Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 746/2025

Αριθμός   746/2025

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : …………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Περσεφόνη Ταρναρά (ΔΣΑ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ΟΤΑ – ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ – ΑΓ. Ι. ΡΕΝΤΗ» που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής, επί της οδού …………, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Καραφέρη (ΔΣΠ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  25.06.2023 και με αριθ. εκθ. καταθ.  ………/2023 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 3287/2024 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου,  που  δέχτηκε τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή.Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 13.04.2025 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……../2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. καταθ. ………./2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ… .).

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους  με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 13.04.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………../2025 και με αριθμό πρωτ. προσδ. ……../2025 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3287/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών –εργατικών– διαφορών, επί της από 25.06.2023 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικ. ……./2023 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ………….. Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β, 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ο.Τ.Α «ΔΗΜΟ ΝΙΚΑΙΑΣ – ΑΓ. Ι. ΡΕΝΤΗ», ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια, ενώ εξάλλου δεν έχει παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των δύο [2] ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [1.10.2024], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87 /23-7-2015] κατά τη (μεταγενέστερη της 19-08-2020) άσκηση της ένδικης έφεσης, (ήτοι κατάθεση της στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 25.07.2025). Συνεπώς (η έφεση) αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. τελ. ΚΠολΔ, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διαφορά του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ, καίτοι αυτό καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα, όπως άλλωστε προκύπτει από το με αριθμό ……………. e-παράβολο ποσού (100) ευρώ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠολΔ ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 614 αριθμ. 3, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015).

ΙΙ.  Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 25.06.2023 αγωγή που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, εξέθετε ότι στις 7.05.2018 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Δήμο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη αναγκών ανταποδοτικού χαρακτήρα, η διάρκεια της οποίας παρατάθηκε με τις αναφερόμενες στο δικόγραφο αποφάσεις Δημάρχου των διοριστέων της προκήρυξης 3κ/2018 ΑΣΕΠ. Ότι σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, ο ενάγων παρείχε την εργασία του ως Υ.Ε Εργάτης Καθαριότητας στο Τμήμα Αποκομιδής Απορριμμάτων, Ανακύκλωσης Υλικών, Καθαρισμού Κοινοχρήστων Χώρων του εναγομένου, επί πενθήμερο, για 32 ώρες εβδομαδιαίως και με ωράριο κυκλικό. Ότι στις 19.09.2018 και περί ώρα 23:35 μμ στη Νίκαια Αττικής, έχοντας μόλις ολοκληρώσει τη βάρδιά του ως εργάτης καθαριότητας – πλήρωμα απορριμματοφόρου, αφού το τελευταίο τον οδήγησε στην περιοχή του Δημοτικού Κηποθέατρου Νίκαιας όπου είχε σταθμεύσει την υπ’ αριθμ. κυκλ. ………… δίκυκλη μοτοσικλέτα του, επιβιβάσθηκε σ’ αυτή και ξεκίνησε την πορεία του προς τη βάση της υπηρεσίας του και δη προς το αμαξοστάσιο του εναγομένου Δήμου με σκοπό να θέσει την υπογραφή του στην ημερήσια κατάσταση προσωπικού – παρουσιολόγιο που τηρούνταν στην υπηρεσία, βάσει των υποδείξεων και των οδηγιών των προϊσταμένων του. Ότι λίγα μόλις λεπτά μετά την εκκίνησή του υπέστη οδικό τροχαίο ατύχημα, με έτερο εμπλεκόμενο όχημα το με αριθμ. κυκλοφ. ………….. Δ.Χ.Ε ταξί, ο οδηγός του οποίου είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του βαρύτατου τραυματισμού του, υπό τις περιγραφόμενες στο δικόγραφο συνθήκες. Ότι το ως άνω ατύχημα πληροί τις προϋποθέσεις του εργατικού ατυχήματος, για την επέλευση του οποίου ο εναγόμενος Δήμος βαρύνεται με αμέλεια κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο ενώ  συντρέχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των παραλείψεων του εναγομένου και του τραυματισμού του. Ότι εξαιτίας του βίαιου συμβάντος, υπέστη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά από νομότυπο περιορισμού μέρους του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, κατ’ άρθρ. 297, 295 ΚΠολΔ, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ όπως επίσης να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτού να του καταβάλει επιπλέον 60.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη, αφού έκρινε ορισμένη την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη, ελλείψει συνδρομής του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εκτιθέμενης στο δικόγραφο αμελούς συμπεριφοράς του ευθυνόμενου εργοδότη και της επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την υπό κρίση έφεσή του και ζητεί την εξαφάνισή της για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της και να καταδικαστεί το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο ΝΠΔΔ στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Ο δεύτερος λόγος της έφεσης που πλήττει την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, Ε΄έκδοση, 2003, σελ. 222, υπό τον αριθμό 6). Συνεπώς ερευνητέος τυγχάνει ο πρώτος λόγος της έφεσης, ο οποίος άπτεται της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου ως προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με την ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του εναγομένου Δήμου Νίκαιας – Αγ. Ιωάννη Ρέντη και και του τραυματισμού του εργαζομένου του ενάγοντος.

ΙΙΙ. Η εφαρμογή του ν. 551/31.12.1914 (ΦΕΚ Α. 11/8.1.1915), ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7./25.8.1920 (ΦΕΚ Α. 191/25.8.1920) και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. (α) ΕισΝΑΚ, προϋποθέτει “εργατικό ατύχημα”, δηλ. ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργαζόμενο, εργάτη ή υπάλληλο, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου (και) με εργοδότη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου [άρθρα 1, 2, 3 ν. 551/1914]. Εργατικό ατύχημα θεωρείται και η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζομένου, που είχε ως συνέπεια (μερική ή ολική) ανικανότητα για εργασία, εάν επήλθε από αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, ήτοι από βίαιη – έκτακτη και αιφνίδια επενέργεια εξωτερικού αιτίου. Εξ άλλου, ο εργοδότης έχει έναντι του εργαζομένου του την υποχρέωση πρόνοιας. Συγκεκριμένα, ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει και τα σχετικά με την παροχή της εργασίας ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου [άρθρο 662 ΑΚ]. Επί σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας από εργατικό ατύχημα, η αξίωση του παθόντος εργαζομένου για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο, με τη συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας [άρθρα 1, 2 ν. 551/1914, 288, 648, 662, 914, 71, 932, 299, 330, 922 ΑΚ]. Απαιτείται δηλ. παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) και αιτιώδης σύνδεσμος συμπεριφοράς και τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος. Αρκεί οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του υπαίτιου εργοδότη ή των προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του (ΑΠ ολ. 18/2008, ΑΠ 910/2015), ενώ δεν απαιτείται το ειδικό πταίσμα της μη τηρήσεως επιβαλλομένων όρων ασφαλείας [άρθρα 1, 2, 16 παρ.1 ν. 551/1914]. Στην βλάβη της υγείας περιλαμβάνεται και η εξ αιτίας της αδικοπραξίας προκληθείσα ψυχική ή πνευματική διαταραχή του εργαζομένου. Ο ειδικότερος προσδιορισμός των μέτρων που οφείλει να λάβει ο υπαίτιος, με αντικειμενικά κριτήρια ώστε να ισχύουν αορίστως σε περισσότερες όμοιες περιπτώσεις, αποτελεί εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της παράνομης συμπεριφοράς, ως όρου της αδικοπραξίας στην οποία θα πρέπει να μπορούν να υπαχθούν τα πραγματικά περιστατικά της ατομικής περιπτώσεως προς θεμελίωση του πιο πάνω στοιχείου της αδικοπρακτικής ευθύνης. Εάν δεν καθορίσθηκαν με θετικές διατάξεις συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων σε συγκεκριμένο εργοδότη, ο προσδιορισμός των μέτρων, που ο υπαίτιος οφείλει να λάβει, με αντικειμενικά κριτήρια, γίνεται κατ’ εφαρμογή της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη ως άνω που απορρέει (και) από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 662 ΑΚ, και 42 παρ. 1 του ν. 3856/2010 “Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων (ΦΕΚ Α 84/2-6-2016), καθώς και κατ’ εφαρμογή της αρχής της καλής πίστεως υπό την αντικειμενική της έννοια, δηλ. της συναλλακτικής ευθύτητας που κάθε συνετός και εχέφρων συναλλασσόμενος οφείλει κατά τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ να επιδεικνύει (ΑΠ 1415/2018). Προϋποθέσεις για την αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος εργαζομένου και παθόντος από εργατικό ατύχημα έναντι του εναγομένου εργοδότη είναι η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η οποία (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας) δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της καθώς και πταίσμα του εργοδότη, ήτοι κατά τα παραπάνω οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προστηθέντων στην υπηρεσία του. Έτσι, το ότι η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζομένου δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις δεδομένες περιστάσεις εκτελέσεώς της, δηλ. η (πρόσφορη) αιτιώδης συνάφεια – αιτιώδης σύνδεσμος των περιστάσεων της εργασίας και του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο διαφορετικά εκτός της εργασίας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα είχε επέλθει, συγκροτεί την ιστορική και νομική αιτία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ ολ. 1287/1986, ΑΠ 981/2015, βλ. ΑΠ 1365/2022, ΕΕργΔ 81ος τόμος, τευχ. 9ο, 2022, 1134 – 1141]. Ειδικότερα, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση, (βλ. και ΑΠ 367/2020, Ιστοσελ. ΑΠ, με περαιτέρω παραπομπές στις ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 468/2003).  Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι έννοια αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (βλ. ΑΠ 1266/2014, ΕΕργΔ 73 τομ, 2014, σελ 1335, ΑΠ 1253/2014, ΕΕργΔ 74 τομ, 2015, σελ 1160 επ, ΑΠ 81/2013, ΕΕργΔικ 73 τομ, 2014, σελ. 330 επ, ΑΠ 864/2009, ΕΝΑΥΤΔ/2009, 184).

IV. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το τροχαίο ατύχημα που συνέβη σ’ αυτόν στις 19.09.2018 και περί ώρα 23:25 μμ, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης άλλως εξ’ αφορμής της εργασίας του, συνδέεται αιτιωδώς με αυτήν, εφόσον οι συγκεκριμένες συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας του ήταν αυτές που οδήγησαν στο επίδικο αποτέλεσμα (σύγκρουση) και τον σοβαρό τραυματισμό του. Ισχυρίζεται δηλαδή ότι η μη καταβολή, εκ μέρους του εναγόμενου Δήμου, της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και την οποία ήταν υποχρεωμένος να επιδείξει ως εργοδότης με βάση τη σύμβαση, το νόμο αλλά και την καλή πίστη, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Τούτο διότι, αν ο εναγόμενος ΟΤΑ είχε φροντίσει τα σχετικά με την ασφαλή επιστροφή του ενάγοντος στη βάση της υπηρεσίας, δηλαδή είχε εξασφαλίσει τη μεταφορά του με ένα υπηρεσιακό και ασφαλέστερο όχημα και δεν είχε υποχρεώσει αυτόν να μετακινείται με το δικό του μέσο προκειμένου να μεταβεί υποχρεωτικά στο αμαξοστάσιο για να υπογράψει το πέρας της νυχτερινής βάρδιάς του, εκτιθέμενος σε πλείονες κινδύνους που σχετίζονται τόσο με τις αντικειμενικές συνθήκες σε συνδυασμό με τη φύση της παρεχόμενης εργασίας (νυχτερινή εργασία και νυχτερινή οδήγηση, μετακίνηση με δικό του μέσο μετά από πολύωρη και ιδιαίτερα κοπιαστική νυχτερινή βάρδια) όσο και με τον αστάθμητο ανθρώπινο παράγοντα, δεν θα είχαν δημιουργηθεί οι πρόσφορες συνθήκες για την πρόκληση του τραυματισμού του. Επειδή, κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή του ατυχήματος, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, έχοντας τελειώσει την 8ωρη βάρδια του, εκινείτο στον τόπο του τροχαίου ατυχήματος με αποκλειστικό προορισμό το αμαξοστάσιο του Δήμου, χωρίς να παρεκκλίνει από τη δρομολογηθείσα πορεία του προς αυτό για την επίτευξη άλλου ξένου σκοπού καθ’ οδόν είχε τεθεί σε κίνηση η αιτιώδης διαδρομή του εργαζομένου για την βάση της υπηρεσίας του με την πρόθεση να φθάσει σ’ αυτήν. Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εργασίας του ενάγοντος και του βίαιου συμβάντος (ατυχήματος) που συνέβη σ’ αυτόν στις 19.09.2018 και συνεπώς, το επίδικο ατύχημα, αφού προκλήθηκε με αφορμή την εργασία του είναι εργατικό και θεμελιώνει δικαίωμα του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος του εναγομένου, εάν αποδειχθεί η στην ιστορική βάση της αγωγής περιγραφόμενη αμέλεια του τελευταίου, η οποία είναι πρόσφορη να επιφέρει το τροχαίο ατύχημα και κατ’ επέκταση τον τραυματισμό του. Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι «……αληθή υποτιθέμενα τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο αναφορικά με την αμελή εκ μέρους των οργάνων του εναγομένου συμπεριφορά, ταύτα δεν δύνανται να συνδεθούν αιτιωδώς με την έλευση του ενδίκου ατυχήματος. Ειδικότερα, η αμελής συμπεριφορά που ο ενάγων καταλογίζει στον εναγόμενο – εργοδότη του συνίσταται στην απαίτηση να επιστρέφει στη βάση εργασίας του μετά το τέλος της βάρδιάς του, στην παράλειψη του εργοδότη του να εξασφαλίζει την ασφαλή μετάβαση του εργαζομένου στη βάση αυτή και στην παράλειψη ενημέρωσης και υπόδειξης της επικινδυνότητας που ενέχει η μετάβαση αυτή κυρίως ενόψει του χρόνου εκτέλεσής της, ήτοι νυκτερινές ώρες. Πλην όμως, ακόμη και τούτα συνιστούν παραβάσεις της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και μέριμνας ως προς τη διαμόρφωση του προγράμματος εργασίας εκ μέρους του εργοδότη εναγομένου, δεν μπορούν να θεμελιώσουν ευθύνη αυτού εν προκειμένω. Και τούτο διότι ως όροι δεν είναι πρόσφοροι να οδηγήσουν στο ένδικο ατύχημα που είχε ως συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, υπό την έννοια ότι η αποδιδόμενη στον εναγόμενο Δήμο πλημμέλεια δεν έχει γενικά την τάση – κατά την αντίληψη του μέσου συνετού ανθρώπου – να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεν ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή ούτε μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το ένδικο ατύχημα. Κατά συνέπεια ελλείπει η αναγκαία για τη θεμελίωση της ευθύνης του εναγομένου αιτιώδης συνάφεια της αμελούς συμπεριφοράς που ο ενάγων καταλογίζει στον εναγόμενο και του ένδικου ατυχήματος…» έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

V. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ………. και …………. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα. 336§3, 339, 340, 390, 395 και 432 επ. ΚΠολΔ), ορισμένα από τα οποία έγγραφα αναφέρονται ειδικά κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, από την υπ’ αριθμ. ……/2023 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νίκαιας ………., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων  με επιμέλεια του οποίου ελήφθη, στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας  δίκης, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (βλ. την υπ’ αριθμ. …../ 1.11.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336§4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, υπό την ιδιότητα του εργαζομένου του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου Δήμου Νίκαιας – Αγ. Ι. Ρέντη από τις 7.05.2018, έχοντας προσληφθεί με την ειδικότητα ΥΕ Εργατών Καθαριότητας στο Τμήμα Αποκομιδής Απορριμμάτων, Ανακύκλωσης Υλικών, Καθαρισμού Κοινοχρήστων Χώρων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, στις 19.09.2018, ήταν πλήρωμα απορριμματοφόρου με ωράριο εργασίας από 17.00 μμ έως 23.25 μμ. Ο ενάγων προσήλθε στην εργασία του με δικό του μέσο και δη οδηγώντας την υπ’ αριθμ. κυκλ. ……… δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας ………., την οποία στάθμευσε πλησίον του Δημοτικού Κηποθεάτρου Νίκαιας. Ακολούθως επιβιβάστηκε στο όχημα της αποκομιδής (απορριμματοφόρο), το οποίο οδηγούσε ο δημοτικός υπάλληλος ………….. Κατά τη λήξη της βάρδιάς του και δη περί τις 23.27 μμ, έχοντας ολοκληρώσει την ανατεθείσα ημερήσια υπηρεσία αποκομιδής απορριμμάτων σε προκαθορισμένη περιοχή του εναγομένου και εντός των ορίων του, ο ενάγων οδηγήθηκε από το απορριμματοφόρο πλησίον του Δημοτικού Κηποθέατρου Νίκαιας, όπου είχε σταθμεύσει τη μοτοσικλέτα και αποβιβάστηκε. Υποχρέωση του ενάγοντος ήταν να μεταβεί στην οδό ………… όπου βρίσκεται το αμαξοστάσιο (γκαράζ) του εναγομένου με σκοπό να υπογράψει στο παρουσιολόγιο για την λήξη της βάρδιάς του και να παραλάβει την χορηγούμενη ημερήσια ποσότητα γάλακτος. Ακολούθως, ο ενάγων επιβιβάστηκε στη μοτοσικλέτα του και κινήθηκε με αυτήν στη Λεωφόρο 28ης Οκτωβρίου, έχοντας κατεύθυνση από πλατεία Χαλκηδόνος προς την πλατεία Κρήνης.  Περί τις 23:35 μμ, στη συμβολή των οδών Κύπρου και 28ης Οκτωβρίου, έχοντας διανύσει μόλις 450 μέτρα από την πλατεία Κηποθεάτρου και ευρισκόμενος 1,5 χιλιόμετρο μακριά από το αμαξοστάσιο, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ……….. Δ.Χ.Ε ταξί ιδιοκτησίας ………. που οδηγούσε ο ………… Για το τροχαίο ατύχημα επιλήφθηκε το Β΄ Τμήμα Τροχαίας Πειραιώς και συντάχθηκε η από 19 Σεπτεμβρίου 2018 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος. Παθών από την σύγκρουση είναι ο ενάγων, ο οποίος διεκομίσθη  με σταθμό του ΕΚΑΒ στο Γ.Κ.Ν Νίκαιας, έχοντας υποστεί ανοικτό, διπλό εμπιεστικό κάταγμα του δεξιού κροταφοβρεγματικού οστού του κρανίου, κάταγμα ζυγωματικών οστών και πτερυγοειδών αποφύσεων του κρανίου αμφοτεροπλεύρως, συντριπτικό κάταγμα της διάφυσης του δεξιού μηριαίου οστού, κάταγμα 1ης πλευράς δεξιά και κάταγμα κλείδας αριστερά. Εξαιτίας του ατυχήματος, ο ενάγων αναγκάσθηκε να απέχει από την εργασία του για χρονικό διάστημα πολλών μηνών, βάσει συνεχόμενων αναρρωτικών αδειών που ξεκίνησε να λαμβάνει από τις 20.09.2018 και ακολούθως διαγράφηκε από το Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού Ελληνικού Δημοσίου στις 12.12.2019 λόγω λήξεως της σύμβασης εργασίας του.   Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/2019 βεβαίωση χαρακτηρισμού ατυχήματος ασφαλισμένου που εκδόθηκε κατόπιν αναγγελίας του περιστατικού στις 11.10.2018 από το αρμόδιο Δ΄ τοπικό υποκατάστημα μισθωτών Αττικής – Πειραιώς – Νήσων του ΕΦΚΑ, το ατύχημα του ενάγοντος χαρακτηρίστηκε ως εργατικό, με την υπ’ αριθμ. 2018/20915 απόφαση του ως άνω ασφαλιστικού οργανισμού. Ο τραυματισμός του ενάγοντος όμως, ενώ έγινε εξ’ αφορμής της εργασίας του, δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου Δήμου. Ειδικότερα, δεν προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία ότι ο Δήμος υπέπεσε σε ζημιογόνα παράλειψη που επέφερε τον τραυματισμό του ενάγοντος. Σύμφωνα με το με ημερομηνία 25.10.2023 έγγραφο του Τμήματος Εποπτείας Αποκομιδής της Διεύθυνσης Καθαριότητας & Ανακύκλωσης του εναγομένου που προσκομίζεται, η ενδεδειγμένη διαδικασία μετακίνησης των εργαζομένων στα απορριμματοφόρα είναι η ακόλουθη: «… (εν οι εργαζόμενοι) προσέρχονται στην υπηρεσία μας ……… με δικό τους τρόπο (δικό τους μέσο ή δημόσια συγκοινωνία), υπογράφουν την παρουσία τους σε καταστάσεις (παρουσιολόγιο), ξεκινάνε για την εργασία τους (άδειασμα κάδων οικιακών απορριμμάτων) μεταφερόμενοι με το ίδιο το όχημα της αποκομιδής (απορριμματοφόρο) και καταλήγουν όταν τελειώσουν πάλι στο γκαράζ του Δήμου στην ενότητα της Νίκαιας ……… εννοείται με το ίδιο το όχημα που ξεκίνησαν, όπου και υπογράφουν την έξοδό τους. Τυχόν άλλη συνεννόηση μεταξύ του πληρώματος γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη των μελών του πληρώματος και η υπηρεσία δεν λαμβάνει γνώση…». Την παραπάνω οδηγία επιβεβαίωσε και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο μάρτυρας του εναγομένου ………….., δημοτικός υπάλληλος που εργάζεται στο Δήμο Νίκαιας, στην ίδια υπηρεσία με τον ενάγοντα. Ο ως άνω μάρτυρας κατέθεσε επιπλέον πως ενίοτε οι εργαζόμενοι πηγαίνουν στο αμαξοστάσιο για να δηλώσουν την παρουσία τους με δικά τους μέσα και όχι με το απορριμματοφόρο, προφανώς για εξοικονόμηση χρόνου και προς διευκόλυνσή τους. Με τα δεδομένα αυτά, δεν αποδείχθηκε ως αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος ΟΤΑ παρέλειψε να φροντίσει σχετικά με την ασφαλή επιστροφή του στη βάση της υπηρεσίας, δηλαδή να εξασφαλίσει τη μεταφορά του με ένα υπηρεσιακό και ασφαλέστερο όχημα, παρά την ύπαρξη επικίνδυνης συνθήκης από την οποία ήταν δυνατόν να προκύψει ζημία του, ούτε βέβαια αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Δήμος επέβαλε σ’ αυτόν την υποχρέωση επιστροφής του προς το αμαξοστάσιο μετά το πέρας της νυκτερινής βάρδιας με το δικό του μέσο. Επομένως, δεν πληρούνται οι κατά το ιστορικό της αγωγής προϋποθέσεις της ευθύνης του εναγομένου προς χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος για την ηθική βλάβη που υπέστη από το εργατικό ατύχημα, καθώς ουδεμία αμέλεια δεν τον βαρύνει στην πρόκληση αυτού. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο εργοδότης είχε δημιουργήσει την απαραίτητη οργάνωση ως προς την ασφαλή μετάβαση των εργατών καθαριότητας προς τη βάση της υπηρεσίας και για την παροχή σ’ αυτούς των αναγκαίων μέσων ασφαλούς μετακίνησης, είχε λάβει υπόψη τους παράγοντες της φύσης της παρεχόμενης εργασίας και είχε προβλέψει τους πιθανούς κινδύνους,  οι οποίοι συνδέονται αντικειμενικά με την νυκτερινή εργασία  και τη νυχτερινή μετακίνηση  με ιδία μέσα των εργαζομένων του. Οι ενέργειες του εναγομένου δηλαδή τελούν σε συμμόρφωση με τις προστατευτικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί ασφάλειας των εργαζομένων και της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας,  (άρθρ. 662, 288 ΑΚ). Απεναντίας, ο ενάγων ήταν εκείνος που δεν ακολούθησε τις οδηγίες του εναγομένου και έθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο, οδηγώντας νυχτερινές ώρες, μετά από παροχή κοπιαστικής εργασίας οκτώ ωρών και δεν πήγε στο αμαξοστάσιο με το απορριμματοφόρο. Με τις παραδοχές αυτές, η από 25.06.2023 αγωγή του ενάγοντος είναι απορριπτέα στην ουσία της. Το παρόν δικαστήριο όμως, παρά το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, καίτοι ήταν νόμιμη αλλά απορριπτέα στην ουσία της, δεν θα εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενο την βασιμότητα του πρώτου λόγου της έφεσης, κατ’ εφαρμογή του άρθρ. 536 παρ.1 ΚΠολΔ. Τούτο διότι, κατά την διάταξη αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, τέτοια δε επιβλαβέστερη διάταξη εκδίδεται, όταν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως νόμω αβάσιμη και το Εφετείο, μετά από έφεση του ενάγοντος, την απορρίπτει ως ουσία αβάσιμη, χωρίς έφεση του εναγομένου, οπότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, (ΑΠ 1951/2007, ΤΝΠ Νόμος, Κυριάκος Οικονόμου, Η Έφεση, 2017, υπό άρθρο 536, παρ. 26, 380). Συνεπώς, η από 13.04.2025 έφεση πρέπει να απορριφθεί  ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας θα συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 179 εδαφ. τελ. ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 13.04.2025 (αριθμ. κατ. δικ. ……./2025) έφεση αντιμωλία των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά κατά της με αριθμό 3287/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών — διαφορών και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν στην ουσία.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις  15.12.2025.

   Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ