Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 108/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ   ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός   108/2026

ΤΟ  ΤΡΙΜΕΛΕΣ  ΕΦΕΤΕΙΟ  ΠΕΙΡΑΙΑ

2ο  Τμήμα

Συγκροτήθηκε  από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη, Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   …………, για να δικάσει  την υπόθεση  μεταξύ:

Του εκκαλούντος:  Ιδρύματος με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής επί της οδού ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ………….., το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρι Φιλίππου  (ΑΜ/ΔΣΑ …..).

Των εφεσίβλητων: 1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….»  που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……. και 2. ………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωστόπουλο (ΑΜ/ΔΣΑ …………), μέλος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «Πιπεράκης-Κωστόπουλος Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ ………..).

Το ενάγον και ήδη εκκαλούν άσκησε σε βάρος των εναγόμενων  και ήδη εφεσίβλητων την από 10-03-2014 (αρ.εκθ.καταθ………/17-03-2014) αγωγή  ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και οι εναγόμενοι άσκησαν κατά του εναγόμενου-ήδη εκκαλούντος την από 26-04-2016 (αρ.εκθ.καταθ……../27-04-2016) αγωγή ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού συνδίκασε τις ανωτέρω αγωγές, αντιμωλία των διαδίκων με την  ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών, εξέδωσε την 4924/2018 απόφασή του με την οποία απέρριψε την από 10-03-2014 αγωγή και έκανε εν μέρει δεκτή την από 26-04-2016 αγωγή. Κατόπιν το ενάγον άσκησε την από 11-09-2020 (αρ.εκθ.καταθ………../2020) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, αφού δίκασε ερήμην των εφεσίβλητων, με την ίδια ως άνω διαδικασία την έφεση, με την 630/2021 απόφασή του, παρέπεμψε τις υποθέσεις να δικαστούν ενώπιον του καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιου  Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την τακτική διαδικασία. Ακολούθως, το ενάγον-εκκαλούν με την από 22-12-2022 (αρ.εκθ.καταθ…………/29-12-2022) κλήση του επανέφερε προς συζήτηση την προρρηθείσα αγωγή του ενώπιον του  Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο αφού δίκασε την ένδικη αγωγή, ερήμην του ενάγοντος, με την τακτική διαδικασία, με την 748/2024  οριστική απόφασή του την απέρριψε, λόγω της ερημοδικίας του ενάγοντος, ως αβάσιμη κατ’ουσίαν .

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου  το ενάγον-ήδη εκκαλούν με την από 24-07-2024 (αριθ.εκθ.καταθ…………./25-07-2024) έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε  για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Η   υπόθεση   εκφωνήθηκε   με  τη  σειρά   της  από   το  οικείο  πινάκιο   και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.  Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι  των διαδίκων, οι  οποίοι  παραστάθηκαν όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκαν και  ζήτησαν όσα εκτίθενται σε αυτές.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ   ΤΗ  ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 527 και 528 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 44 § 2 Ν. 3994/13-7-2011 [ΦΕΚ Α΄ 165/25-7-2011],   προκύπτει   ότι  η  εμπρόθεσμη   και   παραδεκτή   άσκηση  έφεσης  από  τον  διάδικο  που δικάσθηκε  ερήμην  επιφέρει  χωρίς  έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση  της εκκαλούμενης απόφασης,  μέσα  στα όρια που καθορίζονται από την  έφεση και τους πρόσθετους λόγους (ΑΠ 639/2015, ΑΠ 2150/2014, ΑΠ 280/2012 ΝοΒ 2013.13, ΑΠ 829/2008,   ΑΠ 866/2008,   ΑΠ 1906/2008,   ΑΠ 884/2007,  ΑΠ  446/2007  δημ. ΝΟΜΟΣ),   ήτοι  αρκεί  η “τυπική” παραδοχή  της έφεσης,   κατά το άρθρο 532 του ΚΠολΔ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔ/νη   2005.1100),  με   αποτέλεσμα   η  υπόθεση   να   αναδικάζεται   από   το   εφετείο   που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως (ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017, ΕφΘεσ 637/2020, Εφ Πατρ 161/2019, ΕφΔυτΜακ 28/2016 όλες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 524 § 2 εδ α` του ΚΠολΔ,-  όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 § 1 του Ν. 3994/2011 και με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87/23-7-2015] που εφαρ­μόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα- «η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528. Η κατάθεση προτάσεων και της προσθήκης σε αυτές γίνεται στις προθεσμίες του εδάφιου β` της παραγράφου 1». Μετά δε την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου (528) με το άρθρο 44 του Ν. 3994/2011, αυτό ισχύει για όλες τις αποφάσεις που εκδόθηκαν ερήμην, ανεξαρτήτως της διαδικασίας που τηρήθηκε για την έκδοση αυτών (ΑΠ 1040/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 505/2019 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕφΑθ 123/2018, ΕφΠειρ 417/2015, ΕφΠειρ 332/2015, ΕφΠειρ 238/2015 ΤΝΠ  ΝΟΜΟΣ).

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 24-07-2024 (αριθ.εκθ.καταθ……/ ……/25-07-2024)   έφεση  κατά της 748/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ερήμην του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, κατά την τακτική διαδικασία, την από 10-03-2014 (αρ.εκθ.καταθ…………/17-03-2014)  αγωγή.   Έχει  ασκηθεί  νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ. 2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών κατ’άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στη 01-03-2024  και η έφεση   κατατέθηκε  στη  γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 25-07-2024. Σημειώνεται ότι για το παραδεκτό της δεν απαιτείται από το εκκαλούν η κατάθεση παράβολου του Δημοσίου, για το παραδεκτό της εφέσεως, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.3 του Ν.2435/1940, όπως συμπληρώθηκε  από τον α.ν.2892/1941 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν.Δ. 520/1941, τα κοινωφελή ιδρύματα, όπως εν προκειμένω, εξαιρούνται της σχετικής υποχρέωσης κατ’ άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ, ήτοι απαλλάσσονται της καταβολής παραβόλων εν γένει προβλεπόμενων από τον κώδικα πολιτικής δικονομίας ή από άλλους ειδικούς νόμους, ως εκ τούτου  πρέπει διαταχθεί η απόδοση του e παράβολου του Δημοσίου που κατέθεσε το εκκαλούν κατά την κατάθεση της εφέσεώς του στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου,  με αριθμό ……………./2024, ποσού 150 ευρώ, σε αυτό. Πρέπει, επομένως,  η  ένδικη έφεση να γίνει τυπικά και κατ’ουσίαν δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες της τις διατάξεις, να κρατηθεί η υπόθεση και να γίνει αναδίκασή της από αυτό το Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται εν προκειμένω, η προηγούμενη έρευνα και η ευδοκίμηση κάποιου λόγου της εφέσεως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω  νομική σκέψη. Σημειωτέον ότι με την προσθήκη-αντίκρουση οι εφεσίβλητοι πρόβαλαν τον ισχυρισμό περί απαράδεκτης παράστασης του εκκαλούντος, διότι αυτό δεν προκατέθεσε τις προτάσεις του [20] ημέρες πριν τη συζήτηση της ένδικης εφέσεως, ως όφειλε και όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115 παρ.2 του ΚΠολΔ,  όπως  είχε τροποποιηθεί  με το άρθρο 1 παρ.2  του  Ν.2915/2001  και  ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, των άρθρων 237 παρ.1 και 4, 270 παρ.1, 524 πρ.2 και 528 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 23 και 44 αντίστοιχα του Ν.3994/2011 και ίσχυαν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, καθώς η συζήτηση εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από διάδικο που δικάστηκε ερήμην στο πρώτο βαθμό από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο (δευτεροβάθμιο δικαστήριο) μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γίνεται προφορικά κατά τους ορισμούς του άρθρου 270 του ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός τους αυτός περί πλασματικής ερημοδικίας του εκκαλούντος είναι μη νόμιμος και εντεύθεν απορριπτέος, διότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 524 παρ.1 εδ.β΄ και παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύουν, σύμφωνα με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου ένατου παρ.2 του ίδιου νόμου για τα ένδικα μέσα τα κατατιθέμενα μετά την 01-01-2016 (πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 46 του Ν.5221/2025), σύμφωνα με τις οποίες «…Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση. Η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528. Η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης σε αυτές γίνεται στις προθεσμίες του εδάφιου β΄της παραγράφου 1.», ήτοι και στην τελευταία περίπτωση και πάλι δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 237 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε με το Ν.3994/2011, αλλά οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης και η προσθήκη εντός του τριημέρου, όπως ισχύει και στην περίπτωση της κατ’αντιμωλία διεξαγωγής της πρωτοβάθμιας δίκης. Εξάλλου, και όταν ίσχυε ο Ν.3994/2011, το άρθρο 72 παρ.4 αυτού είχε ορίσει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2, που παραπέμπουν στο άρθρο 12 του ΕισΝΚΠολΔ. Κατ’αυτόν τον τρόπο η ρύθμιση είχε στοιχηθεί με το άρθρο 24 του ΕισΝΚΠολΔ που ορίζει τα ίδια, ήτοι ουδέποτε για το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κλπ. κρίσιμος χρόνος δεν ήταν ο χρόνος άσκησης της αγωγής.

Στην από 10-03-2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το ενάγον κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία «…………..» εξέθετε ότι έχει στην αποκλειστική του κυριότητα τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί (αγωγή) δύο όμορα κτήρια επί των οδών ……………. στην Αθήνα, τα οποία περιήλθαν σ’αυτό εκ κληρονομίας του αποβιώσαντος το έτος 1898 ………, ιδρυτή του ορφανοτροφείου, δυνάμει της υπ’αριθμόν …./1896 δημόσιας διαθήκης του σε συνδυασμό με τον υπ’αριθμόν …/1898 κωδίκελλο. Ότι δυνάμει της από 20-12-2006 σύμβασης αναπαλαίωσης, αξιοποίησης και παραχώρησης της διαχείρισης και εκμετάλλευσης για ορισμένο χρονικό διάστημα των ως άνω όμορων κτηρίων που σύναψε με τη δικαιοπάροχο της πρώτη εναγόμενης εταιρίας, μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………..», συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών η μακροχρόνια μίσθωση των εν λόγω διατηρητέων κτηρίων, με το σύστημα της εκτελέσεως των επισκευών αναπαλαίωσης και αξιοποίησης με αυτοχρηματοδότηση εκ μέρους της αναδόχου και με αντάλλαγμα την ενιαία παραχώρηση της διαχείρισης  και εκμετάλλευσης των ανωτέρω κτηρίων, για χρονικό διάστημα [25] ετών, από 01-01-2007 μέχρι 31-12-2031, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως γραφεία και καταστήματα και περαιτέρω με το άρθρο 22 της εν λόγω σύμβασης συμφωνήθηκε η καταβολή εκ μέρους της αναδόχου ετήσιου ανταλλάγματος-μισθώματος από το τρίτο έτος της υπογραφής της σύμβασης, προκαταβαλλόμενου εντός των πρώτων [15] ημερών κάθε έτους  και αναπροσαρμοζόμενου κατ’έτος κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί (αγωγή).  Ότι με το άρθρο 23 της επίδικης σύμβασης τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την καταβολή εγγύησης της ακριβούς τήρησης των όρων της  εκ μέρους της αναδόχου, με το τέλος του δεύτερου έτους από την έναρξη της παραχώρησης, ίσης με το 100% του ετήσιου ανταλλάγματος, ήτοι ποσού 50.000 ευρώ, η οποία (εγγύηση) θα αναπροσαρμοζόταν αντίστοιχα σε οποιαδήποτε αύξηση του καταβαλλόμενου ετήσιου ανταλλάγματος και η οποία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 75.225 ευρώ. Ότι, στη συνέχεια, με το από 04-12-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, η προρρηθείσα εταιρία μεταβίβασε και εκχώρησε τη συμβατική της σχέση  στην πρώτη εναγόμενη εταιρία, ενώ παράλληλα, με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό τροποποιήθηκε το άρθρο 21 της αρχικής σύμβασης και η διάρκεια της παραχώρησης της χρήσης και εκμετάλλευσης των κτηρίων ορίστηκε σε [35] έτη, με ημερομηνία λήξης την 31η -12-2041, και επιπλέον το ετήσιο αντάλλαγμα συμφωνήθηκε να επανακαθοριστεί από τη συμπλήρωση του 29ου έτους λειτουργίας της σύμβασης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι, περαιτέρω, με το από 01-09-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε η μείωση του ετήσιου ανταλλάγματος κατά τα επίσης ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι τόσο την αρχική σύμβαση όσο και τα ως άνω τροποποιητικά αυτής ιδιωτικά συμφωνητικά τα συνυπέγραψε ο δεύτερος εναγόμενος ως εγγυητής της εμπρόθεσμης και προσήκουσας εκπλήρωσης όλων των υποχρεώσεων της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, ευθυνόμενος εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης.  Ότι παρά τις επανειλημμένες έγγραφες οχλήσεις του η πρώτη εναγόμενη δεν κατέβαλε το ετήσιο αντάλλαγμα-μίσθωμα των ετών 2010 έως και 2014, καθώς και την αναπροσαρμοζόμενη εγγύηση που ανέρχεται από 01-01-2014 στο ποσό των 75.225 ευρώ. Ότι με την ένδικη αγωγή καταγγέλλει την επίδικη σύμβαση όπως αυτή τροποποιήθηκε. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, το ενάγον ζητούσε, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό και διόρθωσης του αιτήματος απόδοσης των επίδικων κτηρίων, με τις προτάσεις του α] να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλλουν το ποσό των 238.511,80 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, να του καταβάλλουν το ποσό των 75.225 ευρώ, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από της καθυστερήσεως εκάστης καταβολής άλλως από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, β] να κηρυχθεί λυμένη η υφιστάμενη μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγόμενης σύμβασης μίσθωσης ακινήτου από την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής και γ] να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη, καθώς και κάθε τρίτος που τυχόν έλκει δικαιώματα από αυτήν,  να του αποδώσει οριστικά από την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής, τα ένδικα ακίνητα. Τέλος ζητούσε να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη.

Εξάλλου, στην από 26-04-2016 αγωγή τους ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, οι ενάγοντες-ήδη εφεσίβλητοι εξέθεταν ότι  μεταξύ του εναγόμενου κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία «…………..» και της εταιρίας με την επωνυμία «………….», υπεγράφη στον Πειραιά στις 20-12-2006 σύμβαση με την οποία η τελευταία  ανέλαβε την υποχρέωση αναπαλαίωσης και αξιοποίησης δύο όμορων διατηρητέων κτηρίων κυριότητας του ιδρύματος που βρίσκονται στην Αθήνα στην πλατεία ……………, με αποκλειστική χρηματοδότησή της, έναντι ανταλλάγματος που συνίστατο στην προς αυτήν παραχώρηση της διαχείρισης των κτηρίων για [25] έτη, επιπλέον δε αυτή (ανάδοχος) ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στο εναγόμενο ως  αντάλλαγμα τα αναφερόμενα στη σύμβαση χρηματικά ποσά, ενώ ο δεύτερος ενάγων εγγυήθηκε προσωπικά την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκτέλεση του έργου ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εργολήπτριας εταιρίας. Ότι με την από 04-12-2008 σύμβαση όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απέρρεαν από την αρχική σύμβαση εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν στην πρώτη εξ αυτών, και επιπλέον επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραχώρησης σε [35] έτη, ενώ με την από 01-09-2010 τροποποιητική σύμβαση συμφωνήθηκε η μείωση των μισθωμάτων των ετών 2009-2010 λόγω της βραδύτητας που σημειώθηκε κατά την έγκριση του φακέλου του έργου εκ μέρους των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού. Ότι η ως άνω από 20-12-2006 σύμβαση και οι τροποποιήσεις αυτής είναι άκυρες διότι καταρτίστηκαν κατά παράβαση του Ν.455/1976 σε συνδυασμό με το άρθρο 825 του ΚΠολΔ, ήτοι χωρίς τις νόμιμες διαδικασίες για την αξιοποίηση της περιουσίας του εναγόμενου ιδρύματος. Ότι,  η ανυπαρξία οικοδομικής άδειας και ο χαρακτηρισμός των ακινήτων ως διατηρητέων και όχι ως μνημείων, όπως τα επίδικα κτήρια αναβαθμίστηκαν με υπουργική απόφαση, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα  καθιστούν τις ανωτέρω συμβάσεις εξ υπαρχής άκυρες δυνάμει των άρθρων 178,179,288 και 388 του ΑΚ. Ότι, επικουρικά, η εκπλήρωση της σύμβασης προϋπέθετε την ύπαρξη εν ισχύι οικοδομικής άδειας, η οποία όμως δεν υπήρχε κατά την υπογραφή της, ο δε χαρακτηρισμός των κτηρίων σε μνημεία και η επελθούσα οικονομική κρίση κατέστησαν την παροχή του ιδρύματος αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτοί (ενάγοντες) δεν έχουν ευθύνη. Ότι το εναγόμενο γνώριζε αφενός ότι οι συμβάσεις ήταν εξ υπαρχής άκυρες αφετέρου ότι η οικοδομική άδεια είχε λήξει και ως εκ τούτου τους οφείλει τις δαπάνες για έκδοση νέας οικοδομικής άδειας και τη δαπάνη που κατέβαλαν στο μηχανολόγο-μηχανικό ………. για να προβεί στις ενέργειες έκδοσής της, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, άλλως τους οφείλει τις ανωτέρω δαπάνες με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσαν, κατόπιν νομότυπης μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, α] να αναγνωριστεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις είναι απόλυτα άκυρες, άλλως ότι αυτοί δεν έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση αντιπαροχής στο εναγόμενο και β] να αναγνωριστεί η υποχρέωση του  εναγόμενου να καταβάλλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 69.000 ευρώ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του ΑΚ, άλλως το ποσό των 45.700 ευρώ, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, ζητούσαν να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές, αντιμωλία των διαδίκων, με τη διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών, με την 4924/2018 οριστική απόφασή του, 1] απέρριψε την από 10-03-2014 αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι το ενάγον κοινωφελές ίδρυμα έπρεπε, για την αξιοποίηση και εκμετάλλευση της περιουσίας του να απευθυνθεί πριν την υπογραφή της από 20-12-2006 σύμβασης, ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, το οποίο δικάζοντας με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, θα καθόριζε τον τρόπο εκμετάλλευσης της περιουσίας του, διαδικασία που δεν ακολουθήθηκε από αυτό, 2] απέρριψε την από 26-04-2016 αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το αίτημα να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 69.000 ευρώ, άλλως το ποσό των 45.700 ευρώ, τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική της βάση, έκανε δεκτή την αγωγή κατά τα λοιπά ως βάσιμη κατ’ουσίαν και αναγνώρισε την εξ αρχής ακυρότητα της από 20-12-2006 σύμβασης και των από 04-12-2008 και από 01-09-2010 τροποποιήσεων αυτής. Κατά της απόφασης αυτής το ενάγον-εναγόμενο άσκησε την από 11-09-2020 (αρ.εκθ. καταθ…………../2020) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, επί της οποίας εκδόθηκε η 630/2021 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την έφεση τυπικά και κατ’ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ’ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού έκρινε ότι από τα στοιχεία της επίδικης σύμβασης μόνο φαινομενικά δημιουργείται η εντύπωση ότι η σύμβαση αυτή μπορεί να έχει χαρακτηριστικά μίσθωσης, καθώς τόσο η υποχρέωση παραχώρησης της χρήσης των ακινήτων προς εκμετάλλευση, όσο και η υποχρέωση καταβολής των ως άνω χρηματικών ποσών ετησίως, εξυπηρετούσαν τη γενεσιουργό αιτία για την κατάρτισή της, που ήταν η επιδίωξη του ιδρύματος για την πλήρη ανακατασκευή των ως άνω διατηρητέων κτηρίων και συμφωνήθηκαν ως αμοιβή της εργολήπτριας εταιρίας για την εκτέλεση του έργου αυτού και ότι ως εκ τούτου, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις που διέπουν τη σύμβαση έργου. Ακολούθως, το ενάγον κοινωφελές ίδρυμα με την από 22-12-2022 (αρ.εκθ.καταθ ………/29-12-2022) κλήση του επανέφερε προς συζήτηση την από 10-03-2014 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο αφού δίκασε την  ένδικη αγωγή με την τακτική διαδικασία, ερήμην του εκκαλούντος, για το λόγο ότι το ενάγον μολονότι κατέθεσε προτάσεις δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση, καθώς ο πληρεξούσιος δικηγόρος του είχε καταθέσει την από 13-06-2023 δήλωσή του με την οποία δήλωνε ότι επιθυμούσε να συζητηθεί η  υπόθεση χωρίς να παρασταθεί κατά την εκφώνησή της στο ακροατήριο, πλην όμως μόνη η κατάθεση προτάσεων κατ’άρθρο 237 του ΚΠολΔ χωρίς παράσταση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν ισοδυναμούσε με νόμιμη παράσταση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ουσίαν  κατ’άρθρο 272 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος, “δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού”. Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών και εναντίον των πράξεων της πολιτείας ακόμη που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και, σύμφωνα με αυτήν, δεν επιτρέπεται, κατ’ αρχήν, η μεταβολή σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφέλειας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο (ΟλΑΠ 1241/1979). Κατ’ εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος, η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης ή στην ευρύτερη περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης, όπως νόμος ορίζει (ΑΠ 846/2018, ΑΠ 1355/2017, βλ. και ΑΠ 2013/ 2014, ΑΠ 1495/2013, ΑΠ 13/2013, ΑΠ 138/2011, ΑΠ 1547/2010).  Η ερμηνεία της διαθήκης  προϋποθέτει  την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης η ακριβής έννοια της δηλώσεως βουλήσεως του διαθέτη, (υπάρχει δηλαδή ασάφεια ή κενό ή αμφιβολία), είτε γιατί αυτός δεν εκφράστηκε σαφώς, είτε γιατί εκφράστηκε ατελώς, ή γιατί δεν μπορούσε με τα υπάρχοντα κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεδομένα να προβλέψει την πορεία των πραγμάτων στο μέλλον. Στις περιπτώσεις αυτές συγχωρείται, για άρση της ασάφειας ή του κενού ή της αμφιβολίας της δηλώσεως, να αναζητηθεί η αληθής βούληση του διαθέτη (ΑΠ 726/2009, ΑΠ 1561/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά  τη διάταξη του άρθρου 825 του Κ.Πολ.Δ, (ερμηνεία διαθήκης υπέρ κοινωφελών σκοπών), προκύπτει ότι το Εφετείο  είναι αποκλειστικά αρμόδιο για την ερμηνεία της αναφερομένης σ’ αυτήν διάταξης, μόνο στην περίπτωση που προκύπτει αμφιβολία ή αμφισβήτηση για ζητήματα σχετιζόμενα με τον τρόπο εκκαθάρισης, διάθεσης, εκποίησης, είσπραξης και εξόφλησης χρεών και εν γένει διαχείρισης της ως άνω περιουσίας και εκτέλεσης του σκοπού για τον οποίο καταλήφθηκε (ΑΠ 435/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με αυτές που προαναφέρθηκαν του άρθρου 109 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η βούληση του διαθέτη ή του δωρητή, είναι κατοχυρωμένη νομικώς όχι μόνο ως προς τον κοινωφελή σκοπό στον οποίο αποβλέπει, αλλά και ως προς τον τρόπο που θα εκτελεσθεί αυτός, άρα και τους ορισμούς τους σχετικούς με τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας και διοίκησης του ιδρύματος, εφόσον, όμως, ο σκοπός και οι όροι αυτοί δεν έρχονται σε αντίθεση προς τη δημόσια τάξη και τους κανόνες της ηθικής που ισχύουν, κατά την κοινή αντίληψη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των προαναφερόμενων άρθρων 109 §§ 1-2 του Συντάγματος, 1, 825 του ΚΠολΔ, και των άρθρων 2 και 3 του Ν. 455/76, 95, 96 παρ. 1, 97, 98 §§ 1-2 και 126 §§ 3-1 του ΑΝ 2039/1939, το Εφετείο  έχει δικαιοδοσία και καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει τις αναφερθείσες στην προηγούμενη νομική σκέψη υποθέσεις με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στις ακόλουθες αποκλειστικά περιπτώσεις: α) εάν η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή περιουσίας υπέρ κοινωφελούς σκοπού έχει καταστεί απραγματοποίητη εν όλω ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ώστε θα πρέπει να επιτραπεί η ικανοποίηση με την αφιερωθείσα περιουσία άλλου συγγενούς και εφικτού κοινωφελούς σκοπού, β) εάν η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή, στα πλαίσια του ταχθέντος από αυτόν κοινωφελούς σκοπού ή του επιτρεπομένου κατά την προηγούμενη περίπτωση νέου παρόμοιου εφικτού κοινωφελούς σκοπού, μπορεί να ικανοποιηθεί καλύτερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης της αφιερωθείσας περιουσίας ή μέρους της, ώστε να αξιοποιηθεί ή να διατεθεί αυτή με επωφελέστερο τρόπο και γ) εφόσον ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης λόγω αμφιβολίας ή αμφισβητήσεως σχετικά με τον τρόπο της εκκαθαρίσεως και γενικά της διαχειρίσεως και της εκτελέσεως της αφιερωμένης στον κοινωφελή σκοπό περιουσίας (ΑΠ 1355/2017, ΑΠ 435/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, το άρθρο 2 του Α.Ν. 2039/1939 “περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών” [όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 82 παρ.8 και 9 του Ν.4182/2013 ισχύοντος από 11/11/2013] ορίζει: Στην παρ. 1, ότι “η πιστή και επακριβής εκτέλεση της βουλήσεως των διαθετών και δωρητών, με την οποία διατίθενται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή χάριν κοινωφελών σκοπών, αποτελεί υποχρέωση του κράτους”. Στις παρ. 2 και 3 ότι “2.Οι διατάξεις αυτού του νόμου ισχύουν επικουρικώς, εφόσον τα προβλεπόμενα από αυτές θέματα δεν ρυθμίζονται, ολικά ή μερικά, από τη συστατική πράξη, εκτός από τις διατάξεις δημόσιας τάξεως οι οποίες σε κάθε περίπτωση υπερισχύουν των αντιθέτων τυχόν διατάξεων (της διαθήκης, δωρεάς κλπ.). 3. Και εις άς περιπτώσεις δωρηταί ή διαθέται διά των συστατικών αυτών πράξεων απαγορεύουσι την υπό του Κράτους άσκησιν ελέγχου επί της εν γένει διαχειρίσεως και διοικήσεως των συνιστωμένων υπό τούτων ιδρυμάτων, υφίσταται πάντως το δικαίωμα του Κράτους όπως ενεργή έλεγχον των ιδρυμάτων τούτων κατά τάς κειμένας διατάξεις». Και, τέλος, στην παρ. 5, ότι το Υπουργείο ασκεί την εποπτεία και τον έλεγχο επί της εκκαθαρίσεως και διαχειρίσεως των υπέρ κοινωφελών εν γένει σκοπών καταλειπομένων περιουσιών, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των συστατικών πράξεων. Από τις παραπάνω διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το πνεύμα του προαναφερόμενου άρθρου του ισχύοντος Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο οριζόμενος με την τελευταία από αυτές έλεγχος του Υπουργείου Οικονομικών στη διαχείριση των περιουσιών, που καταλείπονται υπέρ κοινωφελούς σκοπού, πρέπει να περιορίζεται στην τήρηση των διατάξεων του νόμου και της συστατικής πράξεως και δεν μπορεί να είναι ουσιαστικός. Ειδικότερα, όταν με τη διαθήκη  διορίζεται  εκτελεστής   και  αφήνεται  σ` αυτόν   εξουσία  ελεύθερης διαχείρισης, εκποίησης και εκκαθάρισης της περιουσίας του διαθέτη, που τάχθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού, χωρίς κανένα περιορισμό, ο έλεγχος του Υπουργείου περιορίζεται στην τήρηση από τον εκτελεστή των διατάξεων της συστατικής πράξεως και των διατάξεων του νόμου, που έχουν το χαρακτήρα διατάξεων δημόσιας τάξεως. Τέτοιες όμως, διατάξεις, δημόσιας τάξεως, δεν είναι α) το άρθρο 71 παρ. 1, που ορίζει ότι “η εκποίηση των ακινήτων, εφόσον δεν απαγορεύεται από τη συστατική πράξη ή δεν είναι αυτά χρήσιμα για τον κοινωφελή σκοπό γίνεται με δημοπρασία …”, β] το άρθρο 72 παρ.1 ,που ορίζει ότι «Τα ακίνητα της κληρονομιάς εφόσον η εκτέλεσις του σκοπού ενεργείται εκ των εισοδημάτων αυτών ή των οποίων δεν απεφασίσθη η εκποίησις, εκμισθούνται δια δημοπρασίας ,κατά τα Β.Δ/τος ορισθησόμενα υπό του εκτελεστού της διαθήκης …» , γ) το άρθρο 74 παρ. 1 κατά το οποίο “για την πληρωμή χρεών και βαρών της κληρονομιάς, ως και δαπανών εν γένει εκκαθαρίσεως και συντηρήσεως αυτής, εκποίηση, οσάκις αυτή επιτρέπεται, εκμίσθωση ακινήτων, εκποίηση κινητών … απαιτείται έγκριση του Υπουργού των Οικονομικών, μετά σύμφωνη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων” δ) το άρθρο 94 κατά το οποίο « Κατά παρέκκλισιν  των περί  δημοπρασιών διατάξεων του παρόντος Α.Νόμου και των πρός εκτέλεσιν τούτου Δ/των δύναται δι` ειδικής εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, στηριζομένης εις σύμφωνον γνωμοδότησιν του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων, να επιτραπή η εκμίσθωσις ακινήτων, εκποίησις κινητών και ακινήτων, η αγορά τοιούτων, η εκτέλεσις έργων ή σκοπού ως και εν γένει η σύναψις διαφόρου περιεχομένου συμβάσεων σχέσιν εχουσών πρός την εκκαθάρισιν, διοίκησιν και διαχείρισιν,  υπέρ κοινωφελών σκοπών περιουσιών άνευ των διατυπώσεων της δημοπρασίας οσάκις ειδικοί  εξαιρετικοί λόγοι επιβάλουσι την παράλειψιν δημοπρασίας». « Η διάταξις της παρ.2 του άρθρ.72 του παρόντος νόμου εφαρμόζεται και εις την περίπτωσιν της άνευ των διατυπώσεων της δημοπρασίας μισθώσεως αστικού ή αγροτικού ακινήτου», ε) το άρθρο 97 παρ.1, που ορίζει, ότι “περιουσίες για τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 95 και 96 αυτού του νόμου εκκαθαρίζονται κατά τα άρθρα 63 και επόμενα και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου των Οικονομικών, η οποία, στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 96 (δηλαδή των κληρονομιών και δωρεών προς υπάρχοντα Ιδρύματα κλπ. για την εξυπηρέτηση του σκοπού τους) ασκείται μέχρι της εκκαθαρίσεως της περιουσίας και παραδόσεως αυτής στο Ίδρυμα». Επομένως, λόγω της φύσεως των πιο πάνω διατάξεων, που αφορούν τη διαχείριση, εκποίηση και εκκαθάριση της υπέρ κοινωφελών σκοπών περιουσίας και την εποπτεία των πράξεων αυτών από τον Υπουργό των Οικονομικών, ως διατάξεων μη δημόσιας τάξεως, έναντι των οποίων υπερισχύει η βούληση του διαθέτη, για τον τρόπο εκτέλεσης των διατάξεων της διαθήκης του, δεν επιτρέπεται προληπτικός έλεγχος του Υπουργού των Οικονομικών, ούτε και από απόψεως νομιμότητας των πράξεων διαχειρίσεως, εκποιήσεως και εκκαθαρίσεως εν γένει της περιουσίας από τον εκτελεστή, που έχει από τη διαθήκη ελεύθερη την προς τούτο εξουσία, χωρίς τις προβλεπόμενες διατυπώσεις εκποιήσεως με δημοπρασία κλπ., μόνο δε κατασταλτικός έλεγχος επιτρέπεται για τυχόν κακή διαχείριση βλαπτική ή αντίθετη του σκοπού για τον οποίο τάχθηκε η περιουσία [Ολ.ΑΠ 8/1994 Τ.Ν.Π.Νόμος, ΕφΑθ 693/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 324 του Κ.Πολ.Δικ. δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την αυτήν ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Με τη διάταξη του άρθρου 778 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζεται ότι αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 του ίδιου Κώδικα (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υποθέσεις του άρθρου 825 του Κ.Πολ.Δικ. και του άρθρου 3 του ν. 455/1976 και ήδη του άρθρου 10 παρ. 2 και 3 του ν. 4182/2013) γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατόν να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 788. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς αποφάσεως που εκδίδεται επί υποθέσεως της εκουσίας δικαιοδοσίας, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αιτήσεως, όσο και θετικά με την έννοια της δεσμεύσεως κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτή ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετείχε στη διαδικασία, να προστατεύσει, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμά του, με την άσκηση τριτανακοπής. Εκτός από τη δεσμευτική ισχύ οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 390/2016, Α.Π. 260/2008, Α.Π. 281/1997).  Σε κάθε περίπτωση όμως,  η  δεσμευτική ισχύς των ίδιων αποφάσεων δεν εμποδίζει την υποβολή νέας αιτήσεως, όταν αυτή έχει διαφορετικό αίτημα ή όταν στηρίζεται σε διαφορετικά και ιδίως νέα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 215/2021, Α.Π. 390/2016, Α.Π. 260/2008, Α.Π. 281/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση η  υπό κρίση αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισήχθη για εκδίκαση, κατά την τακτική διαδικασία, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά που ήταν καθ` ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 14 παρ.2, 18 και 42 του ΚΠολΔ), κατόπιν παραπομπής της με την ήδη αμετάκλητη 630/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά [αφού δεν ασκήθηκε αναίρεση κατ’αυτής από τους διαδίκους], το οποίο έκρινε αναρμόδιο καθ’ύλην το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά που εκδίκασε την υπόθεση με τη διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο προρρηθέν Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ως καθ’ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο. Πλην όμως η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη και εντεύθεν απορριπτέα, αφού το ενάγον δεν επικαλείται, ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως αποδεικτικά έγγραφα ότι ακολούθησε τη διαδικασία του άρθρου 825 του ΚΠολΔ προκειμένου το αρμόδιο Εφετείο να αποφανθεί, κατόπιν ερμηνείας της διαθήκης του ……………., ποια ήταν η αληθινή βούληση του διαθέτη και ιδρυτή του, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ήτοι αν η αληθινή βούληση του εν λόγω διαθέτη, όπως αυτή προκύπτει από τη διαθήκη του, ήταν ότι επιθυμούσε να συναφθεί από το  ενάγον ίδρυμα σύμβαση έργου για την επισκευή των επίδικων ακινήτων, χωρίς να τηρηθούν οποιεσδήποτε προβλεπόμενες μελλοντικά  νόμιμες διαδικασίες, ήτοι χωρίς την τήρηση  της διαδικασίας του άρθρου 94 του αν 2039/1939, σύμφωνα με το οποίο,  για τη σύναψη της ως άνω σύμβασης, κατά παρέκκλιση των περί δημοπρασιών διατάξεων, απαιτούνταν ειδική εγκριτική απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, στηριζόμενη στη σύμφωνη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων (ήδη Διεύθυνση Κοινωφελών Περιουσιών), καθώς και των περί δημοπρασιών διατάξεων του από 30/11-4/12/1939 ΒΔ “περί του τρόπου εκποιήσεως κινητών και ακινήτων και εκμισθώσεως ακινήτων καταλειπομένων κατά κληρονομίαν, κληροδοσίαν ή δωρεάν εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών ως και ανηκόντων εις κοινωφελή ιδρύματα περιουσίας”, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του ανωτέρω νόμου, δεδομένου ότι λόγω της φύσεως των διατάξεων του άρθρου 94 του αν 2039/1939 που αφορούν τη διαχείριση  της υπέρ κοινωφελών σκοπών περιουσίας ως διατάξεων μη δημοσίας τάξεως, υπερισχύει η βούληση του διαθέτη για τον τρόπο εκτελέσεως των διατάξεων της διαθήκης του, περιοριζόμενου του κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του ως άνω ΑΝ 2039/1939 ελέγχου του Κράτους και της εν γένει εποπτείας του Υπουργού Οικονομικών, ήδη Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, στην τήρηση των διατάξεων του νόμου, της διαθήκης και της συστατικής εν γένει πράξεως,  όπως ελέχθη στην πιο πάνω νομική σκέψη, ούτε όμως επικαλείται το  ενάγον ότι γνωστοποίησε στην εποπτεύουσα αρχή  τους όρους της επίδικης σύμβασης έργου και στη συνέχεια των τροποιητικών αυτής συμβάσεων, ώστε αφού  τεθούν ενώπιον της αρχής αυτής, η τελευταία να εγκρίνει ή όχι τη σύναψή της, καθώς σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο δεν δύναται να υπογραφεί σύμβαση έργου που αφορά κοινωφελή περιουσία, από τη διοίκηση του κοινωφελούς ιδρύματος, χωρίς την  προηγούμενη έγκριση με ειδική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ήδη Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Περιφέρειας), η οποία λαμβάνεται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου Εθνικών Κληροδοτημάτων (ήδη Συμβούλιο Κοινωφελών Περιουσιών στο πλαίσιο των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων), και υπό την προϋπόθεση ότι η απευθείας ανάθεση, χωρίς δημοπρασία, επιβάλλεται και δικαιολογείται από ειδικούς εξαιρετικούς λόγους,  καθώς τα κοινωφελή ιδρύματα τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους. Η ανωτέρω διαδικασία επιβάλλεται από το νόμο ως εξασφαλίζουσα και υπηρετούσα τόσο τις ανάγκες της διαφάνειας όσο και τους όρους της επίτευξης του καλύτερου δυνατού, για τα αληθή συμφέροντα του κοινωφελούς σκοπού, οικονομικού αποτελέσματος. Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής  για τη σύσταση της από 20-12-2006 σύμβασης έργου και των τροποποιητικών αυτής συμβάσεων, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των συμβάσεων αυτών (άρθρα 159 εδ α’, 174, 180 του ΑΚ-βλ. ΑΠ 735/2008). Άκυρη είναι κατά συνέπεια και η  εγγύηση του δεύτερου εναγόμενου για την ακριβή τήρηση των όρων της επίδικης σύμβασης έργου και επομένως δεν ευθύνεται από την ως άνω σύμβαση εγγυήσεως. Εξάλλου, από την παραδεκτή στο σημείο αυτό επισκόπηση των εγγράφων που προσκόμισαν μετ’επικλήσεως οι διάδικοι και συγκεκριμένα της 5534/1992 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, την οποία προσκόμισε το ενάγον, επικαλούμενο ότι έχει ήδη προσφύγει στη διαδικασία του άρθρου 825 του ΚΠολΔ, και η οποία εκδόθηκε με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας  κατόπιν  αιτήσεως  του  ενάγοντος,  σύμφωνα  με  το  άρθρο  825  του ΚΠολΔ, με αίτημα την επίλυση αμφιβολίας περί την ερμηνεία της από 17-07-1896 διαθήκης και του από 25-07-1898 κωδικέλλου του ιδρυτή του ……….,    αναφορικά   με   θέματα   που   ανάγονται    στην   επωφελέστερη αξιοποίηση της καταλειφθείσας σ’αυτό από τον ως άνω διαθέτη και ιδρυτή του ακίνητης περιουσίας, κατά τη συζήτηση της οποίας άσκησε παρέμβαση ο Υπουργός Οικονομικών, το ανωτέρω Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι  η αληθινή έννοια της ενώπιον του τότε  συμβολαιογράφου  Αθηνών  ……….. συνταχθείσα   υπ’αριθμόν ……./17-07-1896    δημοσίας   διαθήκης  του  ιδρυτή του αιτούντος- εδώ ενάγοντος-εκκαλούντος κοινωφελούς ιδρύματος, …………….. και η πραγματική θέλησή του ήταν η εξής: α] Ο διαθέτης …… . δεν απαγόρευσε την εκποίηση ειδικών και συγκεκριμένων ακινήτων του αιτούντος κοινωφελούς ιδρύματος υπό τη μορφή της ανταλλαγής ή μεταφοράς συντελεστών δόμησης ή υπό τη μορφή ανοικοδομήσεως με αντιπαροχή ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου και σύσταση διηρημένων ιδιοκτησιών επί αυτοτελών ορόφων ή μερών αυτών ή  οικοδομημάτων, ούτε τη διάθεση των εκ της εκποιήσεως χρηματικών ποσών για τη συντήρηση, επισκευή, επέκταση ή ανοικοδόμηση άλλων ακινήτων του αιτούντος κοινωφελούς ιδρύματος, β] Η παρά του διαθέτη ………. ορισθείσα απαγόρευση εκποιήσεως περιορίζεται σε μόνα τα ακίνητα που αυτός κατέλειπε στο αιτούν ίδρυμα , δεν καταλαμβάνει δε και την ακίνητη περιουσία του αιτούντος κοινωφελούς ιδρύματος, η οποία περιήλθε σ’αυτό παρά τρίτων προσώπων είτε δι’οιασδήποτε συμβάσεως είτε δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως και γ] Η εκποίηση των ακινήτων του αιτούντος ιδρύματος υφ’οιανδήποτε των μορφών που εκτίθενται αμέσως παραπάνω υπό στοιχείο α’ και αδιάφορα από το εάν πρόκειται για ακίνητα περιελθόντα σ’εκείνο εκ της διαθήκης του ……….. ή αποκτηθέντα από αυτό κατά τα υπό στοιχείο β΄εκτιθέμενα, μπορεί να γίνει κατά παρέκκλιση μεν των περί δημοπρασιών διατάξεων του από 30/11-4/12/1939 ΒΔ, εφαρμοζόμενων όμως των οριζόμενων στα άρθρα 94 και 97 του αν.ν. 2039/1939. Η ανωτέρω απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο στην επίδικη υπόθεση, εφόσον διαφέρουν τα πραγματικά περιστατικά, αφού εν προκειμένω, ζήτημα γεννάται όχι αν μπορεί το ενάγον να συνάψει σύμβαση έργου για τη συντήρηση των ακινήτων του, όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν οι εφεσίβλητοι, αλλά αν  δύναται να συνάψει σύμβαση έργου χωρίς την τήρηση των οριζόμενων στο άρθρο 94 του αν 2039/1939 και το ανωτέρω ΒΔ, εξάλλου και η προρρηθείσα απόφαση έκρινε ότι η εκποίηση ακινήτων του ιδρύματος με τις μορφές που αναφέρονται εκεί (απόφαση) μπορεί να γίνει κατά παρέκκλιση μεν των περί δημοπρασιών διατάξεων του από 30/11-4/12/1939 ΒΔ, όμως εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 94 και 97 του αν 2039/1939, την εφαρμογή των οποίων αμφισβητεί στην προκείμενη περίπτωση το ενάγον. Ειδικότερα, το τελευταίο προσκομίζει μετ’επικλήσεως την 5534/1967 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την 450/1968 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την επικύρωσε, υποστηρίζοντας ότι δεν απαιτούνταν στην κρινόμενη υπόθεση που αφορά σύμβαση μακροχρόνιας μίσθωσης, η τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας, όπως κρίθηκε αμετάκλητα από τις ανωτέρω αποφάσεις. Από την επισκόπηση των αποφάσεων αυτών προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών, με την προρρηθείσα απόφασή του απέρριψε αίτηση του Υπουργού Οικονομικών περί άρσης της ανακύπτουσας αμφιβολίας περί την υπαγωγή ή μη του ιδρύματος στην εποπτεία των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του αν.2039/1939 και του ν.4051/1966, έκρινε δε ότι στο Καταστατικό του Ιδρύματος, εγκριθέντος δια του από 26-12-1896 ΒΔ, και δη στο άρθρο 63, ορίζεται ότι η διαχείριση του ορφανοτροφείου ενεργείται παρά των συμβούλων, ενώ στο άρθρο 67 ότι οι ενοικιάσεις των αστικών κτημάτων ενεργούνται από ενός μέχρι πέντε ετών, καταλήγοντας ότι η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 94 του αν 2039/1939 για τις παρά του ιδρύματος διενεργούμενες εκμισθώσεις ακινήτων, θα προσέκρουε ευθέως στο άρθρο 106 του τότε ισχύοντος Συντάγματος (1952). Εν προκειμένω, αφενός μεν κρίθηκε αμετάκλητα με την 630/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, ότι πρόκειται στην ένδικη υπόθεση για σύμβαση έργου και όχι μίσθωσης, με την οποία μάλιστα το ενάγον δεσμεύει τα επίδικα ακίνητα για [35] έτη και όχι για [5] έτη ως θα όφειλε εάν επρόκειτο για σύμβαση μίσθωσης, επιπλέον από το Καταστατικό του, το οποίο δεν προσκομίζεται εν προκειμένω, θα διαπιστωνόταν από το Δικαστήριο του άρθρου 825 του ΚΠολΔ το εύρος των εξουσιών της διοίκησης του ενάγοντος ως προς τη διαχείριση και αξιοποίηση της κοινωφελούς περιουσίας, και δη αναφορικά με τη σύναψη σύμβασης έργου για την επισκευή των ακινήτων του με τους προαναφερόμενους όρους και χωρίς την τήρηση των προαναφερόμενων διαδικασιών, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα ανωτέρω. Ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη.  Τα δικαστικά έξοδα και για τους  δύο βαθμούς δικαιοδοσίας,  πρέπει  να συμψηφιστούν  στο σύνολό τους   μεταξύ  των  διαδίκων,   τούτο  διότι  η  ερμηνεία   του κανόνα δικαίου  που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 του ΚΠολΔ),  όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ   ΤΟΥΣ   ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση από τυπική και ουσιαστική άποψη.

Διατάσσει την απόδοση στο εκκαλούν του κατατεθέντος με την έφεσή του  e παραβόλου  του Δημοσίου,  με αριθμό  …………/2024.

Εξαφανίζει την 748/2024 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.Κρατεί την υπόθεση και δικάζει  την από 10-03-2014 (αρ.εκθ.καταθ. ………../17-03-2014)  αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε, στον Πειραιά στις 8.1.2026 και  δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξούσιων δικηγόρων τους,  παρουσία και της γραμματέως  στις     11.2.2026

      Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ