδοχές όλων των εναγόντων και κατά το μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος που εκτείνεται μετά την 28-6-2022, είχαν διαμορφωθεί με βάση τις διατάξεις του ν. 4999/2022 (άρθρο 54 επ.), κατά δε τον υπολογισμό της τιμής αποζημίωσης των πραγματοποιηθεισών εφημεριών των εναγόντων, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα (από 28-6-2022 έως 31-12-2023) το εναγόμενο εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 140 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 4472/2017, καθόσον ο ν. 4999/2022 διατήρησε αυτούσιες τις διατάξεις ως προς τον τρόπο του υπολογισμού της τιμής των εφημεριών του προηγούμενου ν. 4472/2017, οι οποίες όμως είχαν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές. Ακολούθως, μετά την κριθείσα αντισυνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων των νόμων 4093/2012, 4472/2017 και 4999/2022, έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται αφενός μεν τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών όπως είχαν διαμορφωθεί έως 31-7-2012 (μετά τις αρχικές μειώσεις των ν. 3833/2010, 3845/2010 κλπ) και των αποδοχών βάσει των διατάξεων των άρθρων 135 επ. ν, 4472/2017 και ακολούθως του άρθρου 54 του ν. 4999/2022, αφετέρου δε το ωρομίσθιο των εφημεριών υπολογιζόμενο κατά το άρθρο 6 παρ. 9 του ν. 4052/2012, σύμφωνα με το οποίο ο συντελεστής του προτελευταίου εδαφίου της περ. δ της παρ. 4 του ν. 3205/2003 διαμορφώνεται από 1-1-2012 σε 0,0052 επί του ισχύοντος βασικού μισθού της εκάστοτε θέσης του ιατρού που πραγματοποιεί εφημερίες και ανάλογα με το είδος της πραγματοποιηθείσας εφημερίας. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού προσδιόρισε τα χρηματικά ποσά που οι ενάγοντες ήδη εφεσίβλητοι δικαιούνταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ως διαφορές αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τα παραπάνω έως την 31-7-2012, δηλαδή χωρίς τις περικοπές που τους επιβλήθηκαν με τους αντισυνταγματικούς νόμους 4093/2012, 4472/2017 και 4999/2022, ήτοι πριν από την εφαρμογή του Ν. 4093/2012, και όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τις διατάξεις των άρθρων 135 επ. του ν. 4472/2017 και του άρθρου 54 του ν.4999/2022 και με βάση τα ατομικά χαρακτηριστικά καθενός των εναγόντων ιατρών [βαθμός, συνολική προϋπηρεσία με τα έτη ειδικότητας και αγροτικού, η κατοχή τυπικών προσόντων (μεταπτυχιακού/διδακτορικού) η οικογενειακή τους κατάσταση], καθώς και τις καταβληθείσες μηνιαίες αποδοχές τους από το εναγόμενο και εξήγαγε την προκύπτουσα υπερβάλλουσα διαφορά, έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι δικαιούνται μηνιαίως για το ένδικο χρονικό διάστημα, τα αναφερόμενα στην εκκαλουμένη επιμέρους ποσά και επιδίκασε αναγνωριστικά στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, τα εκεί αναγραφόμενα για τον καθένα τους συνολικά χρηματικά ποσά, ως διαφορές αποδοχών, των αναφερομένων διακριτώς διαστημάτων, οφειλόμενες στη διαμόρφωση της μισθολογικής τους κατάστασης με βάση υπολογισμού τις περικοπές αποδοχών του ν. 4093/2012, και τις σχετικές ρυθμίσεις του νέου ειδικού μισθολογίου τους του ν. 4472/2017 και του ν. 4999/2022, που κρίθηκαν ότι αντίκεινται σε διατάξεις του Συντάγματος, ως προς τον υπολογισμό του βασικού τους μισθού και των επιδομάτων, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες, τα εξής συνολικά ποσά στον καθένα, Α/για διαφορές αποδοχών 1)στην πρώτη το ποσό των 4.978,22 ευρώ (για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών δηλαδή 18,1 μηνών από 28-6-2022 έως 31-12-2023), 2) στον δεύτερο το ποσό των 3.054,56 ευρώ (για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών δηλαδή από 28-6-2022 έως 31-12-2023), 3) στην τρίτη το ποσό των 3.982,72 ευρώ (για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών δηλαδή 18,1 μηνών από 28-6-2022 έως 31-12-2023), 4) στην τέταρτη το ποσό των 2.987,22 ευρώ (για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών δηλαδή 18,1 μηνών από 28-6-2022 έως 31-12-2023), 5) στον πέμπτο το ποσό των 3.780,73 ευρώ (για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών δηλαδή 18,1 μηνών από 28-6-2022 έως 31-12-2023), 6) στον έκτο το ποσό των 5.045.56 ευρώ (για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών δηλαδή 18,1 μηνών από 28-6-2022 έως 31-12-2023), 7) στην έβδομη το ποσό των 2.987,22 ευρώ (για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών δηλαδή 18,1 μηνών από 28-6-2022 έως 31-12-2023), 8) στην όγδοη το ποσό των 1.185,47 ευρώ (για χρονικό διάστημα 2 μηνών και 22 ημερών δηλαδή για 2,733 μηνών από 28-6-2022 έως 19-9-2022), 9) στην ένατη το ποσό των 1.342,24 ευρώ (για χρονικό διάστημα 6 μηνών και 3 ημερών δηλαδή 6,1 μηνών από 28-6-2022 έως 31-12-2022), 10) στον δέκατο το ποσό των 4.050,06 ευρώ (για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών δηλαδή 18,1 μηνών από 28-6-2022 έως 31-12-2023), 11) στην ενδέκατη το ποσό των 1.752,04 ευρώ (για χρονικό διάστημα 7 μηνών και 25 ημερών δηλαδή 7,83 μηνών από 28-6-2022 έως 22-2-2023), 12) στη δωδέκατη το ποσό των 2.987,22 ευρώ (για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών, δηλαδή 18,1 μηνών από 28-6-2022 έως 31-12-2023), 13) στη δέκατη τρίτη  το ποσό των 3.412,84 ευρώ [α)για χρονικό διάστημα 5 μηνών και 27 ημερών, δηλαδή 5,9 μηνών από 1-1-2022 έως 27-6-2022, 1.826,64 ευρώ + β) για χρονικό διάστημα 15 μηνών και 14 ημερών δηλαδή 15,46 μηνών από 28-6-2022 έως 11-10-2023, 1.586,20 ευρώ], 14) στη δέκατη τέταρτη το ποσό των 7.810,46 ευρώ [α)για χρονικό διάστημα 5 μηνών και 27 ημερών, δηλαδή 5,9 μηνών (1-1-2022 έως 27-6-2022), 2.832,24 ευρώ + β)για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών, δηλαδή 18,1 μηνών (28-6-2022 έως 31-12-2023), 4.978,22 ευρώ], 15) στη δέκατη πέμπτη το ποσό των 7.810,46 ευρώ [α)για χρονικό διάστημα 5 μηνών και 27 ημερών, δηλαδή 5,9 μηνών (1-1-2022 έως 27-6-2022), 2.832,24 ευρώ + β)για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών, δηλαδή 18,1 μηνών (28-6-2022 έως 31-12-2023), 4.978,22 ευρώ], 16) στον δέκατο έκτο το ποσό των 6.609,24 ευρώ [α)για χρονικό διάστημα 5 μηνών και 27 ημερών, δηλαδή 5,9 μηνών (1-1-2022 έως 27-6-2022), 2.559,18 ευρώ + β)για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών, δηλαδή 18,1 μηνών (28-6-2022 έως 31-12-2023), 4.050,06 ευρώ], 17) στη δέκατη έβδομη το ποσό των 6.609,24 ευρώ [α)για χρονικό διάστημα 5 μηνών και 27 ημερών, δηλαδή 5,9 μηνών (1-1-2022 έως 27-6-2022), 2.559,18 ευρώ + β)για χρονικό διάστημα 18 μηνών και 3 ημερών, δηλαδή 18,1 μηνών (28-6-2022 έως 31-12-2023), 4.050,06 ευρώ] και 18) στον δέκατο όγδοο το ποσό των 4.011,96 ευρώ (1.792,89+665,79+1.553,28) [α)για χρονικό διάστημα 5 μηνών και 27 ημερών, δηλαδή 5,9 μηνών (1-1-2022 έως 27-6-2022), 1.792,89 ευρώ + β)για χρονικό διάστημα 6 μηνών και 25 ημερών, δηλαδή 6,83 μηνών (28-6-2022 έως 22-1-2023), 665,79 ευρώ+ γ) για χρονικό διάστημα 11 μηνών και 9 ημερών, δηλαδή 11,3 μηνών (23-1-2023 έως 31-12-2023) 1.553,28 ευρώ]. Επίσης το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε αναγνωριστικά στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, τα εκεί αναγραφόμενα για τον καθένα τους συνολικά χρηματικά ποσά, για τη συμμετοχή των εναγόντων στο πρόγραμμα εφημεριών και συγκεκριμένα σε ένδεκα (11) εφημερίες μηνιαίως, εκ των οποίων επτά (7) ενεργές εφημερίες (5 καθημερινές, 1 Σάββατο, 1 Κυριακή -εξαιρέσιμη ημέρα) και τέσσερις (4) εφημερίες ετοιμότητας καθημερινές, εφαρμοζομένου ως συντελεστή εφημερίας του ποσοστού 0,0052 του άρθρου 6 παρ. 9 του ν. 4052/2012 επί του ισχύοντος βασικού μισθού του Επιμελητή Β΄ (και του Επιμελητή Α΄του 18ου ενάγοντος από 23-1-2023), κατά την 31-7-2012 και ανάλογα με το είδος της πραγματοποιηθείσας εφημερίας, τα εξής ποσά : 1) στον δέκατο όγδοο για το χρονικό διάστημα από 23-1-2023 έως 31-12-2023, υπό το βαθμό του Επιμελητή Α΄, για κάθε ενεργή εφημερία εργασίμων ημερών αμοιβή με 196,53 ευρώ, για κάθε ενεργή εφημερία Σαββάτων αμοιβή με 273,39 ευρώ, για κάθε ενεργή εφημερία Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 295,35 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία εργασίμων ημερών αμοιβή 137,57 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία Σαββάτων 191,37 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 206,75 ευρώ, για κάθε εφημερία ετοιμότητας εργασίμων ημερών αμοιβή 78,61 ευρώ, για κάθε εφημερία ετοιμότητας Σαββάτων αμοιβή 109,36 ευρώ και για κάθε εφημερία ετοιμότητας Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 118,14 ευρώ, 2) στους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έκτο, έβδομη, δέκατο, δωδέκατη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη, δέκατο έκτο και δέκατη έβδομη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής τους απασχόλησης από 1-1-2022 έως 31-12-2023, ως προς δε την όγδοη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής της απασχόλησης από 3-3-2022 έως 19-9-2022, την ένατη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής της απασχόλησης από 1-1-2022 έως 31-12-2022, την ενδέκατη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής της απασχόλησης από 1-1-2022 έως 22-2-2023, τη δέκατη τρίτη για το χρονικό διάστημα εφημεριακής της απασχόλησης από 1-1-2022 έως 11-10-2023 και για τον δέκατο όγδοο για το χρονικό διάστημα εφημεριακής του απασχόλησης από 1-1-2022 έως 22-1-2023 και οι οποίοι έφεραν κατά τους πιο πάνω ειδικότερα αναφερόμενους χρόνους το βαθμό του Επιμελητή Β΄: για κάθε ενεργή εφημερία εργασίμων ημερών αμοιβή με 168,87 ευρώ, για κάθε ενεργή εφημερία Σαββάτων αμοιβή με 232,95 ευρώ, για κάθε εφημερία Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 251,27 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία εργασίμων ημερών αμοιβή 118,21 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία Σαββάτων 163,06 ευρώ, για κάθε μικτή εφημερία Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 175,89 ευρώ, για κάθε εφημερία ετοιμότητας εργασίμων ημερών αμοιβή 67,55 ευρώ, για κάθε εφημερία ετοιμότητας Σαββάτων αμοιβή 93,18 ευρώ και για κάθε εφημερία ετοιμότητας Κυριακής και λοιπών αργιών αμοιβή 100,51 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, το εκκαλούν ΝΠΔΔ αρνείται την αντισυνταγματικότητα του ν. 4093/2012 και του ν. 4472/2017 και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, επικαλούμενο ειδικότερα ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο αντισυνταγματικότητα των διατάξεων α)του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ΄υποπαράγραφος Γ1 αρ. 27 εδ. α΄, β΄ και γ΄ του ν.4093/2012 και β)των άρθρων 138 έως και 140 του ν.4472/2017, ως αντίθετων στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης και της αρχής της αναλογικότητας, παραβίασε τις άνω διατάξεις, ως και των άρθρων 4 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, τις οποίες εσφαλμένως ερμήνευσε και συνακόλουθα εσφαλμένως δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω εφαρμοστέες διατάξεις του ν.4093/2012 και του ν. 4472/2017, επικαλούμενο ειδικότερα ότι οι περικοπές πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας που θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής κρίσης και εφαρμόστηκε στο σύνολο των απασχολούμενων ιατρών στο Ε.Σ.Υ. και όχι μόνο στους αντιδίκους και ότι σε κάθε περίπτωση συνέτρεχαν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που καθιστούσαν επιβεβλημένες τις ανωτέρω περικοπές αποδοχών που δικαιολογούνταν και εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής το οποίο περιείχε δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, η οποία αποτελεί επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών, εάν δε ορθά τις ερμήνευε θα τις εφάρμοζε θα απέρριπτε την αγωγή των ανωτέρω αντιδίκων του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σχετικό λόγο της έφεσης. Ο λόγος αυτός έφεσης είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι κρίσιμες διατάξεις της περιπτ. 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., καθώς και οι διατάξεις της αποφάσεως οικ. 2/83408/022/14.11.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 01.08.2012, έχουν κριθεί, ως προεκτέθηκε, αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας των Ανωτάτων Δικαστηρίων ως αντίθετες, μεταξύ άλλων, στις συνταγματικές διατάξεις 4 παρ. 5, 21 παρ.3 και 25 παρ. 4 και τις απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και καθίστανται ως εκ τούτου ανίσχυρες. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ως βάση για τον επαναπροσδιορισμό των αποδοχών και του ως άνω ειδικού μισθολογίου του ν. 4472/2017 χρησιμοποιήθηκε το ύψος των αποδοχών που ελάμβαναν οι ιατροί του ΕΣΥ, βάσει των σχετικών διατάξεων του ν.4093/2012, που έχουν κριθεί, ως προεκτέθηκε, αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ανωτέρω ειδικού μισθολογίου, του ν. 4472/2017 Κεφάλαιο Ε’ Μέρος ΣΤ’, στο οποίο υπάγονται και οι ανωτέρω ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ειδικευμένοι επικουρικοί ιατροί -οδοντίατροι, αντίστοιχα, του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ, για τον προσδιορισμό των αποδοχών τους, ως βάση χρησιμοποιήθηκε το ύψος των αποδοχών που ελάμβαναν οι ιατροί του ΕΣΥ στις 31-12-2016 (λαμβανόμενος αθροιστικώς, μετά τις προηγηθείσες μειώσεις του εισοδήματός τους με παράπλευρα νομοθετήματα της προηγηθείσας περιόδου της οικονομικής κρίσης), κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 4093/2012, που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές, και ως εκ τούτου ανίσχυρες, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομέλειας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, ως αντίθετες, μεταξύ άλλων, στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών του Ε.Σ.Υ.. Περαιτέρω, βασικό στοιχείο για τον προσδιορισμό των αποδοχών των ανωτέρω εφεσιβλήτων ιατρών με το νέο αυτό μισθολόγιο, αποτέλεσε προεχόντως, η διατήρησή του ως δημοσιονομικά ουδετέρου, για να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι για καθένα από τα έτη 2018-2021, καθόσον επέφερε μείωση των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας ιατρών, χωρίς όμως να ληφθούν υπόψη και χωρίς να εκτιμηθούν ειδικώς προς τούτο α) η εξέλιξη των οικονομικών συνθηκών και το γενικό κόστος διαβίωσης και η ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματος των ιατρών, συνεκτιμωμένων και των ειδικών και ιδιαίτερων απαιτήσεων υπό τις οποίες αυτό ασκείται, της ιδιαίτερης ευθύνης τους, ως και του μεγαλύτερου χρόνου της γενικής εκπαίδευσής τους, της πολυετούς μεταπανεπιστημιακής μετεκπαίδευσής τους για εξειδίκευση και της ανάγκης διαρκούς εκπαίδευσής τους και β) οι επιπτώσεις από τον προσδιορισμό των αποδοχών τους στη λειτουργία των μονάδων υγείας όπου υπηρετούν, ούτε αν οι επιπτώσεις αυτές είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το επιδιωκόμενο όφελος, ήτοι τη διατήρηση του μισθολογίου ως δημοσιονομικώς ουδετέρου, ούτε αν θα μπορούσαν να αναζητηθούν άλλα μέτρα με μικρότερη επιβάρυνση για το ιατρικό αυτό προσωπικό, με αποτέλεσμα την υπέρβαση του ορίου που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ανωτέρω ιατρών. Κατόπιν τούτων οι κρίσιμες διατάξεις των άρθρων 138-140 του ν. 4472/2017, με τις οποίες καθορίστηκε ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και τα ωρομίσθια εφημεριών των ιατρών του ΕΣΥ, και, μεταξύ άλλων, και των επικουρικών ιατρών που υπηρετούν σε Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, όπως οι ανωτέρω εφεσίβλητοι, στο πλαίσιο θεσμοθέτησης εξ υπαρχής νέου ειδικού μισθολογίου τους, και των οποίων διατάξεων η εφαρμογή εξειδικεύεται στα άρθρα 154 και 155 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 136 και 137 αυτού, αντίκεινται στις αρχές της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ανωτέρω ιατρών, που απορρέει από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος και της αρχής της αναλογικότητας, εκ του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρες κατά το μέρος που προσδιορίζουν, κατά τα ανωτέρω, τον βασικό μισθό, τα επιδόματά τους και τα ωρομίσθια εφημεριών τους. Περαιτέρω, εφόσον οι ως άνω επίδικες διατάξεις του ν. 4472/2017, που δημοσιεύθηκε στις 19-5-2017, αντίκεινται στις ανωτέρω συνταγματικές αρχές, αυτές αντίκεινται στις ίδιες αρχές και κατά το μέρος που ισχύουν αναδρομικά, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 έως 19-5-2017, το οποίο περιλαμβάνεται στο επίδικο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Η, κατά τα ανωτέρω, διάγνωση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 4472/2017 έχει ως συνέπεια την αναβίωση των ειδικών μισθολογικών ρυθμίσεων για τους ιατρούς του Ε.Σ.Υ., όπως αυτές ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με τις αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4093/2012, δηλαδή πριν την 1.8.2012 (βλ. άρθρα 43-45 του ν. 3205/2003, όπως, μετά από τροποποιήσεις, ίσχυαν πριν την 1.8.2012. Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο και των επικουρικών ιατρών που υπηρετούν σε Διευθύνσεις Υγείας των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και Περιφερειών, όπως οι ανωτέρω ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι ιατροί του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ, αντίκεινται στις αρχές της αναλογικότητας και της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των άνω ιατρών, και ότι αυτές αντίκεινται στις ως άνω συνταγματικές αρχές και ως ισχύουσες αναδρομικά, και για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2017 έως 19-5-2017), ορθά τις ερμήνευσε και δεν τις εφάρμοσε, ως αντισυνταγματικές και ως εκ τούτου ανίσχυρες, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν ΝΠΔΔ με τον υπό κρίση πρώτο λόγο έφεσης, είναι αβάσιμα. Είναι δε αδιάφορο το ότι εφεσίβλητοι  προσλήφθηκαν από το εκκαλούν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4093/2012 και εντάχθηκαν το πρώτον στις ρυθμίσεις του ως άνω ειδικού μισθολογίου με το άρθρο 123 παρ.4 του ν.4472/2017, αφού η μισθολογική τους κατάσταση διαμορφώθηκε εκ των υστέρων με βάση τις περικοπές που αυτός προέβλεπε, διότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς είναι οι οφειλόμενες στους άνω ενάγοντες αποδοχές, μετά την εφαρμογή του ως άνω ειδικού μισθολογίου και γι’αυτούς και όχι αν αυτοί υπέστησαν στην πραγματικότητα μείωση των αποδοχών σε σχέση με τις αποδοχές που προηγουμένως λάμβαναν, με βάση τις ρυθμίσεις του μισθολογίου (ν.3205/2003) για τους δημοσίους υπαλλήλους, που είχε επεκταθεί και στους μόνιμους και με σχέση ιδιωτικού δικαίου ιατρούς του ΙΚΑ, κατ’εφαρμογή των άρθρων 18 παρ.1 ν.2150/1993, 1 παρ. 2 εδ.β (εξ αντιδ.) και 21 ν.3205/2003 και της εκδοθείσης κατ’εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης υπ’αριθμ. 2/4302/022/28.1.2004 κοινής υπουργικής απόφασης (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β ‘250/9-2-2004). Επιπλέον, οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης κατά το οικείο σκέλος αυτού, προς δικαιολόγηση των επίμαχων περικοπών του Ν. 4093/2012 και του ν. 4472/2017, οι οποίοι συνίστανται στην επίτευξη των στόχων του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, στην εκπλήρωση, δηλαδή, των προϋποθέσεων που τίθενται, υπό μορφή προαπαιτούμενων, για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, αν και δικαιολογούν καταρχήν τη λήψη μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, περιοριζόμενοι στην ανάγκη μείωσης του μισθολογικού κόστους του προσωπικού του Δημοσίου για την κάλυψη τμήματος του δημοσιονομικού κενού του προγράμματος προσαρμογής, το οποίο προέκυψε, κυρίως, λόγω της αποτυχίας είσπραξης των προβλεπόμενων φορολογικών εσόδων και των ανείσπρακτων οφειλών παρελθόντων ετών και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων του προγράμματος προσαρμογής, δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικά ανεκτές τις συγκεκριμένες περικοπές. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δημόσιο συμφέρον, για την εξυπηρέτηση του οποίου επεβλήθησαν οι νέες μειώσεις, δεν ήταν τόσο έντονο όσο εκείνο που δικαιολογούσε την υιοθέτηση των αρχικών μέτρων των νόμων 3833/2010 και 3845/2012 που ελήφθησαν, κατά τις διαπιστώσεις του νομοθέτη, προ του κινδύνου άμεσης χρεωκοπίας και εξόδου της χώρας από την ευρωζώνη, οι επίμαχες περικοπές συνιστούν μέτρα που λαμβάνονται μεν για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι, κατά παράβαση της κατ’ άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, την ίδια κατηγορία πολιτών. Επιπλέον, οι περικοπές αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, προϋπόθεση, η οποία αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγω περικοπών. Επίσης, η συνταγματικότητα των μέτρων αυτών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στη μεγαλύτερη της αναμενόμενης ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία κατέστησε μεν επιβεβλημένη τη λήψη νέων μέτρων, όχι όμως και αναγκαίως την εκ νέου περιστολή του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, ούτε στην αυξημένη αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ’ επανάληψη επιβάρυνση των ίδιων προσώπων. Επίσης, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που προβάλλεται με τον ίδιο λόγο έφεσης επικαλούμενο ότι συμμορφούμενο στο ν. 4575/2018 σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. οικ/2/88420/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας(ΦΕΚ Β 5435), που εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 4575/2018 (ΦΕΚ Α 192/14.11.2018) και με την οποία ορίστηκε ότι καταβάλλεται εφάπαξ την 27-1-2019, κατέβαλε εφάπαξ στους εφεσίβλητους αναδρομικές αμοιβές για το διάστημα από 13-11-2014 έως 31-12-2016, οι οποίες δεν αναφέρονται ούτε εξαιρούνται από τα ποσά που απαιτούν με την ένδικη αγωγή, δεν ασκεί επιρροή και είναι απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά ως διαφορές αποδοχών που δικαιούνταν, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, δηλαδή χωρίς τις περικοπές που τους επιβλήθηκαν με τους αντισυνταγματικούς νόμους 4093/2012, 4472/2017 και 4999/2022, δεν ταυτίζονται με το πιο πάνω χρονικό διάστημα (από 13.11.2014 μέχρι 31.12.2016), ώστε να αφαιρεθεί το ποσό που τους καταβλήθηκε με την προαναφερθείσα ΚΥΑ και αντιστοιχούσε στο τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα, όπως άλλωστε προνοεί η διάταξη του άρθρου 3 της ανωτέρω ΚΥΑ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή στην ουσία της, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε το ενώπιον του προσαχθέν αποδεικτικό υλικό, ο δε τα αντίθετα υποστήριζων ισχυρισμός του εκκαλούντος που προβάλλεται με την έφεση περί πλημμελούς εκτίμησης των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ’ ουσία και πρέπει να απορριφθεί. Επιπλέον, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε αναγνωριστικά στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, τα εκεί αναγραφόμενα για τον καθένα τους συνολικά χρηματικά ποσά που προεκτέθηκαν, νομιμοτόκως (με το νόμιμο τόκο υπερημερίας του άρθρου 45 παρ. 1 του ν 4607/2019) από την επομένη επιδόσεως της αγωγής (ήτοι από 25-12-2024) και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και επομένως, το εναγόμενο – εκκαλούν υποχρεούται στην καταβολή τόκων υπερημερίας επί των αναγνωρισθέντων να καταβάλει υπέρ των εναγόντων χρηματικών ποσών από την επομένη επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, με το προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη επιτόκιο του άρθρου 45 παρ.1 του Ν.4607/2019. Με το δεύτερο λόγο έφεσης, το εκκαλούν αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 45 παρ.1 του Ν.4607/2019, με την εφαρμογή τους, κατά το μέρος που αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους τα επιδικασθέντα ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα στο προαναφερθέν άρθρο 45 παρ.1 του Ν.4607/2019 προβλέψεις, επικαλούμενο ειδικότερα ότι ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται για οφειλές των ΝΠΔΔ, όπως είναι το εκκαλούν, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, δύναται να επιβληθεί μόνο το επιτόκιο του άρθρου 7 παρ. 2 του ΝΔ 496/1974 που ως ειδικότερη διάταξη καταλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο τα ΝΠΔΔ. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το εναγόμενο – εκκαλούν υποχρεούται στην καταβολή τόκων υπερημερίας επί των αναγνωρισθέντων να καταβάλει υπέρ των εναγόντων χρηματικών ποσών από την επομένη επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, με το προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 του Ν.4607/2019 μειωμένο επιτόκιο του Δημοσίου, κατά τις ειδικότερα στο προαναφερθέν άρθρο 45 παρ.1 του Ν.4607/2019 προβλέψεις. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε, με την εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 του Ν.4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και για το διάδικο Ν.Π.Δ.Δ., η ρύθμιση της οποίας καταλαμβάνει την ένδικη υπόθεση και αφορά και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως και το εκκαλούν (ΑΠ 135/2025, ΑΠ 875/2023, ΑΠ 520/2023), απορριπτομένου ως αβάσιμου του περί αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος. Επομένως ο δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια σε σχέση με τα ανωτέρω και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης, καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), γεγονός που μαρτυρεί η ενασχόληση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 12-7-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../16-7-2025) έφεση κατά της με αριθμό 2169/15-5-2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις  5 Φεβρουαρίου 2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ