ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 69/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
3° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των ανακοπτόντων: 1. …………. 2. …………, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Κοσκινά.
Του καθ’ ου η ανακοπή: ………….ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Χρήστου Μόσχου.
Ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά άσκησαν οι ανακόπτοντες την με γενικό αριθμό εκθ. καταθ. …../2024 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 320/2025 απόφαση. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι εκκαλούντες, ανακόπτοντες με την με γενικό αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2025 ανακοπή, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας οι ανακόπτοντες ζητούν την εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 320/2025 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ερήμην τους και απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή τους κατά της υπ’ αριθμ. 1389/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Η ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 503 § 1 και 505 § 1 ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του νόμου η ανακοπτόμενη απόφαση απέρριψε την έφεσή τους. Ότι ενώ είχαν παρασταθεί νομίμως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ η ανωτέρω απόφαση έκρινε ότι η μη αυτοπρόσωπη εμφάνιση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο δικαστήριο κατά τη συζήτησή της έφεσής τους συνεπάγεται την ερημοδικία τους, αφού η παράστασή τους είναι μη προσήκουσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 524 και 528 ΚΠολΔ, που ισχύουν και στη διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρα 591 παρ. 1,614 επ. ΚΠολΔ ) προκύπτει ότι η προφορική συζήτηση ενώπιον του εφετείου είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε με την τυπική παραδοχή της έφεσης εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος έφεσης και δικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται προφορικά. Επομένως στην περίπτωση που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων ότι δεν θα παραστούν. Η απαγόρευση παραστάσεως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει όχι μόνο για τον διάδικο ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό, προκειμένου να παρέχεται η δυνατότητα της εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ’ αντιδικία συζητήσεως της υποθέσεως. Επομένως σε περίπτωση έφεσης κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ εάν κατά την προφορική συζήτηση παρίσταται προσηκόντως ο εφεσίβλητος πλην όμως ο εκκαλών και ερήμην δικασθείς στον πρώτο βαθμό δεν παραστεί κατά την εκφώνηση της έφεσης αλλά υποβάλλει σχετική δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικάζεται ερήμην και η έφεσή του απορρίπτεται κατ’ ουσίαν (ΑΠ 286/2023, ΑΠ 165/2023).
Περαιτέρω από τα έγγραφα που προσκομίζονται προκύπτει ότι με την υπ’ αριθμ. 320/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η με αριθμό εκθ. καταθ. ……./2024 έφεση των εκκαλούντων και ήδη ανακοπτόντων κατά της με αριθμό 1389/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά το οποίο δίκασε ερήμην των εναγομένων την αγωγή του εφεσίβλητου, καθ’ ου η ανακοπή. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο οι εκκαλούντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο εφεσίβλητος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ο οποίος δήλωσε προφορικά την παράστασή του στο ακροατήριο. Σύμφωνα όμως με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και εφόσον πρόκειται περί εφέσεως κατά αποφάσεως που είχε εκδοθεί ερήμην των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων η παράστασή τους με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά την εκδίκαση της έφεσής τους κατά την οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υπόθεσης δεν είναι προσήκουσα, αφού επιβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση η αυτοπρόσωπη παρουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο και επομένως οι εκκαλούντες, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν προσηκόντως πρέπει να δικαστούν ερήμην και να απορριφθεί η έφεσή τους ως ανυποστήρικτη. Ενόψει των ανωτέρω η ένδικη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 509 Κ.Πολ.Δ) και να επιβληθούν στους ανακόπτοντες τα δικαστικά έξοδα του καθ’ου η ανακοπή (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται τυπικά την υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας.
Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους ανακόπτοντες στη δικαστική δαπάνη του καθ’ ου η ανακοπή, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29.1.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
H ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ