Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 111/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 

4ο ΤΜΗΜΑ  

Αριθμός αποφάσεως  111/2026 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλουσών: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «…………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………. (ΑΦΜ ………) και 2) …………… οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Πολύζου (ΔΕ Σ. Σωτηριάδης – Κ. Λιδωρίκης και Συνεργάτες Εταιρεία Δικηγόρων).

Της εφεσίβλητης – καθής η αίτηση: Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «…………..», με διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων, ……….. (ΑΦΜ ………) και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας, νομιμοποιούμενης κατά τις διατάξεις του ν. 4354/2015 των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «…………….» που εδρεύει στο …………. Ιρλανδίας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Ζούμη (Δικηγορική Εταιρεία Γεωργίου Πράσσου και Συνεργατών).

Οι ανακόπτουσες και ήδη εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 12-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../2021 ανακοπή τους, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3472/2024 απόφαση, με την οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ανακόπτουσες, με την από 19-12-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………/2024 έφεσή τους (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά ……./2024), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Η από 19-12-2045 έφεση των εκκαλουσών προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 3472/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 12-4-2021 ανακοπή των εκκαλουσών, προς ακύρωση: α) της από 1-10-2020 επιταγής προς πληρωμή που τέθηκε παραπόδας ακριβούς επικυρωμένου αντιγράφου εξ αντιγράφου κατ’ άρθρο 918 παρ. 6 ΚΠολΔ επικυρωμένου από τον Συμβολαιογράφο Ύδρας ……………. του προσαρτημένου στην υπ’αριθμ. …./2019 πράξη, του υπ΄αριθμ. ……/2019 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ΄αριθμ. ………/2019 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και β) του από 8-10-2020 κατασχετηρίου εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………», ως τρίτης, έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις 20-12-2024 και εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης στις εκκαλούσες που έλαβε χώρα στις 28-11-2024 (βλ. υπ’ αριθμ. …, …..΄/ 28-11-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Eφετείου Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου . … – άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ. 1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό του ένδικου μέσου κατατέθηκε από τις εκκαλούσες κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α στοιχ. β’ ΚΠολΔ, το με κωδικό ………….. e-παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο (βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e-παράβολου και την απόδειξη πληρωμής).

Με την ως άνω ένδικη ανακοπή τους οι ανακόπτουσες (ήδη εκκαλούσες) ζητούν, για τους προβαλλόμενους με το δικόγραφο λόγους να ακυρωθούν: α) η από 1-10-2020 επιταγή προς πληρωμή που τέθηκε παραπόδας ακριβούς επικυρωμένου αντιγράφου εξ αντιγράφου κατ’ άρθρο 918 παρ. 6 ΚΠολΔ επικυρωμένου από τον Συμβολαιογράφο Ύδρας ………… του προσαρτημένου στην υπ’ αριθμ. ……/2019 πράξη, του υπ’ αριθμ. …/2019 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. …/2019 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και β) το από 8-10-2020 κατασχετήριο εις χείρας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «……..», ως τρίτης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την ανακοπή. Ήδη, με την υπό κρίση έφεση τους οι ανακόπτουσες παραπονούνται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τους λόγους ανακοπής τους και ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή η ανακοπή τους και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στο σύνολο της δικαστικής τους δαπάνης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι η καθής δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την είσπραξη της επίδικης απαίτησης. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι δεν τους κοινοποιήθηκαν κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ, τα νομιμοποιητικά έγγραφα της καθής, από τα οποία να προκύπτει η ειδική διαδοχή και η μεταβίβαση της απαίτησης από την αρχική δανείστρια «……………» προς τη …………» και εν συνεχεία προς την καθής, καθώς δεν προκύπτει η ταυτότητα της απαίτησης, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο δικόγραφο. Από την επισκόπηση της από 1-10-2020 επιταγής προς πληρωμή προκύπτει ότι συγκοινοποιήθηκαν  στις εκκαλούσες κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ: 1) Η υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/16-9-2019 περίληψη της από 12-9-2019 σύμβασης εκχώρησης και μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 10, 14 ν. 3156/2003 περί τιτλοποίησης, που δημοσιεύτηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …, αριθ. …..). 2) Ακριβές αντίγραφο του υπ’ αριθμ. ……./28-11-2019 αποσπάσματος του Παραρτήματος της υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./2019 περίληψης, που δημοσιεύθηκε στο Ενεχυροφυλακείο, από το οποίο υποδεικνύεται με αύξοντα αριθμό εγγραφής ……. η εκχώρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από την από 8-5-2008 με αριθμό ……….. σύμβαση δανείου. 3) Η υπ’ αριθμ. πρωτ. …/16-9-2019 περίληψη της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, που δημοσιεύτηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αριθ. ….), 4) Η υπ’ αριθμ. πρωτ. …../23-9-2019 περίληψη μεταβολής της από 12-9-2019 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, ως προς το πρόσωπο του διαχειριστή, που δημοσιεύθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …, αριθ. …..), διά της οποίας ορίσθηκε διαχειριστής η «……………», 5) Το ΦΕΚ Β’ …./20-9-2019 στο οποίο δημοσιεύθηκε η χορήγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος της υπ’ αριθ. ……/17-9-2019 άδειας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις κατά το ν. 4354/2015 προς την εταιρεία «………………», 6) Αντίγραφο α) της υπ’ αριθμ. πρωτ. …../30-10-2019 ανακοίνωσης του ΓΕΜΗ περί αλλαγής έδρας της «………………» και β) της υπ αριθμ. πρωτ. …./5-11-2019 ανακοίνωσης του ΓΕΜΗ περί μετονομασίας της εταιρείας «………..» σε «…………..». 7) Αντίγραφο του υπ’ αριθμ. …………/30-9-2020 Πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………… Από τα ανωτέρω έγγραφα αποδεικνύεται πλήρως και αδιαμφισβήτητα η υποκατάσταση της «……….» στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δικαιοπαρόχου της «…………» (Διασπώμενη) και η ανάθεση στην «…………….» της διαχείρισης των τιτλοποιημένων απαιτήσεων που απορρέουν από την υπό κρίση ιστορική αιτία και ως εκ τούτου η νομιμοποίησή της καθής να προβεί στην επίδοση της επιταγής προς πληρωμή και στην επιβολή της κατάσχεσης εις χείρας τρίτων. Οι ανακόπτουσες ισχυρίζονται ότι στο υπ’ αριθμ. …/28-11-2019 απόσπασμα του Παραρτήματος της υπ’ αριθμ. πρωτ. …./2019 περίληψης, που δημοσιεύθηκε στο Ενεχυροφυλακείο, δεν προκύπτει παραχρήμα ότι η επίδικη υπ’ αριθμ. ……….. σύμβαση δανείου συγκαταλέγεται μεταξύ των συμβάσεων που μεταβιβάστηκαν από την Τράπεζα Πειραιώς στην εταιρεία «……….». Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την από 9-11-2015 επιστολή της «…………..» προς την πρώτη των ανακοπτουσών η πιο πάνω σύμβαση δανείου είναι η μοναδική στην οποία αυτή έχει συμβληθεί. Περαιτέρω, από το αντίγραφο του υπ’ αριθμ.. ………../28-11-2019 αποσπάσματος του Παραρτήματος της υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/2019 περίληψης, που δημοσιεύθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, η απαίτηση αναφέρεται με αύξοντα αριθμό καταχώρησης …….. και προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, από τα συμβαλλόμενα σε αυτήν πρόσωπα, ήτοι την πρώτη των ανακοπτουσών ως οφειλέτιδα, την δεύτερη των ανακοπτουσών ως εγγυήτρια και τον προαποβιώσαντα σύζυγο της δεύτερης των ανακοπτουσών ως εγγυητή. Άλλωστε, αποδεικνύεται ότι ο αριθμός σύμβασης που αναφέρεται στην δεύτερη στήλη του πιο πάνω αποσπάσματος, αποτελεί τον αριθμό της σύμβασης στο οργανωτικό σύστημα της «……………», καθώς το σύνολο των αναφερόμενων στο απόσπασμα συμβάσεων φέρουν αριθμούς μεταξύ του … και του ….. Το ως άνω επιβεβαιώνεται από το πλέον πρόσφατο απόσπασμα της υπ’ αριθμ. πρωτ. …/29-9-2023 του Παραρτήματος της υπ’ αριθμ. πρωτ. …/2022 περίληψης που δημοσιεύτηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος .., αριθμ. …) σχετικά με τη μεταβίβαση της απαίτησης στην «……….». Επομένως, από τα έγγραφα που συγκοινοποιήθηκαν στις ανακόπτουσες αποδεικνύεται η ειδική διαδοχή ως προς της επίδικη έννομη σχέση από την «………» στην Εταιρεία «………..», η οποία είναι πράγματι δικαιούχος της απαίτησης και, αποδεικνύεται, στη συνέχεια, ότι η καθής ασκεί πράγματι τη διαχείριση της απαίτησης ως διαχειρίστρια και μη δικαιούχος διάδικος, κατά τον ν. 4354/2015. Επιπροσθέτως, η καθής έχει συσταθεί και λειτουργεί νομότυπα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον ν. 4354/2015, ο οποίος λειτουργεί ρυθμιστικά παράλληλα προς τις διατάξεις του ν. 3158/2003, αναφορικά με την τιτλοποίηση και τις συμβάσεις πώλησης και διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η αναγγελία εκχώρησης, άλλωστε, επέρχεται από τη στιγμή καταχώρησης στα δημόσια βιβλία του οικείου Ενεχυροφυλακείου, σύμφωνα με τα απαιτούμενα στοιχεία της περίληψης του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, στοιχεία που έχουν κοινοποιηθεί στις εκκαλούσες κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς έχουν προσκομιστεί τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα για τη νομιμοποίηση της καθής ως ειδικής διαδόχου της αρχικής πιστώτριας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε τον λόγο αυτό της ανακοπής ορθά εφάρμοσε τον νόμο και ο πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.

Με τον ν. 4354/2015 εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι «εταιρείες αποκτήσεως» (ΕΑΑΔΠ) και οι «εταιρείες διαχειρίσεως» απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τραπέζης της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Ειδικότερα, στη σύμβαση διαχείρισης δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ και αφετέρου ΕΔΑΔΠ, ήτοι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα και οφείλουν να λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ (παρ. Ια). Το άρθρο 2 παρ. 1-3 του ν. 4354/2015 προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαντήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί, ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 5 στ. δ’ του ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της. Αφενός εξουσιοδοτών μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ, ενώ διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον αδειοδοτημένη ΕΔΑΔΠ (άρθρο 1 παρ 1 στ. α’ του ν. 4354/2015). Η έκταση και το περιεχόμενο της νομιμοποιητικής εξουσίας των διαχειριστικών εταιρειών εξαρτάται πάντως και αποτελεί αντικείμενο της σχετικής διαχειριστικής συμβάσεως (σύμβαση ανάθεσης δανειακού χαρτοφυλακίου) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο (άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α` του ν. 4354/2015) και περιλαμβάνει κατ` ελάχιστο περιεχόμενο τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια, διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871–872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ` αριθμ. 116/25-8-2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ` εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013- (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε, κάθε, περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Εφόσον συμφωνηθεί ως περιεχόμενο της διαχείρισης η νομική διαχείριση και η είσπραξη των απαιτήσεων, περιλαμβάνει όλες εκείνες τις πράξεις που κατατείνουν στην ικανοποίηση των απαιτήσεων με την ευρεία έννοια της δικαστικής επιδιώξεως αυτών, ήτοι διά της διαγνωστικής δίκης, της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και των ασφαλιστικών μέτρων (βλ.Π. Κολοτούρο, Δικονομική αρμοδιότης των εταιρειών διαχειρίσεως απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων, ΧρΙΔ 2019. σελ 469. Λ. Κιτσαρα. ο.π). Οι ΕΔΑΔΠ, στις οποίες ανατίθενται η διαχείριση των αποκτηθέντων δανειακών και πιστωτικών απαιτήσεων υπό των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (άρθρ. 2 παρ. 1), δεν αποκτούν αυτές κατά κυριότητα και συνεπώς δεν καθίστανται ειδικοί κατά το ουσιαστικό δίκαιο διάδοχοι των εν λόγω ιδρυμάτων και συνεπώς νομιμοποιούνται όχι ως δικαιούχοι αλλά ως μη δικαιούχοι διάδικοι στις διεξαχθείσες περί των διαχειριζομένων απαιτήσεων δίκες (άρθρ. 2 παρ.4) (Κολοτούρος Π., ο.π. σελ 464 επ.). Η νομιμοποιητική εξουσία των διαχειριστικών εταιρειών αποτελεί συνεπώς αντικείμενο συμφωνίας, ρητά διατυπωμένο ή σιωπηρώς συναγόμενο όρο της σχετικής διαχειριστικής συμβάσεως. Πρόκειται ως εκ τούτου περί συμβατικής θεμελιώσεως της νομιμοποιήσεως των διαχειριστικών εταιρειών, προβλεπομένης και επιτρεπομένης όμως ρητά στον νόμο, αφού στο ελάχιστο περιεχόμενο της διαχειριστικής συμβάσεως ανήκει σύμφωνα, με το άρθρο 2 παρ. 2β` και η «είσπραξη» των διαχειριζομένων απαιτήσεων (βλ. Κιτσαρά. Η περαιτέρω μεταβίβαση απαιτήσεως από δάνεια και πιστώσεις μετά την αρχική απόκτησή της από «εταιρεία αποκτήσεως» του ν. 4354/2015   σε ΧρΙΔ 2019 σελ. 305. όπως και Α. Πλεύρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, σελ. 35-36. 59-60). Η «εξουσιοδότηση προς είσπραξη» των υπό διαχείριση απαιτήσεων κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. α’. περικλείει, πέραν των απαιτουμένων εξωδίκων ενεργειών, και «…. κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων….» (ΕφΛαρ 8/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ, σχετ. ΕφΛαρ 37/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ).

Ακολούθως, η νομιμοποίηση των μη δικαιούχων ή μη υποχρεών διαδίκων δύναται να προκύπτει αμέσως εκ του νόμου, και δη εκ διατάξεων είτε του ουσιαστικού  είτε του δικονομικού δικαίου. Το όριο της ελευθερίας των συμβαλλόμενων μερών στη διάπλαση της νομιμοποίησης της ΕΔΑΔΠ διαγράφεται από το νόμο ευρύ (με εξαίρεση την περίπτωση του άρθρου 1 § 1 στ. β’ και γ’ του ν. 4354/2015 που δεν ενδιαφέρει την εξεταζόμενη περίπτωση), η νομιμοποίηση μπορεί να διαμορφωθεί ως παράλληλη ή και αποκλειστική ή ακόμη και να περιορισθεί σε συγκεκριμένο κύκλο` υποθέσεων. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στην σύμβαση διαχείρισης έχουν την εξουσία να διαρθρώσουν τη νομιμοποίηση της ΕΔΑΔΠ ως αποκλειστική, ακόμη και όταν ο εντολέας είναι πιστωτικό ίδρυμα, κανόνας παραμένει η παράλληλη νομιμοποίηση του πιστωτικού ιδρύματος, κατά συνεπή εφαρμογή της αρχής ότι εν αμφιβολία η νομιμοποίηση του μη δικαιούχου διαδίκου είναι συντρέχουσα και παράλληλη με εκείνη του αληθούς δικαιούχου (βλ. Γιαννόπουλος Π. Η εταιρεία διαχείρισης από δάνεια και πιστώσεις ως μη δικαιούχος διάδικος στη διαγνωστική δίκη και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Κριτική επισκόπηση των ρυθμίσεων του ν/ 4354/2015 και de lege lerenda προτάσεις. Αρμ 2019. σελ.233επ.) (ΕφΛαρ 8/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ). Εν κατακλείδι, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015: «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγιο πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις», σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ιδίου νόμου, κατά την οποία: «Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014. Εφόσον οι εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης», η νομιμοποίηση των εν λόγω εταιριών διαχειρίσεως του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015, διασκευάζεται ως αποκλειστική (ΕφΑθ 1586/2022 Νόμος, ΕφΛαρ 139/2021. 37/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ).

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, οι εκκαλούσες επαναφέρουν τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι επιτάσσονται να καταβάλουν στη δικαιούχο της απαίτησης αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού και όχι στην καθής, η οποία επικαλείται την ιδιότητα του μη δικαιούχου διάδικου του ν. 4354/2015 και επισπεύδει σε βάρος τους εκτέλεση με την ιδιότητα αυτή. Ότι, επιπλέον, δεν αναφέρεται τραπεζικός λογαριασμός της φερόμενης δικαιούχου για καταβολή των επιτασσομένων ποσών, η δε καθής δεν είναι δεκτική καταβολής, ούτε και ο αντίκλητος που υπογράφει την επιταγή. Τέλος, ότι στο κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, η καθής ζητά να γίνει από τους τρίτους καταβολή των κατασχεθέντων ποσών στην ίδια ενώ δεν είναι δεκτική καταβολής και σε αντίθεση με την επιταγή προς πληρωμή, με την οποία οι εκκαλούσες επιτάσσονται να καταβάλουν στην δικαιούχο της απαίτησης και όχι στην καθής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μη νόμιμος. Ειδικότερα, η αναγνώριση από τον νόμο στην καθής εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της εξουσίας να επισπεύσει στο όνομά της, για λογαριασμό, όμως, της Ε.Α.Α.Δ.Π., την προκειμένη εκτελεστική διαδικασία και άρα, κατ’ αρχάς, να απαιτήσει την καταβολή της επίμαχης απαίτησης προς την ίδια, δεν αποκλείει την τυχόν καταβολή της απαίτησης στην Ε.Α.Α.Δ.Π., ενόψει της ενδεικτικής απαρίθμησης στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 στ. β` του ν. 4354/2015 των πράξεων διαχείρισης που μπορούν να ανατεθούν στην Ε.Δ.Α.Δ.Π. Εξάλλου, στο πλαίσιο που η σύμβαση διαχείρισης, ομοιάζει με την εξουσιοδότηση προς είσπραξη, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, σε κάθε περίπτωση η απευθείας καταβολή στη δικαιούχο της απαίτησης επιφέρει το αποσβεστικό της οφειλής αποτέλεσμα (άρθρα 239, 417 παρ. 1 ΑΚ). Επομένως, η καθής νόμιμα επέσπευσε την προκειμένη εκτελεστική διαδικασία υπό την παραπάνω ιδιότητά της, παραδεκτά δε επέταξε τις ανακόπτουσες να καταβάλουν την απαίτηση απευθείας στη δικαιούχο αυτής, με συνέπεια να μη συντρέχει εκ του λόγου αυτού οποιαδήποτε ακυρότητα της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή συνδεόμενη, μάλιστα, με συγκεκριμένη δικονομική βλάβη των ανακοπτουσών, την οποία, άλλωστε, ουδόλως επικαλούνται οι τελευταίες. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν.4307/2014. Έτσι σαφώς η ΟλΑΠ 1/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, κατά την οποία με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 «…ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων[…] (η) συμβαλλόμενη με την εταιρεία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης)…».  Επιπλέον, με το από 16-9-2019 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Δουβλίνου …………, δίδεται ρητώς η εντολή και πληρεξουσιότητα στην καθής να εισπράττει χρηματικά ποσά που αφορούν απαιτήσεις της ……………… Ειδικότερα στην σελ. 5 της μετάφρασης αναφέρεται μεταξύ άλλων: «είσπραξη χρηματικών ποσών, συμπεριλαμβανομένων των πλειστηριασμάτων ……. και υπογραφή σχετικών εγγράφων που είναι απαραίτητα σχετικά με το ίδιο ζήτημα,… και υπογραφή συμφωνιών ρύθμισης, καθώς και οποιουδήποτε άλλου απαραίτητου εγγράφου για την ολοκλήρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού και γενικά παράσταση καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εκτέλεσης και εκτέλεση κάθε πράξης και προαπαιτούμενου των παραπάνω εντολών, ακόμα και αν δεν αναφέρονται ρητώς στην παρούσα.» Από το ανωτέρω περιεχόμενο του παραπάνω πληρεξουσίου συνάγεται ότι παρασχέθηκε στην καθής η εξουσία να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια, εξώδικη ή δικαστική, που κατατείνει στην είσπραξη των απαιτήσεων της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον δεύτερο λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και ο δεύτερος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος.

Μετά ταύτα, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος της έφεσης προς εξέταση, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι εκκαλούσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 176 παρ.1, 191 παρ.2 και 183 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από τις εκκαλούσες κατά την άσκηση της έφεσής τους.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλουσών τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια ευρώ (400 €).

Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά, στις  1 -2-2026

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                         H ΓPAMMATEAΣ