Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 78/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός 78 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

3° Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Εραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στον Πειραιά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Σιάρκου.

Του εφεσίβλητου: ………….., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αλέξανδρου Αθανασίου.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε ο εφεσίβλητος την με γενικό αριθμό εκθ. καταθ. …../2024 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 4409/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η εκκαλούσα με την με γενικό αριθμ. εκθ. καταθ. …../2025 έφεση, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση της εκκαλούσας κατά της 4409/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) ερήμην των εναγομένων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρα 19,511 ΚΠολΔ) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και να προχωρήσει το παρόν καθ’ ύλην και τόπο αρμόδιο δικαστήριο, κατά την ίδια διαδικασία, στην εκ νέου έρευνα της υπόθεσης, αφού η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε από το διάδικο, που δικάσθηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης (άρθρα 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ) και αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση γίνεται πλέον προφορικά (ΑΠ 286/2023, ΑΠ 476/2017 ).

Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται ο ενάγων ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία το έτος 2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του εργάτη χειριστή μηχανημάτων. Ότι ενώ παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες του στην εναγομένη λαμβάνοντας μηνιαίες μεικτές αποδοχές που καθορίστηκαν στο ποσό των 1301,63 ευρώ η εναγόμενη από το έτος 2024 έπαυσε να λειτουργεί ενώ από το έτος 2020 του οφείλει δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και μισθούς υπερημερίας για το έτος 2024 που συνέχισε να παρέχει την εργασία του καθότι η σύμβαση εργασίας του δεν είχε λυθεί με καταγγελία. Ζητεί περαιτέρω ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 84.920,87 ευρώ, όπως αναλυτικά στην αγωγή αναφέρονται τα επιμέρους ποσά, με το νόμιμο τόκο.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τους εν γένει ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε το έτος 2007 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…………….» με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως εργάτης χειριστής μηχανημάτων στην επιχείρηση που διατηρεί η εναγόμενη στην νήσο ……, εργαζόμενος επί πενθήμερο εβδομαδιαίως λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό που καθορίστηκε στο ποσό των 1.301,63 ευρώ. Αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη το έτος 2024 σταμάτησε να λειτουργεί ενώ από το έτος 2020 δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές του και τα επιδόματα εορτών και αδείας. Περαιτέρω ο ενάγων, ο οποίος ελάμβανε από την εναγομένη διάφορα ποσά έναντι των οφειλόμενων αποδοχών του συνέχισε να παρέχει την εργασία του μέχρι και το έτος 2024 οπότε προσέφυγε με καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας ….., κατά τη συζήτηση της οποίας ανωτέρω καταγγελίας ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα δεδουλευμένες αποδοχές. Ισχυρίζεται όμως ότι με το προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό επίλυσης εργατικής διαφοράς που υπεγράφη μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της και του ενάγοντος και εμπεριέχεται στο από 26.4.2024 πρακτικό εργατικής διαφοράς, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι το συνολικό ποσό οφειλής της ανέρχεται σε 13.000 ευρώ, το οποίο θα καταβάλει στον ενάγοντα σε τρεις δόσεις. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα μόνο το ποσό των 4.300 ευρώ με τραπεζική κατάθεση σε λογαριασμό του, ενώ δεν κατέβαλε τις επόμενες δόσεις της οφειλής της, για τις οποίες ορίστηκε ότι κάθε επόμενη δόση θα καταβάλλεται μετά από τριάντα ημέρες από κάθε τελευταία καταβολή. Στο προαναφερόμενο όμως ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και ρητά αναφέρεται ότι δεν υφίσταται διαχρονικά καμία οικονομική εκκρεμότητα ή αξίωση από την εργασιακή τους σχέση, με την προϋπόθεση της εμπροθέσμου και ολοσχερούς καταβολής των συμφωνηθέντων. Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης που αποτελεί και λόγο εφέσεως ότι η οφειλή της στον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των 8.700 ευρώ, αφού έχει ήδη καταβάλει το ποσό των 4.300 ευρώ είναι αβάσιμος, αφού δεν προέβη στην εμπρόθεσμη και ολοσχερή καταβολή της συνολικής οφειλής της, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό. Οφείλει επομένως η εναγόμενη στον ενάγοντα για δεδουλευμένες μηνιαίες αποδοχές του έτους 2020 (294,89 διαφορά μηνός Ιανουαρίου+1301,63 μηνός Φεβρουαρίου+997,72 διαφορά μηνός Μαρτίου +1048,37 διαφορά μηνός Απριλίου +1301,63 μηνός Μαίου+181,77 διαφορά μηνός Ιουνίου +731,75 διαφορά μηνός Ιουλίου+1010,50 διαφορά μηνός Αυγούστου+353,43 διαφορά μηνός Οκτωβρίου+427,39 διαφορά επιδόματος Πάσχα+308,97 διαφορά αποδοχών αδείας+99,35 διαφορά επιδόματος αδείας+1355,86 επίδομα Χριστουγέννων =9.413,26 ευρώ, από το οποίο όμως ανωτέρω οφειλόμενο ποσό αφού αφαιρεθεί το ποσό των 4.300 ευρώ που έχει καταβάλει η εναγόμενη στον ενάγοντα, θα λάβει το αιτηθέν 5112,57 ευρώ. Για δεδουλευμένες αποδοχές του έτους 2021 οφείλει η εναγόμενη στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 12.815,34 ευρώ (16,63 διαφορά μηνός Ιανουάριου +1301,63 μηνός Φεβρουάριου +1243,52 διαφορά μηνός Ιουνίου +1001,68 διαφορά μηνός Ιουλίου +1301,63 μηνός Αυγούστου +1301,63 μηνός Σεπτεμβρίου+1301,63 μηνός Οκτωβρίου+1301,63 μηνός Νοεμβρίου +1301,63 μηνός Δεκεμβρίου +291,42 διαφορά επιδόματος Πάσχα +445,64 διαφορά αποδοχών αδείας +650,81 επίδομα αδείας +1355,86 επίδομα Χριστουγέννων). Για δεδουλευμένες αποδοχές του έτους 2022 οφείλει η εναγόμενη το ποσό των 21.427,05 ευρώ (12 μήνες Χ1301,63 =15619,56+677,92 επίδομα Πάσχα +1561,95 αποδοχές αδείας +1561,95 προσαύξηση για μη ληφθείσα άδεια +650,81 επίδομα αδείας +1355,86 επίδομα Χριστουγέννων). Για δεδουλευμένες αποδοχές του έτους 2023 οφείλει η εναγόμενη στον ενάγοντα το ποσό των 21.427,05 ευρώ (12 μήνες Χ1301,63 =15619,56+677,92 επίδομα Πάσχα +1561,95 αποδοχές αδείας +1561,95 προσαύξηση για μη ληφθείσα άδεια +650,81 επίδομα αδείας +1355,86 επίδομα Χριστουγέννων). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγόμενη από 1.1.2024 σταμάτησε τη λειτουργία της, ενώ ο ενάγων του οποίου η σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε με καταγγελία συνέχισε να προσφέρει την εργασία του. Επομένως μη αποδεχόμενη την προσφερόμενη εργασία του ενάγοντος κατέστη υπερήμερη και οφείλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.1.2024 έως τη συζήτηση της αγωγής και συνολικά το ποσό των 17.795,68 ευρώ (1366,71 ευρώ μισθός με επίδομα τριετίας X10 μήνες, επίδομα Πάσχα 711,81, επίδομα αδείας 683,35, αποδοχές αδείας 1366,71, προσαύξηση μη ληφθείσας αδείας 1366,71). Επομένως για τις ανωτέρω αιτίες οφείλει η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 78.577,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο για ποσά που αφορούν σε δεδουλευμένα ημερομίσθια και ημερομίσθια υπερημερίας από την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα από αυτόν που αφορούν, για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων από την 1η Ιανουάριου, για επιδόματα εορτών Πάσχα από την 1η Μαΐου του έτους που αφορούν, για τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας από την επομένη της τελευταίας ημέρας του οικείου έτους και για τα ποσά που αφορούν στην προσαύξηση 100% των αποδοχών αδείας από την επίδοση της αγωγής. Επομένως η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος λόγω της ήττας της, κατ’ άρθρο 176 ΚΠολΔ αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.

Εξαφανίζει την με αριθμό 4409/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί και δικάζει κατ’ ουσίαν την υπόθεση.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εβδομήντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και εξήντα εννέα λεπτά (78.577,69 ), με το νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης.

Καταδικάζει την εναγομένη στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000 ) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30.1.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ