Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 102/2026

 ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

4ο τμήμα

Αριθμός  απόφασης :  102/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο τμήμα)

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε  στο ακροατήριό του την ……………, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ  :  ……………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Δήμητρα Πρεβέντη.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία της  ανώνυμης εταιρία με  την επωνυμία «…………..», και τον διακριτικό τίτλο «……………», με Α.Φ.Μ. ……… και αρ. Γ.Ε.Μ.Η. …….. νομίμως,  η οποία εδρεύει στη …………. Αττικής (……….) , ενεργούσα εν προκειμένω ως ανατεθείσας σε αυτήν της διαχείρισης των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», με έδρα στο …….. Ιρλανδίας, ………., με αριθμό μητρώου …….., στην οποία έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «……..» με έδρα στην Αθήνα Αττικής επί της οδού ………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Δικηγόρο Ελένη Ζαννιά [ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ].

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα  άσκησε  στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από  29.10.2024    και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………../2024    ανακοπή της,  επί της οποίας  εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1190/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε  την ανακοπή. Κατά της τελευταίας  απόφασης η εκκαλούσα άσκησε την από 09-04-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………./2025   έφεσή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Kατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων  αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 09-04-2025    και  με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2025      έφεση της ανακόπτουσας  και ήδη εκκαλούσας  κατά της υπ` αριθ. 1190/2025  οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την  διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της η εκκαλούμενης απόφασης  (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, έχει κατατεθεί  το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. το με αρ.  ……………. e – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 29.10.2024  και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024    ανακοπή της ζήτησε την ακύρωση της υπ’ αριθμό. ……../26-09-2024  έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών   …………. και την ακύρωση του προγραμματισμένου για την 7.5.2025 πλειστηριασμού. Με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής   παραπονείται η ανακόπτουσα – ήδη εκκαλούσα και ζητά να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση,  ώστε να γίνει δεκτή η από 29.10.2024  και με αριθ.καταθ. ……………/2024    ανακοπή της, όπως επαναφέρει  στην έφεσή της.  Εξάλλου με την έφεσή της έχει   ενώσει και αίτημα αναστολής εκτέλεσης, για την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται με την προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση για τον  πλειστηριασμό του ακινήτου της που ήταν επικείμενος στις 7.5.2025, κατά το χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της έφεσής της. Το αίτημα όμως αυτό  έχει ήδη απορριφθεί  με την προσωρινή διαταγή  του  Προέδρου Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιά, η δε ημερομηνία του πλειστηριασμού έχει παρέλθει, ώστε πλέον στερείται αντικειμένου.

Από  τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά  έγγραφα προκύπτουν τα εξής : Με επίσπευση της καθ’ ης, δυνάμει της υπ’ αριθμ. …./26-09-2024  έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς  ………….,  η οποία επιδόθηκε στην  ανακόπτουσα  στις 27.9.2024 (βλ. τη σχετική επισημείωση επί της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας), επιβλήθηκε  αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο  ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας, ήτοι σε οικόπεδο μετά των κτισμάτων αυτού κείμενο στον Κορυδαλλό Αττικής στο με αρ. …. Ο.Τ. επί της οδου ……….., άρτιο και οικοδομήσιμο, έκτασης 209.50 τμ., ενώπιιον του οποίου υπάρχει ημιτελής τριώροφη οικοδομή.   Ο πλειστηριασμός ορίστηκε ότι θα είναι ανοικτός πλειοδοτικός και ότι θα διεξαγόταν  με ηλεκτρονικά μέσα, από τη συμβολαιογράφο Mεγάρων  ………………., στις 7 Μαϊου  2025 με τιμή πρώτης προσφοράς 234.000,00 €.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4354/2015 σχετικά με τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων δανείων: «1. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα πλην της περίπτωσης δ” της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014, υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και αντικείμενο της μπορεί να είναι μεμονωμένες απαιτήσεις ή ομάδες απαιτήσεων κατά οποιουδήποτε δανειολήπτη, μη εφαρμοζομένου στην περίπτωση αυτή του άρθρου 479 ΑΚ. Άλλα δικαιώματα, ακόμα κι αν δεν αποτελούν παρεπόμενα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 458 ΑΚ, εφόσον συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις, μπορούν να μεταβιβάζονται μαζί με αυτές. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 513 επ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου. 2 3. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων καταχωρίζεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (ΑΛ 220). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση  των  πωλούμενων  απαιτήσεων  του   μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος       4. Η αναγγελία της καταχώρισης γίνεται ατύπως προς τους οφειλέτες και τους εγγυητές με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Πριν από την καταχώριση δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση απαιτήσεων της παραγράφου 1». Κατά δε το άρθρο 1 παρ. 1γ και δ του ίδιου ν. 4354/2015 «γ. Η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Αυτά πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα, μη αρκούσης, της απλής μνείας τούτων στην επιταγή. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Τυχόν ακυρότητα της επιταγής που επέδωσε ο αρχικός δικαιούχος δεν επιδρά στο κύρος της νέας επιταγής, η οποία έχει αυτοτέλεια έναντι της προηγούμενης. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων τραπεζικών απαιτήσεων κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και εν συνεχεία η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση θέτει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που να εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος (πρβλ. ΑΠ 345/2006 TN ΝΟΜΟΣ). Καθώς δε τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν,  συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το αρ. 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με τις  υπ’ αριθμ. 161337/2003 και 161338/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου θα φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση. Αντίστοιχα η δημοσίευση του εντύπου που έχει καθορισθεί με τη Υν  Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το όρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (EφΠειρ 514/2025, ΕφΑθ 832/2022,  ΕφΘεσ 177/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 574/2020 http://www.efeteio-peir.gr/, ΕφΘεσ 1643/2019 αδημ., Π. Γιαννόπουλο, Η Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις ως μη δικαιούχος διάδικος στη διαγνωστική δίκη και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης – Κριτική επισκόπηση των ρυθμίσεων του Ν. 4354/2015 και de lege ferenda προτάσεις, Αρμ 2019/233 επ., Ν.Κατηφόρης σχόλιο κάτωθι ΜΠρΝαξ 57/2020, ΕΠολΔ 2020 σελ. 432 επ, αντίθετα Κ. Παπαχρήστου-Δημητράς. Η νομιμοποίηση των διαδίκων στην πολιτική δίκη εκδ. 2021 σελ. 137-140 με παραπομπές σε σύγχρονη νομολογία Πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων, Γ. Αποστολάκης, Ζητήματα από την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση των εταιρειών διαχειρίσεως απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια ΕπΑΚ 2021 σελ. 703-704).

Η ανακόπτουσα στον δεύτερο λόγο της έφεσής της επαναφέρει τους πρώτο και  δεύτερο και τρίτο λόγους της ανακοπής της με τους οποίους αμφισβητεί την ενεργητική νομιμοποίηση της καθ΄ής η ανακοπή και ειδικότερα :  α)  δεν αποδεικνύεται το βάσιμο των επικαλούμενων εκχωρήσεων της επίδικης απαίτησης  από τις περιλήψεις και αποσπάσματα παραρτημάτων, όπου οι αναφορές  στην επίδικη απαίτηση είναι στοιχειώσεις και ελλιπείς, ενώ δεν αναγράφονται οι πρόσθετες και τελικές πράξεις των αρχικών συμβάσεων αβ) δεν αποδεικνύεται η ανάθεση της διαχείρισης,  αφού οι συμβάσεις διαχείρισης και οι περιλήψεις αυτών δεν παραπέμπουν σε παραρτήματα, απ΄όπου θα φαίνονταν ποιες τιτλοποιούμενες απαιτήσεις διαχειριζόταν η καθ΄ής και μεταξύ αυτών και την επίδικη επίσης. Ακόμα  στις άνω περιλήψεις δεν αναφέρεται  το στάδιο εξυπηρέτησης της κάθε απαίτησης και η καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης. β)  η πράξη κατάσχεσης είναι  άκυρη, λόγω έλλειψης εξουσίας κατ΄εξαίρεση νομιμοποίησης  μη δικαιούχου διαδίκου με το ν. 3156/2003 της καθ΄ής για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν τηρήθηκε η διάταξη του άρθρου 3 παρ, 2 του ν. 4354/2015, προηγούμενης και εντός δώδεκα μηνών από την προσφορά προς μεταβίβαση της απαίτησης εξώδικης δήλωσης προς την ανακόπτουσα για ρύθμιση της οφειλής. (Υπό α): ¨Όπως επικαλείται  η ανακόπτουσα στο δικόγραφο της ανακοπής της καθ΄ής η ανακοπή της κοινοποίησε με την επιταγή προς πληρωμή :  i) περίληψη της από 30-04-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων της ………….. προς την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………….»,  η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα  στο Eνεχυροφυλακείο Αθηνών  (αρ. πρωτ. …./28.6.2021, Τόμος ….., αριθμός …) ii) περίληψη της από 25-06-2021 σύμβασης επαναγοράς και επανεκχώρησης απαιτήσεων του άρθ. 10 παρ. 8 του N. 3156/2003 ανάμεσα στην «…………» και στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «……………..», με τις οποίες  η τελευταία προέβη στην επαναγορά των απαιτήσεων της πρώτης η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα  στο Eνεχυροφυλακείο Αθηνών   (με πρωτ. …./30-09-2021 δημοσίευση (τόμος …., αριθμός …… ) iii) περίληψη της από΄ 08-10-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθ. 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003 ανάμεσα στην ίδια Τράπεζα και την εταιρία «……………..»,  η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στο  Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (με αριθ. πρωτ. …./11-10-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών (τόμος …., αριθμός ….) αριθ. πρωτ. …../11-10-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών (τόμος …, αριθμός ……), δυνάμει της οποίας η τελευταία κατέστη η νέα  δικαιουχος των επιχειρηματικών απαιτήσεων της ίδιας Τράπεζας.  ¨Όπως επικαλείται  η ανακόπτουσα οι άνω συμβάσεις συνοδεύονταν από  απόσπασμα  παραρτημάτων  καταταχωρημένων ομοίως στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (σελίδα με αριθμό … και με a.a. …, σελίδα  … με α.α. …, και σελίδα … με α.α. ……,) όπου συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη μεταβιβαζόμενη απαίτηση στην λίστα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων. Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν δεν είναι απαραίτητη κατ΄άρθρο 925 ΚΠολΔ η  κοινοποίηση των πλήρων συμβάσεων, αλλά μόνο των καταχωρήσεων των περιλήψεων αυτών στο  Ενεχυροφυλαείο Αθηνών, με τα ουσιώδη στοιχεία αυτών συνοδευόμενες με τα οικεία  παραρτήματα, από τα οποία όπως συνομολογεί η ανακόπτουσα προκύπτει η μεταβίβαση της απαίτησης  στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία ««………….», τη οποία εκπροσωπεί η καθ΄ής η ανακοπή ως διαχειρίστρια (Όπως θα εκτεθεί κατωτέρω).  Επομένως ο άνω λόγος ανακοπής (α λόγος πρώτο σκέλος) πρέπει  να απορριφθεί ως νομικά βάσιμος. Υπό (αβ) : Όπως επικαλείται  ομοίως η   ανακόπτουσα  η καθ΄ης της κοινοποίησε   i) περίληψη της από 25-06-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθ. 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003 που συνήφθη μεταξύ της «………..» και της «………..» (αριθ πρωτ. …/28-06-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών (τόμος …, a.a. ….), με την οποία η καθ΄ής ανέλαβε την διαχείριση των τιτλοποιούμνων απαιτήσεων  ii) περίληψη από 08-10-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων άρθ. 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003 που συνήφθη ανάμεσα στην «……………….» και στην «………….», και την καθ΄ής (αριθ. πρωτ. …./11-10-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών (τόμος …, αριθμός …..), με την οποία η φερόμενη ως νέα δικαιούχος ανέθεσε την διαχείριση τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης και iii) περίληψη μεταβολής της από 08-10-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατ΄ άρθ. 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003 που συνήφθη πάλι μεταξύ των ιδίων (με αριθ. πρωτ. …/20-12-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών (τόμος ….., αριθμός …) και iv) περίληψη μεταβολής/προσθήκης της από 08-10-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων άρθ. 10 παρ. 14 και 16 του N. 3156/2003 που συνήφθη εκ νέου ανάμεσα  στις ίδιες (με αριθ. πρωτ. …/11-04-2023 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών (τόμος …., αριθμός …). Οι άνω συμβάσεις διαχείρισης δεν συνοδεύονται από παραρτήματα, που να καθορίζουν τις συμβάσεις, όπως αναφέρει η ανακόπτουσα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο,  καθώς η ΥΑ 161377/2003 δεν απαιτεί να περιέχεται χωριστό παράρτημα για τις προς διαχείριση  απαιτήσεις, όπως αντίστοιχα η ΥΑ 161388/2003 για τη σύμβαση μεταβίβαση της απαίτησης.  Σημειώνεται ότι ,  με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. γ’ του ν. 4354/2015: «Η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος. Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέτει ως προϋπόθεση του ισχυρού και έγκυρου της σύμβασης πώλησης τιτλοποιουμένων απαιτήσεων την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία, όμως, δεν απαιτείται να προηγείται χρονικά της σύμβασης πώλησης (ΕφΠειρ 574/2020 https://www.efeteio-peir.gr/?), προϋπόθεση που πληρείται σαφώς με την ταυτόχρονη (την ίδια ημέρα) κατάρτιση της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης με τη σύμβασης πώλησης. Από την άνω ρύθμιση σε συνδυασμό με αυτή της διάταξης του άρθρου 10 παρ.  14 του ν.  3156/2003  προκύπτει η στενή και αναπόσπαστη σύνδεση της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης με την σύμβαση μεταβίβασης τιτλοποιημένων απαιτήσεων, ώστε εφόσον  έχουν καταρτισθεί την ίδια ημέρα να συνάγεται ότι η ανάθεση της διαχείρισης αφορά το χαρτοφυλάκιο των τιτλοποιημένων απαιτήσεων της σύμβασης μεταβίβασης. Συνεπώς με βάση τα όσα εκθέτει η ανακόπτουσα, εφόσον έλαβε την ίδια ημέρα η κατάρτιση της σύμβασης μεταβίβασης των απαιτήσεων και ανάθεσης της διαχείρισης, εξάγεται ότι αυτή είχε ως περιεχόμενο την ανάθεση της διαχείρισης του συνόλου των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων και συνεπώς  και της επίδικης. Συνακόλουθα άνω λόγος ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Και αν θεωρείτο όμως νόμιμος και ερευνάτο στη ουσία του  από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, που κοινοποιήθηκαν στην ανακόπτουσα  με την από 12.9.2024  επιταγή προς πληρωμή, τα οποία προσκομίζει η ίδια  και συγκεκριμένα από  την περίληψη της από 8.10.2021 σύμβασης ανάθεσης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ των ιδίων ως άνω εταιριών, όπως αυτή τροποποιήθηκε από 10.4.2023  (αρ.πρωτ.  …./11.4.2023, τόμος … αρ…. του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) εξάγεται ότι η ανάθεση της διαχείρισης αφορούσε και την επίδικη απαίτηση, δεδομένου ότι σ΄αυτή  στην στήλη «περίληψη εξουσιών του διαχειριστή απαιτήσεων» γίνεται ρητή μνεία της από  08-10-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων (αρ. πρωτ. …/11-10-2021 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών (τόμος …, αριθμός ….), δυνάμει της οποίας είχε εκχωρηθεί και η επίδικη απαίτηση στην εταιρία ειδικού σκοπού «………………..». Αποδεικνύεται επομένως  η νομιμοποίηση της καθ΄ής η ανακοπή ως διαχειρίστριας  της επίδικης απαίτησης. Δεν απαιτείται ακόμα με βάση την ίδια ως άνω ΥΑ ως ελάχιστο περιεχόμενο στη σύμβαση διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων να αναφέρεται  στην περίληψη αυτής το στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης και η αμοιβή της σύμβασης διαχείρισης. Συνεπώς ο άνω λόγος ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε αυτόν ως νομικά αβάσιμο ορθά εκτίμησε το νόμο. (Υπό β) : Η καθ΄ής η ανακοπή ως εταιρία διαχείρισης  απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις,  (Ε.Δ.Α.Δ.Π) κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, έχει την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ.4 Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, εφόσον όπως εκθέτει η ανακόπτουσα, έγινε με την τήρηση του ν. 3156/2003 (Ολ.ΑΠ 1/2023). Ακόμα η τήρηση της προϋπόθεσης της προηγούμενης και εντός 12 μηνών εξώδικης πρόσκλησης προς την ανακόπτουσα για τη ρύθμιση της οφειλής της (άρθρο  3 πατρ.2 του ν. 4354/2015)  δεν απαιτείται, καθώς ο  ν. 3156/2003 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόβλεψη, και σε κάθε περίπτωση εξαιρούνται από την ως άνω ρύθμιση απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013, η δε ανακόπτουσα προφανώς δεν είναι συνεργάσιμος οφειλέτης, αφού ο εκτελεστός τίτλος σε βάρος της ανάγεται στο έτος 2008. Συνεπώς και ο ως αν λόγος έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος όπως ορθά προέβη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 25 § 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΕΑ 2634/2022 Αρμ 2022.1462, ΕΑ 5723/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012, ΑΠ 1183/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2634/2022 Αρμ 2022.1462). Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι αυτό αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 333/2019 www.areiospagos.gr., ΕφΠειρ 54/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση η  ανακόπτουσα  στον πρώτο λόγο της έφεσής της επαναφέρει  τον τρίτο λόγο της ανακοπής του,  με τον οποίο ισχυρίζεται τα εξής  : ¨Ότι η καθ΄ής η ανακοπή προέβη στην επίδικη αναγκαστική εκτέλεση, που αποτελεί την κύρια κατοικία της , παρόλο που πάσχει από σοβαρά προβλήματα υγείας, με ποσοστό αναπηρίας 67 %, χωρίς η καθ’ ής η ανακοπή να προβεί σε ρύθμιση της οφειλής της  με ευνοϊκούς όρους.  Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι  τα όσα εκθέτει η ανακόπτουσα δεν είναι αρκετά για την κατάφαση κατάχρησης  δικαιώματος. Η ανακόπτουσα δεν επικαλείται ότι προέβη σε συγκεκριμένη πρόταση προς την καθ΄ης για τη  ρύθμιση της οφειλής της,  η οποία δεν απάντησε ή την απέρριψε. Η οικονομική της αδυναμία και η κακή  κατάσταση της υγείας δεν καθιστά την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της καταχρηστική, δεδομένου ότι αυτή είναι θεμιτός τρόπος προάσπισης των δικαιωμάτων της καθ΄ής,  η οποία δεν διαθέτει και άλλο μέσο για την ικανοποίησή της. Εξάλλου το γεγονός ότι η το κατασχεθέν ακίνητο συνιστά την κύρια κοτικία της καθ΄ής δεν καθιστά επίσης την εκτέλεση σε βάρος της καταχρηστική, δεδομένου ότι η κύρια κατοικία προστατεύεται από ειδικούς νόμους, την τήρηση των οποίων δεν επικαλείται η ανακόπτουσα. Το  Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον  άνω λόγο ανακοπής με όμοια ορθά εφάρμοσε το νόμο, ώστε πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης ως  ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την εκκαλούσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.ε΄ Κ.Πολ.Δ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της  εκκαλούσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 106, 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ),  όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την σωρευόμενη στο δικόγραφο αίτηση αναστολής.

ΔΕΧΕΤΑΙ  τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης  σε βάρος της εκκαλούσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) €.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την  9.2.2025.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ