Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 30/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός απόφασης  30/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή – Εφέτη και Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενων: 1) ……………. 2) …………. και 3) ………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Έλλη Ντεντιδάκη (ΑΜ …………. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).

Της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στο …….. Αττικής, …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 14.11.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………», η οποία εδρεύει στο ………. των Η.Π.Α., ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, δυνάμει της από 15.11.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Αγγελή (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση – εκκαλούντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενων: 1) ………. 2) ……………. και 3) …………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Έλλη Ντεντιδάκη (ΑΜ ………… Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).

Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 01.05.2013 και με αριθμό κατάθεσης ……/2013 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 584/2015 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην των εναγόμενων, έκανε δεκτή την αγωγή. Οι εκκαλούντες – εναγόμενοι προσέβαλαν την απόφαση αυτή: (Α) με την από 08.10.2015 έφεσή τους που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …/08.10.2015 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../14.03.2023 και ειδικό …/14.03.2023, για τη δικάσιμο της 18.04.2024, μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 05.06.2025 και μετά από αναβολή αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, (Β) με τους από 29.03.2023 πρόσθετους λόγους έφεσης που κατατέθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …../31.03.2023 και ειδικό …/31.03.2023 και προσδιορίστηκαν για τη δικάσιμο της 18.04.2024, μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 05.06.2025 και μετά από αναβολή αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκαν στο πινάκιο και (Γ) με τους από 28.04.2025 πρόσθετους λόγους έφεσης που κατατέθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./29.04.2025 και ειδικό …/29.04.2025 και προσδιορίστηκαν για τη δικάσιμο της 05.06.2025 και μετά από αναβολή αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκαν στο πινάκιο.

Η προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 15.04.2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας και κατά των εκκαλούντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενων, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης γενικό …./16.04.2024 και ειδικό ……/16.04.2024, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 05.06.2025 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενων – καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο η από 08.10.2015 έφεση, οι από 29.03.2023 πρόσθετοι λόγοι έφεσης και οι από 28.04.2025 πρόσθετοι λόγοι έφεσης των εκκαλούντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενων, και συνεπώς, ενόψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι, παρά την αυτοτέλεια τους, τελούν σε εξάρτηση από την έφεση και φέρουν σε σχέση με αυτή παρακολουθηματικό χαρακτήρα (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση κατά τον ΚΠολΔ, έκδ. 2009, αρ. 584, σελ. 250) και δικάζονται υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. I, άρθρο 520, αρ. 36, σελ. 930, ΕφΑθ 504/2020 ΝΟΜΟΣ), ενώ δεν μπορεί να νοηθεί χωριστή συζήτησή τους (βλ. Χ. Ευθυμίου, σε X. Απαλαγάκη – Σ. Σταματόπουλου, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842& 4855/2021, έκδ. 2022, άρθρο 520, αρ. 6, σελ. 1704-1705), πρέπει να συνεκδικαστούν η από 08.10.2015 έφεση, οι από 29.03.2023 πρόσθετοι λόγοι έφεσης και οι από 28.04.2025 πρόσθετοι λόγοι έφεσης, διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, και κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 παρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, “Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι, κατά το άρθρο 271 παρ. 3 του ΚΠολΔ, οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκαλούμενη απόφαση, με μόνη την, κατ’ άρθρο 532 του ΚΠολΔ, τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης, εξαφανίζεται, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του εναγόμενου τεκμήριο ομολογίας. Επομένως, αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών – εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 285/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 131/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 229/2020 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε διότι πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 76/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 238/2001 ΕλλΔνη 42. 1598, ΕφΑθ 328/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 01.05.2013 και με αριθμό κατάθεσης ………/2013 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 584/2015 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην των εναγόμενων, έκανε δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, με εφαρμογή του τεκμηρίου ερημοδικίας κατ’ άρθρο 271 παρ. 3 του ΚΠολΔ, διότι, λόγω της ερημοδικίας των εναγόμενων, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας θεωρήθηκαν ομολογημένοι, και διέταξε τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, ήτοι της δωρεάς εν ζωή της οριζόντιας ιδιοκτησίας – διαμέρισμα, επιφάνειας 58,10 τ.μ., του πρώτου ορόφου, με ΚΑΕΚ ………….., της οικοδομής που βρίσκεται στη Δραπετσώνα Αττικής, οδός …………….., που καταρτίσθηκε δυνάμει του υπ’ αριθ. ……………../12.10.2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς με αριθμό καταχώρησης ………../19.10.2009, ενώ καταδικάσθηκαν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας ύψους 500,00 ευρώ. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι εκκαλούντες – εναγόμενοι με την από 08.10.2015 έφεσή τους και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ’ αριθ. 584/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου να απορριφθεί η εναντίον τους αγωγή στο σύνολό της. Επιπλέον, οι εκκαλούντες – εναγόμενοι άσκησαν πρόσθετους λόγους έφεσης με τα από 29.03.2023 και από 28.04.2025 ιδιαίτερα δικόγραφά τους, τα οποία επιδόθηκαν στην εφεσίβλητη – ενάγουσα την 03.05.2023 και την 30.04.2025, αντίστοιχα, (βλ. Τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. ……/03.05.2023 και …../30.04.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………….). Οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι αφορούν σε κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με τους λόγους της κρινόμενης έφεσης, διευρύνοντας την αιτιολογία αυτών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την κατάθεση των δικογράφων στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την 31.03.2023 και την 29.04.2025, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης με αριθμό γενικό …/31.03.2023 και ειδικό ……/31.03.2023, καθώς και την πράξη κατάθεσης με αριθμό γενικό …/29.04.2025 και ειδικό …/29.04.2025, της γραμματέως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στα δικόγραφα, και την επίδοση αυτών στην εφεσίβλητη – ενάγουσα την 03.05.2023 και την 30.04.2025, αντίστοιχα, αφού τόσο η κατάθεση των δικογράφων, όσο και η επίδοσή τους, έλαβαν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών από τη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης. Κατόπιν τούτων, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών, συνεκδικαζόμενοι, όπως προαναφέρθηκε, με την υπό κρίση έφεση. Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), καθόσον η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 584/2015 απόφαση επιδόθηκε στους εκκαλούντες – εναγόμενους την 09.09.2015 (βλ. τη σχετική από 09.09.2015 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας …………… επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου της υπ’ αριθ. 584/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), ενώ η κρινόμενη έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 08.10.2015, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό ……/08.10.2015 της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Επομένως, πρέπει η κρινόμενη έφεση και οι κρινόμενοι πρόσθετοι λόγοι έφεσης να γίνουν τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτοί, σύμφωνα με το αναφερόμενο στη νομική σκέψη άρθρο 528 του ΚΠολΔ, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι ήδη εκκαλούντες με την έφεσή τους και τους πρόσθετους λόγους έφεσης αρνούνται την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, προβάλλοντας εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες – εναγόμενους το παράβολο των 200,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση, που ασκείται για πρώτη φορά στο εφετείο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 1 σε συνδυασμό με 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017 ΕΕμπΔ 2018. 869, ΑΠ 611/2013 ΝοΒ 2013. 2195). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατ’ άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1102/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1564/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1731/2011 ΝΟΜΟΣ). Κατά δε την έννοια του άρθρου 76 παρ. 4 του ΚΠολΔ η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Έτσι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του παρόλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 63/1981 ΝοΒ 29. 1257). Στην περίπτωση αυτή της πλασματικής άσκησης του ενδίκου μέσου, οι μη ασκήσαντες αυτό ομόδικοι πρέπει να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ) διαφορετικά η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΕφΘεσ 266/2021 Αρμ 2021. 416, ΕφΛαρ 212/2015 Δικογραφία 2015. 510). Άρα, για τους αναγκαίους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 368/2019 ΕΠΟΛΔ 2019. 423, ΕφΠατρ 58/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 31/2020 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………….», άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά των εναγόμενων την από 01.05.2013 και με αριθμό κατάθεσης ………./2013 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, στην οποία εξέθετε ότι εναντίον της πρώτης εναγόμενης διατηρούσε απαίτηση συνολικού ύψους 40.798,65 ευρώ, από την από 11.06.2007 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας και την από 16.07.2008 σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου, ότι η πρώτη εναγόμενη, ενεργώντας με σκοπό τη βλάβη της ενάγουσας και σε χρόνο που είχαν συντελεστεί τα δημιουργικά περιστατικά της ως άνω απαίτησής της σε βάρος της, προκειμένου να μην μπορέσει αυτή να επιτύχει την ικανοποίηση της εν λόγω ληξιπρόθεσμης απαίτησής της, μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή προς τον δεύτερο εναγόμενο, υιό της, και την τρίτη εναγόμενη, σύζυγο αυτού και νύφη της, κατά ποσοστό 55% και 45%, αντίστοιχα, την λεπτομερώς περιγραφόμενη στην αγωγή οριζόντια ιδιοκτησία – διαμέρισμα, επιφάνειας 58,10 τ.μ., του πρώτου ορόφου, με ΚΑΕΚ …………., της οικοδομής που βρίσκεται στη Δραπετσώνα Αττικής, οδός …………, της οποίας η αξία ανερχόταν στο ποσό των 43.923,36 ευρώ, δυνάμει του υπ’ αριθ. ………../12.10.2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Πειραιώς …………, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς με αριθμό καταχώρησης …………./19.10.2009, ότι οι εναγόμενοι, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, γνώριζαν την ύπαρξη της απαίτησης της ενάγουσας εναντίον της πρώτης εναγόμενης, ενώ, μετά την επίδικη μεταβίβαση, η ενάγουσα αδυνατούσε να εισπράξει την απαίτησή της, αφού η υπολειπόμενη περιουσία της πρώτης εναγόμενης δεν επαρκούσε για την ικανοποίησή της, και συνεπώς δικαιούται να ζητήσει τη διάρρηξη της ανωτέρω απαλλοτριωτικής πράξης μεταβίβασης. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε να απαγγελθεί υπέρ αυτής η διάρρηξη της ανωτέρω απαλλοτρίωσης ως καταδολιευτικής και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 584/2015 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην των εναγόμενων, έκανε δεκτή την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, με εφαρμογή του τεκμηρίου ερημοδικίας κατ’ άρθρο 271 παρ. 3 του ΚΠολΔ, και διέταξε τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, ήτοι της δωρεάς εν ζωή της οριζόντιας ιδιοκτησίας – διαμέρισμα, επιφάνειας 58,10 τ.μ., του πρώτου ορόφου, με ΚΑΕΚ ……….., της οικοδομής που βρίσκεται στη Δραπετσώνα Αττικής, οδός  ………….., που καταρτίσθηκε δυνάμει του υπ’ αριθ. ……../12.10.2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς με αριθμό καταχώρησης ………../19.10.2009. Οι εκκαλούντες – εναγόμενοι προσέβαλαν την απόφαση αυτή με την κρινόμενη από 08.10.2015 έφεσή τους και τους κρινόμενους από 29.03.2023 και από 28.04.2025 πρόσθετους λόγους έφεσης, που προσδιορίστηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 18.04.2024, μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 05.06.2025 και μετά από αναβολή για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκαν στο πινάκιο. Ακολούθως, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………………» άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την κρινόμενη από 15.04.2024 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας και κατά των εκκαλούντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενων, που προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 05.06.2025 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, επικαλούμενη έννομο συμφέρον και ισχυριζόμενη ότι έχει καταστεί διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, δυνάμει της από 14.11.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, δυνάμει της από 15.11.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, ζήτησε δε ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, που αποτελεί το αντικείμενο της προκείμενης δίκης, να αποβεί η δίκη υπέρ της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας, με την απόρριψη της από 08.10.2015 έφεσης και των από 29.03.2023 πρόσθετων λόγων έφεσης των εκκαλούντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενων. Πράγματι, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δυνάμει της από 15.11.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………» και της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….» και έδρα τις Η.Π.Α., μεταβιβάστηκε λόγω πώλησης από την πρώτη στη δεύτερη, μέσω τιτλοποίησης απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από καταναλωτικά – επιχειρηματικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή έχουν καταγγελθεί. Η συμφωνία αυτή καταχωρήθηκε την 15.11.2019 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτ. ……./15.11.2019, στον τόμο …. και με αριθμό …. Κατόπιν τούτων, η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία κατέστη δικαιούχος των ως άνω απαιτήσεων, ως ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη κατ’ άρθρο 325 του ΚΠολΔ, μεταξύ δε των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις κατά της πρώτης εναγόμενης, που απορρέουν από την από 11.06.2007 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας και την από 16.07.2008 σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου, για την ικανοποίηση των οποίων ασκήθηκε η κρινόμενη από 01.05.2013 αγωγή. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 14.11.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταρτίσθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003, μεταξύ της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» και καταχωρήθηκε την 15.11.2019, στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 10 και με αριθμό 350, η πρώτη εταιρεία ανέθεσε στη δεύτερη εταιρεία να παρέχει υπηρεσίες για τη διαχείριση και την είσπραξη τιτλοποιημένων απαιτήσεων από συμβάσεις επιχειρηματικών και άλλων δανείων, τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα της σύμβασης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διαχείριση των επίδικων οφειλών σε βάρος της πρώτης εναγόμενης από την από 11.06.2007 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας και την από 16.07.2008 σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου, για την ικανοποίηση των οποίων ασκήθηκε η κρινόμενη από 01.05.2013 αγωγή. Κατά συνέπεια, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία ασκήθηκε από τη διαχειρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………………..», σύμφωνα και με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 83 του ΚΠολΔ), ενώ παραδεκτώς και νομίμως ασκήθηκε κατ’ άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ το πρώτον στην προκειμένη δίκη, που ανοίχθηκε με την ένδικη έφεση, αφού αυτή είχε έννομο συμφέρον να παρέμβει αυτοτελώς ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των ένδικων απαιτήσεων σε βάρος της πρώτης εναγόμενης που απορρέουν από την από 11.06.2007 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας και την από 16.07.2008 σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού δανείου, με αποτέλεσμα μεταξύ της κύριας διαδίκου, εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….», και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, καθόσον η ισχύς της εκδοθησόμενης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής παραγόμενο δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια, καταλαμβάνουν και την ειδική διάδοχο της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………………..», μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας (και συγκεκριμένα μετά την αναβίωση αυτής με την άσκηση της υπό κρίση έφεσης), αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», καθόσον η υπόθεση αφορά τη μεταβιβασθείσα προς αυτήν έννομη σχέση, από την οποία απορρέουν οι ένδικες απαιτήσεις και για την ικανοποίηση των οποίων ασκήθηκε η κρινόμενη από 01.05.2013 αγωγή, που έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 584/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία διέταξε τη διάρρηξη της επίδικης καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, συνεκδικαζόμενη με την υπό κρίση έφεση και τους κρινόμενους πρόσθετους λόγους έφεσης, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πέραν του ότι η πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης, από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι αυτής, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την αγωγή ή το ένδικο μέσο, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (βλ. σχετ. ΑΠ 1426/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4355/2002 ΕλλΔνη 2004. 206), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους διαδίκους της κύριας δίκης, και συγκεκριμένα στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – εφεσίβλητη – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσα (βλ. την υπ’ αριθ. …../15.05.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …………..), αλλά και στους καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση – εκκαλούντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενους (βλ. την υπ’ αριθ. …/15.05.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………… και τις υπ’ αριθ. …/15.05.2024 και …./15.05.2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ……….). Κατά συνέπεια, εφόσον με την αυτοτελή παρέμβαση, κατ’ άρθρα 80 και 83 του ΚΠΔ, δημιουργήθηκε μεταξύ της προσθέτως παρεμβαίνουσας και της κυρίας διαδίκου – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, αυτή δε, καίτοι κλήθηκε για την εκδίκαση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για τη δικάσιμο της 05.06.2025 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση αυτής της υπόθεσης και δεν έλαβε μέρος κατά τη συζήτησή της, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της προσθέτως παρεμβαίνουσα, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, και ως εκ τούτου η συζήτηση θα χωρήσει σαν να ήταν παρούσα και η υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση – εφεσίβλητη – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσα (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α’ του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 296, 297, 299, 522 και 524 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση παραδεκτής έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης αναβιώνει η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την έγερση της αγωγής, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση, και συνεπώς ο ενάγων έχει έκτοτε το δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής του ή το δικαίωμα που ασκήθηκε μ’ αυτήν, είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του είτε, τέλος, με τις προτάσεις (άρθρο 297 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015). Η παραίτηση αυτή, κατά το στάδιο της έκκλητης δίκης και πριν ακόμα κριθεί η ουσιαστική βασιμότητα της έφεσης, αλλά μόνο η εμπρόθεσμη άσκησή της, επάγεται την κατάργηση της δίκης απαρχής, και μάλιστα και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, και την έμμεση άρση της ισχύος της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον γίνει χωρίς αντίρρηση του εναγόμενου, καθώς και όταν αντιλέγει μεν αυτός, αλλά δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον προς περάτωση της δίκης με έκδοση οριστικής απόφασης, ενώ, η κατά πιθανολόγηση κρίση του δικαστηρίου, για την ύπαρξη ή μη τέτοιου εννόμου συμφέροντος του αντιλέγοντος, είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 1198/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 582/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΣτΕλλ 65/2019 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 136/2016 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΛαρ 356/2015 ΝΟΜΟΣ). Κατά μία άποψη της νομολογίας, την οποία, ως ορθότερη, ακολουθεί και το παρόν Δικαστήριο, στο διατακτικό της σχετικής απόφασης πρέπει να περιλαμβάνεται ρητή διάταξη για την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία γι’ αυτό (ΕφΔωδ 123/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 133/2010 Αρμ 2013. 313). Εξάλλου, κατά το άρθρο 297 του ΚΠολΔ η παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα, κατά τα άρθρα 294 και 296 του ιδίου Κώδικα, γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή, τέλος, μετά την τροποποίηση του άρθρου 297 του ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015 και με δήλωση στις προτάσεις (X. Απαλαγάκη, ΕρμΚΠολΔ, ΣΤ’ έκδοση, άρθρο 297, σελ. 895 αριθ. 3), ως δικόγραφο δε νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή τον δικαστικό του πληρεξούσιο για την πιστοποίηση της διαδικαστικής πράξης παραίτησης, δηλαδή και η εξώδικη δήλωση, η οποία, κατ’ άρθρο 118 του ΚΠολΔ, επιδίδεται από τον δηλούντα διάδικο στον αντίδικό του (ΑΠ 47/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 834/2005 ΝΟΜΟΣ). Με τη διάταξη αυτή ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή (ΟλΑΠ 1187/1981 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την άσκηση της κρινόμενης παραδεκτής έφεσης αναβίωσε η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την έγερση της ως άνω αγωγής της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας σε βάρος των εκκαλούντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενων. Κατά τη συζήτηση της έφεσης, των πρόσθετων λόγων έφεσης και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αμέσως μετά την εκφώνηση από το οικείο πινάκιο των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ενεργούσας ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των ένδικων απαιτήσεων σε βάρος της πρώτης εναγόμενης, δήλωσε στο ακροατήριο, της σχετικής προφορικής του δήλωσης καταχωρισθείσας στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, ότι η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..», ενεργούσα ως ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας παραιτείται από το δικόγραφο της προαναφερθείσας αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 584/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Εναντίον της ως άνω παραίτησης, η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων – ασκούντων πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενων ουδεμία αντίρρηση προέβαλε, αντιθέτως δε δήλωσε ότι αποδέχεται τη δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής της αντιδίκου τους. Μετά την ως άνω νομότυπη δήλωση παραίτησης εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου της προσθέτως παρεμβαίνουσας, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη νομική σκέψη, και μετά την παραδοχή της κρινόμενης έφεσης και των κρινόμενων πρόσθετων λόγων έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού η ασκηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 01.05.2013 και με αριθμό κατάθεσης ……../2013 αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη, και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, η μεταξύ των διαδίκων δίκη που είχε αρχίσει με την κατάθεση της ανωτέρω αγωγής. Εξάλλου, εφόσον στη δίκη που καταργήθηκε μετά την ως άνω παραίτηση, δεν τίθεται θέμα επιβολής εξόδων, το παρόν Δικαστήριο δεν θα αποφανθεί περί αυτών, ελλείποντος, εξάλλου, και σχετικού αιτήματος (βλ. ΕφΔωδ 123/2024 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΛαρ 356/2012 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους εκκαλούντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενους του κατατεθέντος από αυτούς, κατά την άσκηση της έφεσης, παραβόλου, λόγω της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 08.10.2015 έφεση, τους από 29.03.2023 πρόσθετους λόγους έφεσης και τους από 28.04.2025 πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της υπ’ αριθ. 584/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην των εναγόμενων, κατά την τακτική διαδικασία, και την από 15.04.2024 πρόσθετη παρέμβαση.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 584/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επί της από 01.05.2013 και με αριθμό κατάθεσης ……../2013 αγωγής της εφεσίβλητης – καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας.

Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες – ασκούντες πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγόμενους του παραβόλου υπέρ Δημοσίου, ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 08.01.2026 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 09.01.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ