ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός αποφάσεως 116/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλούντων: 1) ………. και 2) ……….αμφοτέρων κατοίκων Πειραιώς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Γεώργιο Καλτσά (Α.Μ Δ.Σ Πειραιώς …….).
Της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στο ……. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ ………., ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διάδικου, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο ..….. Ιρλανδίας, δυνάμει της από 18/6/2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Μαρία Σκόρδα (Α.Μ Δ.Σ.Α ……..).
Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες, άσκησαν σε βάρος της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 9/5/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2024 ανακοπή, με την οποία ζητούσαν τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο συζήτησε την ως άνω ανακοπή στις 27/9/2023, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 3424/2024 οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 17/12/2024 έφεση τους, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2025 και β) δικογράφου ………/2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17/12/2024 έφεση των ανακοπτόντων, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……../2025 και β) δικογράφου …………/2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 3424/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία περιουσιακών διαφορών, επί της από 9/5/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2024 ανακοπής των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων, κατά της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 16/1/2025, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στους εκκαλούντες και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 21/10/2024 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την διαδικασία περιουσιακών διαφορών, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).
Mε την υπό κρίση ανακοπή τους, οι ανακόπτοντες, ζητούν να ακυρωθούν, για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους: α) η υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) η από 17/4/2024 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου εκ πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, γ) η από 26/4/2024 γραπτή εντολή και πληρεξουσιότητα της πληρεξούσιας δικηγόρου της καθ’ ης η ανακοπή προς την δικαστική επιμελήτρια …………. και δ) η υπ’ αριθ. ……./30-4-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, βάσει των οποίων επισπεύδεται αναγκαστικός πλειστηριασμός, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …………., ακινήτου κυριότητας της δεύτερης ανακόπτουσας, όπως αυτό περιγράφεται λεπτομερώς στην ανακοπή, για την ικανοποίηση απαίτησης της καθ’ ης εκ της ανακοπτόμενης ως άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν συνολικά ποσό 52.645,10 ευρώ, πλέον τόκων, για απαίτηση προερχόμενη από την υπ’ αριθ. …………/2007 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τα από 12/6/2013 και 29/4/2015 ιδιωτικά συμφωνητικά ρύθμισης οφειλής, καθώς και να καταδικασθεί η καθ’ ής η ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 3424/2024 απόφαση του, αφού έκρινε ότι στο υπό κρίση δικόγραφο σωρεύονται μία ανακοπή εκ του άρθρου 633 παρ.2 ΚΠολΔ και μία ανακοπή εκ του άρθρου 933 παρ.1 ΚΠολΔ, απέρριψε την ανακοπή του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της και δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή του άρθρου 933 παρ.1 ΚΠολΔ, δεχόμενο ως βάσιμο τον 3ο λόγο ανακοπής, ακύρωσε, δε, την από 17/4/2024 επιταγή προς πληρωμή και την υπ’ αριθ. …………./30-4-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Ας σημειωθεί ότι στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως, απορρίπτονται οι 1ος, 2ος και 4ος λόγος της ανακοπής, με τους οποίους πλήττεται η εγκυρότητα της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, πλην όμως εσφαλμένα η εκκαλουμένη, αναφέρει ότι κατόπιν της απορρίψεως των ως άνω λόγων απορρίπτεται η ανακοπή του άρθρου 633 ΚΠολΔ. Πλην όμως με την ίδια απόφαση, η ανακοπή του άρθρου 633 ΚΠολΔ είχε ήδη απορριφθεί ως εκπρόθεσμη και επομένως η απόρριψη των ως άνω λόγων έγινε στο πλαίσιο της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση τους, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, οι ανακόπτοντες, προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση κατά το μέρος αυτής που απέρριψε τους υπ’ αριθ. 1, 2 και 4 λόγους της ανακοπής του άρθρου 933 παρ.1 ΚΠολΔ και παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η ανακοπή ως προς τους λόγους αυτής που πλήττουν την εγκυρότητα της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής. Ας σημειωθεί ότι στο αιτητικό της εφέσεως τους, οι ανακόπτοντες ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως προς το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή του άρθρου 633 ΚΠολΔ, πλην όμως με τον μοναδικό λόγο της εφέσεως τους ουδέν αναφέρουν περί της απόρριψης της ως άνω ανακοπής ως εκπρόθεσμης.
Κατά το άρθρο 933 παρ.4 ΚΠολΔ, στις σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση δίκες, οι οποίες χρονικά ακολουθούν τη διαγνωστική δίκη, δεν μπορούν να προταθούν ενστάσεις, οι οποίες καλύπτονται ήδη από το δεδικασμένο της δίκης αυτής (ΑΠ 1564/2014 ΤΝΠ Ισοκράτης). Αν λοιπόν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις κατά της απαίτησης είναι απαράδεκτες, στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο κατ’ άρθρα 330 και 633 παρ.2 εδ.γ ΚΠολΔ, κατά τα οποία το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Αν, δε, ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής, είναι απαράδεκτες αντιρρήσεις που αφορούν στην εγκυρότητα της, όπως και αντιρρήσεις που αφορούν στην απαίτηση, εκτός εάν είναι οψιγενείς και δεν μπορούν πλέον να προβληθούν με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής. Η ανωτέρω ρύθμιση δικαιολογείται εκ του ότι η διαγνωστική δίκη προηγήθηκε της εκτελεστικής διαδικασίας και οι όροι που θεμελιώνουν τις ενστάσεις είχαν πληρωθεί κατά το χρόνο της προηγούμενης δίκης (ΟλΑΠ 10/1993 ΝοΒ 1994/378). Το εν λόγω απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 332 ΚΠολΔ). Το δεδικασμένο συνεπώς δεν εκτείνεται στις μη προταθείσες ενστάσεις που δεν μπορούσαν να προταθούν, γιατί τα πραγματικά περιστατικά τα οποία τις θεμελιώνουν, προέκυψαν το πρώτον μεταγενέστερα και επομένως δεν ισχύει γι’ αυτές το απαράδεκτο (ΑΠ 1309/2007 ΕλλΔνη 2007/1056). Περαιτέρω, το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά τίτλος εκτελεστός δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παράγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων αλλά έννομη συνέπεια αυτών, που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 856/2014, ΑΠ 1397/2012, ΑΠ 53/2004 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου αν απορριφθεί τελεσίδικα η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ ή αν περάσει άπρακτη η προθεσμία του άρθρου 633 παρ.2 ΚΠολΔ και παρότι δεν αποτελεί δικαστική απόφαση παράγει δεδικασμένο πλήρες κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του όρια (ΑΠ 977/2015, ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 83/2004, ΤΝΠ Νόμος), με συνέπεια να είναι απαράδεκτη η προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, αφορώσα το κύρος της εκτελέσεως, λόγων ανακοπής, οι οποίοι αν και ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν σε μία από τις δύο ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 16/1996, ΟλΑΠ 30/1987, ΑΠ 243/2018, ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 335/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1538/2005 ΕλλΔνη 2006/118).
Με τον μοναδικό λόγο της έφεσης τους, οι εκκαλούντες παραπονούνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τους 1ο, 2ο και 4ο λόγο της ανακοπής τους, με τους οποίους ζητούσαν την ακύρωση της υπ’ αριθ. ……/2022 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ότι ειδικότερα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι ως άνω λόγοι ασκήθηκαν απαραδέκτως, λόγω δεδικασμένου εκ της τελεσιδικίας της ως άνω διαταγής πληρωμής, διότι κατ’ αυτής ασκήθηκε από τους εκκαλούντες, η από 5/10/2022 και με αριθμό κατάθεσης …………../2022 ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τους ίδιους λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 517/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, κατά της οποίας εν συνεχεία ασκήθηκε η από 30/4/2024 και με αριθμό κατάθεσης ………./2024 έφεση, από την οποία οι εκκαλούντες παραιτήθηκαν με το δικόγραφο της επίδικης ανακοπής. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής δεν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου δεδομένου ότι αυτοί, με το δικόγραφο της υπό κρίση ανακοπής, παραιτήθηκαν όχι μόνο από το δικόγραφο της από 30/4/2024 εφέσεως αλλά και από το δικόγραφο της από 5/10/2022 ανακοπής, με αποτέλεσμα η ως άνω ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ να θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Ο ισχυρισμός αυτός των ανακοπτόντων είναι ορθός και πράγματι λανθασμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τους ως άνω λόγους της υπό κρίση ανακοπής με την ανωτέρω αιτιολογία, πλην όμως κατ’ αποτέλεσμα ορθώς τους απέρριψε δεδομένου ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου λόγω μη άσκησης ανακοπής εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ κατ’ αυτής (εφόσον νομοτύπως παραιτήθηκαν οι ανακόπτοντες από το δικόγραφο της από 5/10/2002 ανακοπής τους, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα) αλλά και λόγω της άπρακτης παρόδου της προθεσμίας του άρθρου 633 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την επίδικη ανακοπή εκ του άρθρου 633 ΚΠολΔ ως εκπρόθεσμη, απόρριψη η οποία δεν βάλλεται με λόγο έφεσης από τους ανακόπτοντες. Επομένως πρέπει να αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλαν οι εκκαλούντες, στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 18 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΣΚΟΥΡΤΗ