Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 63/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  63/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα  Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας : Της τελούσας σε πτώχευση εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στον Πειραιά, οδός …………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ : ……., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των εφεσίβλητων : 1) …….., δικηγόρου Πειραιώς (ΑΜΔΣΠ : …….), κατοίκου Πειραιώς, οδός …………., υπό την ιδιότητά της ως οριστικής συνδίκου της πτώχευσης της εταιρίας με την επωνυμία «……………..», η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος.

2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «…….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………., νομίμως εκπροσωπούμενης, ΑΦΜ : ……., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», ΑΦΜ : ……., λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύστασης της πρώτης τραπεζικής εταιρίας κατ’ άρθρο 16 του Ν. 2515/1997 και κατ’ άρθρα  57 παρ. 3 και 59 – 74 του Ν. 4601/2019, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κεραμιδά (ΑΜΔΣΑ : ………….).

Η τελούσα σε πτώχευση εταιρία με την επωνυμία «……………» ζήτησε να γίνει δεκτή η από 17-9-2022 με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2022 και ειδικό …./2022   ανακοπή της, εκούσιας δικαιοδοσίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Επί της ανακοπής αυτής, που συνεκδικάστηκε με την από 11-10-2022 με αριθμό κατάθεσης γενικό ……../2022 και ειδικό …./2022 κύρια παρέμβαση της ………, ερήμην της ανακόπτουσας – καθ’ ης η κύρια παρέμβαση, εκδόθηκε η με αριθμό 363/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Εκούσια Δικαιοδοσία), με την οποία απορρίφθηκαν η ανακοπή και η κύρια παρέμβαση, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 10-10-2023 έφεσή της, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./2023 και ειδικό …../2023 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό ……/2024 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο.

Στη δικάσιμο αυτή η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η πρώτη εφεσίβλητη παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης εφεσίβλητης παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις προτάσεις, που κατέθεσαν, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη με αριθμό …… Β/12-4-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………….., που επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της ένδικης έφεσης δεύτερη των εφεσίβλητων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (5-6-2025), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εκκαλούσα (άρθρα 126 παρ. 1 στοιχ. γ, 127 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ωστόσο, στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εκκαλούσα, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ως εκ τούτου, η απολειπόμενη εκκαλούσα πρέπει να δικαστεί ερήμην. Πλην όμως, η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα [άρθρα 754, 764 παρ. 2 εδ. β  ΚΠολΔ, άρθρα 4 παρ. 3, 54 παρ. 1 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας)].

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 152 (Ανακοπές κατά της εκτελεστικής διαδικασίας) του Ν. 3588/2007 – Πτωχευτικός Κώδικας, ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες, που άρχισαν μετά την 16-9-2007 κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού, ως προς τις οποίες, αν είναι εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22-12-2016) κατ’ άρθρο 13 παρ. 1 και 2 εδ. β και δ του τελευταίου αυτού νόμου, και ο οποίος (Ν. 3588/2007), αν και καταργήθηκε από την 1-3-2021 δυνάμει των άρθρων 265 παρ. 1 εδ. α και 308 του Ν. 4738/2020 (ΦΕΚ Α 207), όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το άρθρο 38 παρ. 5 και 6 αντιστοίχως του Ν. 4818/2021 (ΦΕΚ Α 124), εφαρμόζεται στις εκκρεμείς κατά το χρόνο έναρξης ισχύος διαδικασίες κατ’ άρθρο 265 παρ. 1 εδ. γ του Ν. 4738/2020, προβλέπεται στην παράγραφο 1 ότι οι κατ’ ιδίαν πράξεις της διαδικασίας του δημόσιου πλειστηριασμού, που ενεργείται για την εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη είτε ως συνόλου είτε των κατ’ ιδίαν περιουσιακών του στοιχείων, προσβάλλονται από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον με ανακοπή, που ασκείται ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου (152) του Ν. 3588/2007 – Πτωχευτικός Κώδικας, όπως η παράγραφος 4 τροποποιήθηκε, οι παρ. 5 και 6 διαγράφηκαν και το άρθρο, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 8 παρ. 12 του Ν. 4446/2016 και διαμορφωθεί με το άρθρο 52 του Ν. 4745/2020 (ΦΕΚ Α 214/6-11-2020), διαμορφώθηκε εκ νέου με την παρ. 1 του άρθρου 33 του Ν. 4778/2021 (ΦΕΚ Α 26/19-2-2021, ενώ με την παρ. 3 του αυτού άρθρου 33 ορίζεται ότι η παρ. 1 ισχύει από την 6-11-2020, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 4745/2020 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, επί των οποίων έχει ασκηθεί τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο και δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση), προβλέπεται ότι η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και το δικαστήριο αποφαίνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών, η απόφαση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση ή αναίρεση και το πτωχευτικό δικαστήριο με την απόφασή του, που απαγγέλλει την ακύρωση, ορίζει ποιες από τις πράξεις πρέπει να επαναληφθούν.

ΙΙΙ. Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως πτωχευτικού δικαστηρίου, η ανακόπτουσα εταιρία, που κηρύχθηκε σε πτώχευση δυνάμει της με αριθμό 2493/23-11-2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, άσκησε την ένδικη ανακοπή της, κοινοποιούμενη στην …………. ως οριστική σύνδικο της πτώχευσης και στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία «………..» ως υπερθεματίστρια (οι οποίοι, αμφότεροι, κλητεύθηκαν να παραστούν στη συζήτηση της ανακοπής με διαταγή του δικαστηρίου), με την οποία ζήτησε την ακύρωση α) της με αριθμό ……/24-5-2022 μεταβιβαστικής της κυριότητας συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Πειραιώς . …….., η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της συνδίκου της πτώχευσης και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας «………….», μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παλαιού Φαλήρου και επέχει θέση κατακυρωτικής έκθεσης των άρθρων 1003 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 151 παρ. 2 του Ν. 3588/2007 – Πτωχευτικός Κώδικας) και δυνάμει της οποίας μεταβιβάστηκαν στη δεύτερη τα αναλυτικά περιγραφόμενα στην ανακοπή ακίνητα της πτωχευτικής περιουσίας, καθώς και β) του με αριθμό πρωτ. …./9-1-2020 ΑΜ ….. Πρακτικού Δημόσιου Πλειστηριασμού του Εισηγητή της Πτώχευσης. Επί της ένδικης ανακοπής, που συνεκδικάστηκε με την κύρια παρέμβαση, την οποία άσκησε η …………… ως οριστική σύνδικος της πτώχευσης, ερήμην της ανακόπτουσας – καθ’ ης η κύρια παρέμβαση, εκδόθηκε η εκκαλούμενη με αριθμό 363/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), η οποία απέρριψε την ανακοπή και την κύρια παρέμβαση.

IV. Η υπό κρίση έφεση της ηττηθείσας ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας κατά των κλητευθέντων με διαταγή του πρωτόδικου δικαστηρίου και ήδη εφεσίβλητων και κατά της με αριθμό 363/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ερήμην της ανακόπτουσας επί της ένδικης πτωχευτικής ανακοπής, αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει το εκδώσαν την εκκαλουμένη απόφαση Πολυμελές Πρωτοδικείο ως πτωχευτικό δικαστήριο [άρθρα 19, 495, 498, 741 ΚΠολΔ, άρθρα 4 παρ. 1 και 53 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας)]. Για δε το παραδεκτό της εφέσεως έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (γ) ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 741 ΚΠολΔ, παράβολο ποσού 150,00 ευρώ (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : …………/19-10-2023 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αναφορά στο με αριθμό ……../2023 e – παράβολο, ποσού 150,00 ευρώ). Η δε υπό κρίση έφεση ασκήθηκε με κατάθεση του ένδικου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 19-10-2023, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 741 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, που έλαβε χώρα την 20-9-2023. Πλην όμως, στρέφεται κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης (363/2023), που εκδόθηκε επί της ένδικης ανακοπής ως πτωχευτικής ανακοπής του άρθρου 152 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) και επιδιώκει την εξαφάνιση αυτής και ως εκ τούτου η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 532 ΚΠολΔ), καθόσον κατά της απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου, που εκδίδεται επί της πτωχευτικής ανακοπής του άρθρου 152 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), όπως εν προκειμένω, δεν επιτρέπεται η άσκηση έφεσης, όπως ρητά επιτάσσεται με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 152 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), όπως η παράγραφος 4 τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν. 4778/2021 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση ως εκ του χρόνου κήρυξης της πτώχευσης (23-11-2016), σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Ακόμα, πρέπει τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2, 741, 746 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, και όχι σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας κατά το άρθρο 13 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), που προϋποθέτει γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 618/2020 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), ενώ η αμοιβή της πρώτης εφεσίβλητης ως συνδίκου της πτώχευσης συμπεριλαμβάνεται στην αντιμισθία της. Επίσης, δεν θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας, διότι δεν επιτρέπεται η άσκηση του ένδικου αυτού μέσου κατά της παρούσας απόφασης (πρβλ. άρθρο 152 παρ. 4 του Ν. 3588/2007). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ………../19-10-2023 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, καθότι η έφεσή της απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εκκαλούσας.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά της με αριθμό 363/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Εκούσια Δικαιοδοσία).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά την 17 Δεκεμβρίου 2025 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, την   27    Ιανουαρίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ