ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 756/2025
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τμήμα Ναυτικών Διαφορών)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη και Γεωργία Παναγιωτοπούλου Εφέτη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Της εκκαλούσας: Της αλλοδαπής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία <<…………………>>, που εδρεύει στον …. Αττικής, (οδός …………) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ….., η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Φιλοπούλου (ΑΜ ΔΣΑ ….., ΔΕ ΜΕΝΤΗΣ – ΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΑ …….) που κατέθεσε την από 6.5.2025 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Της εφεσίβλητης: Της γερμανικής εταιρείας με την επωνυμία <<……………..>>, νομίμως εκπροσωπουμένης, εδρεύουσας στο ……….. Γερμανίας (………….), η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πρόδρομο Σικιαρίδη (ΑΜ ΔΣΑ …………..).
Β) Της εκκαλούσας: Της αλλοδαπής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία <<………….>>, που εδρεύει στον …. Αττικής, (οδός ………….) και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ….., η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Φιλοπούλου (ΑΜ ΔΣΑ ….., ΔΕ ΜΕΝΤΗΣ – ΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΑ …….) που κατέθεσε την από 6.5.2025 έγγραφη δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Των εφεσιβλήτων: 1) Του αλλοδαπού συνδικάτου ασφαλιστών 5…………….που εκπροσωπείται νόμιμα από την αντιπρόσωπο και εντολοδόχο διαχειρίστρια (managing agent), εδρεύουσα στο ….., εταιρεία με την επωνυμία “…………..”, στη δε Γερμανία από το υποκατάστημα της εταιρείας με την επωνυμία “………” (πρώην “……….”), που εδρεύει στη ….. (….………..), 2) του αλλοδαπού συνδικάτου ………….., που εκπροσωπείται νόμιμα από την αντιπρόσωπο και εντολοδόχο διαχειρίστρια (managing agent), εδρεύουσα στο Λονδίνο, εταιρεία με την επωνυμία “………………”, στη δε Γερμανία από το υποκατάστημα της εταιρείας με την επωνυμία “……………” που εδρεύει στην ……. (…………….) και 3) του αλλοδαπού συνδικάτου ασφαλιστών ……….., που εκπροσωπείται νόμιμα από την αντιπρόσωπο και εντολοδόχο διαχειρίστρια (managing agent) εταιρεία με την επωνυμία “…………” (πρώην “…………”), που εδρεύει στο …. (……………), τα οποία εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πρόδρομο Σικιαρίδη (ΑΜ ΔΣΑ ……..).
Η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα των υπό στοιχ Α και Β εφέσεων, άσκησε σε βάρος όλων των εφεσιβλήτων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 27.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/28.12.2021 αγωγή, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’αριθ. 1762/2023 εν μέρει οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Α έφεσης, γερμανική εταιρεία με την επωνυμία <<………..>>, στην οποία επέβαλε και τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας και κατά τα λοιπά ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστεί έγγραφη νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου για τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό θέματα. Με την από 12.12.2023 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./18.12.2023 κλήση, η ενάγουσα – εκκαλούσα επανέφερε την ως άνω αγωγή προς συζήτηση, ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’αριθ. 1282/2024 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή και επέβαλε στην ενάγουσα το σύνολο των δικαστικών εξόδων των εναγομένων.
Τις αποφάσεις αυτές προσέβαλε η ηττηθείσα ενάγουσα και δη την υπ’αριθ. 1762/2023 εν μέρει οριστική απόφαση με την από 3.6.2024 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …../2024 και ειδ. αριθ.καταθ. …/2024 και στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …/2024 και ειδ.αριθ.καταθ. …../2024) έφεση και την υπ’αριθ. …/2024 οριστική απόφαση με την από 4.6.2024 (στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …../2024 και ειδ. αριθ.καταθ. …/2024 και στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. ../2024 και ειδ.αριθ.καταθ. …/2024) έφεση, οι οποίες προσδιορίστηκαν προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 24.10.2024 και μετά από νόμιμη αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αμφοτέρων των εφέσεων, που παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέπτυξε τις απόψεις της με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εφεσιβλήτων, αμφοτέρων των εφέσεων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η από 3.6.2024 έφεση της εταιρείας με την επωνυμία <<.…….>> κατά της γερμανικής εταιρείας με την επωνυμία <<………….>>, στρεφόμενη κατά της υπ’αριθ. 1762/2023 εν μέρει οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και β) η από 4.6.2024 έφεση της ιδίας ως άνω εκκαλούσας, εταιρείας <<…………….>> κατά 1) του αλλοδαπού συνδικάτου ασφαλιστών ………., 2) του αλλοδαπού συνδικάτου ……………..και 3) του αλλοδαπού συνδικάτου ασφαλιστών …………., στρεφόμενη κατά της υπ’αριθ. 1282/2024 οριστικής απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, εκδοθείσες (οι εκκαλούμενες αποφάσεις) επί της από 27.12.2021 αγωγής της εκκαλούσας.
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 β` ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της έφεσης συγχωρείται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 308, 309, 321 και 539 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, οριστική απόφαση είτε του πρωτοβάθμιου είτε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι εκείνη που περατώνει τη δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής, που απεκδύει τον δικαστή της περαιτέρω εξουσίας του σχετικά με το αγωγικό αίτημα. Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή και στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς. Σε έφεση υπόκεινται μόνο οι «εν όλω» οριστικές αποφάσεις. Οι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις (Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. ε’, παράγρ. 207 και 223 -επ). Με την έννοια αυτή μη οριστική είναι η απόφαση μεταξύ άλλων που αποφαίνεται για το ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσιαστική βασιμότητα αυτής και διατάσσει επανάληψη συζητήσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, προκειμένου λχ. να προσκομισθεί κάποιο έγγραφο ή να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη. Εν μέρει οριστική είναι η απόφαση, με την οποία περατώνεται η δίκη σε ορισμένο κεφάλαιο μόνο αυτής, ενώ για τα υπόλοιπα εξακολουθεί να είναι εκκρεμής, και εκείνη που δέχεται την αγωγή ως προς ορισμένα κονδύλια, ενώ ως προς άλλα αναστέλλει την πρόοδο της δίκης (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας [Πανταζόπουλος] ΚΠολΔ2 άρθρο 513 αρ. 1-9.). Σκοπός της ανωτέρω απαγόρευσης είναι η αποφυγή κατάτμησης της διαφοράς μεταξύ δικαστηρίων πρώτου και δευτέρου βαθμού, όπως και η εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου για τον οριστικό τερματισμό της δίκης. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 β ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 218 § 1 του ίδιου Κώδικα σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγόμενου σε ένα δικόγραφο, η απόφαση που περατώνει την δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται σε προσβολή με τα ως άνω ένδικα μέσα, ιδίως όταν οι υποβληθείσες αξιώσεις τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξαρτήσεως, δηλαδή η μία είναι παρεπόμενη της άλλης και η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση της άλλης (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 685/2022, ΑΠ 800/2021, ΑΠ 409/2009, ΑΠ 1060/2004, ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 81/2018 Αρμ. 2018.1345). Όμως αν σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αγωγές, μεταξύ των οποίων υπάρχει ουσιαστική και δικονομική ετερότητα και διαφορετικές έννομες σχέσεις δίκης, εφόσον εκδοθεί για τη μία από αυτές οριστική απόφαση και για την άλλη μη οριστική, η οριστική απόφαση υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση (ΑΠ 1506/2014, ΑΠ 99/2008 διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου www.areiospagos.gr).
Η από 4.6.2024 (υπό στοιχ Β) έφεση, κατά της υπ’αριθ. 1282/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της, στις 19.6.2024, στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα [30] ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης [άρθρα 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 518 ισχύει, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015], καθόσον, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας οι εναγόμενοι, ήδη εφεσίβλητοι, επέδωσαν την εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 96 και 143 ΚΠολΔ, στην Κωνσταντίνα Β. Φιλοπούλου, δικηγόρο Αθηνών, δικαστικό πληρεξούσιο και αυτοδικαίως αντίκλητο της ενάγουσας στις 20.5.2024 (βλ.υπ’αριθ. ……./20.5.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………………..), η οποία είχε παραστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως προκύπτει από το προεισαγωγικό τμήμα της εκκαλουμένης. Ομοίως η από 3.6.2024 (υπό στοιχ Α) έφεση κατά της υπ’αριθ. 1762/2023 εν μέρει οριστικής απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της, στις 17.6.2024, στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα [30] ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης στις 20.5.2024, στην ……………., δικηγόρο Αθηνών, δικαστικό πληρεξούσιο και αυτοδικαίως αντίκλητο της ενάγουσας, σύμφωνα με τα άρθρα 96 και 143 ΚΠολΔ (βλ.υπ’αριθ. …../20.5.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……………..). Πρέπει συνεπώς οι ανωτέρω εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκαν και οι εκκαλούμενες αποφάσεις, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων τους, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτές (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό εκάστης αυτών έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, ποσού εκατό πενήντα (150,00) ευρώ, που μνημονεύεται ρητά στις συνταχθείσες από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό ………/2024 και …………/2024 εκθέσεις καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου αντίστοιχα. Είναι δε αναγκαία η συνεκδίκασή τους λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, διότι στρέφονται κατά αποφάσεων που επιλήφθηκαν επί αξιώσεων των διαδίκων, αναγόμενων από το ίδιο ζημιογόνο περιστατικό και επίσης διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται μείωση των εξόδων και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 31, 246, 524 ΚΠολΔ). Επισημαίνεται ότι η υπ’αριθ. 1762/2023 εν μέρει οριστική απόφαση παραδεκτά εκκαλείται μόνο ως προς την οριστική αυτής διάταξη με την οποία περατώνεται η δίκη ως προς την πρώτη εναγομένη, η οποία συνδέεται με απλή ομοδικία με τις λοιπές συνεναγόμενες, επομένως το αντικείμενο της καταχθείσας προς δίκη διαφοράς δύναται να έχει διαφορετική έκβαση για κάθε εναγομένη, δεδομένου ότι οι υποβληθείσες με το δικόγραφο της αγωγής αξιώσεις κατά των εναγομένων δεν τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξαρτήσεως, ούτε η μία είναι παρεπόμενη της άλλης ούτε η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση της άλλης.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 ΚΠολΔ με την οποία ρυθμίζονται τα της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή της δικαιοδοσίας των πολιτικών διαφορών οσάκις ενέχουν στοιχείο ξένο προς την ελληνική πολιτεία και με την οποία ορίζεται ότι «στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου», συνάγεται ότι διεθνής δικαιοδοσία ημεδαπού δικαστηρίου επί διεθνούς πολιτικής διαφοράς υφίσταται, εάν η τελευταία συνδέεται με την Ελλάδα κατά τέτοιο τρόπο ώστε, κατά τη διάταξη του ΚΠολΔ περί δωσιδικιών, να είναι αρμόδιο κατά τόπο για να επιληφθεί της διαφοράς αυτής (ΑΠ 720/2019, ΑΠ 171/2008, ΕφΔωδ 19/2021, ΕφΘεσσ 110/2020, ΠολΠρωτΘεσ 10149/2022 άπασες στην Τ.Ν.Π. Νόμος). Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (άρθρα 3 και 4 ΚΠολΔ). Αν δεν συντρέχει, τότε απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη κατ’ άρθρο 4 Κ.Πολ.Δ.. Αν από τον παρόντα στη δίκη εναγόμενο προβληθεί ένσταση κατ’ άρθρ. 263 στοιχ. α ΚΠολΔ και αμφισβητηθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου (διαφορετικά επέρχεται κατά κανόνα σιωπηρά παρέκταση λόγω παρέκταση της κατά τόπον αρμοδιότητας κατ’ άρθρ. 42 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ), το δικαστήριο υποχρεούται, πριν από την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, να ελέγξει και αυτεπαγγέλτως αν έχει δικαιοδοσία με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή ή αίτηση πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων ο ενάγων θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων. Αν η αγωγή δεν διαλαμβάνει καθόλου τέτοια περιστατικά ή τα διαλαμβανόμενα κρίνονται ανεπιτήδεια ή ανεπαρκή για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας, τότε η αγωγή δεν απορρίπτεται ως αόριστη, διότι η έρευνα της διεθνούς δικαιοδοσίας προηγείται κατά νόμο της έρευνας της πληρότητας της αγωγής ως εισαγωγικού δικογράφου, αλλά ως απαράδεκτη για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 1529/2017 στην Τ.Ν.Π. Νόμος). Εξάλλου κατά το άρθρο 8 του Καν. 1215/2012 «Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: 1) Εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών, ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους». Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 37 §1 ΚπολΔ συνάγεται ότι για τη θεμελίωση της θεσπιζόμενης δωσιδικίας της προσωπικής ταυτότητας του δικαίου ή των ομοδίκων, οπότε επί υποθέσεων με στοιχείο αλλοδαπότητας υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία ημεδαπού δικαστηρίου αν ένας από τους ομοδίκους υπάγεται στη δική του αρμοδιότητα, απαιτείται η ύπαρξη μεταξύ των εναγομένων του δεσμού της παθητικής ομοδικίας (απλής ή αναγκαστικής), δηλαδή να βαρύνονται αυτοί με την ίδια ή με περισσότερες υποχρεώσεις, οι οποίες όμως απορρέουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, η δε αρμοδιότητα του δικαστηρίου στην περίπτωση αυτή κρίνεται με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, ανεξάρτητα από την ουσιαστική βασιμότητα ή μη αυτών και ειδικότερα εκείνων που αναφέρονται στον ομόδικο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται η δωσιδικία. Αν με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ιστορούνται στο δικόγραφο της αγωγής υπάρχει παθητική ομοδικία, η υπόθεση ερευνάται κατ’ ουσίαν και το δικαστήριο είναι αρμόδιο και για τον εναγόμενο, ο οποίος δεν έχει κατοικία στην περιφέρεια του, έστω και αν αποδειχθεί κατ’ ουσίαν αβάσιμη η αγωγή ως προς τον ομόδικό του, που έχει την κατοικία του στην παραπάνω περιφέρεια. Αν, όμως, ο ενάγων περιέλαβε στην αγωγή τον ομόδικο αυτόν, εν γνώσει, ψευδώς, για να δημιουργήσει την προαναφερθείσα δωσιδικία, περιγράφοντας (καταστρατηγώντας) τοιουτοτρόπως την ανωτέρω διάταξη, η δε τοιαύτη καταστρατήγηση αποδεικνύεται από τον ενιστάμενο, παραπέμπεται για τους λοιπούς εναγόμενους στο αρμόδιο δικαστήριο (ΕφΑθ 4.273/2021, ΕφΑθ 5.757/2011, ΕφΘεσσ 19/2010, ΕφΠειρ 516/2009, ΕφΑθ 8.851/2005, ΕφΑθ 1554/1998 άπασες στην Τ.Ν.Π. Νόμος). Στο τρίτο τμήμα του ίδιου ως άνω Κανονισμού (1215/2012) ρυθμίζεται η διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφάλισης. Ειδικότερα στο τμήμα αυτό ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ι) Σε υποθέσεις ασφαλίσεων η διεθνής δικαιοδοσία ρυθμίζεται από το παρόν τμήμα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6, το οποίο αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία σε κράτος μέλος και του άρθρου 7 σημείο 5, το οποίο αναφέρεται σε εναγόμενο που έχει κατοικία σε κράτος μέλος και υποκατάστημα ή πρακτορείο σε άλλο κράτος μέλος (άρθρο 10), ΙΙ) Ένας ασφαλιστής ο οποίος έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί, α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους, όπου έχει την κατοικία του, β) σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον την αγωγή έχει ασκήσει ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος ή δικαιούχος, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του ενάγοντος, ή γ) αν πρόκειται για συνασφαλιστή, ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο έχει εναχθεί ο κύριος ασφαλιστής (άρθρο 11 § 1). Ill) Ο ασφαλιστής μπορεί επιπλέον να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, αν πρόκειται για ασφάλιση αστικής ευθύνης ή για ασφάλιση ακινήτων (άρθρο 12). IV) Οι διατάξεις των άρθρων 10, 11 και 12 εφαρμόζονται σε περίπτωση ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, εφόσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται (άρθρο 13 § 2).
ΙΙΙ. Επίσης από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ.2, 118 εδ.δ΄, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη θεωρία του ουσιαστικού προσδιορισμού ή της λειτουργίας του κανόνα δικαίου που υιοθετεί ο ΚΠολΔ (ΑΠ 768/1985 ΕΕΝ 1986.275, ΕφΑθ 5788/1992 Δ 1993.686, ΕφΛαρ 233/1992 ΕλλΔνη 1992.1500), προκύπτει ότι για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζουν τα άρθρα 117-118 ΚΠολΔ, μεταξύ άλλων: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα σε βάρος του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο, ώστε η αγωγή να είναι επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως και να καθίσταται εφικτή η απάντηση σε αυτή και γ) ορισμένο αίτημα και επιπλέον σαφή έκθεση των ειδικών παραγωγικών γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, η δε έλλειψη ή ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από αυτά (αοριστία) συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία ως αναγόμενη στη δημοσία τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο κι αυτεπαγγέλτως. Η αναγραφή στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση που απορρέει απ’ αυτά, είναι απαραίτητη ώστε να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1073/1993 ΕλλΔνη 35.1582). Το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να είναι αυτάρκες, δηλαδή να περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο το αξιούμενο δικαίωμα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να συμπληρωθούν αυτά από το περιεχόμενο άλλου εγγράφου (διαδικαστικού ή εξωδίκου), αφού η τυχόν αόριστη αγωγή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με την παραπομπή της στα διαλαμβανόμενα σε άλλα προσκομιζόμενα άλλα έγγραφα της δίκης ούτε και από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΕφΠειρ 149/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 187/2005 ΕΝαυτΔ 2005.97, ΕφΠειρ 860/1997 ΕΝαυτΔ1998.9, βλ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθρο 216, αριθ.2-3). Η έλλειψη, η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα στοιχεία αυτά, καθιστά το δικόγραφο της αγωγής αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, επιφέρει δε το απαράδεκτο αυτού λόγω αοριστίας, στην απαγγελία του οποίου προβαίνει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο το ζήτημα ανάγεται στην προδικασία (ΚΠολΔ 111,159), η τήρηση της οποίας ρυθμίζεται από κανόνες δημοσίας τάξεως (ΑΠ 250/2011 ΕΕμπΔ 2011.591, ΑΠ 49/2011 ΕλλΔνη 2011.1594, ΑΠ 1297/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 305/2001 ΕλλΔνη 42.1318, ΑΠ 365/2000 ΕλλΔνη 41.1301, ΑΠ 718/1998 ΕλλΔνη 40.575, ΑΠ 1363/1997 ΕλλΔνη 1998.325, ΕφΑθ 8609/1999 ΕλλΔνη 42.13954, ΕφΘεσ 690/1997 ΕπισκΕμπΔ 1998.189). Ποιά είναι ακριβώς τα γεγονότα που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, που η ελλιπής αναφορά τους οδηγεί σε απόρριψή της ως αόριστης, εξαρτάται από το περιεχόμενο του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έννομη συνέπεια του οποίου αποτελεί το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 412/1986 ΕλλΔνη 28.440, ΕφΘεσ 2472/1995 ΕλλΔνη 38.1161, ΠολΠρΘεσ 21205/1996 Αρμ 1997.239). Επιπλέον, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση του διαδίκου, που αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως νομικά μεν αβάσιμης, κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1157/2017 ΤΝΠ Nόμος, ΜονΕφΠειρ 149/2015 ΤΝΠ Nόμος).
Με την από 27.12.2021 αγωγή, η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα, εξέθετε ότι την 21.6.2016 ήταν κυρία και διαχειρίστρια του υπό Βρετανική σημαία σκάφους αναψυχής M, κ.ο.χ 194,80, κ.κ.χ 118,01, έτους κατασκευής 2004, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, με το υπ’αριθ. …………….. ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζημιών, στον γερμανικό ασφαλιστικό οργανισμό <<……………..>> (πρώτη εναγομένη), έναντι κάθε απώλειας ή ζημίας αυτού, συμπεριλαμβανομένης της βλάβης των μηχανών και του λοιπού εξοπλισμού του, κατά τους ειδικότερους όρους του ανωτέρω συμβολαίου μεταξύ των οποίων και η επιλογή του γερμανικού δικαίου ως εφαρμοστέου. Οτι η πρώτη εναγομένη συμβλήθηκε στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο αφενός ως ασφαλίστρια και αφετέρου στο όνομα και για λογαριασμό των συνυπεύθυνων εις ολόκληρων, εναγομένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες εδρεύουν στο Λονδίνο και διατηρούν υποκαταστήματα στη Γερμανία, οι οποίες ειδικότερα ευθύνονται, η δεύτερη και η τρίτη αυτών κατά ποσοστό 35% του ασφαλίσματος έκαστη και η τέταρτη κατά ποσοστό 30% αυτού. Οτι την 21.6.2016, το ανωτέρω σκάφος κινούμενο νοτίως του λιμένα Λαβάνια, πλησίον της Γένοβας Ιταλίας, υπέστη βλάβη στο δεξιό κινητήρα υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες. Οτι την 23.6.2016 αναγγέλθηκε στην πρώτη εναγομένη η επέλευση του ασφαλισμένου κινδύνου. Οτι τον Οκτώβριο 2017 η ενάγουσα πώλησε το επίδικο σκάφος στην εδρεύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία <<…………………>>, με την οποία συμφώνησε να διατηρήσει η ίδια (ενάγουσα) την αξίωση από την ασφαλιστική σύμβαση, αναλαμβάνοντας όμως την υποχρέωση να καταβάλει στην αγοράστρια το σύνολο των εξόδων στα οποία αυτή θα υποβαλλόταν για την αποκατάσταση της προαναφερόμενης ζημίας του σκάφους. Οτι η ως άνω αγοράστρια εταιρεία εξαγόρασε, τον Ιανουάριο 2018, το σύνολο των μετοχών της ενάγουσας, χωρίς όμως να ολοκληρωθεί τυπικά η διαδικασία συγχώνευσης δια απορροφήσεως της ενάγουσας κατά το δίκαιο των Βρετανικών Παρθένων Νήσων δυνάμει του οποίου αυτή έχει συσταθεί και ότι ως εκ τούτου παρέμεινε αυτή (ενάγουσα) δικαιούχος της ένδικης απαίτησης. Οτι το συνολικό κόστος των περιγραφόμενων στην αγωγή επισκευών ανήλθε στο συνολικό ποσό των 447.474,30 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τη μη διάδικο εταιρεία με την επωνυμία <<……………>>. Οτι η πρώτη εναγομένη αρνείται να καταβάλει την αντίστοιχη ασφαλιστική αποζημίωση μειωμένη κατά το ποσό των 25.000 ευρώ, που αποτελεί τη συμμετοχή της ίδιας (ενάγουσας) στη ζημία, κατά τα συμφωνηθέντα ειδικότερα στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν: α) η πρώτη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 422.474,30 ευρώ, β) η δεύτερη εξ αυτών εις ολόκληρον με την πρώτη, το συνολικό ποσό των 147.866 ευρώ, γ) η τρίτη εξ αυτών εις ολόκληρον με την πρώτη, το συνολικό ποσό των 147.866 ευρώ και η τέταρτη εξ αυτών εις ολόκληρον με την πρώτη, το συνολικό ποσό των 126.742,30 ευρώ, νομιμοτόκως από 23.7.2016 με επιτόκιο κατά εννέα (9) μονάδες υψηλότερο από το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο της γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας, επιπλέον δε κατά ποσοστό 2% από την άσκηση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική της δαπάνη, η μεν πρώτη κατά το πλήρες ποσό αυτής, οι δε λοιπές κατά το ποσοστό του ευθύνης τους από την ασφαλιστική σύμβαση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’αριθ. 1762/2023 εν μέρει οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη εταιρεία <<……………….>> ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, κρίνοντας, κατόπιν επισκόπησης των σχετικών προσκομιζόμενων εγγράφων, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν διεκδικούν εφαρμογή οι προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 11 του Κανονισμού 1215/2012 [το οποίο επιλύει το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις ασφαλίσεων παρέχοντας στο ασθενέστερο μέρος (ασφαλισμένο ή δικαιούχο ασφαλιστικής αποζημίωσης) την ευχέρεια να ενάγει τον ασφαλιστή ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του ακόμη και εάν ο εναγόμενος ασφαλιστής εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος], καθόσον η πρώτη εναγομένη στερείται την ιδιότητα της ασφαλίστριας έχουσα μόνο εκείνη της ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας και κατά τα λοιπά ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης διατάσσοντας την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο προκειμένου να προσκομισθεί με επιμέλεια της ενάγουσας έγγραφη νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου ως προς την ύπαρξη και ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου των Βρετανικών Παρθένων Νήσων σχετικά με τις προϋποθέσεις συγχώνευσης κεφαλαιουχικών εταιρειών με εξαγορά των μετοχών ενός νομικού προσώπου από έτερο και τις έννομες συνέπειες που επέρχονται με αυτήν (συγχώνευση). Κατόπιν της από 12.12.2023 κλήσης, με την οποία η ενάγουσα επανέφερε την αγωγή προς συζήτηση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’αριθ. 1282/2024 οριστική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά των παραπάνω αποφάσεων παραπονείται η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα με τις ένδικες εφέσεις και δη α) με την από 3.6.2024 (υπό στοιχ Α) έφεση, στρεφόμενη κατά της ως άνω εν μέρει οριστικής απόφασης ως προς την οριστική αυτής διάταξη, ζητώντας την εξαφάνισή της και με την από 4.6.2024 (υπό στοιχ Β) έφεση στρεφόμενη κατά της οριστικής απόφασης, ζητώντας, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, την εξαφάνιση της, ενώ με αμφότερες τις εφέσεις πλήττει τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έρευνα διέρχεται τρία στάδια, κατά τα οποία εξετάζονται πρώτα το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης (άρθρο 532), δεύτερο το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο το κατ’ ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 παρ. 1). Το βάσιμο ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από το Εφετείο από την εκτίμηση του σε αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεντρωθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανόμενου και του προσκομισθέντος το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη, κατά τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. Το Εφετείο όμως, του νόμου μη ορίζοντος το αντίθετο, κατά την ορθή έννοια των ως άνω διατάξεων, δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, α) να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η πραγματογνωμοσύνη, β) να διατάξει επανάληψη της συζήτησης, όταν κατά τη μελέτη και τη διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν κενά, που χρειάζονται συμπλήρωση (άρθρο 254 ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση των διεξαχθησομένων τούτων αποδείξεων, καθώς και αυτών που εκτιμήθηκαν από την εκκαλούμενη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση και, σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και εκ τούτου, κατ’ επιταγή πλέον του νόμου (άρθρο 535 παρ. 1), να εξαφανίσει τότε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, κατά την έννοια της άνω διάταξης, προϋπόθεση της εξαφάνισης αυτής (απόφασης) είναι η προηγούμενη διάγνωση από το Εφετείο της βασιμότητας των λόγων έφεσης, η οποία επιτυγχάνεται κυριαρχικά από αυτό, κατά τα προεκτεθέντα. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά τουναντίον: α) από τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση και β) από την έχουσα επίσης εφαρμογή στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ διάταξη του άρθρου 245 του ιδίου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δικαιούται να διατάξει επανάληψη της συζήτησης και να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, που θα συντελούν στη διάγνωση της βασιμότητας του λόγου έφεσης και της εν γένει διαφοράς, κατά τα δι’ αυτού οριζόμενα όρια, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη (ΕφΠειρ 1/2025 δημ. ΝΟΜΟΣ, με αναφορά σε ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1844/2011, ΑΠ 2/2006, ΕφΑθ 1597/2011, ΕφΛαμ 139/2011, ΕφΔωδ 131/2005 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
V. Εξάλλου, κατά το άρθρο 337 του ΚΠολΔ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη το δίκαιο που ισχύει σε αλλοδαπή πολιτεία, τα έθιμα και τα συναλλακτικά ήθη και, αν δεν τα γνωρίζει μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει όποιο μέσο κρίνει κατάλληλο, χωρίς να περιορίζεται στις αποδείξεις που προσάγουν οι διάδικοι. Μάλιστα, η απόδειξη για το εφαρμοστέο αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, μπορεί να γίνει και στο πλαίσιο επανάληψης της συζήτησης, κατ` άρθρο 254 του ΚΠολΔ ώστε να προσκομισθεί με την επιμέλεια των διαδίκων το κείμενο του αλλοδαπού δικαίου, που διέπει τη σχετική έννομη σχέση, καθώς και γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου για την έννοια αυτού (βλ. ΕφΘεσ 154/2010 ΕΠολΔ 2011,106, ΕφΙωαν 133/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘρακ 13/2006 ΕπιΔικΙΑ 2007,260). Σημειωτέον ότι η επανάληψη της συζήτησης, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο (254 παρ. 1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην κατ` έφεση δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να διαταχθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είτε πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης είτε μετά από αυτήν και η συζήτηση που ορίζεται για τον σκοπό αυτόν δεν είναι νέα, αλλά θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης (βλ. Σ. Σαμουήλ, η έφεση, έκδ. ΣΤ`, αρ. 1053, σελ. 417, Εφ.Θεσ. 2318/2017, ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχ Α έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 1762/2023 εν μέρει οριστική απόφαση, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 10-15 (Τμήμα 3) του Κανονισμού 1215/2012, διότι ενώ εξέθεσε στον νομικό συλλογισμό της απόφασης τη σκέψη ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ανεξαρτήτως της αλήθειάς τους, αν έχει διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την διαφορά, εν τούτοις κατά την εξέταση της αγωγής δεν αρκέσθηκε στη ρητή επίκληση της ιδιότητας της πρώτης εναγομένης ως ασφαλίστριας, αλλά ερευνώντας την διαφορά κατ’ουσίαν και δεχόμενο τους σχετικούς ισχυρισμούς της πρώτης εναγομένης, ήχθη στην εσφαλμένη κρίση ότι αυτή είναι απλή διαμεσολαβήτρια και όχι ασφαλίστρια και επομένως ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά και με αυτή την κρίση απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, ως προς αυτήν. Επίσης με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχ Β έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’αριθ. 1282/2024 (οριστική) απόφαση, κρίνοντας εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικότερα παραπονείται ότι το Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της φέρουσας στοιχεία αλλοδαπότητας και διασυνοριακές διαστάσεις αγωγής, ως προς μεν την πρώτη και δεύτερη των καθ’ων η κλήση – δεύτερη και τρίτη των εναγομένων (ήδη πρώτη και δεύτερη των εφεσιβλήτων της υπό στοιχ Β έφεσης), όπως αυτές αναφέρονται στην από 12.12.2023 κλήση με την οποία η ενάγουσα επανέφερε προς συζήτηση την αγωγή, μετά την απόρριψη αυτής ως προς την αρχική πρώτη εναγομένη, επειδή διατηρούν υποκαταστήματα σε κράτος μέλος της ΕΕ (Γερμανία), από τη λειτουργία και εκμετάλλευση των οποίων προέκυψε η ένδικη διαφορά, ως προς δε την τρίτη καθ’ης η κλήση – τέταρτη εναγομένη (ήδη τρίτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Β έφεσης) κατά το άρθρο 37 παρ.1 ΚΠολΔ (δωσιδικία ομοδικίας) σύμφωνα με τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας του lex forum, κατά παραπομπή από το άρθρο 6παρ.1 Καν.1215/2012, ακολούθως έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι δεν εξειδικεύονται σε αυτήν οι διενεργηθείσες δαπάνες αποκατάστασης (κατ’είδος και κόστος των επιμέρους εργασιών), με συνέπεια να στερούνται οι εναγόμενοι το δικαίωμα άμυνας.
Από το περιεχόμενο της εκκαλουμένης, υπ’αριθ. 1762/2023 εν μέρει οριστικής απόφασης, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απεφάνθη περί της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του ως προς την πρώτη εναγομένη, αλλοδαπή εταιρεία <<………………>> ως στερούμενης της ιδιότητας της ασφαλίστριας, κατόπιν επισκόπησης (όπως ρητά αναφέρεται στο φύλλο 7ο της εκκαλουμένης) των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από αυτήν αποδεικτικών μέσων και δη 1) του τηρούμενου στο Ειρηνοδικείο του Αμβούργου Εμπορικού Μητρώου, όπου είναι εγγεγραμένη με αριθμό …………. και αντικείμενο δραστηριότητας μεταξύ άλλων, την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, 2) του αντιγράφου από το γερμανικό μητρώο ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, όπου αναφέρεται αυτή ως έχουσα άδεια ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας με αριθμό μητρώου …………., 3) της επίδικης υπ’αριθ. 10299786-88 ασφαλιστικής σύμβασης με ρητή αναφορά ότι αυτή υπέγραψε <<για λογαριασμό των συμμετεχόντων ασφαλιστών δυνάμει ειδικής εξουσιοδότησης και 4) της με αριθμό ………./28.4.2022 ένορκης βεβαίωσης του ……….., ληφθείσας ενώπιον της Διευθύνουσας το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Αμβούργο Γερμανίας, εκτελούσας κατά νόμο καθήκοντα συμβολαιογράφου, χωρίς να υπεισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, όπως αβασίμως διατείνεται η εκκαλούσα με τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης. Ετι περαιτέρω κατά την εξέταση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, κατά τη συζήτηση μετά από επαναφορά της αγωγής με την από 12.12.2023 κλήση, το Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 1282/2024 οριστική απόφαση, έκρινε απαράδεκτη λόγω αοριστίας (την οποία προσδιόρισε ως ποσοτική) την αγωγή, εφαρμόζοντας το ημεδαπό δίκαιο (lex fori), χωρίς αναφορά των σχετικών ρυθμίσεων του γερμανικού δικαίου, αλλά αντίθετα μνημονεύοντας τη διάταξη του άρθρου 298εδ.α ΚΠολΔ. Όμως τα γεγονότα που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, των οποίων η ελλιπής αναφορά οδηγεί σε απόρριψή της ως αόριστης, εξαρτάται από το περιεχόμενο του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έννομη συνέπεια του οποίου αποτελεί το αίτημα της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμοστέο δίκαιο στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση είναι το γερμανικό, όπως επικαλείται η ενάγουσα (στοιχ. Γ σελ. 6 της αγωγής) και δεν αντιλέγουν οι εναγόμενες, προκύπτει δε και από την επισκόπηση του επικαλούμενου με την αγωγή και προσκομιζόμενου (σχετ. 9) ασφαλιστηρίου. Με αυτό το δίκαιο θα κριθούν α) η έλλειψη ή μη της διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου ως προς την πρώτη εναγομένη (ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχ. Α έφεσης) και β) η τυχόν αοριστία της αγωγής, που μπορεί να είναι νομική (ΑΠ 538/2014, ΤΝΠ Νόμος) όταν από το δικόγραφο απουσιάζει ένα ή περισσότερα περιστατικά από εκείνα, που είναι αναγκαία, κατά το γερμανικό νόμο, για τη θεμελίωση του αιτήματός της ή πραγματική όταν δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ποσοτική αοριστία), ή όταν γίνεται επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών (ποιοτική αοριστία). Τους σχετικούς κανόνες κατά το περιεχόμενο και την ερμηνεία τους αγνοεί το παρόν Δικαστήριο, ενώ και οι διάδικοι δεν προσκομίζουν τη σχετική νομοθεσία, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην δύναται να κρίνει ασφαλώς τη διεθνή δικαιοδοσία του ως προς την πρώτη εναγομένη που θεμελιώνεται στην παθητική νομιμοποίησή της με την τυχόν ιδιότητα της ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας, τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής καθώς και το ορισμένο αυτής, ούτε να αξιολογήσει τη νομιμότητα των ενστάσεων των εναγομένων. Συνεπώς, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, να διαταχθεί επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου σύμφωνα με τα άρθρα 254 παρ.1 και 337 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομιστούν με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, οι σχετικές προς την ασφαλιστική αποζημίωση, λόγω επέλευσης ασφαλιστικής περίπτωσης, διατάξεις του επικαλούμενου στην αγωγή γερμανικού δικαίου ως προς την ασφάλιση σκαφών [όπως ο ασφαλιστικός νόμος (Versicherungsvertragsgesetz – VVG της 23.11.2007, όπως ίσχυε κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (21.6.2016)] και δη αυτές που προβλέπουν τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση, από τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο του ασφαλίσματος κατά του ασφαλιστή (ως και τυχόν τρίτου υπόχρεου) κατά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, τα κατά το νόμο αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες των ενεργούντων πράξεις ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εταιρειών αναφορικά με την κάλυψη του ασφαλιστέου κινδύνου και τη διαχείριση των ασφαλιστικών απαιτήσεων, ιδίως εάν η ασφαλιστική διαμεσολαβήτρια ενέχεται προσωπικά ή/και από κοινού με τον ασφαλιστή ως προς την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης καθώς και τις τυχόν εξαιρέσεις από την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης και οι όροι αυτών, χωρίς προηγουμένως το Δικαστήριο να προβεί στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, εξουσία την οποία έχει, κατά τα προαναφερόμενα στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Μετά ταύτα το Δικαστήριο απέχει από την έρευνα των λοιπών λόγων των κρινόμενων εφέσεων. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, ενόψει του ότι η απόφαση, με την οποία αναβάλλεται η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης, είναι μη οριστική (άρθρο 191 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 3.6.2024 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./2024 έφεση και την από 4.6.2024 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./2024) έφεση, αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.
Αναβάλλει την έκδοση απόφασης.
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων κατά τη νέα δικάσιμο που θα οριστεί, οι σχετικές προς την ασφαλιστική αποζημίωση, λόγω επέλευσης ασφαλιστικής περίπτωσης, διατάξεις του επικαλούμενου στην αγωγή γερμανικού δικαίου ως προς την ασφάλιση σκαφών [όπως ο ασφαλιστικός νόμος (Versicherungsvertragsgesetz – VVG της 23.11.2007, όπως ίσχυε κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (21.6.2016)] και δη αυτές που προβλέπουν τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση, από τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο του ασφαλίσματος κατά του ασφαλιστή (ως και τυχόν τρίτου υπόχρεου) κατά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, τα κατά το νόμο αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες των ενεργούντων πράξεις ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εταιρειών αναφορικά με την κάλυψη του ασφαλιστέου κινδύνου και τη διαχείριση των ασφαλιστικών απαιτήσεων, ιδίως εάν η ασφαλιστική διαμεσολαβήτρια ενέχεται προσωπικά ή/και από κοινού με τον ασφαλιστή ως προς την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, καθώς και τις τυχόν εξαιρέσεις από την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης και οι όροι αυτών.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά, στις 26.10.2025 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 24.12.2025
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ