ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 107/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Της εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στη Σιγκαπούρη (……………….) και εκπροσωπείται νόμιμα, στερούμενης ΑΦΜ στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μιχαέλα Πετυχάκη (ΑΜ ΔΣΑ ……) [ΔΕ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΣ, ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ, ΤΑΤΑΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΑ ……].
Της εφεσίβλητης: Της εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην Πολιτεία ………… των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (………….), νομίμως εκπροσωπούμενης δια του πληρεξουσίου δικηγόρου και αντικλήτου της Παναγιώτη Χιωτέλη, κατοίκου Πειραιά, οδός ……………., η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Πανάγου (ΑΜ ΔΣΠ ……).
Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εφεσίβλητης και άλλων διαδίκων, την από 27.4.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/28.4.2022) ανακοπή, μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθ. 2206/2023 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Β) Της εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στη Μονροβία της Λιβερίας (…………..) και έχει εγκαταστήσει νόμιμα γραφείο στην Ελλάδα και δη στην … Αττικής (οδός …….), νόμιμα εκπροσωπούμενης, με ΑΦΜ ………… ΔΟΥ Πλοίων Πειραιά, η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ψυχάρη (ΑΜ ΔΣΑ …) [ΔΕ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΣ, ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ, ΤΑΤΑΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΑ …].
Της εφεσίβλητης: Της εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην Πολιτεία …. των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (…………), νομίμως εκπροσωπούμενης δια του πληρεξουσίου δικηγόρου και αντικλήτου της Παναγιώτη Χιωτέλη, κατοίκου Πειραιά, οδός ………. η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Πανάγου (ΑΜ ΔΣΠ ………..).
Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εφεσίβλητης και άλλων διαδίκων, την από 27.4.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/……./28.4.2022) ανακοπή, μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η υπ’αριθ. 2206/2023 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Γ) Της εκκαλούσας: Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην Πολιτεία ………. των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (…………), νομίμως εκπροσωπούμενης, στερούμενης ΑΦΜ στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αννα Πανάγου (ΑΜ ΔΣΠ ……).
Των εφεσίβλητων: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στη Σιγκαπούρη, οδός ……… και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) της εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στη Dalian της Κίνας, οδός ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Δημητρίου (ΑΜ ΔΣΠ …..) [ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΠ ….], 3) Της εταιρείας με την επωνυμία «………», που εδρεύει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 4) της εταιρείας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στη Δημοκρατία των Νήσων Μάρσαλ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σιούφα (ΑΜ ΔΣΠ …..) [ΑΦΟΙ ΣΙΟΥΦΑ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΠ …..], 5) Της εταιρείας με την επωνυμία «………» που εδρεύει στη Μονρόβια της Λιβερίας κατά το καταστατικό της και διατηρεί νόμιμα εγκατεστημένο γραφείο στην … (………), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ψυχάρη (ΑΜ ΔΣΑ …) [ΔΕ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΣ, ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ, ΤΑΤΑΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΑ …..], 6) Της εταιρείας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στη Σιγκαπούρη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μιχαέλα Πετυχάκη (ΑΜ ΔΣΑ ….) [ΔΕ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΣ, ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ, ΤΑΤΑΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΑ ….], 7) Της εταιρείας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στον Πειραιά, ………… νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τσουρούλη (ΑΜ ΔΣΠ …..) με δήλωση κατ’άρθρο 242παρ.2 ΚΠολΔ, 8) Της εταιρείας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στον Πειραιά, …………. νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τατάκη (ΑΜ ΔΣΑ ……), 9) Της εταιρείας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στο Πέραμα, …………και εκπροσωπείται νόμιμα και 10) Της εταιρείας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στον Πειραιά, …………. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ψυχάρη (ΑΜ ΔΣΑ ……) [ΔΕ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΣ, ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ, ΤΑΤΑΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΑ ……] και 11) Του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στο …….. της Σουηδίας και διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα, οδός …………..και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τσουρούλη (ΑΜ ΔΣΠ ……) με δήλωση κατ’άρθρο 242παρ.2 ΚΠολΔ.
Κατά της εκκαλούσας ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά α) η από 14.4.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./18.4.2022) ανακοπή της εταιρείας με την επωνυμία «………….», β) η από 17.4.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./19.4.2022) ανακοπή της εταιρείας με την επωνυμία «………..», γ) η από 27.4.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../28.4.2022) ανακοπή της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………..», δ) η από 27.4.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./28.4.2022) ανακοπή της εταιρείας με την επωνυμία «………», ε) η από 27.4.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………./28.4.2022) ανακοπή της εταιρείας με την επωνυμία «……….» και στ) η από 29.4.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../29.4.2022) ανακοπή 1) της εταιρείας με την επωνυμία «……………» και 2) της εταιρείας με την επωνυμία «………..», επί των οποίων συνεκδικαζόμενων, εκδόθηκε η υπ’αριθ. 2206/2023 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Την ανωτέρω απόφαση, προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) η εταιρεία με την επωνυμία «……….», με την από 15.9.2023 και με αριθμό κατάθεσης στο εκδόν δικαστήριο ………./2023 και προσδιορισμού στο Εφετείο ………./2023 έφεση, β) η εταιρεία με την επωνυμία «……….», με την από 15.9.2023 και με αριθμό κατάθεσης στο εκδόν δικαστήριο ………/2023 και προσδιορισμού στο Εφετείο ……./2023 έφεση και γ) η εταιρεία με την επωνυμία «…………..», με την από 4.10.2023 και με αριθμό κατάθεσης στο εκδόν δικαστήριο ……./2023 και προσδιορισμού στο Εφετείο ………/2023 έφεση, οι οποίες, άπασες, προσδιορίστηκαν προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 9.1.2025 και μετά από νόμιμη αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν στο Δικαστήριο, αφού έλαβαν έκαστος εξ αυτών το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) η από 15.9.2023 (με γεν.αριθ.καταθ. …../2023 και ειδ.αριθ.καταθ. …/2023) έφεση, β) η από 15.9.2023 (με γεν.αριθ.καταθ. …/2023 και ειδ.αριθ.καταθ. …/2023) έφεση και γ) η από 4.10.2023 (με γεν.αριθ.καταθ. …/2023 και ειδ.αριθ.καταθ. …/2023) έφεση, στρεφόμενες κατά της υπ’αριθ. 2206/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, οι οποίες (εφέσεις) πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συνάφειας, καθ’ όσον βάλλουν κατά της αυτής οριστικής αποφάσεως, υπάγονται στην αυτή διαδικασία και με την ένωση και συνεκδίκασή τους επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποτρέπεται το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 246 και 524παρ.1 ΚΠολΔ, ΕφΑθ4299/2006 ΕλλΔνη 47 1508).
Η από 15.9.2023 [υπό στοιχ A] έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 518 παρ.1 εδ.α’ ίδιου Κώδικα, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 20.7.2027 (βλ. την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα αντίγραφο της εκκαλούμενης) ενώ το ως άνω ένδικο μέσο ασκήθηκε στις 18.9.2023 (βλ. την από 18.9.2023 έκθεση κατάθεσης ένδικου μέσου της γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιά, ……………..), ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών (μη συνυπολογιζόμενου σε αυτήν, του χρονικού διαστήματος από 1 έως 31 Αυγούστου κατ’ άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατό (100,00) ευρώ, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …………./2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου. Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚπολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ).
Η από 15.9.2023 [υπό στοιχ Β] έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ κι εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 518 παρ.1 εδ.α’ ίδιου Κώδικα, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 20.7.2027 (βλ. την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα αντίγραφο της εκκαλούμενης) ενώ το ως άνω ένδικο μέσο ασκήθηκε στις 18.9.2023 (βλ. την από 18.9.2023 έκθεση κατάθεσης ένδικου μέσου της γραμματέως του Πρωτοδικείου Πειραιά, …………), ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών (μη συνυπολογιζόμενου σε αυτήν, του χρονικού διαστήματος από 1 έως 31 Αυγούστου κατ’άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατό (100,00) ευρώ, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …………./2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου. Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚπολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ).
Η από 4.10.2023 [υπό στοιχ Γ] έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, με κατάθεση του δικογράφου της, στις 18.10.2023, στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευσή της στις 7.7.2023, ενώ για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατό (100,00) ευρώ, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό ………/2023, έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου. Πρέπει συνεπώς η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚπολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ως προς το παραδεκτό της ανωτέρω [υπό στοιχ Γ] έφεσης καθ’ ο μέρος εγείρεται σε βάρος των έβδομης, όγδοης, ένατης, δέκατης και ενδέκατου των εφεσίβλητων, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Ι. Σφάλματα του συμβολαιογράφου ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης προσβάλλονται με ανακοπή, οπότε εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Από αυτή καθώς και από εκείνες των άρθρων 972 παρ. 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διοικητική εκτέλεση χωρίς αναγωγή στην διάταξη του άρθρου 73 …, οσάκις πρόκειται περί ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης από το Ελληνικό Δημόσιο ή εναντίον του, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον η εκτέλεση επισπεύδεται με βάση ιδιωτικού δικαίου εκτελεστό τίτλο, όταν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθεί εκείνος, υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές, που αναγγέλθηκαν, λαμβάνει χώρα κατάταξη των δανειστών για τη διανομή του. Με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητά του, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθ’ού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης. Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει, ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ). Η κατάταξη των δανειστών, για τη διανομή του πλειστηριάσματος, γίνεται μεν με ενιαία πράξη, ως προς όλους, πλην όμως η διαδικασία της κατάταξης δεν είναι αδιαίρετη. Γι` αυτό κάθε δανειστής ασκεί δική του αυτοτελή ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, που συντάχθηκε και τη στρέφει εναντίον εκείνων μόνο, από τους δανειστές, κατά των οποίων επιδιώκει να εξέλθει νικητής και όχι εναντίον όλων των δανειστών, που αναγγέλθηκαν. Έτσι, μεταξύ των δανειστών, δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 του ΚΠολΔ και δεν ωφελείται ο ένας δανειστής από την ανακοπή, που άσκησε άλλος δανειστής, ούτε βλάπτεται από την ανακοπή, που απευθύνθηκε κατ` άλλου δανειστή. Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο η ανακοπή, κατά του πίνακα κατάταξης, να ασκείται από όλους τους δανειστές, ούτε να στρέφεται εναντίον όλων των δανειστών (ΑΠ 1455/98, ΑΠ 4/1995, ΑΠ 643/1993). Για τον ίδιο λόγο και όσα ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 68, 74, 76, και 516 του ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της έφεσης που ασκείται κατά της απόφασης, που εκδόθηκε για την ανακοπή, δεν απευθύνεται, κατ` αρχήν, εναντίον όλων των δανειστών, που μετείχαν στη δίκη ως ομόδικοι, ούτε το ένδικο μέσο, που ασκεί ο ένας από τους ομόδικους δανειστές, μπορεί να το απευθύνει κατά των άλλων ομόδικων του δανειστών (ΑΠ 2055/2022, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου).
Όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη απόφαση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) συνεκδικάστηκαν α) η από 14.4.2022 ανακοπή της εταιρείας «………» (ήδη τέταρτης εφεσίβλητης της υπό στοιχ Γ έφεσης), β) η από 17.4.2022 ανακοπή της εταιρείας «…………» (ήδη τρίτης εφεσίβλητης της υπό στοιχ Γ έφεσης), γ) η από 27.4.2022 ανακοπή της εταιρείας «………….» (ήδη όγδοης εφεσίβλητης της υπό στοιχ Γ έφεσης), δ) η από 27.4.2022 ανακοπή της εταιρείας «……………» (ήδη εκκαλούσας της υπό στοιχ Α έφεσης – έκτης εφεσίβλητης της υπό στοιχ Γ έφεσης), ε) η από 27.4.2022 ανακοπή της εταιρείας «………..» (ήδη εκκαλούσας της υπό στοιχ Β έφεσης – πέμπτης εφεσίβλητης της υπό στοιχ Γ έφεσης και στ) η από 29.4.2022 ανακοπή των εταιρειών «………..» και «…………..» (ήδη πρώτης και δεύτερης των εφεσίβλητων της υπό στοιχ Γ έφεσης), κατά του με αριθμ. …………../16.3.2022 πίνακα κατάταξης του συμβολαιογράφου Πειραιώς …………, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, στρεφόμενες άπασες κατά της εταιρείας «………..» (ήδη εκκαλούσας της υπό στοιχ Γ έφεσης – εφεσίβλητης των υπό στοιχ Α και Β εφέσεων), επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό, που αναγγέλθηκε και κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης στην πρώτη τάξη των προνομίων οριστικά για το ποσό των 4.308,04 δολ.ΗΠΑ για τα γενόμενα προς το κοινό συμφέρον των πιστωτών έξοδα εκτέλεσης, στην τέταρτη τάξη των προνομίων, υπό την αίρεση της τελεσιδικίας της απαίτησής της για το ποσό των 9.041,59 δολ.ΗΠΑ και οριστικά, με το προνόμιο της υποθήκης για το ποσό των 2.989.028,81 δολ.ΗΠΑ και εκάστη ανακοπή και κατά άλλων διαδίκων, αναγγελθέντων και καταταγέντων στον προσβαλλόμενο πίνακα, υπό την αίρεση τελεσιδικίας των απαιτήσεών τους, για τα ποσά 26.948,77 δολ.ΗΠΑ στη δεύτερη τάξη και 134.206,33 δολ.ΗΠΑ στην τέταρτη τάξη, η εταιρεία «………….», για τα ποσά 142.551,41 δολ.ΗΠΑ στην τρίτη τάξη και 427.864,97 δολ.ΗΠΑ στην τέταρτη τάξη ο αλλοδαπός αλληλοασφαλιστικός συνεταιρισμός «…………..», για το ποσό 39.997,04 δολ.ΗΠΑ στην τέταρτη τάξη η εταιρία «………..», για το ποσό των 93.099,77 δολ.ΗΠΑ στην τέταρτη τάξη η εταιρεία «…………» και για το ποσό 31.061,49 δολ.ΗΠΑ στην πέμπτη τάξη η εταιρεία «…………». Με άπασες τις ανωτέρω ανακοπές, οι ανακόπτοντες, ζήτησαν τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, ώστε να αποβληθούν οι καθ’ ών οι ανωτέρω ανακοπές και δη με την από 14.4.2022 (α) ανακοπή ζητήθηκε η αποβολή της εταιρείας «………..» για το ποσό 31.061,49 δολ.ΗΠΑ, της εταιρείας «………..» για το ποσό των 39.997,04 δολ.ΗΠΑ, της εταιρείας «…………..» για το ποσό των 93.099,77 ευρώ, της εταιρείας «……..» για τα ποσά 26.948,77 δολ.ΗΠΑ και 134.206,33 δολ.ΗΠΑ, του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού «………..» για τα ποσά 142.551,41 δολ.ΗΠΑ και 427.864,97 δολ.ΗΠΑ και της εταιρείας «………..» (εκκαλούσας της υπό στοιχ Γ έφεσης) για τα ποσά 4.308,04 δολ.ΗΠΑ, 9.041,59 δολ.ΗΠΑ και 2.989.028,81 δολ.ΗΠΑ, με την από 17.4.2022 (β) ανακοπή ζητήθηκε η αποβολή της εταιρείας «………..», της εταιρείας «…………», της εταιρείας «……………», της εταιρείας «……..», του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού «………..» και της εταιρείας «……….» (εκκαλούσας της υπό στοιχ Γ έφεσης) για τα ποσά στα οποία κατετάγησαν κατά τα ανωτέρω, με την από 27.4.2022 (γ) ανακοπή ζητήθηκε η αποβολή του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού «……..» και των εταιρειών «……..», «………..» και «………..» για τα ποσά στα οποία κατετάγησαν κατά τα ανωτέρω, με την από 27.4.2022 (δ) ανακοπή ζητήθηκε η αποβολή των εταιρειών «………», «………..», «………» και του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού «…….», για τα ποσά στα οποία κατετάγησαν κατά τα ανωτέρω, με την από 27.4.2022 (ε) ανακοπή ζητήθηκε η αποβολή των εταιρειών «…………», «………..» και του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού «…….» για τα ποσά στα οποία κατατάγησαν κατά τα ανωτέρω και με την από 29.4.2022 (στ) ανακοπή ζητήθηκε η αποβολή των εταιρειών «……..», «…………», «………..» και του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού «……..» για τα ποσά στα οποία κατετάγησαν κατά τα ανωτέρω. Επί των ανωτέρω ανακοπών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία απάντων των διαδίκων, η υπ’αριθ. 2206/2023 εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε καθ’ ολοκληρίαν η από 27.4.2022 (γ) ανακοπή, ενώ όσον αφορά τις λοιπές ανακοπές έγιναν δεκτές ως προς την εταιρεία «………» (ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης) και απορρίφθηκαν ως προς τους λοιπούς διαδίκους εκάστης ανακοπής και αφού μεταρρυθμίσθηκε ο ανωτέρω προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, αποβλήθηκε η εταιρεία «……….» κατά μέρος του ποσού στο οποίο είχε καταταγεί ως ενυπόθηκη δανείστρια και στη θέση της κατατάχθηκαν η τέταρτη, τρίτη, έκτη, πέμπτη, πρώτη και δεύτερη των εφεσίβλητων της υπό στοιχ Γ έφεσης κατά τα αιτούμενα από αυτές ποσά. Κατά της εκκαλουμένης απόφασης, άσκησαν έφεση η αποβληθείσα εταιρεία «……..» [υπό στοιχ Γ] καθώς και οι εταιρείες «………» [υπό στοιχ Β] και «……..» [υπό στοιχ Α], πέμπτη και έκτη των εφεσίβλητων αντίστοιχα της υπό στοιχ Γ έφεσης. Παράλληλα, δεν αποδείχθηκε ότι κατά της ίδιας ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης άσκησαν έφεση οι έβδομη, όγδοη, ένατη, δέκατη και ενδέκατος των εφεσίβλητων της υπό στοιχ Γ έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω, η από 4.10.2023 [υπό στοιχ Γ] έφεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των έβδομης, όγδοης, ένατης, δέκατης και ενδέκατου των εφεσίβλητων αυτής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, για το λόγο ότι η εκκαλούσα, με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της δεν στρέφεται κατ’ αυτών ούτε αιτείται την αποβολή τους από τον πίνακα κατάταξης και την αποδέσμευση των ποσών για τα οποία κατετάγησαν, ως αντιθέτως συμβαίνει ως προς τις πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εφεσίβλητων, οι οποίες φέρονται ότι ωφελήθηκαν σε βάρος της εκκαλούσας της υπό στοιχ Γ έφεσης, από την κατάταξή τους στο αποδεσμευθέν από την αποβολή της ποσό. Μετά ταύτα τα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω εφεσίβλητων, ως προς τις οποίες η έφεση απορρίφθηκε πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 1012 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού κατασχεμένου πλοίου, η σειρά των δανειστών στον πίνακα κατάταξης, γίνεται κατά κύριο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΙΝΔ, κατά δε το άρθρο 9 του τελευταίου αυτού Κώδικα, το δίκαιο της πολιτείας, της οποίας τη σημαία φέρει το πλοίο, ρυθμίζει και τα επ’ αυτού εμπράγματα δικαιώματα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, τα καθοριζόμενα σ’ αυτό προνόμια, έχουν, ως εξομοιούμενα με ειδικό ενέχυρο, εμπράγματο χαρακτήρα και προηγούνται, σύμφωνα με την τελευταία παράγραφο του ίδιου άρθρου, της ναυτικής υποθήκης, προκειμένου όμως να προηγηθούν της ίδιας υποθήκης κατά την κατάταξη σε εκπλειστηρίασμα που αφορά πλοίο με σημαία αλλοδαπής Πολιτείας, πρέπει κατά ρητή επιταγή της άνω διάταξης του άρθρου 9, να έχουν το ίδιο προνομιακό – εμπράγματο χαρακτήρα και κατά το δίκαιο της πολιτείας-lex navis, τη σημαία της οποίας φέρει το πλοίο (κατά το χρόνο σύνταξης του πίνακα κατάταξης). Η σειρά ωστόσο κατάταξης των εν λόγω προνομίων θα κριθεί κατά το δίκαιο του τόπου εκτέλεσης (lex fori), αφού η λόγω προνομίου προτίμηση στην κατάταξη δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης, καθόσον αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους και κανονίζεται από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 466/1996, ΑΠ 70/92, ΑΠ 1762/1988, ΑΠ 184/1989). Επομένως, αν εκπλειστηριασθεί στην Ελλάδα αλλοδαπό πλοίο, δεν προηγείται της ναυτικής υποθήκης, οποιοδήποτε προνόμιο επί του πλοίου αναγνωρίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο της σημαίας του πλοίου (lex navis), παρά μόνο εκείνα που όμοια τους, κατά τη φύση και το χαρακτήρα, προβλέπει το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 1012 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 533/2015, ΑΠ 285/2002, ΑΠ 284/1999). Στην περίπτωση όπου πλοίο με αλλοδαπή σημαία κατασχέθηκε και εκπλειστηριάστηκε στην Ελλάδα, εφόσον οι απαιτήσεις είναι προνομιακές και κατά το δίκαιο της χώρας αυτής, κατατάσσονται ως προνομιακές, σύμφωνα με το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ, πριν από την υποθήκη, ανεξάρτητα από τη σειρά κατάταξής τους κατά το δίκαιο της εν λόγω χώρας (ΑΠ 533/2015, ΑΠ 755/2012, ΑΠ 710/1992), ενώ στην αντίθετη περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ΚΙΝΔ, δεν θα ληφθεί υπόψη και η αντίστοιχη απαίτηση δεν θα καταταγεί ως προνομιακή, ακόμη και αν η απαίτηση αυτή έχει δημοσιονομικό χαρακτήρα (ΑΠ 466/96, Δ/νη 39, 347, ΕΠ 599/2000, ΕΕμπΔ 2001/320). Αν η lex fori δεν αναγνωρίζει ως προνομιακή την απαίτηση που ασφαλίζεται με ναυτικό προνόμιο κατά το αλλοδαπό δίκαιο της σημαίας, τότε η εν λόγω απαίτηση δεν κατατάσσεται προνομιακά (ΕΠ 270/2006, Πειρ.Νομ. 2006/ 242, ΕΠ 93/99, ΕΕμπΔ 1999/560). Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΙΝΔ (όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, δηλαδή μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 214 του ν. 4072/2012), καθιερώνεται ειδική σειρά κατάταξης και προσδιορίζονται τα ναυτικά προνόμια σε τέσσερις κατηγορίες, που αποκαλούνται τάξεις, στις οποίες εντάσσονται και κατατάσσονται: Α] στην μεν πρώτη τάξη: α) οι συναφείς προς τη ναυσιπλοΐα φόροι, β) τα προς το κοινό συμφέρον των δανειστών γενόμενα δικαστικά έξοδα, γ) τα τέλη και δικαιώματα που βαρύνουν το πλοίο, δ) τα εκ της ναυτολογήσεως των ναυτικών δικαιώματα υπέρ του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ) και τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν ή επιβάλλονται από το Γραφείο Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας υπέρ του Κεφαλαίου Ανεργίας και Ασθένειας Ναυτικών (ΚΑΑΝ). Β] στη δε δεύτερη τάξη κατατάσσονται: α) οι απαιτήσεις του Πλοιάρχου και του πληρώματος από τη σύμβαση εργασίας και β) τα έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου από τον κατάπλου του στον τελευταίο λιμένα, Γ) στην τρίτη τάξη κατατάσσονται τα έξοδα και οι αμοιβές λόγω επιθαλάσσιας αρωγής διάσωσης και ναυαγιαίρεσης και Δ] στην τέταρτη τάξη οι λόγω σύγκρουσης ή πρόσκρουσης πλοίων οφειλόμενες αποζημιώσεις για ζημίες σε πλοία, επιβάτες και φορτία. Τα ως άνω προνόμια, κατά ρητή διάταξη του ίδιου άρθρου (205 ΚΙΝΔ), προηγούνται της υποθήκης (ΕφΠειρ. 76/2022, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου, ΕΠ 163/2003 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω η Δημοκρατία του Παναμά (αρ. 1507 Εμπορικού Κώδικα του κράτους αυτού) δεν έχει προσχωρήσει στις Διεθνείς Συμβάσεις των Βρυξελλών της 10-4-1926 και της 27-5-1967 “περί ενοποιήσεως κανόνων τινών αφορώντων στα ναυτικά προνόμια και τις υποθήκες” (International Convention for the Unification of Certain Rules relating to ….and … of 1926 and 1967). Ωστόσο, αρκετές διατάξεις των εν λόγω διεθνών συμβάσεων έχουν περιληφθεί στο εθνικό της δίκαιο, στο οποίο τα συγκεκριμένα ζητήματα διέπονται από τον Κώδικα Ναυτικής Δικονομίας (Maritime Procedural Code, Νόμος No 8 της 30-3-1982) ως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο No 11 της 23-05-1986, το Νόμο No 23 της 01-06-2001 και το Νόμο 12 της 23-01-2009 και ισχύει, καθώς και από το Νόμο 55 του 2008. Σύμφωνα με τον άνω Κώδικα, ένα πλοίο μπορεί να κατασχεθεί (attachment of ship) ή να διαταχθεί δικαστικώς η απαγόρευση του απόπλου του (arrest of ship) για κάθε είδους απαίτηση προερχόμενη από ναυτιλιακή εμπορική συναλλαγή (maritime commerce, maritime trade), υπό τον όρο ότι αυτή στρέφεται σε βάρος του πλοιοκτήτη ή έχει εξασφαλιστεί με ναυτικό προνόμιο επί του πλοίου (…). Αν και στον Κώδικα δεν υπάρχει ρητός ορισμός των ναυτικών προνομίων, ως τέτοια νοούνται οι προνομιούχες απαιτήσεις επί πλοίου ή άλλης ναυτικής περιουσίας αναφορικά με παρασχεθείσες σε αυτό υπηρεσίες ή προκληθείσες από αυτό ζημίες. Το άρθρο 244 του Νόμου 55 του 2008 ορίζει σε περίπτωση πλειστηριασμού πλοίου ως προνομιούχες απαιτήσεις επί αυτού (του πλοίου) και του ναύλου τις εξής: 1) τα δικαστικά έξοδα, τα οποία έγιναν προς το κοινό συμφέρον των ναυτικών πιστωτών, 2) τις δαπάνες αποζημιώσεως και τους μισθούς για την επιθαλάσσια αρωγή και τη διάσωση, οι οποίες οφείλονται για το τελευταίο ταξίδι, 3) τους μισθούς, τις αμοιβές και τις αποζημιώσεις, οι οποίες οφείλονται στον πλοίαρχο και στα μέλη του πληρώματος για το τελευταίο ταξίδι, 4) τη ναυτική υποθήκη, 5) τα ποσά που οφείλονται στο Κράτος για ετήσιους φόρους και τέλη του πλοίου, 6) τους οφειλόμενους στους στοιβαδόρους και στους εργάτες της προκυμαίας μισθούς και αμοιβές, οι οποίοι έχουν συμφωνηθεί αμέσως από τον πλοιοκτήτη, τον εφοπλιστή ή τον πλοίαρχο κατά τη φόρτωση ή εκφόρτωση του πλοίου κατά τον τελευταίο κατάπλου, 7) τις οφειλόμενες αποζημιώσεις για τις ζημίες προκληθείσες από υπαιτιότητα ή από αμέλεια, 8) τα οφειλόμενα ποσά λόγω συνεισφοράς σε κοινές αβαρίες, 9) τα οφειλόμενα ποσά λόγω υποχρεώσεων συναφθεισών για τις ανάγκες ή τον ανεφοδιασμό του πλοίου, 10) το ληφθέν ναυτοδάνειο επί του κύτους του πλοίου και των εξαρτημάτων του για τα εφόδια του εξοπλισμού και την προετοιμασία, εάν η σύμβαση καταρτίστηκε και υπογράφτηκε πριν τον απόπλου του πλοίου από το λιμένα, στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές έχουν συναφθεί, ως και τις ασφαλιστικές εισφορές για τους τελευταίους έξι μήνες, 11) τους μισθούς των πιλότων, των φυλάκων και τις δαπάνες συντηρήσεως και φυλάξεως του πλοίου, των εξαρτημάτων και των εφοδίων του μετά το τελευταίο ταξίδι και την είσοδο στον λιμένα, 12) τις οφειλόμενες αποζημιώσεις στους φορτωτές και τους επιβάτες για πλημμελή παράδοση των φορτωθέντων ή ζημία αυτών, οφειλόμενη στον πλοίαρχο ή το πλήρωμα κατά το τελευταίο ταξίδι και 13) το τίμημα της τελευταίας αγοράς του πλοίου και των οφειλόμενων τόκων των τελευταίων δύο ετών (ΑΠ 533/2015, ΕφΠειρ 933/2006, δημ. ΝΟΜΟΣ).
Με την από 14.4.2022 (α) ανακοπή, η ανακόπτουσα, ήδη τέταρτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης, εξέθετε ότι στις 28.7.2021 εκπλειστηριάστηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………….., με επίσπευση της δανείστριας εταιρείας με την επωνυμία «…………» (εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης), το ανήκον στην καθ’ης ο πλειστηριασμός, λιβεριανή εταιρεία με την επωνυμία «……………», φορτηγό πλοίο με το όνομα «S», νηολογίου Παναμά, με αριθμό ΙΜΟ …….. Ότι η ίδια (ανακόπτουσα) αναγγέλθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, εμπρόθεσμα και νομότυπα για απαίτησή της κατά της πλοιοκτήτριας εταιρείας, προερχόμενη από πώληση σε αυτήν καυσίμων, την 23.12.2019 και την 10.1.2020 στο λιμάνι της νήσου Pemba της Τανζανίας και στο λιμάνι της Σιγκαπούρης αντίστοιχα, συνολικού ποσού 461.312,82 δολ. ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου τόκων μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης. Ότι η απαίτησή της αυτή, σύμφωνα με το νόμο της Δημοκρατίας του Παναμά, είναι εμπράγματης φύσεως και ως εκ τούτου κατατάσσεται προνομιακά. Ότι το πλοίο κατακυρώθηκε στην εδρεύουσα Δημοκρατία των Νήσων Μάρσαλ εταιρεία με την επωνυμία «…………….» και ότι το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε ανήλθε στο ποσό των 3.900.000 δολ. ΗΠΑ. Οτι επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των δανειστών, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο κατέταξε τους καθ’ ων η ανακοπή προνομιούχους δανειστές, ενώ δεν κατέταξε την ίδια. Ότι ο ανωτέρω υπάλληλος του πλειστηριασμού, εσφαλμένα κατέταξε προνομιακά τους καθ’ων η ανακοπή και ειδικότερα ότι Α) η πρώτη των καθ’ων, εταιρεία με την επωνυμία «……………..» εσφαλμένα κατετάγη για ποσό 31.061,49 δολ.ΗΠΑ για απαιτήσεις της που απορρέουν από τη ρυμούλκηση του εκποιηθέντος πλοίου, διότι α) οι απορρέουσες από ρυμούλκηση πλοίου αξιώσεις δεν απολαύουν προνομιακής μεταχείρισης αφού διαφέρουν ριζικά της επιθαλάσσιας αρωγής, που είναι εξοπλισμένη με προνόμιο (άρθρο 205 παρ.γ ΚΙΝΔ), καθόσον η τελευταία προϋποθέτει τη συνδρομή σοβαρού κινδύνου απώλειας ή βλάβης του πλοίου, ενώ στη ρυμούλκηση το πλοίο απλώς δεν μπορεί να κινηθεί λόγω βλάβης, β) η αναγγελία της είναι αόριστη, αφού σε αυτήν δεν περιγράφεται ως αιτία των αξιώσεών της, η προσφερθείσα θαλάσσια αρωγή στο πλοίο λόγω σοβαρού κινδύνου απώλειας ή βλάβης του ή θαλάσσιο συμβάν από το οποίο να δημιουργήθηκε κίνδυνος για το πλοίο, αλλά αναφέρεται ότι αυτές αφορούν «έξοδα φύλαξης και προστασίας (συντηρήσεως)», πλην όμως το πλοίο δεν είχε ανάγκη φύλαξης, αφού σε αυτό υπήρχε πλοίαρχος και πλήρωμα, Β) η δεύτερη των καθ’ων εταιρεία με την επωνυμία «……….», εσφαλμένα κατετάγη για το ποσό των 39.997,04 δολ. ΗΠΑ για απαιτήσεις της από αναγκαίες επισκευές και προμήθεια υλικών στο πλοίο, διότι α) οι αξιώσεις από προμήθεια υλικών στο πλοίο δεν απολαύουν προνομιακής μεταχείρισης και β) από τις περιγραφόμενες στην από 3.8.2021 αναγγελία αξιώσεις της, δεν προκύπτει ότι αυτή προέβη σε κάποια εργασία συντήρησης του πλοίου, παρά μόνο σε, κατόπιν συμφωνίας με τη διαχειρίστρια του πλοίου, προμήθεια σε αυτό διαφόρων υλικών, Γ) η τρίτη των καθ’ων εταιρεία με την επωνυμία «………………….» εσφαλμένα κατετάγη για το ποσό των 93.099,77 δολ.ΗΠΑ, για απαιτήσεις της από αναγκαίες επισκευές και προμήθεια υλικών στο πλοίο, διότι α) οι αξιώσεις από προμήθεια υλικών στο πλοίο δεν απολαύουν προνομιακής μεταχείρισης, β) οι αξιώσεις από επισκευές του πλοίου δεν απολαύουν προνομιακής μεταχείρισης, αλλά μόνο τα έξοδα συντήρησης αυτού, για τα οποία, ωστόσο, εν προκειμένω, δεν γίνεται λόγος στον ανακοπτόμενο πίνακα και γ) οι επισκευές που έλαβαν χώρα στο πλοίο δεν δύνανται να θεωρηθούν ως πράξεις συντήρησης του πλοίου, καθώς έγιναν με σκοπό τη μεθοδική χρήση του και όχι τη διατήρηση της αξίας του, ενώ επιπλέον ο Πειραιάς δεν δύναται να θεωρηθεί ως ο «τελευταίος λιμένας μετά τον κατάπλου», αφού μεταξύ των επισκευών του πλοίου στον λιμένα αυτό και της επιβολής της κατάσχεσης μεσολάβησε χρονικό διάστημα πλέον των εννέα (9) μηνών, Δ) η τέταρτη των καθ’ων εταιρεία με την επωνυμία «……………..», εσφαλμένα κατετάγη για το ποσό των 26.948,77 δολ.ΗΠΑ στη β’ τάξη των προνομίων (τέλη και δικαιώματα) και για το ποσό των 134.206,33 δολ.ΗΠΑ στη γ’ τάξη των προνομίων (έξοδα φύλαξης του πλοίου), διότι αυτή υποβλήθηκε πράγματι σε δαπάνες φύλαξης ύψους 14.220 ευρώ (180 ευρώ για 24ωρη φύλαξη χ 79 ημέρες) και συνεπώς μόνο ως προς το ποσό αυτό έπρεπε να ικανοποιηθεί προνομιακά, ενώ οι υπόλοιπες δαπάνες που αναφέρονται στην αναγγελία της δεν απολαύουν προνομίου, Ε) ο πέμπτος των καθ’ων αλληλοασφαλιστικός συνεταιρισμός με την επωνυμία «……..» εσφαλμένα κατετάγη για το ποσό των 142.551,41 δολ.ΗΠΑ, στην γ’ τάξη των προνομίων και για το ποσό των 427.864,97 δολ. ΗΠΑ στη δ’ τάξη των προνομίων, διότι α) η από 6.8.2021 αναγγελία του είναι αόριστη, για τους αναφερόμενους σε αυτή (ανακοπή) λόγους, β) οι απαιτήσεις των ναυτικών δεν απολαύουν προνομίου, αφού δεν αφορούσαν το τελευταίο ταξίδι του πλοίου, ώστε να εξοπλισθούν με προνόμιο και γ) όλες οι δαπάνες που αφορούν προμήθειες για το πλοίο, πρακτορειακά, αμοιβές αντιπροσώπου, αμοιβές και έξοδα προηγούμενου πληρώματος δεν απολαύουν προνομίου και ΣΤ) η έκτη των καθ’ων επισπεύδουσα ενυπόθηκη δανείστρια αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «………» εσφαλμένα κατετάγη για το ποσό των 4.308,04 δολ.ΗΠΑ για έξοδα εκτελέσεως στην πρώτη τάξη, το ποσό των 9.041,59 δολ. ΗΠΑ στην τέταρτη τάξη και το ποσό των 2.989.028,81 δολ. ΗΠΑ ως ενυπόθηκη δανείστρια, διότι το τελευταίο αυτό ποσό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική απαίτηση που αυτή έχει έναντι της οφειλέτριας εταιρείας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ανακοπή της. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε να μεταρρυθμιστεί ο ανακοπτόμενος πίνακας κατάταξης και η υπ’αριθ. ……./2022 πρόσκληση δανειστών του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, με σκοπό να αποβληθούν οι καθ’ων και να καταταγεί η ίδια προνομιακά για το ποσό των 401.825,03 δολ.ΗΠΑ πλέον νόμιμων τόκων από την 1.8.2021 και μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα, να καταταγεί προνομιακά α) για το κεφάλαιο της απαίτησής της που ανέρχεται σε 297.438,96 δολ.ΗΠΑ, β) για τους νόμιμους τόκους επί του ανωτέρω κεφαλαίου μέχρι τις 31.7.2021 που ανέρχονται σε 104.386,07 δολ.ΗΠΑ και γ) για τους νόμιμους τόκους επί του ανωτέρω κεφαλαίου επί μία διετία τουλάχιστον μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης που ανέρχονται σε 59.487,79 δολ.ΗΠΑ και συνολικά για το ποσό των 461.312,82 δολ.ΗΠΑ, με την καθορισθείσα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού ισοτιμία, άλλως επικουρικά να καταταγεί συμμέτρως μετά των λοιπών καταταγέντων ή καταταχθησομένων δανειστών κατ’αναλογία των πραγματικών απαιτήσεων ενός εκάστου εξ αυτών. Επίσης ζητούσε να καταδικαστούν οι καθ’ων στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε την ανακοπή παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του καθ’ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμοδίου Δικαστηρίου και επαρκώς ορισμένη. Ωστόσο έκρινε ότι τυγχάνει απορριπτέα λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος ως προς το κύριο αίτημά της, με το οποίο η ανακόπτουσα ζητούσε να καταταγεί προνομιακά για το αιτούμενο ποσό, διότι οι απαιτήσεις της από την προμήθεια καυσίμων στο πλοίο «S», όχι στον τελευταίο λιμένα κατάπλου του πλοίου, δεν απολαύουν προνομίου κατά το άρθρο 205 ΚΙΝΔ, όπως απαιτείται για την προνομιακή της κατάταξη, αφού σε περίπτωση αλλοδαπού πλοίου εκπλειστηριασθέντος στην Ελλάδα, δεν προηγείται της ναυτικής υποθήκης οποιοδήποτε προνόμιο επί του πλοίου αναγνωρίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο της σημαίας του πλοίου, παρά μόνο εκείνα που όμοιά τους, κατά τη φύση και το χαρακτήρα που προβλέπει το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 1012 ΚΠολΔ, ώστε ακόμη και σε περίπτωση ακύρωσης της κατάταξης των καθ’ων, δεν θα δικαιούται να καταταγεί προνομιακά στον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης, επιφυλάχθηκε δε να ερευνήσει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της αναφορικά με το επικουρικό αίτημά της περί κατάταξής της συμμέτρως με τους λοιπούς καταταγέντες ή καταταχθησόμενους δανειστές, ως εγχειρόγραφη δανείστρια.
Με την από 17.4.2022 (β) ανακοπή, η ανακόπτουσα, ήδη τρίτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης, εξέθετε ότι στις 28.7.2021 εκπλειστηριάστηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………, με επίσπευση της δανείστριας εταιρείας με την επωνυμία «…………» (εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης), το ανήκον στην καθ’ης ο πλειστηριασμός, λιβεριανή εταιρεία με την επωνυμία «………….», φορτηγό πλοίο με το όνομα «S», νηολογίου Παναμά, με αριθμό ΙΜΟ ……… Ότι η ίδια (ανακόπτουσα) αναγγέλθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, εμπρόθεσμα και νομότυπα για απαίτησή της κατά της πλοιοκτήτριας εταιρείας, προερχόμενη από πώληση σε αυτήν καυσίμων την 23.2.2020 στο λιμάνι Klang της Μαλαισίας, συνολικού ποσού 95.291,82 δολ.ΗΠΑ πλέον νόμιμων τόκων. Ότι η ανωτέρω απαίτησή της, σύμφωνα με το νόμο της Δημοκρατίας του Παναμά, είναι εμπραγμάτου φύσεως και ως εκ τούτου κατατάσσεται προνομιακά. Ότι το πλοίο κατακυρώθηκε στην εδρεύουσα στη Δημοκρατία των Νήσων Μάρσαλ εταιρεία με την επωνυμία «……………» και το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε ανήλθε στο ποσό των 3.900.000 δολ. ΗΠΑ. Ότι επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των δανειστών, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο κατέταξε τους καθ’ων η ανακοπή προνομιούχους δανειστές, ενώ δεν κατέταξε την ίδια. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ανακόπτουσα ισχυριζόμενη ότι οι καθ’ων κατετάγησαν εσφαλμένα για λόγους όμοιους με εκείνους που αναφέρονται στην υπό στοιχεία (α) ανακοπή και που εκτέθηκαν ανωτέρω αναλυτικά, ζητούσε να μεταρρυθμιστεί ο ανακοπτόμενος πίνακας κατάταξης και η υπ’αριθ. ……/2022 πρόσκληση δανειστών του ανωτέρω συμβολαιογράφου, με σκοπό να αποβληθούν οι καθ’ων και να καταταγεί η ίδια προνομιακά για το ποσό των 95.291,82 δολ.ΗΠΑ, πλέον νόμιμων τόκων από την 17.4.2020 και μέχρι την 17.4.2024, που είναι η πιθανή ημερομηνία τελεσιδικίας του πίνακα, με την καθορισθείσα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού ισοτιμία, άλλως να καταταγεί για τα ανωτέρω ποσά συμμέτρως μετά των λοιπών καταταγέντων δανειστών, κατ’ αναλογία των πραγματικών απαιτήσεων ενός εκάστου εξ αυτών. Επίσης ζητούσε να καταδικαστούν οι καθ’ων στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε την ανακοπή παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμοδίου Δικαστηρίου και επαρκώς ορισμένη. Ωστόσο έκρινε ότι τυγχάνει απορριπτέα λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος ως προς το κύριο αίτημά της, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, κατά την έκθεση της (α) ανακοπής και επιφυλάχθηκε να ερευνήσει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της αναφορικά με το επικουρικό αίτημά της περί κατάταξής της συμμέτρως με τους λοιπούς καταταγέντες ή καταταχθησόμενους δανειστές, ως εγχειρόγραφη δανείστρια.
Με την από 27.4.2022 (γ) ανακοπή, η ανακόπτουσα, ήδη όγδοη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης, εξέθετε ότι με επίσπευση της δανείστριας εταιρείας με την επωνυμία «……………» (εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης), κατασχέθηκε δυνάμει της υπ’αριθ. …../17.6.2021 κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, ……… και στη συνέχεια εκπλειστηριάστηκε με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά ………., στις 28.7.2021, το υπό σημαία Παναμά φορτηγό πλοίο με το όνομα «S», το οποίο ανήκε στην οφειλέτρια λιβεριανή εταιρεία με την επωνυμία «S». Ότι η ίδια (ανακόπτουσα) αναγγέλθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εμπρόθεσμα και νομότυπα για τις απαιτήσεις της, οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στην επισυναπτόμενη στην αγωγή αναγγελία της. Ότι το πλοίο κατακυρώθηκε στην εδρεύουσα στη Δημοκρατία των Νήσων Μάρσαλ εταιρεία με την επωνυμία «……………» και το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε ανήλθε στο ποσό των 3.900.000 δολ.ΗΠΑ. Ότι επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των δανειστών, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης δανειστών, πλην όμως εκ παραδρομής κατέταξε την απαίτησή της, συνολικού ύψους 122.011,20 ευρώ που αφορά δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για τη συντήρηση και τη φύλαξη του πλοίου, στην τέταρτη αντί της δεύτερης τάξης των προνομίων. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να μεταρρυθμιστεί ο πίνακας κατάταξης με σκοπό να καταταγεί η ίδια ως προς το ανωτέρω ποσό στη δεύτερη αντί της τέταρτης τάξης των προνομίων. Επίσης ζητούσε να καταδικαστούν οι καθ’ων στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι η ανακοπή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμοδίου Δικαστηρίου, ωστόσο έκρινε αυτήν απορριπτέα λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, διότι αιτείται τη διόρθωση του σφάλματος του συμβολαιογράφου, χωρίς όμως να προσβάλει την κατάταξη των καθ’ων και χωρίς, επιπλέον, να αιτείται την αποβολή τους από τον ένδικο πίνακα και την κατάταξη της ίδιας στη θέση τους.
Με την από 27.4.2022 (δ) ανακοπή, η ανακόπτουσα, ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχ Α έφεσης και έκτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης, εξέθετε ότι με επίσπευση της εταιρείας με την επωνυμία «………….» (εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης) και δυνάμει της υπ’αριθ. ……/28.7.2021 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Πειραιά ………….., ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, εκπλειστηριάστηκε ενώπιον του με ηλεκτρονικά μέσα, την 28.7.2021, το πλοίο «S», το οποίο ανήκε στην οφειλέτρια λιβεριανή εταιρεία με την επωνυμία «…………». Ότι το εν λόγω πλοίο κατακυρώθηκε στην τιμή των 3.900.000 δολ.ΗΠΑ στην εταιρεία με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στις Νήσους Μάρσαλ. Ότι κατά της πιο πάνω οφειλέτριας διατηρεί απαίτηση, προερχόμενη από πώληση καυσίμων στην καθ΄ης ο πλειστηριασμός, για τον εφοδιασμό του ανωτέρω πλοίου, όσο αυτό ναυλοχούσε στο λιμένα της Σιγκαπούρης, ανερχόμενη στο ποσό των 96.747,60 δολ.ΗΠΑ, πλέον της συμφωνηθείσας χρέωσης, λόγω μη εμπρόθεσμης πληρωμής του ανωτέρω κεφαλαίου, υπολογιζόμενης με 2,5% μηνιαίως από την επομένη της 15.4.2020 για ποσό κεφαλαίου 24.186,90 δολ.ΗΠΑ και από την 29.4.2020 για ποσό κεφαλαίου 72.560,70 δολ.ΗΠΑ, άλλως και επικουρικώς με το ισχύον στην Ελλάδα επιτόκιο υπερημερίας υπολογιζόμενου από την επομένη εκάστης εκ των ανωτέρω δηλών ημερομηνιών πληρωμής για τα προαναφερθέντα ποσά. Ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, κατά τη σύνταξη του ανακοπτόμενου πίνακα κατάταξης, εσφαλμένα απέρριψε την από 9.9.2021 αναγγελία της ως εκπρόθεσμη, μολονότι αυτή επιδόθηκε σε αυτόν εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της 15ήμερης προθεσμίας που θέτει η διάταξη του άρθρου 972 ΚΠολΔ. Ότι επιπλέον, εσφαλμένα ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε τους καθ’ων η ανακοπή στον προσβαλλόμενο πίνακα και ειδικότερα ότι ι) αναφορικά με την κατάταξη της πρώτης των καθ’ων εταιρείας με την επωνυμία «………..» εσφαλμένα αυτή κατετάγη α) διότι τόσο η από 5.8.2021 αναγγελία της όσο και η από 11.8.2021 συμπληρωματική αναγγελία της τυγχάνουν αόριστες και β) εσφαλμένα αυτή κατετάγη ως προς το ποσό των 2.989.028,81 δολ.ΗΠΑ το οποίο ανήγγειλε ως ενυπόθηκη δανείστρια, διότι το ποσό αυτό δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό ύψος της οφειλής της πλοιοκτήτριας εταιρείας προς την ίδια, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο συγκεκριμένο λόγο της ανακοπής και γ) εσφαλμένα αυτή κατετάγη ως προς το ποσό των 9.041,59 δολ.ΗΠΑ για έξοδα φύλαξης του πλειστηριασθέντος πλοίου, διότι η εν λόγω απαίτηση είναι ανύπαρκτη και προφανώς δεν απολαύει ούτε προνομίου, ιι) αναφορικά με την κατάταξη της δεύτερης των καθ’ων, εταιρείας με την επωνυμία «………….», εσφαλμένα κατετάγη α) για το ποσό των 28.239 ευρώ, αφού δεν είναι φορέας της αναγγελθείσας και καταταγείσας απαίτησης και β) για το ποσό των 31.061,49 δολ.ΗΠΑ προνομιακά, αφού η εν λόγω απαίτησή της αφορά σε αμοιβή για συγκράτηση πλοίου με συμφωνημένη αμοιβή (και όχι επιθαλάσσια αρωγή) και δεν απολαύει προνομίου, ιιι) αναφορικά με την κατάταξη της τρίτης των καθ’ων, εταιρείας με την επωνυμία «………….», εσφαλμένα κατετάγη α) προνομιακά για το ποσό των 26.94877 δολ.ΗΠΑ για πληρωμή προστίμων και τελών του πλοίου, διότι η φερόμενη απαίτησή της προέρχεται από πρόστιμα που επιβλήθηκαν λόγω παραβάσεων διατάξεων για την ασφάλεια του πλοίου και αμοιβές επιθεωρητών και ως εκ τούτου δεν απολαύει προνομίου και β) προνομιακά για το ποσό των 134.206,33 δολ.ΗΠΑ για έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου από τον κατάπλου στον τελευταίο λιμένα, διότι η αναγγελία της για την αιτία αυτή είναι αόριστη, ενώ η απαίτησή της είναι αβάσιμη και σε κάθε περίπτωση δεν απολαύει προνομίου και iv) αναφορικά με την κατάταξη της τέταρτης των καθ’ων, ήτοι του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «……………….», εσφαλμένα κατετάγη α) προνομιακά για το ποσό των 142.551,41 δολ.ΗΠΑ, διότι η αναγγελία της απαίτησης είναι αόριστη και σε κάθε περίπτωση δεν απολαύει προνομίου και β) για το ποσό των 427.864,97 δολ.ΗΠΑ για τη συντήρηση του πλοίου και του πληρώματος, διότι η αναγγελία της απαίτησης αυτής είναι αόριστη, η δε απαίτηση είναι αβάσιμη και αναπόδεικτη. Με βάση το ιστορικό αυτό η ανακόπτουσα ζητούσε να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, με σκοπό να αποβληθούν οι καθ’ων από αυτόν και να ακυρωθεί η κατάταξή τους και στη θέση τους να καταταγεί η ίδια για την αναγγελθείσα απαίτησή της, ποσού 96.747,60 δολ. ΗΠΑ κατά κεφάλαιο, πλέον της συμφωνηθείσας χρέωσης για τη μη εμπρόθεσμη πληρωμή της απαίτησής της, ύψους 2,5% μηνιαίως από την επομένη της 15.4.2020 για ποσό κεφαλαίου 24.186,90 δολ. ΗΠΑ και από την 29.4.2020 για ποσό κεφαλαίου 72.560,70 δολ.ΗΠΑ μέχρι τη διανομή του πλειστηριάσματος, άλλως επικουρικά πλέον του ποσού των τόκων υπερημερίας, υπολογιζόμενων με το ισχύον στην Ελλάδα επιτόκιο υπερημερίας, από την ανωτέρω εκάστης εκ των ανωτέρω δηλών ημερομηνιών πληρωμής για τα προαναφερθέντα ποσά και μέχρι τη διανομή του πλειστηριάσματος. Επίσης ζητούσε να καταδικαστούν οι καθ’ων στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε την ανακοπή παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του καθ’ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμοδίου Δικαστηρίου και ορισμένη και περαιτέρω επιφυλάχθηκε να ερευνήσει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Με την από 27.4.2022 (ε) ανακοπή, η ανακόπτουσα, ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχ Β έφεσης και πέμπτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης, εξέθετε ότι με επίσπευση της εταιρείας με την επωνυμία «……………..» και δυνάμει της υπ’αριθ. ……./28.7.2021 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Πειραιά …………., ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, εκπλειστηριάστηκε ενώπιον του με ηλεκτρονικά μέσα, την 28.7.2021, το πλοίο «S», το οποίο ανήκε στην οφειλέτρια λιβεριανή εταιρεία με την επωνυμία «…………..». Ότι το εν λόγω πλοίο κατακυρώθηκε στην τιμή των 3.900.000 δολ. ΗΠΑ στην εταιρεία με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στις Νήσους Μάρσαλ. Ότι κατά της πιο πάνω οφειλέτριας διατηρεί απαίτηση, ανερχόμενη στο ποσό των 207.225 δολ.ΗΠΑ, η οποία απορρέει από τη μη πληρωμή της συμφωνηθείσας διαχειριστικής αμοιβής της, για το χρονικό διάστημα από 6.8.2020 έως 8.6.2021. Ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, κατά τη σύνταξη του ανακοπτόμενου πίνακα κατάταξης εσφαλμένα απέρριψε την αναγγελία της ως εκπρόθεσμη, μολονότι αυτή επιδόθηκε σε αυτόν εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της 15ήμερης προθεσμίας που θέτει η διάταξη του άρθρου 972 ΚΠολΔ. Ότι επιπλέον εσφαλμένα ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε τους καθ’ων η ανακοπή στον προσβαλλόμενο πίνακα και ειδικότερα ότι ι) αναφορικά με την κατάταξη της πρώτης των καθ’ων, εταιρείας με την επωνυμία «…………….» εσφαλμένα αυτή κατετάγη α) διότι τόσο η από 5.8.2021 αναγγελία της όσο και η από 11.8.2021 συμπληρωματική αναγγελία της τυγχάνουν αόριστες, β) εσφαλμένα αυτή κατετάγη ως προς το ποσό των 2.989.028,81 δολ.ΗΠΑ το οποίο ανήγγειλε ως ενυπόθηκη δανείστρια, διότι το ποσό αυτό δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό ύψος της οφειλής της πλοιοκτήτριας εταιρείας προς την ίδια, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο συγκεκριμένο λόγο της ανακοπής και γ) εσφαλμένα αυτή κατετάγη ως προς το ποσό των 9.041,59 δολ.ΗΠΑ για έξοδα φύλαξης του πλειστηριασθέντος πλοίου, διότι η εν λόγω απαίτηση είναι ανύπαρκτη και προφανώς δεν απολαύει ούτε προνομίου, ιι) αναφορικά με την κατάταξη της δεύτερης των καθ’ων, εταιρείας με την επωνυμία «……………..», εσφαλμένα κατετάγη α) για το ποσό των 28.239 ευρώ, αφού δεν είναι φορέας της αναγγελθείσας και καταταγείσας απαίτησης και β) για το ποσό των 31.061,49 δολ.ΗΠΑ προνομιακά, αφού η εν λόγω απαίτησή της αφορά σε αμοιβή για συγκράτηση πλοίου με συμφωνημένη αμοιβή (και όχι επιθαλάσσια αρωγή) και δεν απολαύει προνομίου, ιιι) αναφορικά με την κατάταξη της τρίτης των καθ’ων, εταιρείας με την επωνυμία «……………», εσφαλμένα κατετάγη α) προνομιακά για το ποσό των 26.948,77 δολ.ΗΠΑ για πληρωμή προστίμων και τελών του πλοίου, διότι η φερόμενη απαίτησή της προέρχεται από πρόστιμα που επιβλήθηκαν λόγω παραβάσεων διατάξεων για την ασφάλεια του πλοίου και αμοιβές επιθεωρητών και ως εκ τούτου δεν απολαύει προνομίου και β) προνομιακά για το ποσό των 134.206,33 δολ.ΗΠΑ για έξοδα φύλαξης και συντήρησης του πλοίου από τον κατάπλου στον τελευταίο λιμένα, διότι η αναγγελία της για την αιτία αυτή είναι αόριστη, ενώ η απαίτησή της είναι αβάσιμη και σε κάθε περίπτωση δεν απολαύει προνομίου και iv) αναφορικά με την κατάταξη της τέταρτης των καθ’ων, ήτοι του αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «……….», εσφαλμένα κατετάγη α) προνομιακά για το ποσό των 142.551,41 δολ.ΗΠΑ, διότι η αναγγελία της απαίτησης είναι αόριστη και σε κάθε περίπτωση δεν απολαύει προνομίου και β) για το ποσό των 427.864,97 δολ.ΗΠΑ για τη συντήρηση του πλοίου και του πληρώματος, διότι η αναγγελία της απαίτησης αυτής είναι αόριστη, η δε απαίτηση είναι αβάσιμη και αναπόδεικτη. Με βάση το ιστορικό αυτό η ανακόπτουσα ζητούσε να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, με σκοπό να αποβληθούν οι καθ’ων από αυτόν και να ακυρωθεί η κατάταξή τους και στη θέση τους να καταταγεί η ίδια για την αναγγελθείσα απαίτησή της, ποσού 207.225 δολ.ΗΠΑ κατά κεφάλαιο, πλέον των νόμιμων τόκων υπερημερίας από τη δήλη ημερομηνία πληρωμής εκάστου εκ των αναφερόμενων στην αναγγελία τιμολογίων, μέχρι τη διανομή του πλειστηριάσματος. Επίσης ζητούσε να καταδικαστούν οι καθ’ων στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε την ανακοπή παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του καθ’ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμοδίου Δικαστηρίου και ορισμένη και περαιτέρω επιφυλάχθηκε να ερευνήσει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Τέλος με την από 29.4.2022 (στ) ανακοπή, οι ανακόπτουσες, πρώτη και δεύτερη των εφεσίβλητων της υπό στοιχ Γ έφεσης, εξέθεταν ότι στις 28.7.2021 εκπλειστηριάστηκε στον Πειραιά, κατόπιν επισπεύσεως της εταιρείας με την επωνυμία «………………», με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά ………….. και δυνάμει της υπ’αριθ. …../17.6.2021 κατασχετήριας έκθεσης πλοίου του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά ………….. καθώς και της υπ’αριθ. …../28.7.2021 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού του ως άνω συμβολαιογράφου, αντί ποσού 3.900.000 δολ.ΗΠΑ, το υπό σημαία Παναμά φορτηγό πλοίο «S», νηολογίου Παναμά, πλοιοκτησίας της οφειλέτριας εταιρείας «…………..». Ότι η πρώτη εξ αυτών, με την από 6.8.2021 αναγγελία της, ζήτησε να καταταγεί προνομιακά για το ποσό των 48.373,17 δολ. Σιγκαπούρης και για το ποσό των 3.662 ευρώ, κατά την ανάλυση που εκτίθεται σε αυτήν (ανακοπή), για απαίτησή της απορρέουσα από διαδοχικές πωλήσεις τροφοεφοδίων, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ της ίδιας και της ως άνω πλοιοκτήτριας εταιρείας. Ότι η δεύτερη εξ αυτών, με την από 6.8.2021 αναγγελία της ζήτησε να καταταγεί προνομιακά για το ποσό των 32.787,94 δολ.ΗΠΑ και για το ποσό των 300 ευρώ, κατά την ανάλυση που εκτίθεται σε αυτήν (ανακοπή), για απαίτησή της απορρέουσα από διαδοχικές πωλήσεις τροφοεφοδίων, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ της ίδιας και της ως άνω πλοιοκτήτριας εταιρείας. Ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εσφαλμένα κατέταξε τις απαιτήσεις των καθ’ων η ανακοπή, τις οποίες αμφισβητούν ως προς την ύπαρξη, το ύψος, τη νομική βασιμότητα και τον προνομιακό χαρακτήρα τους, πριν από τις απαιτήσεις των ιδίων, στον προσβαλλόμενο πίνακα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτή (ανακοπή). Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης δανειστών με σκοπό να αποβληθούν από αυτόν οι καθ΄ων εξ ολοκλήρου, άλλως κατά το μέρος κατά το οποίο οι απαιτήσεις τους είναι αβάσιμες, μη νόμιμες ή στερούμενες ναυτικού προνομίου, στον δε τροποποιημένο πίνακα κατάταξης να καταταγούν αυτές (ανακόπτουσες) προνομιακά και προ παντός άλλου δανειστή, άλλως συμμέτρως για ολόκληρο το ποσό των νομίμως αναγγελθεισών απαιτήσεών τους. Επίσης ζητούσαν να καταδικαστούν οι καθ’ων στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε την ανακοπή παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως ενώπιον του καθ’ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμοδίου Δικαστηρίου, ωστόσο έκρινε ότι τυγχάνει απορριπτέα λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος ως προς το κύριο αίτημά της, με το οποίο οι ανακόπτουσες ζητούσαν να καταταγούν προνομιακά για τα αιτούμενα ποσά, διότι οι απαιτήσεις τους, προερχόμενες από την πώληση υλικών και εφοδίων, δεν απολαύουν προνομίου κατά το άρθρο 205 ΚΙΝΔ, όπως απαιτείται για την προνομιακή τους κατάταξη, αφού σε περίπτωση αλλοδαπού πλοίου εκπλειστηριασθέντος στην Ελλάδα, δεν προηγείται της ναυτικής υποθήκης οποιοδήποτε προνόμιο επί του πλοίου αναγνωρίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο της σημαίας του πλοίου, παρά μόνο εκείνα που όμοιά τους, κατά τη φύση και το χαρακτήρα που προβλέπει το άρθρο 205 του ΚΙΝΔ στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 1012 ΚΠολΔ, ώστε ακόμη και σε περίπτωση ακύρωσης της κατάταξης των καθ’ων, δεν θα δικαιούνται να καταταγούν προνομιακά στον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης, επιφυλάχθηκε δε να ερευνήσει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της αναφορικά με το επικουρικό αίτημα περί κατάταξης των ανακοπτουσών συμμέτρως με τους λοιπούς καταταγέντες ή καταταχθησόμενους δανειστές, ως εγχειρόγραφη δανείστρια.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αξιολογώντας το εισφερθέν ενώπιον του αποδεικτικό υλικό, απέρριψε καθ’ολοκληρίαν την από 27.4.2022 (γ) ανακοπή και εν μέρει τις λοιπές ανακοπές ως προς όλους τους καθ’ων αυτών, πλην της εταιρείας με την επωνυμία «……………….» [έκτη καθ’ης της α) και β) ανακοπής και πρώτη καθ’ης της δ), ε) και στ) ανακοπής] και μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, απέβαλε από αυτόν την ανωτέρω εταιρεία κατά μέρος του ποσού στο οποίο αυτή κατετάγη ως ενυπόθηκη δανείστρια και στη θέση αυτής κατέταξε 1) την ανακόπτουσα της από 14.4.2022 (α) ανακοπής τυχαία υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της, ως εγχειρόγραφη δανείστρια για το ποσό των 461.312,82 δολ.ΗΠΑ, 2) την ανακόπτουσα της από 17.4.2022 (β) ανακοπής τυχαία υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της, ως εγχειρόγραφη δανείστρια για το ποσό των 169.619,43 δολ.ΗΠΑ, 3) την ανακόπτουσα της από 27.4.2022 (δ) ανακοπής οριστικά ως εγχειρόγραφη δανείστρια για το ποσό των 142.601,44 δολ.ΗΠΑ, 4) την ανακόπτουσα της από 27.4.2022 (ε) ανακοπής οριστικά ως εγχειρόγραφη δανείστρια για το ποσό των 207.225 δολ.ΗΠΑ και 5) τις ανακόπτουσες της από 29.4.2022 (στ) ανακοπής, την πρώτη εξ αυτών τυχαία υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της ως εγχειρόγραφη δανείστρια για το ποσό των 32.260 ευρώ, άλλως 35.484,38 δολ.ΗΠΑ καθώς και για το ποσό των 3.662 ευρώ άλλως 4.028,01 δολ.ΗΠΑ και τη δεύτερη εξ αυτών τυχαία υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της ως εγχειρόγραφη δανείστρια για το ποσό των 29.715,71 ευρώ άλλως 32.787,94 δολ.ΗΠΑ καθώς και για το ποσό των 300 ευρώ άλλως 329,98 δολ.ΗΠΑ, ενώ συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Την ανωτέρω κρίση της εκκαλουμένης απόφασης προσέβαλαν α) η ανακόπτουσα της από 27.4.2022 (δ) ανακοπής με την από 15.9.2023 [υπό στοιχ Α] έφεση, β) η ανακόπτουσα της από 27.4.2022 (ε) ανακοπής με την από 15.9.2023 [υπό στοιχ Β] έφεση και γ) η εταιρεία με την επωνυμία «…………» με την από 4.10.2023 [υπό στοιχ Γ] έφεση και με τους διαλαμβανόμενους σε αυτές λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας, α) οι εκκαλούσες της υπό στοιχ Α και υπό στοιχ Β έφεσης, να γίνουν δεκτές οι εφέσεις τους και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε αναδικαζομένης της υπόθεσης, να γίνουν δεκτές οι ανακοπές τους και ειδικότερα να γίνει δεκτή η αναγγελία εκάστης των άνω εκκαλουσών για τα ποσά που αντιστοιχούν στους τόκους υπερημερίας των απαιτήσεών τους, ως προς μεν την εκκαλούσα της υπό στοιχ Α έφεσης για το ποσό που αντιστοιχεί στους συμβατικούς τόκους υπερημερίας ύψους 2,5% μηνιαίως από την επομένη της 15.4.2020 για ποσό κεφαλαίου 24.186,90 δολ.ΗΠΑ και από την 29.4.2020 για ποσό κεφαλαίου 72.560,70 δολ.ΗΠΑ μέχρι τη διανομή του πλειστηριάσματος άλλως επικουρικά πλέον του ποσού των τόκων υπερημερίας υπολογιζόμενων με το ισχύον στην Ελλάδα επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη εκάστης εκ των ανωτέρω δηλών ημερομηνιών πληρωμής για τα προαναφερθέντα ποσά, ως προς δε την εκκαλούσα της υπό στοιχ Β έφεσης για το ποσό που αντιστοιχεί στους νόμιμους τόκους υπερημερίας από τη δήλη ημερομηνία πληρωμής εκάστου εκ των αναφερομένων στην αναγγελία τιμολογίων μέχρι τη διανομή του πλειστηριάσματος, ακολούθως να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης ώστε να αποβληθεί η εφεσίβλητη αμφοτέρων των εφέσεων (υπό στοιχ Α και Β) εταιρεία «…………..» και να καταταγούν εκάστη των εκκαλουσών όχι μόνο κατά το κεφάλαιο των απαιτήσεών τους αλλά και κατά μέρος του ποσού που αντιστοιχεί στους νόμιμους τόκους υπερημερίας κατά τα ανωτέρω και β) η εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης, να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ώστε, αναδικαζομένης της υπόθεσης, να απορριφθούν τελεσίδικα οι ασκηθείσες ανακοπές. Τέλος άπασες οι εκκαλούσες ζητούν την καταδίκη των αντιδίκων τους στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά την οποία η αναγγελία επιδίδεται και στον οφειλέτη κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, προκύπτει ότι η επίδοση αυτή συνιστά εξώδικη όχληση (340 ΑΚ) και προκαλεί τις συνέπειες της υπερημερίας, μεταξύ των οποίων και τόκους υπερημερίας. Στην περίπτωση κατά την οποία ο πιστωτής αναγγέλλει επιδικασθείσα σε αυτόν απαίτηση από κεφάλαιο και νόμιμους τόκους, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρει στο αναγγελτήριο και το ποσοστό του τόκου, αφού αυτό προσδιορίζεται από το νόμο (άρθρα 293 εδαφ. β και 345 ΑΚ), ούτε το χρονικό διάστημα μέχρι του οποίου θα υπολογιστούν οι τόκοι αυτοί, γιατί ο υπάλληλος του πλειστηριασμού που συντάσσει τον πίνακα κατάταξης οφείλει να υπολογίσει τους τόκους που ζητήθηκαν με την αναγγελία, μέχρι το χρόνο της πιθανής κατά την κρίση του εκτελεστότητας του πίνακα και οπωσδήποτε έως την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής. Στην περίπτωση δε που ασκηθούν ανακοπές και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο χρόνος που θα αποπερατωθεί η σχετική δίκη και θα καταστούν απαιτητοί οι τόκοι που δεν υπολογίστηκαν στον πίνακα, τους τόκους αυτούς θα υπολογίσει και θα αποδώσει το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή του άρθρου 979 παρ. 2 με την απόφασή του, κατατάσσοντας τον ανακόπτοντα που νίκησε, εφόσον βέβαια οι τόκοι αυτοί ζητήθηκαν με την αναγγελία (ΑΠ 731/2000, ΕφΠειρ 547/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον μοναδικό λόγο της από 15.9.2023 (υπό στοιχ Α) έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αν και έκανε δεκτή την ανακοπή της κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά της ώδε εφεσίβλητης, εν τούτοις διέταξε την κατάταξή της στον προσβαλλόμενο πίνακα, μόνο για το κεφάλαιο της απαίτησής της και όχι και για το ποσό των οφειλόμενων σε αυτήν συμβατικών τόκων υπερημερίας από τη δήλη ημερομηνία πληρωμής του αναφερόμενου στην αναγγελία τιμολογίου, το οποίο ήταν πληρωτέο σε δύο δόσεις και δη α) το ποσό των 24.186,90 δολ. ΗΠΑ ήταν πληρωτέο στις 14.4.2020 και β) το ποσό των 72.560,70 δολ.ΗΠΑ ήταν πληρωτέο στις 28.4.2020, έως τη διανομή του πλειστηριάσματος, όπως είχε ζητήσει με την ανακοπή της, κρίνοντας ότι στην αναγγελία της δεν αναφέρεται το πιθανολογούμενο ποσό των τόκων, ενώ ορθά εάν ερμήνευε και εφάρμοζε το νόμο έπρεπε να διατάξει την κατάταξη της ανακόπτουσας στον προσβαλλόμενο πίνακα και για το ποσό των τόκων της απαίτησής της μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, δεδομένου ότι δεν απαιτείται ο καθορισμός του ποσού των νόμιμων τόκων υπερημερίας από τον αναγγελλόμενο δανειστή με την αναγγελία του. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, καθώς προκύπτει ότι η εκκαλούσα – ανακόπτουσα της υπό στοιχ δ ανακοπής, με την από 9.9.2021 αναγγελία της προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ζήτησε την κατάταξή της στον ένδικο πίνακα, εκτός από το κεφάλαιο της απαίτησής της και για τους συμφωνηθέντες τόκους υπερημερίας, τους οποίους προσδιόρισε επαρκώς κατά ποσοστό (2,5% μηνιαίως) και χρονικό διάστημα (16.4.2020 και 30.4.2020 ως επόμενη της δήλης ημέρας πληρωμής εκάστης των δόσεων του τιμολογίου αντίστοιχα), ώστε για την εξεύρεση τους αρκούσε απλός μαθηματικός υπολογισμός, ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού όφειλε να υπολογίσει τους τόκους που ζητήθηκαν με την αναγγελία, μέχρι το χρόνο της πιθανής κατά την κρίση του εκτελεστότητας του πίνακα και οπωσδήποτε έως την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που διέταξε την κατάταξη της εκκαλούσας στον προσβαλλόμενο πίνακα μόνο για το κεφάλαιο της απαίτησής της, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, έσφαλε στην κρίση του και πρέπει, γενομένης δεκτής της εφέσεως, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, η από 27.4.2022 (δ) ανακοπή, να γίνει αυτή δεκτή και να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης με σκοπό να αποβληθεί από αυτόν η εφεσίβλητη, εταιρεία με την επωνυμία «………………» κατά μέρος του ποσού στο οποίο αυτή κατετάγη ως ενυπόθηκη δανείστρια και να καταταγεί στη θέση της, οριστικά ως εγχειρόγραφη δανείστρια, η εκκαλούσα για το ποσό των οφειλόμενων σε αυτήν συμβατικών τόκων υπερημερίας ύψους 2,5% μηνιαίως από την επομένη της δήλης ημερομηνίας πληρωμής του αναφερόμενου στην αναγγελία τιμολογίου και δη για το ποσό των 24.186,90 δολ. ΗΠΑ από την 16.4.2020 και για το ποσό των 72.560,70 δολ.ΗΠΑ από την 30.4.2020, έως το χρόνο της πιθανής εκτελεστότητας του πίνακα κατάταξης, ο οποίος κατά την κρίση του Δικαστηρίου εκτιμάται ότι είναι η 30.3.2026. Το δε ποσό των συμβατικών τόκων υπερημερίας α) για το ποσό των 24.186,90 δολ. ΗΠΑ για το χρονικό διάστημα από 16.4.2020 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 3.600,35 δολ.ΗΠΑ και β) για το ποσό των 72.560,70 δολ. ΗΠΑ για το χρονικό διάστημα από 30.4.2020 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 10.731,67 δολ.ΗΠΑ, ήτοι συνολικά το ποσό των συμβατικών τόκων υπερημερίας ανέρχεται στο ποσό των 14.332,02 δολ.ΗΠΑ. Μετά ταύτα, εφόσον η έφεση (υπό στοιχ Α) έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και επανεκδικάστηκε η από 27.4.2022 (δ) ανακοπή στην ουσία της, πρέπει να επιστραφεί στην εκκαλούσα το κατατεθέν, κατ’ άρθρο 495 παρ.3 προτελ. εδ. ΚΠολΔ, για την άσκηση της έφεσης ηλεκτρονικό παράβολο, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό ………../18.9.2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου.
Με τον μοναδικό λόγο της από 15.9.2023 (υπό στοιχ Β) έφεσης, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αν και έκανε δεκτή την ανακοπή της κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά της ώδε εφεσίβλητης, εν τούτοις διέταξε την κατάταξή της στον προσβαλλόμενο πίνακα, μόνο για το κεφάλαιο της απαίτησής της και όχι και για το ποσό των οφειλόμενων σε αυτήν νόμιμων τόκων υπερημερίας από τη δήλη ημερομηνία πληρωμής εκάστου εκ των αναφερόμενων στην αναγγελία τιμολογίων μέχρι τη διανομή του πλειστηριάσματος, όπως είχε ζητήσει με την ανακοπή της, κρίνοντας ότι στην αναγγελία της δεν αναφέρεται το πιθανολογούμενο ποσό των τόκων, ενώ ορθά εάν ερμήνευε και εφάρμοζε το νόμο έπρεπε να διατάξει την κατάταξη (της εκκαλούσας) στον προσβαλλόμενο πίνακα και για το ποσό των τόκων της απαίτησής της μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, δεδομένου ότι δεν απαιτείται ο καθορισμός του ποσού των νόμιμων τόκων υπερημερίας από τον αναγγελλόμενο δανειστή με την αναγγελία του. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω (υπό στοιχ ΙΙΙ) νομική σκέψη, καθώς προκύπτει ότι η εκκαλούσα – ανακόπτουσα της υπό στοιχ ε ανακοπής, με την από 8.9.2021 αναγγελία της προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ζήτησε την κατάταξή της στον ένδικο πίνακα, εκτός από το κεφάλαιο της απαίτησής της και για τους νόμιμους τόκους υπερημερίας, το ποσοστό των οποίων προσδιορίζεται από το νόμο, από τη δήλη ημερομηνία πληρωμής εκάστου εκ των αναφερόμενων στην αναγγελία τιμολογίων, ώστε για την εξεύρεση τους αρκούσε απλός μαθηματικός υπολογισμός, ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού όφειλε να υπολογίσει τους τόκους που ζητήθηκαν με την αναγγελία, μέχρι το χρόνο της πιθανής κατά την κρίση του εκτελεστότητας του πίνακα και οπωσδήποτε έως την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που διέταξε την κατάταξη της εκκαλούσας στον προσβαλλόμενο πίνακα μόνο για το κεφάλαιο της απαίτησής της, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, έσφαλε στην κρίση του και πρέπει, γενομένης δεκτής της εφέσεως, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, η από 27.4.2022 (ε) ανακοπή, να γίνει αυτή δεκτή και να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης με σκοπό να αποβληθεί από αυτόν η εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «…………….» κατά μέρος του ποσού στο οποίο αυτή κατετάγη ως ενυπόθηκη δανείστρια και να καταταγεί στη θέση της, οριστικά ως εγχειρόγραφη δανείστρια, η εκκαλούσα για το ποσό των οφειλόμενων σε αυτήν νόμιμων τόκων υπερημερίας από τη δήλη ημερομηνία πληρωμής εκάστου εκ των αναφερόμενων στην αναγγελία τιμολογίων και δη 1) για το υπ’αριθ. ……../6.8.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ.ΗΠΑ από τη δήλη ημέρα πληρωμής που είναι η 6.9.2020, 2) για το υπ’αριθ. ……../6.9.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.250 δολ.ΗΠΑ από την 6.10.2020, 3) για το υπ’αριθ. ……../6.10.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ.ΗΠΑ από την 6.11.2020, 4) για το υπ’αριθ. ………../6.11.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.250 δολ.ΗΠΑ από την 6.12.2020, 5) για το υπ’αριθ. 0-…./6.12.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ.ΗΠΑ από την 6.1.2021, 6) για το υπ’αριθ. 0-…./6.1.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ.ΗΠΑ από την 6.2.2021, 7) για το υπ’αριθ. 0-…./6.2.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 18.900 δολ.ΗΠΑ από την 6.3.2021, 8) για το υπ’αριθ. 0-…/6.3.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ.ΗΠΑ από την 6.4.2021, 9) για το υπ’αριθ. 0-…./6.4.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 1.350 δολ.ΗΠΑ από την 8.4.2021 και 10) για το υπ’αριθ. 0-…./8.4.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 41.850 δολ.ΗΠΑ από 9.6.2021, έως το χρόνο της πιθανής εκτελεστότητας του πίνακα κατάταξης, ο οποίος κατά την κρίση του Δικαστηρίου εκτιμάται ότι είναι η 30.3.2026. Το δε ποσό των συμβατικών τόκων υπερημερίας 1) για το υπ’αριθ. 0-…../6.8.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ.ΗΠΑ, για το χρονικό διάστημα από 6.9.2020 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 10.832,22 δολ.ΗΠΑ, 2) για το υπ’αριθ. 0-…/6.9.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.250 δολ.ΗΠΑ, για το χρονικό διάστημα από 6.10.2020 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 10.362,47 δολ.ΗΠΑ, 3) για το υπ’αριθ. 0-…./6.10.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ.ΗΠΑ, για το χρονικό διάστημα από 6.11.2020 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 10.579,39 δολ.ΗΠΑ, 4) για το υπ’αριθ. 0-…/6.11.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.250 δολ.ΗΠΑ, για το χρονικό διάστημα από 6.12.2020 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 10.117,78 δολ.ΗΠΑ, 5) για το υπ’αριθ. 0-…/6.12.2020 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ.ΗΠΑ, για το χρονικό διάστημα από 6.1.2021 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 10.326,47 δολ.ΗΠΑ, 6) για το υπ’αριθ. 0-…/6.1.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ.ΗΠΑ, για το χρονικό διάστημα από 6.2.2021 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 10.197,62 δολ. ΗΠΑ, 7) για το υπ’αριθ. 0-…/6.2.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 18.900 δολ.ΗΠΑ, για το χρονικό διάστημα από 6.3.2021 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 9.105,65 δολ.ΗΠΑ, 8) για το υπ’αριθ. 0-…./6.3.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 20.925 δολ. ΗΠΑ για το χρονικό διάστημα από 6.4.2021 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 9.952,40 δολ.ΗΠΑ, 9) για το υπ’αριθ. 0-…./6.4.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 1.350 δολ.ΗΠΑ, για το χρονικό διάστημα από 8.4.2021 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 641,55 δολ.ΗΠΑ και 10) για το υπ’αριθ. 0-…/8.4.2021 τιμολόγιο συνολικού ποσού 41.850 δολ.ΗΠΑ για το χρονικό διάστημα από 9.6.2021 έως 30.3.2026 ανέρχεται σε 19.372,81 δολ.ΗΠΑ, ήτοι συνολικά το ποσό των νόμιμων τόκων υπερημερίας ανέρχεται στο ποσό των 101.488,36 δολ.ΗΠΑ. Μετά ταύτα, εφόσον η έφεση (υπό στοιχ Β) έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και επανεκδικάστηκε η από 27.4.2022 (ε) ανακοπή στην ουσία της, πρέπει να επιστραφεί στην εκκαλούσα το κατατεθέν, κατ’ άρθρο 495 παρ.3 προτελ. εδ. ΚΠολΔ, για την άσκηση της έφεσης ηλεκτρονικό παράβολο, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …………./18.9.2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου.
IV) Από τις διατάξεις των άρθρων 972 § 1 και 974 έως 979 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατατάξεως προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατατάξεως, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθ` ου η ανακοπή η οποία έχει αναγγελθεί είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατατάξεως. Έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου που κατετάγη στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή εκείνου και την κατάταξη στη θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ` ου η ανακοπή. Δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετάσχοντες της δίκης άλλους δανειστές. Αν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή. Στην περίπτωση κατά την οποία περισσότεροι του ενός μη καταταγέντες δανειστές βάλλουν με συνεκδικαζόμενες ανακοπές κατά της κατάταξης του ίδιου δανειστή για την αποβολή του, θα υπολογισθούν οι απαιτήσεις των περισσοτέρων ανακοπτόντων, και αν η απαίτηση του αποβαλλόμενου δανειστή δεν καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων των ανακοπτόντων που νικούν, θα γίνει σύγκριση μεταξύ των τελευταίων από το δικαστήριο και προτίμηση των δανειστών εκείνων που έχουν ισχυρότερο προνόμιο ή ανάλογη μεταξύ των ισόβαθμων κατάταξη. Στο πλαίσιο της εν λόγω συνεκδικάσεως των περισσοτέρων ανακοπών και της επιβαλλόμενης κατά τα ανωτέρω συγκρίσεως των απαιτήσεων των ανακοπτόντων, οι οποίες δεν ικανοποιούνται πλήρως με την αποβολή του καθ` ου η ανακοπή δανειστή, διαμορφώνεται επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των περισσοτέρων ανακοπτόντων (άρθρο 76 § 1 περ.δΚ.Πολ.Δ.) διότι η από την ακύρωση της κατατάξεως του καθ’ού κατάταξή τους επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση (ΑΠ 189/2016, ΑΠ 175/2011, ΑΠ 1229/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφού για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της απαίτησης, η κατάταξη της οποίας προσβάλλεται, δεν είναι λογικό να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, υπάρχει δε, όπως αναφέρθηκε, και ανάγκη αντιπαραβολής και σύγκρισης των απαιτήσεων των περισσότερων ανακοπτόντων μεταξύ τους και με τις απαιτήσεις των περισσότερων από τους καθ’ων οι ανακοπές (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 1226/2006, ΕφΠειρ 229/2020, δημ. ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, αν γίνει δεκτή ανακοπή στρεφόμενη κατά περισσοτέρων καταταγέντων, των οποίων οι απαιτήσεις έχουν λιγότερες προϋποθέσεις καταταξιμότητας από αυτήν του ανακόπτοντος, το δικαστήριο μεταρρυθμίζοντας τον πίνακα σε βάρος τους, κατατάσσει τον ανακόπτοντα στη θέση τους περικόπτοντας τις απαιτήσεις τους στο βαθμό που είναι αναγκαίο προς κάλυψη της δικής του απαίτησης (ΕφΔωδ 372/2009, ΕφΔωδ 25/2004, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η περικοπή αρχίζει από τις απαιτήσεις με μικρότερης εμβέλειας καταταξιμότητα και επεκτείνεται κατ’ αντίθετη φορά από τη σειρά ικανοποίησης που προβλέπεται στο νόμο, μέχρι το δανειστή του οποίου η υποκατάσταση είναι απαραίτητη για να ικανοποιηθεί προνομιακά ο ανακόπτων και δε γίνεται σύμμετρα από όλες τις απαιτήσεις των καθ’ων, εκτός αν αυτοί είναι ισόβαθμοι, οπότε η περικοπή γίνεται από όλες τις απαιτήσεις αναλογικά (ΕφΑθ 8055/1990, ΕλλΔ/νη 1991). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 § 1, 585, 933 και 979 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση. Οι λόγοι αυτοί μπορεί να αφορούν είτε (α) την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιό της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθ` ου, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση των απαιτούμενων για τη θεμελίωση της απαίτησής του περιστατικών με τις προτάσεις του ή με άλλα έγγραφα και μάλιστα με το περιεχόμενο της αναγγελίας και των εγγράφων που κατατίθενται μέσα στην ίδια με την επίδοση αυτής προθεσμία και αποδεικνύουν την απαίτηση, είτε (β) σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ` ου, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα, είτε (γ) σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταχθείσας απαίτησης του καθ` ου ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά, αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθ` ου από τον ανακόπτοντα για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθ` ου βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του. Όμως, ακόμη και όταν ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος ή του προνομίου της, υποχρεούται αυτός να προσδιορίσει με την ανακοπή του την απαίτησή του κατά το είδος, το ποσό και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, διότι η ύπαρξη απαίτησής του είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για τη θεμελίωση του έννομου συμφέροντός του και κατ` επέκταση της ενεργητικής νομιμοποίησής του για την άσκηση της ανακοπής (ΑΠ 1311/2021, ΑΠ 1312/2012. ΑΠ 1281/2011 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ.1, 218 και 219 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου ενάγοντος και του υπόχρεου εναγόμενου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγόμενου. Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό η ιδιότητα του ενάγοντος ή του εναγόμενου και δικαιούχου ή υπόχρεου αντίστοιχα, από την έννομη σχέση της δίκης. Επικουρική δε εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγουν η ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγούμενου αυτών. Και στις δύο περιπτώσεις δεν πρόκειται για ενεργητική ή παθητική ομοδικία, αντίστοιχα, των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας απαίτησης ή υποχρέωσης, αντίστοιχα, έναντι του εναγόμενου ή ενάγοντος, αντίστοιχα, αφού ένας μόνο είναι ο δικαιούχος ή ευθύνεται, αντίστοιχα αλλά υπάρχει αμφιβολία προς αυτούς. Επομένως, επί διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής, περισσοτέρων προσώπων η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται, επί μεν διαζευκτικής εναγωγής από την πλήρη αοριστία της αγωγής, ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, επί δε της επικουρικής εναγωγής, λόγω της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής, ως προς τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο, η οποία δεν επιτρέπεται και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη έρευνα από το δικαστήριο (ΑΠ 1821/2007, ΑΠ 670/2011).
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της (υπό στοιχ Γ), τον οποίο στρέφει κατά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων, εκ των οποίων η πρώτη και η δεύτερη είναι ανακόπτουσες της υπό στοιχ στ ανακοπής, η τρίτη της υπό στοιχ β ανακοπής, η τέταρτη της υπό στοιχ α ανακοπής, η πέμπτη της υπό στοιχ ε ανακοπής και η έκτη της υπό στοιχ δ ανακοπής, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεν απέρριψε τις, ασκηθείσες από τις ανωτέρω εφεσίβλητες, ανακοπές κατά του ένδικου πίνακα κατάταξης ως αόριστες, παρά το γεγονός ότι ι) σε αυτές οι ανακόπτουσες δεν εξέθεταν εάν οι απαιτήσεις τους απολαύουν προνομίου και το είδος αυτού, ιι) το αίτημά τους ήταν πολλαπλώς αόριστο και αντιφατικό αφού οι ανακόπτουσες ζητούσαν την κατάταξή τους άλλοτε στην πρώτη τάξη, άλλοτε στη δεύτερη, άλλοτε στην τρίτη και άλλοτε στην τέταρτη και πέμπτη τάξη, ενώ επικουρικά αιτούνταν τη σύμμετρη αλλά προνομιακή κατάταξή τους αορίστως και σε οποιαδήποτε τάξη προνομίου, ιιι) περιείχαν ανεπίτρεπτη επικουρική ή διαζευκτική εναγωγή περισσοτέρων προσώπων (καθ’ων), η οποία συνάγεται αφενός από το αίτημα των εν λόγω ανακοπών, να μεταρρυθμιστεί ο πίνακας κατάταξης δανειστών ώστε να καταταγούν οι ανακόπτουσες κατά τα αιτούμενα ποσά, αντί είτε της εκκαλούσας είτε, κατά την επικουρική εναγωγή τους, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος αποβολής αυτής (εκκαλούσας), στην θέση των ομόδικων της (των λοιπών καθ’ων οι ανακοπές), αφετέρου από το γεγονός ότι οι ένδικες ανακοπές στρέφονταν κατά περισσοτέρων προσώπων χωρίς οι ανακόπτουσες να προσδίδουν σε τουλάχιστον ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό, την ιδιότητα του καθ’ ου από την έννομη σχέση της δίκης, με συνέπεια το πρόσωπο του καθ’ ου να παραμένει άγνωστο, iv) οι ανακόπτουσες καίτοι γνωρίζουν ότι οι αξιώσεις τους στερούνται προνομίου, δεν ζητούσαν την τυχαία κατάταξή τους ως εγχειρόγραφων δανειστών, σε περίπτωση μη ευδοκίμησης της ανακοπής τους, αλλά (αορίστως) την προνομιακή κατάταξή τους, v) δεν αιτούνταν να καταταγούν στο περίσσευμα που απομένει μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων με ναυτικό προνόμιο και όσων εξασφαλίζονται με απλή ή προτιμώμενη ναυτική υποθήκη και vi) οι ανακόπτουσες αιτούνταν την αποβολή της εκκαλούσας για το σύνολο της απαίτησής της και όχι κατά το μέρος των αναγγελθεισών απαιτήσεών τους.
Από την επισκόπηση των δικογράφων των ανακοπών που άσκησαν οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εφεσίβλητων προκύπτει ότι σε αυτές περιέχονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να κριθούν ορισμένες, καθώς οι ανακόπτουσες εκθέτουν με σαφήνεια τις αξιούμενες απαιτήσεις τους, το ποσό αυτών και την έννομη σχέση από την οποία πηγάζει εκάστη απαίτηση. Ειδικότερα, η πρώτη και η δεύτερη των εφεσίβλητων, παραθέτουν με πληρότητα στο κείμενο της (στ) ανακοπής τους τις απαιτήσεις τους, την έννομη σχέση από την οποία αυτές προήλθαν, την αναγγελία τους στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, στην οποία επικαλούνται τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση, αιτούμενες την προνομιακή τους κατάταξη άλλως, επικουρικώς τη σύμμετρη κατάταξή τους για ολόκληρο το ποσό των αναγγελθεισών απαιτήσεών τους. Η τρίτη και η τέταρτη των εφεσίβλητων έχουν ενσωματώσει στις ανακοπές τους (β και α αντίστοιχα) το πλήρες κείμενο της αναγγελίας των απαιτήσεών τους, στο οποίο περιλαμβάνεται με σαφήνεια το προνόμιο με βάση το οποίο ζητούν την κατάταξή τους, αναφέροντας αυτολεξεί [ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΜΟΥ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟΥ ΦΥΣΕΩΣ, ΣΥΝΙΣΤΑ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ (IN REM) ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ΚΑΙ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΜΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9 ΤΟΥ ΚΙΝΔ. ΣΥΝΕΠΩΣ ΣΑΝ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑ, Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΥΠΟΘΗΚΗ], προβάλλουν τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση και αιτούνται (εκάστη) την προνομιακή τους κατάταξη άλλως τη σύμμετρη κατάταξή τους, μετά των λοιπών καταταγέντων δανειστών, κατ’ αναλογία των πραγματικών απαιτήσεων ενός εκάστου αυτών. Σημειώνεται ότι στο κείμενο της αναγγελίας τους, οι ανωτέρω ανακόπτουσες αιτούνται, για την περίπτωση της μη προνομιακής κατάταξής τους, να καταταγούν (εκάστη) για το αιτούμενο ποσό ως απλή εγχειρόγραφη δανείστρια ακόμη και σε περίπτωση μη επάρκειας του πλειστηριάσματος. Η πέμπτη και η έκτη των εφεσίβλητων έχουν ενσωματώσει στις ανακοπές τους (ε και δ αντίστοιχα) το πλήρες κείμενο της αναγγελίας των απαιτήσεών τους, ενώ δεν επικαλούνται προνόμιο των απαιτήσεών τους ούτε αιτούνται (εκάστη) την προνομιακή τους κατάταξη στον προσβαλλόμενο πίνακα. Επίσης εκάστη των ανωτέρω εφεσίβλητων, παραδεκτά στρέφεται με το δικόγραφο της ανακοπής της, κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, για διαφορετικούς για τον καθένα λόγους, που προσβάλλουν τη δική του απαίτηση, απονέμοντας σε όλους με θετικό και οριστικό τρόπο την ιδιότητα του καθ’ ου, στο πλαίσιο υποκειμενικής σώρευσης ανακοπών με τη μορφή της παθητικής ομοδικίας (άρθρ. 74 περ.1 ΚΠολΔ) και ζητώντας την αποβολή όλων από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, και την κατάταξη των ιδίων (ανακοπτουσών) στη θέση τους. Κατόπιν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της έφεσης (υπό στοιχ Γ) τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Με το δεύτερο λόγο της έφεσής της (υπό στοιχ Γ), τον οποίο στρέφει κατά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, συγχρόνως δε αναιτιολόγητα, απέρριψε την ένστασή της περί ελλείψεως συνδρομής εννόμου συμφέροντος των ανακοπτουσών για την άσκηση των ανακοπών τους, με την οποία (ένσταση) η εκκαλούσα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ακόμη και εάν ευδοκιμούσαν οι ανακοπές των αντιδίκων της και η ίδια αποβάλλονταν από τον πίνακα κατάταξης δεν θα ωφελούνταν οι ανακόπτουσες αφού προηγούνται έναντι αυτών οι απαιτήσεις άλλων δανειστών. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον στην ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης, έννομο συμφέρον θεωρείται ότι υπάρχει, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 979 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής δεν εξαντλείται μόνο στην ακύρωση της κατάταξης του καθ` ου, αλλά συνδέεται συγχρόνως και με τη δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντος. Στη δίκη της ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των δανειστών, γιατί η διαδικασία της κατάταξης είναι μεν ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη και εκείνος που έχει συμφέρον μπορεί να στραφεί κατ` εκείνου μόνον του δανειστή, του οποίου προσβάλλεται η κατάταξη, με αποτέλεσμα ο ανακόπτων να καταλαμβάνει τη θέση του καθ` ου που αποβλήθηκε, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει άλλος προηγούμενος από τον ανακόπτοντα δανειστής που κατατάχθηκε μερικώς λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος αφού δεν άσκησε ανακοπή και δεν μπορεί να ωφεληθεί από τους λόγους ανακοπής που προτάθηκαν από άλλον. Αυτό σημαίνει ότι η ανακοπή έχει συνέπειες μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ` ου η ανακοπή και δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση, δυσμενώς ή επωφελώς τις θέσεις άλλων δανειστών. Έτσι η αναμόρφωση του πίνακα που ακολουθεί σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της ανακοπής γίνεται μόνον κατά το μέτρο που έγινε αυτή δεκτή και μόνο σε βάρος εκείνου του δανειστή, κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, χωρίς να ωφελούνται ή να βλάπτονται λοιποί δανειστές (βλ. σχετ. ΑΠ 479/2012 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τούτο σημαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση η τυχόν ευδοκίμηση των ανακοπών των ώδε εφεσίβλητων, θα οδηγούσε στην κατάταξή τους, στη θέση του αποβληθέντος διαδίκου, παρά την τυχόν ύπαρξη άλλων δανειστών με ισχυρότερο προνόμιο, οι οποίοι επέλεξαν να μην ασκήσουν ανακοπή.
Με τον τρίτο λόγο της έφεσης (υπό στοιχ Γ), τον οποίο στρέφει κατά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο και εκτιμώντας τις αποδείξεις, έκρινε ότι το ύψος της απαίτησής της έναντι της καθ’ης ο πλειστηριασμός δεν ξεπερνά το ποσό των 1.793.799 δολ. ΗΠΑ και την απέβαλε από το πίνακα κατάταξης για το επιπλέον του ανωτέρω ποσό, για το οποίο την είχε κατατάξει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, ώστε να καταταγούν στη θέση της οι ανακόπτουσες, που αμφισβήτησαν το ύψος της απαίτησής της. Ειδικότερα, με τον κρινόμενο λόγο προσάπτει στην εκκαλουμένη την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι α) ουδεμία, πλην του ποσού των 1.793.799 δολ.ΗΠΑ, απαίτησή της αποδείχθηκε, καθώς έκρινε ότι οι ένορκες βεβαιώσεις των …………….., που επιβεβαίωσαν την αλήθεια και τη βασιμότητα των κεφαλοποιημένων δαπανών της για την καθ’ης ο πλειστηριασμός, δεν αρκούν για την απόδειξη των επικαλούμενων από την εκκαλούσα δαπανών, ενώ δεν ελήφθησαν υπόψη οι μαρτυρικές καταθέσεις της ……… και του ………….., β) ουδεμία άλλη απαίτησή της, πλην του ποσού των 1.793.799 δολ.ΗΠΑ αποδείχθηκε, λόγω έλλειψης παραστατικών, διότι τα ποσά ύψους 177.642,75 δολ.ΗΠΑ και 38.575,15 δολ.ΗΠΑ που αντιστοιχούν σε δεδουλευμένους τόκους και τόκους υπερημερίας, δεν μπορούν να αποδειχθούν από τιμολόγια, γ) δεν αποδείχθηκε το κονδύλιο που αφορά σε δαπάνες ύψους 530.737,19 δολ.ΗΠΑ, παρότι προσκομίστηκαν προς απόδειξη η ηλεκτρονική μηχανογραφημένη απεικόνιση/καρτέλα του δανείου και των δαπανών που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της δανειακής σύμβασης, οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και τα προσκομισθέντα με αριθμούς σχετικών ………. τιμολόγια και δ) ουδεμία, πλην του ποσού των 1.793.799 δολ.ΗΠΑ, απαίτησή της αποδείχθηκε, παρότι προσκομίστηκε η ηλεκτρονική μηχανογραφημένη απεικόνιση/καρτέλα ανάλυσης του δανείου σε επικυρωμένο αντίγραφο, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τις εφεσίβλητες ως μη γνήσια καίτοι δεν έφερε την υπογραφή του εκδότη της, ότι η εν λόγω καρτέλα δεν συνιστά έγγραφο αλλά μηχανική απεικόνιση για την οποία αρκεί η θεώρησή της ως ακριβού αντιγράφου και ότι ακόμη και εάν ήθελε κριθεί ότι πρόκειται για έγγραφο, τότε η νομιμότητα της έκδοσής του διέπεται από το επιλεχθέν από τα μέρη ως εφαρμοστέο αγγλικό δίκαιο. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος και πρέπει να κριθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του.
Το Δικαστήριο επανεκτιμώντας όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν με επίκληση, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων …………. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις υπ’αριθ. ../31.10.2022, …./31.10.2022 και …../31.10.2022 ένορκες βεβαιώσεις των …….. αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά ……. ., οι οποίες ελήφθησαν με πρωτοβουλία της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό εταιρείας με την επωνυμία «…….» (ήδη εκκαλούσας της υπό στοιχ Γ έφεσης), κατόπιν νόμιμου κλητεύσεως των ανακοπτόντων (σχετ. οι υπ’αριθ. …/25.10.2022, …/25.10.2022, …./25.10.2022, …./25.10.2022, …/25.10.2022, …/25.10.2022 και …./25.10.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά …………… αντίστοιχα), την υπ’αριθ. …./8.11.2022 ένορκη βεβαίωση του ………., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά . ……., η οποία λήφθηκε με πρωτοβουλία της ανακόπτουσας της υπό στοιχ ε ανακοπής, εταιρείας με την επωνυμία «………….» κατόπιν νόμιμου κλητεύσεως των καθ’ων η ανακοπή (σχετ. οι υπ’αριθ. ……./3.11.2022, …../3.11.2022, ……/3.11.2022 και …../3.11.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά …………. αντίστοιχα) και δόθηκε για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις και εν γένει το σύνολο της διαδικασίας, κρίνει ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’αριθ. …./28.7.2021 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Πειραιά ………….., εκπλειστηριάσθηκε, με ηλεκτρονικά μέσα, το υπό σημαία Παναμά χαλύβδινο εμπορικό πλοίο μεταφοράς χύδην φορτίου, με το όνομα «S», νηολογίου Παναμά, με αριθμό πρωτοκόλλου (MICROJACKET) ….. και αριθμό καταχώρησης (DOC No) ……, ναυπηγημένο στα ναυπηγεία …………. Κορέας τον Ιούνιο του έτους 2000, φέρον Διεθνές Διακριτικό Σήμα (ΔΔΣ) …., IMO …… και αριθμό νηολόγησης ………., πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία «……….» που εδρεύει στη Μονρόβια Λιβερίας (………..), το οποίο κατακυρώθηκε στην εδρεύουσα στις Νήσους Μάρσαλ (……………) εταιρεία με την επωνυμία «……..» αντί του ποσού των 3.900.000 δολ. ΗΠΑ. Η ως άνω αναγκαστική εκτέλεση έλαβε χώρα με επίσπευση της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «……..» (εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης) που εδρεύει στην Πολιτεία …. των ΗΠΑ και δυνάμει της υπ’αριθ. ……/17.6.2021 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης πλοίου του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά ………., κατόπιν κοινοποίησης από την τελευταία στην πλοιοκτήτρια, της από 15.6.2021 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία αυτή επιτάχθηκε να της καταβάλει το οφειλόμενο μέχρι την 9.6.2021 ποσό των 2.847.879,70 δολ.ΗΠΑ, το οποίο αναλύεται ως εξής: α) ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο: 2.685.055,01 δολ.ΗΠΑ, β) δεδουλευμένοι τόκοι: 133.810,93 δολ.ΗΠΑ και γ) τόκοι υπερημερίας: 29.013,76 δολ.ΗΠΑ. Επειδή το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας και των αναγγελθέντων δανειστών, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον υπ’αριθ. …../16.3.2022 πίνακα κατάταξης δανειστών, όπου μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης ποσού 1.891,78 δολ.ΗΠΑ, απέμεινε υπόλοιπο προς διανομή στους δανειστές το ποσό των 3.898.108,22 δολ.ΗΠΑ, στο οποίο ο συμβολαιογράφος κατέταξε στο ποσό των 909.079,41 δολ.ΗΠΑ τους προνομιούχους αναγγελθέντες δανειστές και στο υπόλοιπο ποσό των 2.989.028,81 δολ.ΗΠΑ 1) την επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό εταιρεία με την επωνυμία «……….» α) στην πρώτη τάξη των προνομίων οριστικά για το ποσό των 4.308,04 δολ.ΗΠΑ για τα γενόμενα από αυτήν προς το κοινό συμφέρον των πιστωτών έξοδα εκτέλεσης, β) στην τέταρτη τάξη των προνομίων υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της για το ποσό των 9.041,59 δολ.ΗΠΑ και γ) με το προνόμιο της υποθήκης οριστικά για το ποσό των 2.989.028,81 δολ.ΗΠΑ, 2) τον συντάξαντα τον πίνακα κατάταξης, υπάλληλο του πλειστηριασμού, στην πρώτη τάξη των προνομίων, οριστικά για το ποσό των 1.891,78 δολ.ΗΠΑ, για τα γενόμενα προς το κοινό συμφέρον των πιστωτών έξοδα κατάταξης του επίδικου πλειστηριασμού, 3) τη μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……….» α) στη δεύτερη τάξη των προνομίων υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της, για το ποσό των 26.948,77 δολ.ΗΠΑ και β) στην τέταρτη τάξη των προνομίων επίσης υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της για το ποσό των 134.206,33 δολ.ΗΠΑ, 4) τον αλλοδαπό αλληλοασφαλιστικό συνεταιρισμό με την επωνυμία «…………..» α) στην τρίτη τάξη των προνομίων υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησή του για το ποσό των 142.551,41 δολ.ΗΠΑ και β) στην τέταρτη τάξη των προνομίων επίσης υπό την αίρεση της τελεσιδικίας της απαίτησής του για το ποσό των 427.864,97 δολ.ΗΠΑ, 5) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………» στην τέταρτη τάξη των προνομίων υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της για το ποσό των 39.997,04 δολ.ΗΠΑ, 6) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………..» στην τέταρτη τάξη των προνομίων υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της για το ποσό των 93.099,77 δολ.ΗΠΑ και 7) τη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «………», στην πέμπτη τάξη των προνομίων, υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της, για το ποσό των 31.061,49 δολ.ΗΠΑ. Επίσης στον ανωτέρω πίνακα κατάταξης ορίστηκε ότι σε περίπτωση που δεν τελεσιδικήσουν οι απαιτήσεις ενός ή περισσοτέρων εκ των τυχαίως καταταγέντων δανειστών, επί του υπολοίπου θα κατατάσσεται η ενυπόθηκη απαίτηση της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό, μέχρι πλήρους ικανοποιήσεώς της και σε περίπτωση που και πάλι απομένει υπόλοιπο, αυτό θα κατανέμεται συμμέτρως μεταξύ των μη προνομιούχων δανειστών. Μεταξύ δε των τελευταίων, οι οποίοι αναγγέλθηκαν και δεν κατετάγησαν, είναι 1) η εταιρεία με την επωνυμία «……..» (ανακόπτουσα της υπό στοιχ α ανακοπής και ήδη τέταρτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης), 2) η εταιρεία με την επωνυμία «………» (ανακόπτουσα της υπό στοιχ β ανακοπής και ήδη τρίτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης), 3) η εταιρεία με την επωνυμία «……..» (ανακόπτουσα της υπό στοιχ δ ανακοπής και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχ Α έφεσης – έκτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης), 4) η εταιρεία με την επωνυμία «…………» (ανακόπτουσα της υπό στοιχ ε ανακοπής και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχ Β έφεσης – πέμπτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης), 5) η εταιρεία με την επωνυμία «………..» (πρώτη ανακόπτουσα της υπό στοιχ στ ανακοπής και ήδη πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης) και 6) η εταιρεία με την επωνυμία «………» (δεύτερη ανακόπτουσα της υπό στοιχ στ ανακοπής και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Γ έφεσης). Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι την 6.8.2021 η επισπεύδουσα την εκτέλεση, εταιρεία με την επωνυμία «……….», επέδωσε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την από 5.8.2021 αναγγελία της, με την οποία αξίωνε την κατάταξή της για ποσό μεγαλύτερο σε σχέση με εκείνο για το οποίο κοινοποίησε την αρχική, από 15.6.2021 επιταγή προς πληρωμή, καίτοι ως επισπεύδουσα δανείστρια δεν είχε υποχρέωση αναγγελίας της απαίτησής της, εφόσον από την επιταγή προς εκτέλεση, με βάση την οποία έγινε η κατάσχεση, προκύπτουν οι εν λόγω απαιτήσεις (βλ. σχετ. ΑΠ 734/2000, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην αναγγελία δε αυτή, αφού ανέφερε ως αιτία των αξιώσεών της, την από 8.10.2019 συναφθείσα μεταξύ της ίδιας και της οφειλέτριας εταιρείας σύμβαση ναυτικής υποθήκης καθώς και την υπ’αριθ. 950/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αυτή κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, ζήτησε να καταταγεί στον προς σύνταξη, από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, πίνακα κατάταξης δανειστών για το ποσό των 3.169.428,78 δολ.ΗΠΑ, ήτοι για το ποσό των 3.164.865,01 δολ.ΗΠΑ (ήτοι κεφάλαιο 2.948.647,11 δολ.ΗΠΑ, δεδουλευμένους τόκους 177.642,75 δολ.ΗΠΑ και τόκους υπερημερίας 38.575,15 δολ.ΗΠΑ) και για το ποσό των 3.916,58 ευρώ, ήτοι 4.635,85 δολ. ΗΠΑ με την ισοτιμία δολ.ΗΠΑ/ευρώ κατά την ημέρα σύνταξης της αναγγελίας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αναγγελίας μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, άλλως μέχρι την ημερομηνία σύνταξής του. Την 12.8.2021 η ως άνω επισπεύδουσα κοινοποίησε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την από 11.8.2021 συμπληρωματική αναγγελία της, με την οποία ανήγγειλε, συμπληρωματικά προς το ποσό που είχε αναγγείλει με την προηγούμενη, από 5.8.2021 αναγγελία της, το ποσό των 8.220 ευρώ (9.631,37 δολ.ΗΠΑ με βάση την ισοτιμία δολ.ΗΠΑ/ευρώ κατά την ημερομηνία σύνταξης της αναγγελίας), το οποίο αφορούσε δαπάνες για τη συντήρηση και τη φύλαξη του πλοίου για τη διασφάλιση της απαίτησής της και ειδικότερα: 1) για κατανάλωση ρεύματος από ηλεκτροδότηση εκ ξηράς 30/06-27/07/2021 ποσό 2.870 ευρώ, 2) για επιθεώρηση για παράταση κινδύνου λιμένα από …….., ποσού 600 ευρώ και γ) για τοποθέτηση παραβλημάτων / επανακαθορισμός ελλιμενισμού / χρήση ρυμουλκού σύμφωνα με εφάπαξ ποσό της ………, ποσού 4.750 ευρώ και ζήτησε να καταταγεί προνομιακά στον πίνακα κατάταξης δανειστών για το ανωτέρω ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αναγγελίας μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, άλλως μέχρι την ημερομηνία σύνταξής του. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η εταιρεία «……..», η οποία έχει συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο της Πολιτείας …… των ΗΠΑ και δραστηριοποιείται στη χορήγηση και διαχείριση δανείων, μεταξύ άλλων και σε ναυτιλιακές εταιρείες, λειτουργώντας ως τράπεζα, με καταθέσεις που προέρχονται από επενδυτές καταθέτες, συνήψε, με την ιδιότητα της δανείστριας, την από 27.9.2019 σύμβαση δανείου, όπως τροποποιήθηκε με το από 25.2.2020 Προσάρτημα, με την καθ’ης η εκτέλεση εταιρεία με την επωνυμία «…….» καθώς και με την εταιρεία με την επωνυμία «……..», προκειμένου να τις χρηματοδοτήσει με το ποσό των 8.500.000 δολ.ΗΠΑ, την εξόφληση του οποίου αυτές ανέλαβαν από κοινού και εις ολόκληρον. Περαιτέρω, προς εξασφάλιση της τήρησης των δανειακών υποχρεώσεων των ανωτέρω δανειζόμενων εταιρειών, η εταιρεία «………..», πλοιοκτήτρια του πλοίου «S» προέβη στη σύναψη, με τη δανείστρια εταιρεία, της από 8.10.2019 Σύμβασης Σύστασης Πρώτης Προτιμώμενης Ναυτικής Υποθήκης επί του ανωτέρω πλοίου και υπέρ αυτής για το ποσό των 8.500.000 δολ.ΗΠΑ και σύμφωνα με το δίκαιο του Παναμά. Η υποθήκη αυτή στη συνέχεια καταχωρήθηκε και εγγράφηκε στη μερίδα του πλοίου στο νηολόγιο Παναμά με αριθμό πρωτοκόλλου (DOC NUMBER) …….. Επίσης η έτερη δανειζόμενη εταιρεία «……….» συνήψε με τη δανείστρια εταιρεία, Σύμβαση Σύστασης Πρώτης Προτιμώμενης Ναυτικής Υποθήκης επί του πλοίου «B» με ΙΜΟ …….. σημαίας Λιβερίας και υπέρ αυτής, για το ποσό των 8.500.000 δολ.ΗΠΑ και σύμφωνα με το δίκαιο του Παναμά. Οι ως άνω δανειολήπτριες εταιρείες έλαβαν το προϊόν του δανείου εκ ποσού 8.500.000 δολ.ΗΠΑ με δύο επιστολές εκταμίευσης (utilization request) με ημερομηνίες 7 Οκτωβρίου 2019 και 4 Νοεμβρίου 2019, ποσού 1.684.437,84 και 6.815.562,16 δολ.ΗΠΑ αντίστοιχα, όμως η καθ’ης η εκτέλεση περιήλθε σε υπερημερία, κατά τον όρο 21.1.1 της δανειακής σύμβασης. Η δανείστρια εταιρεία «……..» απέστειλε στην οφειλέτρια εταιρεία την από 4.12.2020 επιστολή, με την οποία αφού της ανέφερε ότι το συνολικά οφειλόμενο ποσό ανέρχονταν στο ποσό των 913.852,65 δολ.ΗΠΑ, εκ του οποίου ποσό 472.000 δολ.ΗΠΑ αντιστοιχούσε στις καταβλητέες δόσεις αποπληρωμής της 7.6.2020 και 7.10.2020 (βάσει του όρου 6.1 της δανειακής σύμβασης), ποσό 146.921,87 δολ.ΗΠΑ αντιστοιχούσε σε παρακρατήσεις πληρωμής και ήταν απαιτητό την 7.10.2020, ποσό 27.250 ευρώ αντιστοιχούσε σε δικαστικά έξοδα, ποσό 8.215 δολ.ΗΠΑ αφορούσε σε έξοδα που βασίζονταν στη ρήτρα 16 της δανειακής σύμβασης και ποσό 259.465,78 δολ.ΗΠΑ αντιστοιχούσε σε τόκους υπερημερίας, της υπενθύμισε ότι η μη πληρωμή του ανωτέρω ποσού και η μη συμμόρφωσή της με το σχετικό συμβόλαιο συνιστά Γεγονός Υπερημερίας υπό τη ρήτρα 21.1.1 της Συμφωνίας (Event of Default), περίπτωση κατά την οποία η ίδια νομιμοποιείται να ασκήσει όλα τα δικαιώματα και τις εξουσίες της, όπως αυτές προβλέπονται από τα έγγραφα Χρηματοδότησης (Finance Documents). Επίσης την 7.12.2020 η ως άνω δανείστρια εταιρία ενημέρωσε εγγράφως την οφειλέτρια ότι η οφειλή της εκ του δανείου ανέρχεται στο ποσό των 8.828.006,65 δολ.ΗΠΑ, όπως προκύπτει από το από 7.12.2020 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο εστάλη από την ………, Διοικητική Προϊσταμένη της εταιρείας «………», αντιπρόσωπο της εταιρείας «……..» στην Ελλάδα, προς τη διαχειρίστρια του πλοίου, εταιρεία με την επωνυμία «…….» με θέμα «……», στο οποίο αναφέρεται ότι το οφειλόμενο ποσό του δανείου για το τετράμηνο Οκτώβριος – Ιανουάριος 2021 ανέρχεται σε 8.828.006,65 δολ.ΗΠΑ. Κατόπιν τούτου την 7.1.2021 η δανείστρια εταιρεία κατήγγειλε το δάνειο με εξώδικη δήλωση που απευθυνόταν στις ανωτέρω οφειλέτριες εταιρείες και απαίτησε την εξόφληση του υπολοίπου ποσού των 9.824.536,17 δολ.ΗΠΑ. Ακολούθως προέβη σε επίσπευση αναγκαστικού πλειστηριασμού δυνάμει του υπ’αριθ. …/2021 α’ απογράφου εκτελεστού, η περιαφή του οποίου έλαβε χώρα επί της υπ’αριθ. 950/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η ως άνω σύμβαση ναυτικής υποθήκης, τα δε ως άνω έγγραφα κατέθεσε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού για την απόδειξη της απαίτησής της. Ωστόσο η δανείστρια εταιρεία (εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης) δεν απέδειξε τη διαφορά της απαίτησής της ύψους 530.737,10 δολ.ΗΠΑ, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την 4.12.2020 (οπότε η οφειλή ανέρχονταν σε 9.087.472,01 δολ.ΗΠΑ, αναλυόμενη σε υπόλοιπο κεφαλαίου 8.028.000 δολ.ΗΠΑ, ληξιπρόθεσμους δεδουλευμένους τόκους 259.465,36 δολ.ΗΠΑ και δαπάνες 800.006,65 δολ.ΗΠΑ) έως την 7.1.2021 [οπότε στην οφειλή προστέθηκαν οι δεδουλευμένοι τόκοι της τριμηνιαίας δόσης 7ης Ιανουαρίου 2021 ποσού 206.327,06 δολ.ΗΠΑ και (κατά την εκκαλούσα) οι επιπλέον δαπάνες ύψους 530.737,10 δολ.ΗΠΑ]. Η εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης, εταιρεία «……….», προκειμένου να αποδείξει την βασιμότητα του κονδυλίου των 530.737,10 δολ.ΗΠΑ, επικαλείται και προσκομίζει τις ένορκες βεβαιώσεις της …….., του …….. και του ……….. Ειδικότερα η …….. αναφέρει ότι το ανωτέρω ποσό αφορά σε δαπάνες για τη συντήρηση των πλοίων και εξόφληση προμηθευτών, τις οποίες αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει η εταιρεία «……..» για να περισώσει την αξία των πλοίων που ήταν και η εξασφάλιση των δανείων, εφόσον ο εφοπλιστής είχε ήδη εγκαταλείψει τα πλοία. Ωστόσο η αναφορά αυτή στις δαπάνες συντήρησης είναι αόριστη καθώς η ενόρκως βεβαιούσα δεν εξειδικεύει τα κονδύλια που δαπανήθηκαν, σε ποιον καταβλήθηκαν, πότε και για ποια αιτία, ενώ δεν προσκομίζει τα αντίστοιχα παραστατικά. Ο …….. βεβαιώνει ότι οι απαιτήσεις τις οποίες έχει η επισπεύδουσα έναντι της οφειλέτριας πλοιοκτήτριας, τις οποίες πάντως δεν εξειδικεύει, είναι αληθείς, ενώ και ο βεβαιών ……. αναφέρει ότι «γνωρίζω τις δαπάνες που γίνονταν ανά διαστήματα σε αμφότερα τα πλοία S και B, βάσει της δυνατότητας που είχε η εταιρεία, εκ των συμβάσεων της υποθήκης και δανείου, για τη συντήρηση, τη διατήρηση της ασφαλιστικής τους κάλυψης και την κάλυψη στοιχειωδών αναγκών, όπως την παροχή και πληρωμή για καύσιμα, για ρυμουλκά, για μισθούς πληρωμάτων κλπ, αφού το πλοίο είχε επί της ουσίας εγκαταλειφθεί από τους πελάτες της …………» χωρίς ωστόσο να προβαίνει σε εξειδίκευση κατά είδος και ποσό των ανωτέρω δαπανών. Ωσαύτως αόριστη κρίνεται και η περιεχόμενη στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατάθεση στο ακροατήριο, της μάρτυρος ……….. καθ’ ο μέρος αφορά τις δαπάνες που πραγματοποίησε η επισπεύδουσα [αναφέρει σχετικά στην κατάθεσή της: « Το … (ενν. …….) πλήρωσε μέχρι και 4 μήνες (ενν. μισθούς του πληρώματος) ως προβλέπεται με βάση τη διεθνή σύμβαση εργασίας, η τράπεζα πλήρωσε τις υπόλοιπες μέσω εμάς…» ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσής της αναφέρει «….Αυτοί (ενν. δανειστές) κατόπιν μετά προϋπολογισμό του πλοιάρχου για μισθούς στείλανε σ΄εμάς και με γραπτή εντολή τους γιατί ήταν πιο εύκολο να κάνουμε εμείς πληρωμές, στέλνανε σ΄εμάς λεφτά ώστε να μπορέσουμε να εξοφλήσουμε μισθούς…….Σίγουρα ήταν πάνω από 120.000 δολάρια»], αφού δεν προσδιορίζει τα ακριβή ποσά που καταβλήθηκαν από την επισπεύδουσα και αξιώνει η τελευταία από το πλειστηρίασμα, καθώς και η κατάθεση του …………., ο οποίος ερωτηθείς εάν γνωρίζει σχετικά με τις δαπάνες ύψους 530.737,10 δολ.ΗΠΑ, απάντησε ότι «Θα υπάρχουν τιμολόγια για αυτά», ωστόσο όπως προαναφέρθηκε η επισπεύδουσα ουδέν παραστατικό προσκομίζει προς απόδειξη της εν λόγω δαπάνης. Συνεπώς η εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης δεν απέδειξε τη βασιμότητα του ανωτέρω κονδυλίου, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, την 21.1.2021 η επισπεύδουσα πώλησε, δυνάμει πληρεξουσίου που είχε λάβει από τη συνοφειλέτιδα της καθ’ης η εκτέλεση, εταιρεία με την επωνυμία «…….», το πλοίο «B», αντί τιμήματος 8.400.000 δολ.ΗΠΑ, πλην όμως αποδείχθηκε ότι η επισπεύδουσα εισέπραξε από την ανωτέρω πώληση, το ποσό των 7.500.000 δολ.ΗΠΑ, αφού το υπόλοιπο ποσό των 900.000 δολ.ΗΠΑ παρακρατήθηκε από τον αγοραστή και διατέθηκε για την κάλυψη οφειλών του πλοίου έναντι τρίτων, κατά τον ειδικότερο όρο του προσυμφώνου πώλησης (άρθρο 3 του από 20.1.2021 Μνημονίου Συμφωνίας), που καταρτίστηκε με την αγοράστρια του πλοίου …….., σύμφωνα με το οποίο «το εν λόγω τίμημα αγοράς θα καταβληθεί ως εξής στην «……….. («ο Πράκτορας») στον υποδειχθέντα λογαριασμό των Πωλητών ….. κατά την παράδοση του πλοίου με την επιφύλαξη των ακολούθων α) ο αγοραστής θα παρακρατήσει ποσό 900.000 $ από την τιμή αγοράς και θα το χρησιμοποιήσει ως εξής: ι) …..»). Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων ως αληθών, η οφειλή της καθ’ης η εκτέλεση προς την επισπεύδουσα (ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης), μειώθηκε κατά το ποσό των 7.500.000 δολ.ΗΠΑ και ανήλθε στο ποσό των 1.793.000 δολ.ΗΠΑ [9.293.799,07$ (9.824.536,17 – 530.737,10=) – 7.500.000$=], ενώ η τελευταία δεν απέδειξε ότι η απαίτησή της την 16.6.2021 (οπότε κοινοποίησε στην καθ’ης η εκτέλεση την από 16.6.2021 επιταγή προς εκτέλεση) ανήλθε στο ποσό των 2.847.879,70 δολ.ΗΠΑ, ούτε ότι η απαίτησή της την 6.8.2021 (οπότε κοινοποίησε στην καθ’ης η εκτέλεση την από 16.8.2021 αρχική αναγγελία της) ανήλθε στο ποσό των 3.164.865,01 δολ.ΗΠΑ, δοθέντος ότι ουδέν παραστατικό προσκομίζεται για την απόδειξη αυτής, ενώ οι καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων για λογαριασμό της επισπεύδουσας, ότι οι υπολογισμοί αυτοί στηρίχθηκαν σε πραγματικές οφειλές, τιμολόγια και παραστατικά που ελέγχθηκαν κατά το σύστημα της «……..» καθώς και στο ηλεκτρονικά μηχανογραφημένο και πιστοποιημένο πρόγραμμα υπολογισμού κεφαλαίου και τόκων, δεν αρκούν για την απόδειξης της επίδικης απαίτησης. Επίσης η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την επισπεύδουσα (εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης) μηχανογραφημένη καρτέλα, στην οποία κατά τους ισχυρισμούς της περιέχονται οι χρεοπιστώσεις του δανείου, δεν έχει αποδεικτική δύναμη αφού δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη της, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέο, αναφορικά με τον τρόπο διεξαγωγής της δίκης, συνεπώς και τις δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν ζητήματα απόδειξης, είναι το ελληνικό (δικονομικό) δίκαιο ως το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου (lex fori) και όχι το αγγλικό δίκαιο, όπως αβασίμως διατείνεται η εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης στο πλαίσιο του εξεταζόμενου (τρίτου) λόγου της έφεσής της, αφού αυτό εφαρμόζεται μόνο για την ερμηνεία της δανειακής σύμβασης, τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις των μερών και την ουσιαστική κρίση της διαφοράς. Επίσης η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς την αποδεικτική δύναμη της μηχανογραφημένης καρτέλας, αφορά την προσκομισθείσα, ως σχετικό 20, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όχι την προσκομιζόμενη μετ’επικλήσεως, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από την εκκαλούσα της υπό στοιχ Γ έφεσης επίσης ως σχετικό 20, μηχανογραφική απεικόνιση, η οποία διαφέρει ουσιωδώς της πρώτης, καθώς φέρει υπογραφή στο κάτω αριστερό τμήμα της σελίδας, συνοδευόμενη από χειρόγραφο κείμενο «……………» (στοιχεία τα οποία δεν έφερε η προσκομισθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μηχανογραφημένη καρτέλα). Τέλος, αναφορικά με τον επιμέρους ισχυρισμό της εκκαλούσας της υπό στοιχ Γ έφεσης, που προβάλλεται στο πλαίσιο του εξεταζόμενου (τρίτου) λόγου της έφεσής της, ότι από το ποσό των 1.196.028,80 δολ.ΗΠΑ για το οποίο διατάχθηκε η αποβολή της από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, το ποσό των 177.642,75 δολ.ΗΠΑ αντιστοιχεί σε δεδουλευμένους τόκους και το ποσό των 38.575,15 δολ.ΗΠΑ σε τόκους υπερημερίας, ήτοι σε ποσά το ύψος των οποίων δεν αποδεικνύεται από τιμολόγια, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά από τους όρους της δανειακής σύμβασης, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η εκκαλούσα, ως προελέχθη, δεν απέδειξε ούτε το κεφάλαιο επί του οποίου υπολογίζει τους ανωτέρω τόκους. Μετά ταύτα, ο τρίτος λόγος της έφεσης (υπό στοιχ Γ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της (υπό στοιχ Γ), τον οποίο στρέφει κατά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καίτοι δέχθηκε ότι στις 21.1.2021 η απαίτησή της εναντίον της καθ’ης ο πλειστηριασμός ανέρχονταν στο ποσό των 1.793.799 δολ.ΗΠΑ καθώς και τους ισχυρισμούς περί του πραγματικού ύψους του ποσού που εισέπραξε από την πώληση του πλοίου B, ακολούθως κατ’εσφαλμένη κρίση έκανε δεκτές τις ανακοπές των ώδε εφεσίβλητων, οι οποίες δεν αμφισβήτησαν το σύνολο της απαίτησής της (εκκαλούσας) αλλά μόνο τη διαφορά μεταξύ των ποσών που της οφείλονταν την 7.1.2021 σε σύγκριση με εκείνα της 4.12.2020 καθώς και το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση του B. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς από την επισκόπηση του δικογράφου των ανακοπών των εφεσίβλητων (πρώτης έως έκτης) κατά των οποίων στρέφεται ο εξεταζόμενος λόγος έφεσης, οι ανωτέρω αμφισβήτησαν στο σύνολό τους τις απαιτήσεις της επισπεύδουσας για τις οποίες αυτή κατατάχθηκε στον ένδικο πίνακα κατάταξης και ζήτησαν την αποβολή της από αυτόν. Ειδικότερα οι ανακόπτουσες αμφισβήτησαν την κατάταξη της επισπεύδουσας για το ποσό των 2.989.028,81 δολ.ΗΠΑ ως προς το οποίο κατατάχθηκε στην τέταρτη τάξη με το προνόμιο της ενυπόθηκης δανείστριας και για το ποσό των 9.041,59 δολ.ΗΠΑ ως προς το οποίο κατατάχθηκε επίσης στην τέταρτη τάξη των προνομίων, υπό την αίρεση της τελεσιδικίας της απαίτησής της, ενώ αμφισβήτησαν τις απαιτήσεις της τόσο κατά το χρόνο καταγγελίας της δανειακής σύμβασης την 7.1.2021, κατά το χρόνο πώλησης του πλοίου την 21.1.202, κατά το χρόνο κοινοποίησης της επιταγής προς εκτέλεση από την επισπεύδουσα προς την καθ’ης η εκτέλεση την 6.6.2021 και κατά το χρόνο αναγγελίας της απαίτησής της την 5.8.2021.
Με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της (υπό στοιχ Γ), τον οποίο στρέφει κατά των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε διότι δεν εξέτασε τις ανακοπές των ανωτέρω εφεσίβλητων κατά των λοιπών ομοδίκων της (καθ’ων οι ανακοπές) και δη των καταταγέντων στην ίδια τάξη προνομίων (τέταρτη) με τη δική της αλλά και στην επόμενη τάξη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, προκαλώντας σε αυτήν ζημία, καθώς μετά τη μεταρρύθμιση του πίνακα κατάταξης, η ίδια αποβλήθηκε για όλο το ποσό των αναγγελθεισών απαιτήσεων των εφεσίβλητων. Ο λόγος αυτός της έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχ IV νομική σκέψη της παρούσας, καθόσον μετά την παραδοχή των αντίστοιχων λόγων των ανακοπών των εφεσίβλητων, κατά των οποίων στρέφεται ο εξεταζόμενος λόγος έφεσης και την κατάταξή τους (για το σύνολο των απαιτήσεών τους) στη θέση της επισπεύδουσας, στο ποσό από το οποίο αυτή αποβλήθηκε από τον ένδικο πίνακα, εξέλειπε το έννομο συμφέρον τους να συνεχίσουν το δικαστικό αγώνα ώστε να πετύχουν την ευδοκίμηση των ανακοπών τους και κατά των υπολοίπων καθ’ων (ομοδίκων της επισπεύδουσας), αφού με την κατάταξή τους επήλθε πλήρης ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, ώστε ακόμη και εάν ευδοκιμούσε και άλλος λόγος ανακοπής κατά των υπολοίπων καθ’ων, δεν θα ήταν δυνατή η εκ νέου κατάταξη των ανακοπτουσών για την ίδια απαίτηση. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον υπόψη λόγο έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα.
V) Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, ομοειδείς κατ’ αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης από το χρονικό αυτό σημείο έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Με την πρόταση αυτή, οποτεδήποτε γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, αποσβένονται αναδρομικά, δηλαδή από τον χρόνο που συνυπήρξαν. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 παρ. 1 και 222 παρ. 2 Κ.Πολ. Δ., προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να εκτίθενται σαφή περιστατικά παραγωγικά της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης, δηλαδή, για να κριθεί ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει η ένσταση να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα δικαστική εκτίμηση της αγωγής (Α.Π. 1.190/2007). Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 529/2016, Ε.Α. (Μον.) 3.568/2020, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ) .
Με τον έκτο λόγο της έφεσής της (υπό στοιχ Γ), τον οποίο στρέφει κατά της πέμπτης των εφεσίβλητων, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα κρίνοντας, απέρριψε τις προβληθείσες σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία «……….» ενστάσεις της (εκκαλούσας), περί συμψηφισμού και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της για την αναγγελία των απαιτήσεών της.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέβαλε σε βάρος της ανακόπτουσας της υπό στοιχ ε ανακοπής (ήδη πέμπτης εφεσίβλητης της υπό στοιχ Γ έφεσης), ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης της τελευταίας με ανταπαιτήσεις της ίδιας (εκκαλούσας) καθώς και ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της για την αναγγελία των απαιτήσεών της στον επίδικο πλειστηριασμό. Ειδικότερα, η εκκαλούσα προέβαλε ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης της ως άνω ανακόπτουσας με ανταπαιτήσεις της ίδιας και συγκεκριμένα με ανταπαίτησή της ύψους α) 162.000 δολ.ΗΠΑ, ποσό για το οποίο δεν κατετάγη στον πίνακα κατάταξης λόγω μη επάρκειας του εκπλειστηριάσματος και, κατά τους ισχυρισμούς της, η ανακόπτουσα εξακολουθεί να της οφείλει, β) 376.281,19 δολ.ΗΠΑ για δεδουλευμένους τόκους, 46.247,43 δολ.ΗΠΑ για έξοδα/κεφάλαιο και 76.485,66 δολ.ΗΠΑ για τόκους υπερημερίας λόγω της καταγγελίας του δανείου, το οποίο αφορά σε έξοδα που κάλυψε σε χρόνο μεταγενέστερο της αναγγελίας. Ωστόσο, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη (υπό στοιχ V) νομική σκέψη, η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη, καθώς σε αυτήν δεν εκτίθενται με σαφήνεια τα παραγωγικά γεγονότα της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης της εκκαλούσας, αφού ιδίως όσον αφορά την απαίτησή της ύψους 162.000 δολ.ΗΠΑ δεν επικαλείται τα παραγωγικά της απαίτησης αυτής γεγονότα καθώς και το χρόνο γέννησής της, ενώ η αναφορά σε τόκους δεδουλευμένους (376.281,19 δολ.ΗΠΑ) και υπερημερίας (46.247,43 δολ.ΗΠΑ), οι οποίοι αφορούν σε έξοδα που κάλυψε σε χρόνο μεταγενέστερο της αναγγελίας, γίνεται χωρίς να προσδιορίζονται τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε και χωρίς να εξειδικεύεται περαιτέρω το ποσό των τόκων αυτών. Επομένως, εφόσον η ένσταση συμψηφισμού δεν περιέχει, κατ` αρ. 262 ΚΠολΔ, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την ανταπαίτηση της ενιστάμενης-καθ’ης η ανακοπή – εκκαλούσας, πρέπει να απορριφθεί λόγω αοριστίας. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, απορρίπτοντας την εν λόγω ένσταση συμψηφισμού ως αόριστη, με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα στο πλαίσιο του εξεταζόμενου (έκτου) λόγου της έφεσης, κατά το ειδικότερο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επίσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το αίτημα της ανακόπτουσας της υπό στοιχ ε ανακοπής, περί αποβολής της από τον πίνακα κατάταξης τυγχάνει καταχρηστικό, διότι η τελευταία, η οποία τυγχάνει και πραγματική ιδιοκτήτρια των εταιριών που έλαβαν τη δανειοδότηση, καίτοι στην ουσία εγκατέλειψε τα πλοία της, αναγκάζοντας την εκκαλούσα να προβεί σε υπέρογκες και επιζήμιες δαπάνες, ζητεί την αποβολή της από τα ποσά για τα οποία έχει καταταγεί, επιδιώκοντας να εισπράξει και διαχειριστική αμοιβή σε βάρος της. Η εν λόγω ένσταση τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη, καθόσον η καθ’ης η ανακοπή – εκκαλούσα δεν επικαλείται κατά τρόπο σαφή τα περιστατικά που συγκροτούν την καταχρηστική συμπεριφορά της ανακόπτουσας και ειδικότερα δεν επικαλείται συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις αυτής, από τις οποίες να προκύπτει ότι δημιουργήθηκε στην καθ’ης η ανακοπή – εκκαλούσα η εύλογη πεποίθηση ότι η ανακόπτουσα δεν θα ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της κατά του πίνακα κατάταξης. Επίσης, η γενικόλογη αναφορά ότι η ανακόπτουσα εγκατέλειψε το πλοίο, χωρίς να αναφέρεται ο χρόνος και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το γεγονός αυτό, καθώς και η αναφορά ότι η καθ’ης η ανακοπή–εκκαλούσα αναγκάστηκε να υποβληθεί σε υπέρογκες και επιζήμιες δαπάνες, χωρίς να προσδιορίζει το είδος, το ύψος, το χρόνο και την αναγκαιότητα των δαπανών αυτών και χωρίς να εξηγεί ποιες είναι οι επαχθείς σε βάρος της συνέπειες από τη δημιουργηθείσα κατάσταση, καθιστούν τον ισχυρισμό της αόριστο, αφού δεν καταδεικνύουν με σαφήνεια ποια συμπεριφορά της ανακόπτουσας τυγχάνει αντίθετη στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, απορρίπτοντας την εν λόγω ένσταση συμψηφισμού ως αόριστη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα στο πλαίσιο του εξεταζόμενου (έκτου) λόγου της έφεσης, κατά το ειδικότερο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά ταύτα ο έκτος λόγος της έφεσης (υπό στοιχ Γ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
VI) Το άρθρο 940 Α ΚπολΔ που προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ.9 του ν. 2145/1993 ορίζει: “Στο χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 31 Αυγούστου δεν επιτρέπεται η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης και της επιταγής προς εκτέλεση. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη”. Μεταξύ δε των πράξεων εκτέλεσης που με ποινή ακυρότητας δεν επιτρέπεται η διενέργειά τους, είναι και η αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών του καθού η εκτέλεση, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 972 παρ.1εδ.γ’ ΚΠολΔ πρέπει να επιδοθεί στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, “το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό. Στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση. Έτσι, εφόσον η έναρξη ή λήξη της πιο πάνω προθεσμίας εμπίπτει εντός του μηνός Αυγούστου, παρατείνεται για αντίστοιχο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την πρώτη Σεπτεμβρίου, με εξαίρεση τις αναγγελίες δανειστών πλειστηριασθέντος πλοίου η αεροσκάφους. Εμφανής τελολογική κάλυψη που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ρύθμιση της παραπάνω διατάξεως, όπως συμβαίνει με τα άρθρα 959 παρ. 4 και 998 παρ. 4 ΚΠολΔ δεν υπάρχει. Ειδικότερα, με τα άρθρα 15 και 16 αντίστοιχα του ΝΔ 490/1974, αντικαταστάθηκαν οι εν λόγω διατάξεις και ορίσθηκε, κατ` εξαίρεση του γενικού κανόνα, ότι ο πλειστηριασμός μπορεί να διεξαχθεί σε οποιονδήποτε μήνα του έτους και ότι αυτός δεν μπορεί να γίνει από 1 Αυγούστου έως 15 Σεπτεμβρίου. Ορίσθηκε επίσης ότι η εξαίρεση που καθιερώνεται με τις εν λόγω διατάξεις, δεν εφαρμόζεται για κινητά πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά καθώς και όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη, αφού και αυτά αποτελούν κινητά πράγματα που υπόκεινται σε φθορά και για την συντήρησή τους απαιτούνται συνήθως μεγάλες δαπάνες, οι οποίες θα αυξάνονταν συνεχώς με την απαγόρευση διενέργειας του πλειστηριασμού, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα. Το γεγονός δε αυτό θα είχε ως συνέπεια την διόγκωση των εξόδων της εκτέλεσης, με άμεσο επακόλουθο την επί το έλαττον ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών. Ο λόγος όμως αυτός που δικαιολογούσε απόλυτα την εν λόγω διαφορετική ρύθμιση για τον πλειστηριασμό πλοίων και αεροσκαφών και που εισήγαγε εξαίρεση της εξαιρέσεως και συνεπώς επάνοδο στον γενικό πιο πάνω κανόνα, ήτοι του επιτρεπτού της διενέργειας πλειστηριασμού σε οποιοδήποτε μήνα του έτους, δεν μπορούσε να αποτελέσει δικαιολογητικό λόγο για την διεύρυνση της απαγόρευσης και μάλιστα με ποινή ακυρότητας, για οποιαδήποτε άλλη πράξη εκτέλεσης, όπως είναι η αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών. Τούτο δε καθόσον με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, την παράδοση σ` αυτόν της κατακυρωτικής έκθεσης και την εν συνεχεία καταχώρηση αυτής στο νηολόγιο ή στο μητρώο αεροσκαφών [άρθρα 2 και 6 ΚΙΝΔ, άρθρο 41 Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου αντίστοιχα], αυτός αποκτά το δικαίωμα που είχε ο καθ’ού η εκτέλεση στο πλοίο ή το αεροσκάφος [άρθρο 1005 ΚΠολΔ] και συνεπώς αναλαμβάνει και την ευθύνη συντήρησης αυτών. Επιπρόσθετα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει δικαιολογητικό λόγο της παραπάνω ρύθμισης, ούτε η ανάγκη ταχύτερης και αποτελεσματικότερης ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών, αφού αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μετά την τελεσιδικία του πίνακα κατάταξης, για την επέλευση όμως της οποίας, όπως είναι κοινώς γνωστό, απαιτείται η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την διενέργεια του πλειστηριασμού. Έτσι κατέστη πλέον επιβεβλημένη, αφού δεν υπήρχε συγκεκριμένος δικαιολογητικός λόγος διατήρησης του πιο πάνω γενικού κανόνα και για τις λοιπές, πλην του πλειστηριασμού, πράξεις εκτέλεσης, η υπαγωγή αυτών στην εξαίρεση της απαγόρευσης διενέργειάς τους κατά τον μήνα Αύγουστο, ακόμη και αν αυτές αφορούσαν πλοία ή αεροσκάφη. Τούτο έγινε νομοθετικά με το άρθρο 4 παρ.4 του ν.2298/1995, δυνάμει του οποίου συμπεριελήφθησαν ταυτοχρόνως στο άρθρο 147 παρ.7 ΚΠολΔ [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 15 Ν. 3994/2011] και οι προθεσμίες της αναγγελίας [άρθρο 972 παρ.1 εδ.γ’ ΚπολΔ], της ικανοποίησης των δανειστών χωρίς πίνακα [άρθρο 971 παρ.1 ΚΠολΔ], της σύνταξης πίνακος κατάταξης [άρθρο 974 ΚΠολΔ] και ανακοπής κατ` αυτού [άρθρο 979 παρ.2 ΚΠολΔ], με αποτέλεσμα να μην υπολογίζεται πλέον για την διενέργεια αυτών το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου. Έτσι με την νεότερη αυτή ρύθμιση της γενικής διάταξης του άρθρου 147 παρ.7 ΚΠολΔ, η αναγγελία των απαιτήσεων των δανειστών επί πλειστηριασμού πλοίων ή αεροσκαφών και η κατάθεση των σχετικών εγγράφων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μπορεί πλέον να γίνει και μετά τον μήνα Αύγουστο, με αφετηρία έναρξης του υπολειπομένου από τη ημέρα της διενέργειας του πλειστηριασμού χρόνου, μέχρι την συμπλήρωση της προθεσμίας των 15 ημερών, την πρώτη Σεπτεμβρίου. Ουσιαστικά δηλαδή τροποποιήθηκε σιωπηρώς η διάταξη του άρθρου 940Α ΚΠολΔ. Άλλωστε αν ο νομοθέτης ήθελε να διατηρηθεί ο παραπάνω κανόνας και για τις πράξεις εκτέλεσης επί πλειστηριασμού πλοίων ή αεροσκαφών, θα το διατύπωνε ρητά στον προδιαληφθέντα νόμο. Πρέπει επίσης να λεχθεί: α) Ότι η υπαγωγή της προθεσμίας της αναγγελίας [αλλά και των λοιπών πιο πάνω πράξεων εκτέλεσης], στην γενική διάταξη του άρθρου 147 παρ.7 ΚΠολΔ ακόμη και επί πλειστηριασμού πλοίων και αεροσκαφών, δεν αντίκειται στο σκοπό της καθιέρωσης αυτής, που είναι προφανώς, η απαλλαγή των δικαστηρίων αλλά και κυρίως των προσώπων που με οποιοδήποτε τρόπο απασχολούνται με τις αναγκαστικές εκτελέσεις [δικηγόρων, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών], από τις σχετικές με αυτές πράξεις κατά τον Αύγουστο, που αποτελεί τον κατ` εξοχήν μήνα διακοπών. β) Ότι οι διατάξεις περί αναστολής των προθεσμιών ενεργείας -όπως είναι και εκείνη του άρθρου 147§ 7 ΚΠολΔ – πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικώς και εν αμφιβολία να θεωρούνται ισχύουσες σε μια έννομη σχέση, διότι, από την φύση τους, οι μεν ρυθμίσεις που τάσσουν προθεσμίες στην άσκηση δικαιωμάτων συνιστούν περιορισμούς των υποκειμένων τους (τιθέμενους για λόγους “κοινωνικής οικονομίας” – βλ. Γ. Μπαλή, Γεν. Αρχ. §140), εκείνες δε που εισάγουν αναστολή ή διακοπή των προθεσμιών στοχεύουν στην διευκόλυνση της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων και στον περιορισμό των περιπτώσεων ουσιαστικής αδικίας, την οποία ενδεχομένως συνεπάγεται η απώλεια μιας προθεσμίας εκ μέρους του δικαιούχου (ΑΠ 1737/2014, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της έφεσής της (υπό στοιχ Γ), τον οποίο στρέφει κατά της πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων, η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα κρίνοντας, έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο της ανακοπής των ανωτέρω εφεσίβλητων με τον οποίο παραπονούνταν ότι ο υπάλληλος του πλειστηριασμού απέρριψε εσφαλμένα την αναγγελία τους ως εκπρόθεσμη κατ’ άρθρο 972 ΚΠολΔ, μολονότι αυτή επιδόθηκε εμπρόθεσμα, εντός της 15ήμερης προθεσμίας που θέτει η διάταξη του ανωτέρω άρθρου και δεν τις κατέταξε στον πίνακα κατάταξης, με αποτέλεσμα να κάνει δεκτή την ανακοπή τους και να τις κατατάξει στον πίνακα κατάταξης αποβάλλοντας την ίδια (εκκαλούσα).
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ένδικος πλειστηριασμός έλαβε χώρα με ηλεκτρονικά μέσα την 28.7.2021, οπότε την 29.7.2021 εκκίνησε η 15ήμερη προθεσμία για την αναγγελία των απαιτήσεων των πιστωτών και, δοθέντος ότι αυτή ανεστάλη κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, συνεχίστηκε την 1.9.2021 και συμπληρώθηκε την 13.9.2021 ημέρα Δευτέρα (εφόσον η 15η ημέρα θα συμπληρωνόταν την Κυριακή 12.9.2021, που όμως δεν αποτελεί εργάσιμη ημέρα, με συνέπεια η προθεσμία να συμπληρωθεί, κατ’ άρθρο 144 παρ.1 ΚΠολΔ, την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα). Επίσης αποδείχθηκε ότι η πέμπτη εφεσίβλητη (ανακόπτουσα της υπό στοιχ ε ανακοπής) επέδωσε την από 8.9.2021 αναγγελία της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, στην επισπεύδουσα (εκκαλούσα) και στην οφειλέτιδα – καθ’ης η εκτέλεση, την 10.9.2021 (βλ. σχετ. τις υπ’αριθ. …../10.9.2021, ……/10.9.2021 και ……/10.9.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά ……….), ήτοι εντός της 15ήμερης προθεσμίας από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού σύμφωνα με τα ανωτέρω, ενώ τα αποδεικτικά έγγραφα της απαίτησής της κατατέθηκαν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την 13.9.2021. Επίσης η έκτη εφεσίβλητη (ανακόπτουσα της υπό στοιχ δ ανακοπής) επέδωσε την από 9.9.2021 αναγγελία της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, στην επισπεύδουσα (εκκαλούσα) και στην οφειλέτιδα – καθ’ης η εκτέλεση, την 10.9.2021 (βλ. σχετ. τις υπ’αριθ. ……/10.9.2021, …./10.9.2021 και ……/10.9.2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά …………), ήτοι εντός της 15ήμερης προθεσμίας από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ενώ τα αποδεικτικά έγγραφα της απαίτησής της κατατέθηκαν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την 13.9.2021. Επομένως, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, που απέρριψε τις ανωτέρω αναγγελίες ως εκπρόθεσμες εφάρμοσε πλημμελώς τις διατάξεις του νόμου, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τον σχετικό λόγο της ανακοπής των ανωτέρω εφεσίβλητων, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη ως εκπρόθεσμης της αναγγελίας τους, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα στο πλαίσιο του εξεταζόμενου (έβδομου) λόγου της έφεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Μετά ταύτα ο έβδομος λόγος της έφεσης (υπό στοιχ Γ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος έφεσης, πρέπει η κρινόμενη (υπό στοιχ Γ) έφεση να απορριφθεί ως κατ’ουσίαν αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του ηλεκτρονικού παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η αρχική παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015, ισχύοντος από 1.1.2016, και εν συνεχεία τροποποιήθηκε από το άρθρο 35 παρ. 2 Ν. 4446/2016). Τα δικαστικά έξοδα α) για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας όσον αφορά τις εφέσεις υπό στοιχ Α και Β που έγιναν δεκτές, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, κρατήθηκαν προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο η από 27.4.2022 (υπό στοιχ δ) ανακοπή και η από 27.4.2022 (υπό στοιχ ε) ανακοπή αντίστοιχα και έγιναν αυτές δεκτές και β) για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας όσον αφορά την έφεση υπό στοιχ Γ που απορρίφθηκε ως αβάσιμη (ως προς τις πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εφεσίβλητων) πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων α) την από 15.9.2023 (υπό στοιχ Α) έφεση, β) την από 15.9.2023 (υπό στοιχ Β) έφεση και γ) την από 4.10.2023 (υπό στοιχ Γ) έφεση, κατά της υπ’αριθ. 2206/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Α) Ως προς την από 15.9.2023 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/2023) έφεση.
Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ’ουσίαν.
Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα, του παραβόλου της έφεσης που αυτή κατέθεσε και μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …………/2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 2206/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά το μέρος που απορρίπτει την από 27.4.2022 (υπό στοιχ δ) ανακοπή της εκκαλούσας, εταιρείας με την επωνυμία «……………» αναφορικά με την κατάταξή της στον υπ’αριθ. …………/16.3.2022 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Πειραιά ……….., για το αιτούμενο με αυτήν (ανακοπή) ποσό των συμβατικών τόκων υπερημερίας, για τη μη εμπρόθεσμη πληρωμή της απορρέουσας από το αναφερόμενο στην αναγγελία τιμολόγιο, απαίτησής της, μέχρι τη διανομή του πλειστηριάσματος.
Κρατεί και δικάζει την από 27.4.2022 (υπό στοιχ δ) ανακοπή.
Δέχεται αυτήν.
Μεταρρυθμίζει τον υπ’αριθ. …../16.3.2022 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Πειραιά ……….., με σκοπό να αποβληθεί από αυτόν η εφεσίβλητη, εταιρία με την επωνυμία «…………», κατά το μέρος στο οποίο αυτή κατετάγη ως ενυπόθηκη δανείστρια και να καταταγεί στη θέση της οριστικά, ως εγχειρόγραφη δανείστρια, η εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «…………» για το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων τριάντα δύο δολαρίων ΗΠΑ και δύο σεντς (14.332,02$).
Β) Ως προς την από 15.9.2023 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2023) έφεση.
Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ’ουσίαν.
Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα, του παραβόλου της έφεσης που αυτή κατέθεσε και μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό ………./2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’αριθ. 2206/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά το μέρος που απορρίπτει την από 27.4.2022 (υπό στοιχ ε) ανακοπή της εκκαλούσας, εταιρείας με την επωνυμία «………….», αναφορικά με την κατάταξή της στον υπ’αριθ. ……./16.3.2022 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Πειραιά ………., για το αιτούμενο με αυτήν (ανακοπή) ποσό που αντιστοιχεί στους νόμιμους τόκους υπερημερίας από τη δήλη ημέρα πληρωμής εκάστου εκ των αναφερόμενων στην αναγγελία τιμολογίων μέχρι τη διανομή του πλειστηριάσματος.
Κρατεί και δικάζει την από 27.4.2022 (υπό στοιχ ε) ανακοπή.
Δέχεται αυτήν.
Μεταρρυθμίζει τον υπ’αριθ. ………/16.3.2022 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Πειραιά …………, με σκοπό να αποβληθεί από αυτόν η εφεσίβλητη, εταιρία με την επωνυμία «……….», κατά το μέρος στο οποίο αυτή κατετάγη ως ενυπόθηκη δανείστρια και να καταταγεί στη θέση της οριστικά, ως εγχειρόγραφη δανείστρια, η εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «…………….» για το ποσό των εκατόν ενός χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα οκτώ δολαρίων ΗΠΑ και τριάντα έξι σεντς (101.488,36$).
Β) Ως προς την από 4.10.2023 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/………../2023) έφεση.
Δέχεται την έφεση τυπικά και
Απορρίπτει αυτήν κατ’ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης που αυτή κατέθεσε και μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …………../2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου ενδίκου μέσου, στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλει σε βάρος της εκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη των έβδομης, όγδοης, ένατης, δέκατης και ενδέκατου των εφεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500,00) ευρώ.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των λοιπών διαδίκων τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας όσον αφορά τις εφέσεις υπό στοιχ Α και Β και για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας όσον αφορά την έφεση υπό στοιχ Γ, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ