ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 585/2025
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) ΤΌΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη-Μωυσή Παπαδόπουλο κατά
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητα αυτής ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «…………….», λόγω συγχώνεσης αυτής με απορρόφηση από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκe από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βαγενά και
Β) Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……………….), που εδρεύει στη ……….. Αττικής, επί της ……………, νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (απόφαση αριθμός 207/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, υπό την ιδιότητά της ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “……….”, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσια δικηγόρο της Γεώργιο Βαγενά.
ΥΠΕΡ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητα αυτής ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «……………..», λόγω συγχώνευσης αυτής με απορρόφηση από την πρώτη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκe από πληρεξούσιο δικηγόρο και ΚΑΤΑ: ………………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη-Μωυσή Παπαδόπουλο .
Ο ανακόπτων και νυν εκκαλών- καθ΄ ου η πρόσθετη παρέμβαση άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 5.8.2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2019) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 3261/2020 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εκκαλών με την από 7.1.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………../2022- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………../2022) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά αυτή της 2.2.2023, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 7.12.2023, και μετά από δεύτερη αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ήδη υπό στοιχ Β προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία κατέθεσε την από 10.2.2023 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023) πρόσθετη παρέμβαση, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά αυτή της 7.12.2023 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης. Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο με αριθμούς ….. και …. και συζητήθηκαν.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του εκκαλούντος και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται για συζήτηση: α) μετ’ αναβολή από το πινάκιο κατά τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ.4 και 498 παρ.2 ΚΠολΔ από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 3.2.2023, για την δικάσιμο της 7.12.2023, και μετ αναβολή από την δικάσιμο αυτή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, η από 7.1.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……../2022- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……./2022) έφεση του εκκαλούντος, προς εξαφάνιση της με αριθμό 3261/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 5.8.2019 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2019) ανακοπή απέρριψε αυτήν β) η από 10.2.2023 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ …../2023) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……………., υπό την ιδιότητά της ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της παραπάνω εφεσίβλητης σε απαιτήσεις για τις οποίες η ανωτέρω Τράπεζα προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής προκειμένου να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση. Η ως άνω έφεση και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να συνεκδικασθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 παρ.1, 80, 31 ΚΠολΔ κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ως πρωτοδίκως κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ από το παρόν αρμόδιο κατ’ άρθρο 19 περ.α’ ΚΠολΔ Δικαστήριο. Κατά την εκφώνηση της πρόσθετης παρέμβασης και της έφεσης από τη σειρά τους στο οικείο πινάκιο ως προς την έφεση παρέστη ο εκκαλών και εφεσίβλητη τράπεζα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Βαγενά χωρίς όμως να καταθέσει προτάσεις, ενώ ως προς την πρόσθετη παρέμβαση η εκκαλούσα –υπερ ης η πρόσθετη παρέμβαση δεν εκπροσωπήθηκε, ενώ οι λοιποί διάδικοι παραστάθηκαν δια των πληρεξούσιων δικηγόρων τους. Από τις προσκομιζόμενες από την προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ’ αρ. ……./14.2.2023 και ………/14.2.2023 εκθέσεις επίδοσης που συνέταξε ο δικ. επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ………….. αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω πρόσθετης παρέμβασης με πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου (7.12.2023) και κλήση σε αυτή για συζήτηση επιδόθηκε με επιμέλεια της προσθέτως παρεμβαίνουσας αντίστοιχα στην υπέρ ης και στον καθ’ου η πρόσθετη παρέμβαση νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ.1γ, 129 παρ.1 ΚΠολΔ κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 591 παρ.1β και 7 ΚΠολΔ, οπότε με την αναβολή της υπόθεσης εκ του πινακίου θεωρούνται πλασματικά η υπέρ ης και ο καθ’ου η πρόσθετη παρέμβαση ότι έχουν κλητευθεί στην τελευταία μετ’ αναβολή δικάσιμο. Επίσης ο εκκαλών προσκομίζει σε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο την υπ’ αρ. ……../14.1.2022 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ……….., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση εφέσεως με πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου (2.2.2023) και κλήση σε αυτή για συζήτηση επιδόθηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος στην εφεσίβλητη τράπεζα νόμιμα κατ’ άρθρο 124 παρ.2 και 128 παρ.1 ΚΠολΔ κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 498 παρ.2 ίδιου Κώδικα, οπότε με τις εκ του πινακίου διαδοχικές αναβολές της υπόθεσης στις δικασίμους της 2.2.2023, και 7.12.2023, θεωρείται πλασματικά ότι υπάρχει κλήτευση της εφεσίβλητης να παραστεί στη συζήτηση της εφέσεως
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1, 215 παρ. 1 και 591 παρ.1β’ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την επίδοση αυτής στους διαδίκους, χωρίς την οποία (επίδοση σε όλους τους διαδίκους) δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, με συνέπεια την απόρριψη της ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 28/2007 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 555/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 86/2018 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 502/2011 στην ΤΝΠ Νόμος). Η επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στο εφετείο, στο πλαίσιο εκδίκασης έφεσης, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ.1 και 591 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 28/2007, ο.α., ΑΠ 1143/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 396/2018 στην ΤΝΠ Νόμος), ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, «Αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος, με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος, με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1078/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1102/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1553/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 883/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1188/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021, ο.α.). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμό 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1078/2022, ο.α., ΑΠ 1102/2022, ο.α., ΑΠ 1553/2022, ο.α., ΑΠ 783/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 784/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1088/2020, ΤΝΠ Νόμος). Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο όμως σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΕφΑΘ 481/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 128/2021 στην ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, από την συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 1, 5-6, 8-9, 14 και 16 του ν. 3156/2003 «Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα και άλλες διατάξεις» και 1 παρ. 1 περ. α`-δ`, 2 παρ. 1-3 και 4 και 3 του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ», όπως ισχύουν, συνάγεται, ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΤΝΠ Νόμος). Οι συνέπειες της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως προς την διαδικαστική θέση του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντα είναι, μεταξύ άλλων, η εκπροσώπησή του κατά την απουσία του από τον υπέρ ου η παρέμβαση και αντίστροφα, εφόσον υφίσταται νόμιμη κλήτευση συμμετοχής στη δίκη ή προσεπίκλησή του ή μετέχει νόμιμα στη δίκη (ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 349/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 3214/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 168/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 982/2021, ΤΝΠ Νόμος, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α’, άρθρο 76, αριθμ. 13 και 79, σελ. 516 και 536, Μ. Μαργαρίτης – Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, έκδοση 2η, άρθρο 76, αριθμ. 16 και 19, σελ. 164). Επομένως, λόγω της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας, για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους, για αυτό και η απόφαση που εκδίδεται είναι κατ’ αντιμωλία απόφαση ως προς όλους τους ομοδίκους και η διαδικασία διεξάγεται σαν να ήταν παρών και ο απών αναγκαίος ομόδικος (ΑΠ 1343/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 3572/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 4499/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 49/2022, ο.α., ΜονΕφΛαρ 187/2022, ΤΝΠ Νόμος). Η αντικειμενική όμως ενέργεια των διαδικαστικών πράξεων των αναγκαίων ομοδίκων, που καθιερώνεται κατά βάση από τη διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αφορά μόνο εκείνους που κατέστησαν πράγματι ομόδικοι (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 76, αριθμ. 6, σελ. 177) και προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση όλων των ομοδίκων σε κάθε συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου της τελευταίας ως προς όλους (ΕφΑΘ 6399/2006, ΕλλΔνη 2008.551, ΕφΑΘ 12016/1995, ΕλλΔνη 1997.686, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 172/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 56/2019, Δικ/φία 2019.280, ΕφΛαρ 166/2019, ΤΝΠ Νόμος). Ο προσθέτως παρεμβαίνων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 82 ΚΠολΔ, να επιχειρεί κάθε διαδικαστική πράξη προς το συμφέρον του υπέρ ου παρενέβη. Συγκεκριμένα, έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να επισπεύδει τη δίκη, να καταθέτει προτάσεις, να χρησιμοποιεί μέσα επίθεσης και άμυνας προς υποστήριξη των αιτήσεων του υπέρ ου, προτείνοντας στο πλαίσιο αυτό ενστάσεις, να επικαλείται και να προσάγει μέσα απόδειξης, να υποβάλει αιτήσεις, να ασκεί ένδικα μέσα και για τις διατάξεις που αφορούν την κύρια υπόθεση, να αναπληρώνει παραλείψεις του υπέρ ου η παρέμβαση προς αποτροπή δυσμενών συνεπειών (προερχόμενων π.χ. από την ερημοδικία του τελευταίου) και να αναλαμβάνει τη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΚΠολΔ. Επίσης, οι διαδικαστικές πράξεις του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος έχουν αντικειμενική ενέργεια και δεσμεύουν τον αδρανούντα υπέρ ου η παρέμβαση (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 82, αριθμ. 1, σελ. 191-192 και άρθρο 83, αριθμ. 3, σελ. 194, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α`, άρθρο 82, αριθμ. 3, 6, 9 και 18, σελ. 580-583). Εξάλλου, κατά το άρθρο 274 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ και στην επί της εφέσεως δίκη «Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε: α) αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272…». Ως μη κανονική συμμετοχή των διαδίκων ενώπιον του εφετείου νοείται, μεταξύ άλλων, είτε η μη εκπροσώπησή τους στη δίκη από ή με δικηγόρο είτε η μη κατάθεση προτάσεων (άρθρα 94 παρ 1 και 2, 115 παρ. 3 ΚΠολΔ), στην περίπτωση δε αυτή θεωρούνται δικονομικά απόντες και δικάζονται ερήμην (ΑΠ 1735/2010, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 407/2012, ΕλλΔνη 2012.1074, ΕφΑΘ 5267/2007, ΕλλΔνη 2008.564, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ο.α., ΕφΠειρ 381/2013, ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα, επομένως, με τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 περ. β` ΚΠολΔ, σε περίπτωση που παρίσταται ο προσθέτως παρεμβαίνων, αλλά απουσιάζει ο υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται ερήμην του μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και του αντιδίκου του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, εκτός εάν έχει ασκηθεί αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ, οπότε, λόγω της επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, ο τελευταίος, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο παρεμβαίνοντα – ομόδικο του. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 274 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέτει εγγραφή στο πινάκιο τόσο της κύριας υπόθεσης, όσο και της πρόσθετης παρέμβασης και συνεκφώνησης αυτών, ώστε τελικά να συνεκδικαστούν (ΤριμΕφΑθ 3663/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 193/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 160/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 673/2022, ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία ασκεί την υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, όπως διαλαμβάνει στο σχετικό δικόγραφο, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “…………….”, η οποία φέρεται ότι κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» ως προς την επίδικη απαίτηση, μετά την άσκηση της ένδικης ανακοπής και την επελθούσα εκκρεμοδικία. Όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα από την προσθέτως παρεμβαίνουσα έγγραφα η ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «…………….» δυνάμει της από 19.4.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο βιβλίο του Ν.2844/2000, στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ……/30.4.2020 μεταβίβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..», μεταξύ άλλων και την απαίτηση που αφορά τον εκκαλούντα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα του παραρτήματος της ως άνω σύμβασης μεταβίβασης που έχει καταχωρηθεί με αριθμό πρωτοκόλλου …… στον τόμο ….. με α.α. ….. στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών. Περαιτέρω η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν στην εταιρεία ειδικού σκοπού ανατέθηκε δυνάμει της από 18.6.2021 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων, στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, σύμβαση που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλάκειου Αθηνών την 22.6.2021 με αριθμό πρωτοκόλλου ……/22.6.2021, τόμος …. α.α. …… Συνεπεία των ανωτέρω η εταιρεία αυτή ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των προαναφερόμενων απαιτήσεων, έχει έννομο συμφέρον και παρεμβαίνει αυτοτελώς υπέρ της αρχικής διαδίκου τράπεζας. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία δημιουργεί επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ της αρχικής δικαιούχου των απαιτήσεων εφεσίβλητης τράπεζας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, με αποτέλεσμα, παριστάμενη η τελευταία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου να αντιπροσωπεύει και την απολιπόμενη εφεσίβλητη τράπεζα κατ’ άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, η οποία έτσι δεν δικάζεται ερήμην. Σημειωνέται ότι οι προτάσεις που κατέθεσε η εφεσίβλητη-καθής η ανακοπή ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προσκομίζονται από τον εκκαλούντα και την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση είναι απαράδεκτη, επειδή η προσθετως παρεμβαίνουσα δεν έχει την δυνατότητα να παρίσταται στα Δικαστήρια παρεμβαίνοντας σε δίκες που έχει εκκινήσει ο δανειολήπτης οφειλέτης αλλά μόνο σε δίκες που έχει εκκινήσει η δανείστρια Τράπεζα, ισχυρισμός ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος καθώς και οι δίκες αυτές αφορούν εντέλει την είσπραξη της απαίτησης της αρχικής δικαιούχου, την οποία επιδιώκει να αποτρέψει ο οφειλέτης, ενώ το δεδικασμένο επί της ασκηθείσας ανακοπής καταλαμβάνει και την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα. Επίσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση τυγχάνει απορριπτέα για τον επιπλέον λόγο ότι η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν του συγκοινοποίησε μαζί με το δικόγραφο της παρέμβασης και τα νομιμοποιητικά της έγγραφα, ισχυρισμός που επίσης τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς παρόμοια υποχρέωση προβλέπεται μόνο από την διάταξη του άρθρου 925 ΚΠολΔ, και αφορά την κοινοποίηση των νομιμοποιητικών εγγράφων του καθολικού ή ειδικού διαδόχου του αρχικού δικαιούχου, προκειμένου να αρχίσει ή να συνεχιστεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεση και όχι τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα.
Με την έφεσή του, που ανάγεται σε λόγους που αφορούν την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ο εκκαλών ζητεί την εξαφάνισή της εκκαλουμένης και την αποδοχή της ανακοπής του. Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3261/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς έχει ασκηθεί νόμιμα (άρθρα 495 παρ·1 και 2, 499, 511, 513 παρ- 1 περ.β, 516 παρ.1, 517 και 520 παρ. 2 KΠολΔ) από τον πρωτοδίκως ηττηθέντα ανακόπτοντα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρα 518 παρ. 2, καθώς ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε την 22.10.2020 ενώ η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 7.1.2022. Εισάγεται δε αρμόδια προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 KΠολΔ). Επιπλέον με την κατάθεση της έφεσης έχει καταβληθεί το κατ’ άρθρο 495 παρ· 3 KΠολΔ ηλεκτρονικό παράβολο Δημοσίου με κωδικό ……………., σε συνδυασμό με την 5.1.2022 απόδειξη εξόφλησης της Alpha Bank. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση είναι παραδεκτή και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του ισχυρίζεται ότι κατά εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε με τις σκέψεις που αριθμούνται στο δικόγραφο της έφεσής του με αριθμούς 1-8, τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, που αναγράφεται ως αοριστία της αίτησης και της διαταγής πληρωμής. Με τον ως άνω λόγο ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι η αίτηση και η κατ΄ αποδοχη αυτής εκδοθείσα διαταγή πληρωμής είναι αόριστες, καθώς δεν περιέχουν τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία. Ότι ειδικότερα στο απόσπασμα λογαριασμού που προσκομίστηκε για την έκδοση ης διαταγής πληρωμής δεν γίνεται καμία αναφορά στο ύψος του εκάστοτε επιτοκίου που αναπροσαρμοζόταν μονομερώς από την Τράπεζα ανά εξάμηνο, ούτε στη χρέωση της εισφοράς του Ν.128/1975 και του παράνομου ανατοκισμού αυτής, ούτε αναφέρεται ότι προστίθενται στο κεφάλαιο του δανείου, κεφαλοποιούνται και εν συνεχεία τοκίζονται και ανατοκίζονται τα ασφάλιστρα προς την ασφαλιστική «……..» που επέβαλε η καθής συμβατικά στον ανακόπτοντα.
Σύμφωνα με το άρθρο 623 Κ.Πολ.Δ. κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο χρηματικό ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων τυγχάνει ορισμένο δηλαδή εκκαθαρισμένο και τούτο (=εκκαθαρισμένο) συντρέχει όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 2210/2013 ΕΕΜΠΔ 2014.701, ΑΠ 653/2013, ΧΡΗΔΙΚ 2013.546). Και το δικόγραφο της αιτήσεως, όμως, θα πρέπει, κατ’ άρθρο 626 § 2 του KΠολΔ, να περιέχει το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή (ΑΠ 1409/2018, ΑΠ 1071/2017, ΕφΔωδ (Μον) 7/2017 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), όχι όμως και το επιτόκιο που εφαρμόστηκε κατά καιρούς από την Τράπεζα (ΕφΘεσ (Μον) 2256/218, αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Έτσι, η διαταγή πληρωμής, η οποία καταρτίζεται εγγράφως και αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό, χωρίς να είναι δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη από πλήρες αιτιολογικό, απαιτείται, μεταξύ άλλων στοιχείων, να μνημονεύει το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί. Περαιτέρω, στη διαταγή πληρωμής που εκδίδεται βάσει σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, η οποία καταγγέλθηκε πριν από τη λήξη της, αρκεί να αναφέρεται, όπως δεν αμφισβητείται ότι συνέβη εν προκειμένω, ότι καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση παροχής τοκοχρεωλυτικού δανείου, ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε στο σύνολό του ή τμηματικά στον δανειολήπτη και ότι ο τελευταίος καθυστέρησε την καταβολή κάποιας τοκοχρεωλυτικής δόσης, λόγος για τον οποίο καταγγέλθηκε η σύμβαση. Ακόμα, η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του είδους των τόκων (π.χ. συμβατικών ή υπερημερίας) σε συσχετισμό με το κεφάλαιο και το χρονικό διάστημα είναι αρκετή, ώστε ο οφειλέτης να είναι σε θέση να παρακολουθήσει και αντιληφθεί τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η οφειλή, ώστε να μπορεί να τα ελέγξει και να αντιτάξει την άμυνά του (ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1825/2012, ΑΠ 1391/2011 Τ.Ν.Π. «Νόμος», ΑΠ 1512/2006 Αρμ. 2007. 399, ΑΠ 72/1995 Τ.Ν.Π. «Νόμος», ΕφΑθ 227/2012 Τ.Ν.Π. «Νόμος», ΕφΘεσσ 492/2010 ΕΕμπΔ 2011. 81, ΕφΑθ 5900/2006 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Επιπροσθέτως, το εκκαθαρισμένο της απαίτησης αφορά μόνο στην κυρία απαίτηση και όχι στα παρεπόμενα της, όπως είναι οι τόκοι, συμβατικοί και προκύπτει και να συνάγεται από τον τίτλο ότι βαρύνουν τον οφειλέτη, αφού όλα τους ανάγονται στο μέλλον, με συνέπεια να είναι άγνωστο κατά την έκδοση αυτής σε ποιο ύψος τελικά θα ανέλθουν και αν ακόμα θα υπάρξουν. Επομένως, η μη αναφορά στη διαταγή πληρωμής του αριθμητικού ποσοστού του επιτοκίου, δεν την καθιστά αόριστη, εφόσον αυτή αναφέρει το είδος του τόκου που ζητείται, το κεφάλαιο και το χρονικό διάστημα, καθώς ο υπολογισμός των τόκων υπερημερίας γίνεται βάσει του κεφαλαίου και του συμφωνηθέντος επιτοκίου ή του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου υπερημερίας και εναπόκειται η διενέργεια μαθηματικού υπολογισμού διά την εξεύρεση του ποσού των τόκων υπερημερίας (ΑΠ 793/1999 ΕΕΝ 2000. 688, ΕφΑθ 9/2022, ΕφΠατρ 22/2021 Τ.Ν.Π. «Νόμος», ΕφΑθ 5900/2006 ΔΕΕ 13. 327). Εξάλλου, ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται, καθόσον το μεν κεφάλαιο είναι δεδομένο, τα δε νόμιμα επιτόκια είναι καθορισμένα με τους νόμους, τις πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου και τις αποφάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και επομένως, το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξοφλήσεως της επιταγής (ΕφΔωδ 7/2017, ΕφΠατρ 445/2005 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), ενώ το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό και για το κυμαινόμενο συμβατικό επιτόκιο, το οποίο στην κρινόμενη περίπτωση καθορίστηκε αρχικά σε 4,284% αναπροσαρμοζόμενο ανά εξάμηνο και συγκεκριμένα στις 30.6 και 31.12 κάθε έτους με βάση το επιτόκιο διατραπεζικών δανείων σε Ευρώ (Euribor) το οποίο είναι γνωστό, καθώς καθορίζεται από το τραπεζικό ίδρυμα και δημοσιεύεται στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο. (Εφ Πειρ.147/2025, ΤΝΠ Νομος, ΕφΠειρ. 153/2023 ΤΝΠ Νομος) Επομένως ο ως άνω λόγος ανακοπής ορθά απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως μη νόμιμος, αφού όπως προαναφέρθηκε δεν απαιτείται στην διαταγή πληρωμής να αναφέρεται το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και οι διακυμάνσεις αυτού. Περαιτέρω, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι το αναφερόμενο επιτόκιο του 4,284% δεν είναι αληθές γιατί δεν περιλαμβάνει το επιπλέον επιτόκιο 0,60 της εισφοράς του εισφορά του Ν.128/75 , ούτε το την ετήσια προσθήκη επιτοκίου 1,90% αλλά και τα ασφάλιστρα που τοκίζονταν και ανατοκιζονταν. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται τα συγκεκριμένα ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκε, παράνομα κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, η συνολική απαίτηση της καθ’ ης για τόκους από την χρήση των ανωτέρω όρων της σύμβασης και του παραρτήματος. Επιπρόσθετα, ο ανακόπτων δεν βάλλει κατά συγκεκριμένων χρεώσεων αλλά κατά της γενικής ορθότητας των τελευταίων, που αποτυπώνονται στα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας, χωρίς τούτο να αρκεί για το ορισμένο του ισχυρισμού του, δεδομένου ότι και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός, δεν θα οδηγούσε σε ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά το μέρος εκείνο, κατά το οποίο θα είχαν χρεωθεί παρανόμως υπολογισθέντες τόκοι και ποσά, το οποίο όμως ουδόλως προσδιορίζει, ενώ δεν καθιστούν την απαίτηση αναπόδεικτη και ανεκκαθάριστη, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν καθίσταται μη εκκαθαρισμένο το σύνολο της απαίτησης της καθ` ης, αλλά μόνο κατά το μέρος που συνδέεται με τυχόν παράνομες χρεώσεις. Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο καταγγελθέντος στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου. Έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση, αποτελούν και τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, κατόπιν συμφωνίας των συμβληθέντων μερών (ΑΠ 621/2018, ΕφΠειρ 399/2020, ΕφΔυτΜακ 25/2019, ΜΕφΛαρ 499/2019, στην ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, η συμφωνία μεταξύ της πιστοδότριας τράπεζας και του πιστούχου οφειλέτη, κατά την οποία το απόσπασμα του τηρούμενου από την τράπεζα λογαριασμού θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της αξίωσης της τράπεζας, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να διατάξει αποδείξεις σε βάρος της, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση και δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη (ΑΠ 1022/2003, ΕλλΔ/νη 45.90, ΑΠ 925/2002, ΕλλΔ/νη 38.1794), εναπόκειται δε στον πιστούχο οφειλέτη να αμφισβητήσει το ύψος των επιμέρους κονδυλίων πιστοχρέωσης, που περιέχονται στα αποσπάσματα, αλλά φέρει ο ίδιος το βάρος της απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί η πιστοδότρια τράπεζα να αμυνθεί και το δικαστήριο να τάξει το οικείο θέμα απόδειξης (ΕφΑθ 3791/2008, ΕφΑΔ 2009/216). Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Ως εκ τούτου, αναφορικά με την αποδεικτική δύναμη των εν λόγω αποσπασμάτων, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, με την οποία ζητείται το κατάλοιπο δανειακής σύμβασης ή σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθ` ου η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται : α) ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε πως, το ποσό αυτό, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας, β) ότι ο λογαριασμός που τηρήθηκε σε εξυπηρέτηση της σύμβασης, έκλεισε με ορισμένο κατάλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών της βιβλίων και γ) ότι το απόσπασμα αυτό, στο οποίο εμφαίνεται όλη η κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι και το κλείσιμο αυτού (και το οποίο αποτελεί έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 623 KΠολΔ), επισυνάπτεται στην αίτηση, οπότε και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται σ` αυτήν και τα επί μέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας τράπεζας (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 872/2017, δημ. Νόμος, Εφ Πειρ.174/2024 ΤΝΠ Νομος). Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι δεν απαιτείται στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής να αναφέρονται αναλυτικά τα κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων του λογαριασμού, αφού αρκεί μαζί με την αίτηση να προσκομίζεται το σχετικό απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, του οποίου είχε συμφωνηθεί συμβατικά η αποδεικτική δύναμη, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση, ούτε εκ του λόγου αυτού καθίσταται άκυρη η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής και επομένως ορθώς με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του ανακόπτοντος ως μη νόμιμος με αιτιολογίες που αντικαθίστανται με τις παραπάνω αναφερόμενες.
Περαιτέρω, ο εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του ισχυρίζεται ότι κατά εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε με τις σκέψεις που αριθμούνται στο δικόγραφο της έφεσής του με αριθμούς 9-12, τους ισχυρισμούς που περιέχονταν στον τρίτο λόγο της ανακοπής του. Με τον λόγο αυτό ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, καθόσον στην ένδικη σύμβαση περιλαμβάνονται καταχρηστικοί και συνεπώς, άκυροι όροι, που ενεργοποιήθηκαν από την καθ` ης και αποτελούν ΓΟΣ, οι οποίοι, επιφέρουν διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του ανακόπτοντος και ενέχουν υπέρμετρη δέσμευσή του, αντιβαίνουν δε ως καταχρηστικοί στις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Ειδικότερα, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η ανακοπτομένη είναι άκυρη λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό, που τηρούνταν για την ένδικη σύμβαση, ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975, αλλά περαιτέρω και του παράνομου ανατοκισμού αυτών και συγκεκριμένα λόγω αντίθεσης αυτών στο άρθρο 2 παρ. 6 Ν 2251/1994, η δε ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την απόδειξη με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης με έμμεσο αποτέλεσμα την συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 1 παρ 3 του ν 128/1975 η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ΄αρθρο 174 ΑΚ ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου και ως εκ τούτου είναι νόμιμη. Άλλωστε, στην προαναφερόμενη ένδικη σύμβαση ρητά αναγράφεται ότι ο οφειλέτης βαρύνεται με την εισφορά του ν. 128/1975, ποσοστού 0,60% όρος που κατ` αρχήν δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, καθώς δεν είναι αντίθετος σε κάποια απαγορευτική ρήτρα που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρίθμηση συγκεκριμένων ΓΟΣ που θεωρούνται “…” καταχρηστικοί – ούτε περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, ενώ εν προκειμένω τηρήθηκε η αρχή της διαφάνειας, αφού αναφέρεται ρητά η επιβάρυνση του ανακόπτοντος με την εν λόγω εισφορά και το ποσοστό με το οποίο επιβαρυνεται . Πέραν δε τούτου, σύμφωνα επίσης με τα ανωτέρω, νομίμως το ποσό της εισφοράς ανατοκίζεται ως αποτελούν τμήμα του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, με αποτέλεσμα λόγω μη ακυρότητος των επί μέρους κονδυλίων για το λόγο αυτό, να μην επηρεάζεται η αποδεικτικότητα των εγγράφων και να μην καθίσταται ανεκκαθάριστη η απαίτηση που επιδικάστηκε με τη διαταγή πληρωμής, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο ανακόπτων. Κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα, είναι έγκυρη, έχουσα βάση τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και δεν συνιστά υπόσχεση ελευθερώσεως κατ’ άρθρο 478 ΑΚ παρεχόμενη από την πιστούχο-δανειολήπτρια προς την πιστώτρια Τράπεζα αναφορικά με την καταβολή της εισφοράς αυτής προς το Ελληνικό Δημόσιο, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο ανακόπτων. (ΑΠ 1672/2024 Qualex, ΑΠ 821/2024 ΤΝΠ Νομος, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1073/2023, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019). Περαιτέρω ο περιλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο ανακοπής ισχυρισμός ότι ανατοκισμός επιτρέπεται μόνο επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι των φόρων εισφορών ή άλλων προμηθειών, δεν έχει πεδίο εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση καθόσον ρυθμίζει τελείως διαφορετικό θέμα και ειδικότερα τον προσδιορισμό της συνολικής οφειλής από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί μεταξύ των πιστούχων και των πιστωτικών ιδρυμάτων. (ΑΠ 152/2025ΤΝΠ Νομος) Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με αιτιολογίες εν μέρει διαφορετικές από αυτές που περιλαμβάνονται στην παρούσα απόφαση, κυρίως ως προς την εφαρμογή των διατάξεων περί σύμβασης ελευθέρωσης, που δεν τυγχάνουν εφαρμοστέες σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, από τις οποίες και αντικαθίστανται, ορθώς απέρριψε τον αναφερόμενο στην εκκαλουμένη απόφαση ως τρίτο λόγο ανακοπής. Τέλος, επειδή δεν υφίσταται έτερος λόγος έφεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος κατά την άσκησή της παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, καθώς επίσης πρέπει, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την απολειπόμενη πρώτη εφεσίβλητη και υπερ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση κατά της απόφασης αυτής, να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας (άρθρ. 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 KΠολΔ, όπως το τελευταίο αντικ. με το άρθρ. 35 παρ. 3 ν. 4446/2016). Όσον αφορά στην υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση δεν θα περιληφθεί διάταξη στο διατακτικό, καθόσον αυτή δεν περιέχει ίδιο αίτημα, το οποίο να πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει (ούτε καν σιωπηρά) το Δικαστήριο τούτο, αλλά απλώς διευρύνει τα όρια της εκκρεμούς διαδικασίας, αποτέλεσμα το οποίο επέρχεται αμέσως μετά την άσκησή της (βλ. ΑΠ 715/1998 ΕλλΔνη 40.630, ΕφΑθ 409/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 58/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 111/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5722/2011 ΕλλΔνη 53. 822, ΕφΑθ 6524/1996 ΕλλΔνη 38. 929). Τέλος δεν θα επιδικαστούν δικαστικά έξοδα για την έφεση λόγω της απουσίας της εφεσίβλητης και της απόρριψης της έφεσης, αλλά θα επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας σε βάρος του εκκαλούντος- καθού η αυτοτελής προσθετη παρέμβαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 7.1.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……/2022- ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …./2022) έφεση και την από 10.2.2023 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2023) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση με απούσα την εφεσίβλητη και υπερ ης η πρόσθετη παρέμβαση και με παρόντες τους λοιπούς διαδίκους
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτήν κατ ουσίαν
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του με κωδικό …………., ηλεκτρονικού παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ την δικαστική δαπάνη της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας σε βάρος του εκκαλούντος-καθού η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 17.9.2025
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ