ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 117/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος-καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «Δήμος Ύδρας», που εδρεύει στην Ύδρα, και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Μαραγκού, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 332/2025 απόφασης της δημοτικής επιτροπής του Δήμου Ύδρας.
Των εφεσίβλητων-υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) ………….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρου του Γεωργία Κουφάκη, 2) Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………., που εδρεύει στην πόλη του …. της Δημοκρατίας του Παναμά (…………… .) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Γεωργία Κουφάκη, 3) ………. η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σπυρόπουλο.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………», πρώην με την επωνυμία «………….» και τον διακριτικό τίτλο «………», που εδρεύει στον Δήμο ………… Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αρβανίτη.
Ο ενάγων άσκησε την από 31/3/1999 (αριθ. κατ. …………/1999) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά των εναγόμενων ………. και της εταιρίας με την επωνυμία «………..», με την οποία ζητούσε τα ειδικότερα αναφερόμενα σ’ εκείνη. Επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 7163/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ετάχθησαν αποδείξεις. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων η υπόθεση εισήχθη με κλήση του ενάγοντος προς νέα συζήτηση ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 14/1/2005 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 27/10/2006, οπότε και ματαιώθηκε. Στη συνέχεια η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την από 9/11/2006 κλήση του ενάγοντος (αριθμ. εκθ. καταθ. ……../2006) και προσδιορίσθηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 7/11/2007, οπότε και ματαιώθηκε, ακολούθως δε επαναφέρθηκε με την από 22/6/2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2009) κλήση και προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 11/2/2011, οπότε και πάλι ματαιώθηκε. Ο εκ των εναγόμενων ……. επανέφερε την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου με την από 12/10/2021 (αριθ. καταθ. ………./2021) αίτηση-κλήση του, απευθυνόμενη κατά του ενάγοντος Δήμου, η οποία προσδιορίστηκε κατά τη δικάσιμο της 12/1/2022. Κατά την ίδια δικάσιμο προσδιορίσθηκε η από 24/11/2021 (αριθ. καταθ. …../2021) πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε η ……….., την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, υπέρ του εναγόμενου …….., στρεφόμενη κατά του ενάγοντος «Δήμου Ύδρας», οι οποίες (αίτηση και κλήση) μετά από αναβολή εκδικάσθηκαν κατά τη δικάσιμο της 18/5/2022. Επί της αγωγής εξεδόθη η υπ’ αριθ. 1654/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 15/9/2023 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………./2023 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. …………./2023 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου η 7/11/2024, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Επί της εφέσεως αυτής, υπέρ των εφεσίβλητων και κατά του εκκαλούντος, η ως προσθέτως παρεμβαίνουσα, εταιρεία με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «………», άσκησε την από 10/9/2024 πρόσθετη παρέμβασή της στο Δικαστήριο αυτό (αριθμ. εκθ. καταθ. …………../2024) που προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 7/11/2024 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω υποθέσεων, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου προς συζήτηση η από 15/9/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………../2023) έφεση και η από 10/9/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2024) πρόσθετη παρέμβαση, η οποία πρέπει να συνεκδικαστεί με την έφεση, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι αυτής, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την έφεση, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (ΑΠ 1426/2013, ΕφΑΘ 4499/2000 ΤΝΠ Nomos, ΕφΑθ 4355/2002, ΕλλΔ/νη 2004.206), η δε συνεκδίκασή τους διευκολύνει τη διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 31, 246, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 1654/2023 οριστικής αποφάσεως (άρθρο 513 παρ. 1 β ΚΠολΔ) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ), εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 1α΄, 3 παρ. 1, 19 όπως αντικ. με το άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α 165/25-7-2011), 495 παρ. 1 & 2, 496, 499, 511, 513 παρ. 1β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1, 522, 500 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς η εκκαλουμένη επιδόθηκε στο εναγόμενο ΟΤΑ στις 7/6/2023 (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ….΄/7-6-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………..), ενώ η ανωτέρω προθεσμία έληγε στις 22/9/2023, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στις 20/9/2023. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 «Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», όπως το εδ. α` αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, ορίζεται ότι «Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων. Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών», ενώ περαιτέρω, με το άρθρο 28 § 4 εδ. α` του ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α` 31) ορίζεται ότι «Οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου – 10 Ιουλίου 1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών το Δημοσίου» και 22 § 4 του ν. 1868/1989 [ΦΕΚ Α` 230], έχουν εφαρμογή και επί των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). Συνεπώς, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 28 § 4 εδ. α` του Ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του κωδ. διατάγματος της 26ης Ιουνίου/10ης Ιουλίου 1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΑΠ 460/2022 ΝοΒ 2022.1304, ΑΠ 1135/2023 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 460/2022 ΝοΒ 2022.1304, ΑΠ 1337/2014 ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω, τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παράβολου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιοσδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών. Ακολούθως, με το άρθρο 11 § 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 του ν. 4938/2022, ορίζεται ότι «οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους», ενώ με το άρθρο 11 § 2 του ν. 4938/2022 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α` 109) ορίζεται ότι «τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και της έφεσης για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 1135/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 564/2017, ΑΠ 415/2016), στην δε προκειμένη περίπτωση η προθεσμία των 30 ημερών, θα ολοκληρώνονταν κανονικά την Παρασκευή, 7/7/2023, αλλά λόγω της ανωτέρω αναστολής εξαιρέθηκε το χρονικό διάστημα από την 1/7/2023 έως τις 15/9/2023, με συνέπεια η εν λόγω προθεσμία να συνεχίζει από τις 16/9/2023 και να λήγει στις 22/9/2023. Επομένως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1), χωρίς να απαιτείται η κατάθεση εκ μέρους του εκκαλούντος Δήμου του παράβολου, που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012, σύμφωνα με τα άρθρα 276 παρ. 1 ν. 3463/2006, 28 παρ. 4 εδ. α` ν. 2579/1998, 19 παρ. 1 κ.δ. από 26-6/10-7-1944 «Περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου» και την αναλογικά εφαρμοζόμενη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διάταξη του άρθρου 30 ν.δ. 22-4/16-5-1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης».
Ο ενάγων με την από 31/3/1999 (αριθ. εκθ. καταθ. ………./1999) αγωγή του, ισχυρίζεται ότι έχει στην κυριότητα του το κείμενο στη νήσο Ύδρα περιγραφόμενο στην αγωγή, επίδικο, ακίνητο, εκτάσεως 318,27 τ.μ.. σύμφωνα με τον θεσμό της από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas), από το έτος 1821, ως κοινόχρηστος χώρος και ότι ο πρώτος εναγόμενος, ………………, κύριος παρακείμενου ακινήτου, αφενός από το έτος 1996 τον απέβαλε από τη νομή του επιδίκου με τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις, αφετέρου στις 24/10/1997 ο ίδιος εναγόμενος, με το υπ’ αριθ. …………./24-10-1997 συμβόλαιο, μεταβίβασε εικονικά στη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία «………….» το επίδικο ως τμήμα μείζονος ακινήτου του. Παραιτούμενος δε από την προγενέστερη από 28/8/1998 με αριθ. καταθ. ……/1998 διεκδικητική αγωγή που είχε ασκήσει κατά του πρώτου εναγόμενου, ο ενάγων ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η λόγω εικονικότητας ακυρότητα της σύμβασης πώλησης, που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόμενων με το υπ’ αριθ. …………./24-10-1997 συμβόλαιο, κατά το μέρος της που αφορά το επίδικο ακίνητο, β) να αναγνωριστεί η κυριότητα του επί του επιδίκου ακινήτου, γ) να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος, λόγω ακυρότητας του ως άνω εικονικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, να του αποδώσει το επίδικο, άλλως να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να του αποδώσει το επίδικο ως παρανόμως κατέχουσα αυτό, καθώς και κάθε άλλος που το κατέχει για λογαριασμό τους, άλλως να διαταχθεί η βίαιη αποβολή τους και η εγκατάστασή του σ’ αυτό και να καταδικαστούν οι αντίδικοί του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθ. 7163/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που την έκρινε παραδεκτή και νόμω βάσιμη, ενόψει δε της προβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης ιδίας κυριότητας, τόσο με παράγωγο τρόπο (πώληση), όσο και με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, αλλά και της αμφισβήτησης από τον ενάγοντα της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του πρώτου εναγόμενου, έκρινε ότι απαιτείται η απόδειξη της κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και έταξε αποδείξεις για τα οριζόμενα για κάθε διάδικο σ’ αυτή ζητήματα, ενώ διέταξε και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τοπογράφο-μηχανικό, προκειμένου να αποφανθεί περί του αν το επίδικο περιλαμβάνεται ή όχι, εν όλω ή εν μέρει, στους επικαλούμενους από τους εναγόμενους τίτλους ιδιοκτησίας. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, συνταχθείσας της υπ’ αριθ. ……/2001-2002-2003 Εισηγητικής Έκθεσης (αριθ. καταθ. ../31-1-2002 και …../20-3-2003 στο Αρχείο του Πρωτοδικείου Πειραιώς) με τις περιεχόμενες σ’ αυτήν μαρτυρικές καταθέσεις και μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, για την οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η σχετική από 28/5/2001 με αριθ. ……/2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού …….., η υπόθεση επαναφέρθηκε προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά δε την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, άσκησε πρόσθετη υπέρ των εναγομένων, παρέμβαση η ……………… και επ’ αυτών εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Με την ως άνω έφεσή του ο εκκαλών ζητεί, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η αγωγή του και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική του δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της. Ως τρίτος, δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ., νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιονδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 1171/2012 ΤΝΠ Nomos). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου ή της εκτελεστότητας ή της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του (βλ. Νίκα σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. I 2000, άρθρο 83, αριθ. 1, σελ. 193). Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 83 ΚΠολΔ, που ανήκουν στο ενδέκατο κεφάλαιο με τίτλο «συμμετοχή τρίτων στη δίκη» του πρώτου βιβλίου αυτού, συνάγεται ότι τόσο η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση όσο και η μη αυτοτελής ή απλή πρόσθετη παρέμβαση, ήτοι όταν στην πρώτη περίπτωση το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος στηρίζεται στο γεγονός ότι η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού, και στη δεύτερη περίπτωση όταν το έννομο συμφέρον στηρίζεται σε άλλο γεγονός (βλ. ΑΠ 1248/1998 ΕλΔ. 40.805), δεν εισάγουν νέα δίκη, αλλά αποτελούν θεσμούς συμμετοχής τρίτου στη δίκη, δεδομένου ότι και με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ο τρίτος συμμετέχει στη δίκη που είναι ήδη εκκρεμής, η δε παρέμβαση δεν έχει αυτοτέλεια έναντι της αρχικής (και μόνης) αίτησης παροχής δικαστικής προστασίας, αφού προϋποθέτει εκκρεμή δίκη και εξαρτάται από τη δίκη αυτή, που άνοιξε με την αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας ή αναβίωσε με το ένδικο μέσο που ασκήθηκε. Η πρόσθετη παρέμβαση (αυτοτελής ή απλή) δεν περιέχει ίδιο αίτημα του παρεμβαίνοντος προς διάγνωση, αφού ο παρεμβαίνων δεν ζητεί παροχή δικαστικής προστασίας για τον ίδιο με την υποβολή δικαιώματος προς διάγνωση (βλ. Νίκα, ό.π., άρθρο 80, αριθ. 1, σελ. 185), αλλά η ενέργειά της, σε σχέση με τη δίκη, εξαντλείται στη συμμετοχή του παρεμβαίνοντος (διαμορφωτική διαδικαστική πράξη) και συνεπώς, δεν απαιτείται στην απόφαση ή στο διατακτικό αυτής να περιλαμβάνεται διάταξη για την πρόσθετη παρέμβαση. Ο τρίτος, στην περίπτωση της πρόσθετης παρέμβασης, αντιδικεί μόνο με τον αντίδικό του υπερ ού και στο πλαίσιο της εκκρεμούς ήδη έννομης σχέσης δίκης, η οποία εξακολουθεί να έχει ως υποκείμενα τον υπέρ ού και τον αντίδικό του, υπό την έννοια ότι δεν δημιουργείται με την πρόσθετη παρέμβαση νέα έννομη σχέση δίκης (βλ. Κουτσούκο, Η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή 1999, παρ. 1.1, σελ. 29 – 30). Εν προκειμένω, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο από 10/9/2024 με αριθμό κατάθεσης ……………/2024 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας «……….» και τον διακριτικό τίτλο «……..» υπέρ των εφεσίβλητων. Επικαλούμενη, δε, άμεσο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης, κατέστη ειδική διάδοχος του ακινήτου -στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η επίδικη εδαφική έκταση- που είχε μεταβιβαστεί από τον εναγόμενο – υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση στην έτερη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία “………..” και περαιτέρω στην τρίτη εφεσίβλητη, …………….., από την οποία η ίδια (προσθέτως παρεμβαίνουσα) απέκτησε το ακίνητο λόγω πώλησης (άρθρο 225 παρ, 2 εδ. β’ ΚΠολΔ), δυνάμει του υπ’ αριθμ. …../29-9-2023 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών …………., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ύδρας στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ……, ζητεί να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση, για τους λόγους που αναφέρει στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, καθώς και να καταδικαστεί ο εκκαλών- καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση στα δικαστικά της έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η παρέμβαση, που φέρει τον χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 83 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτής που -κατά τη διάρκεια της δίκης- κατέστη ειδικός διάδοχος του επιδίκου, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1731/2011 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1191/2003 ΧρΙΔ 2004/36, Δ/ΝΗ 2005/427), αρμοδίως εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι έχει κοινοποιηθεί τόσο στον εκκαλούντα-καθ’ ου η παρέμβαση, όσο και στους εφεσίβλητους-υπερ ων η παρέμβαση (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .., …, .., …./1-10-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………….) και συνεκδικάζεται, κατά τα προαναφερόμενα ανωτέρω, με την έφεση (άρθρα 31 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει ότι τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου ή αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου, με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξης άλλης διαφορετικής κατάστασης. Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία (ΑΠ 985/2019, ΑΠ 954/2017, ΑΠ 157/2009, ΕΑ 666/2025 ΤΝΠ Nomos).
Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στην υπ’ αριθ. …../2001-2002-2003 (με αριθμούς δημοσίευσης …./2002 και …../2003) εισηγητική έκθεση ενώπιον των ορισθέντων Εισηγητών-Δικαστών, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι και τα οποία (έγγραφα) χρησιμεύουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι υπ’ αριθ. ……./29-10-1996, ………/29-10-1996, ……./25-10-1996 και ……./5-11-1996 ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ύδρας ……. με την επιμέλεια του ενάγοντος, στο πλαίσιο υποστήριξης ανακοπής του εκκαλούντος-ενάγοντος κατά του πρώτου εφεσίβλητου-εναγομένου ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, από την υπ’ αριθ. …………/2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού ………., που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την 28/5/2001 (με λοιπά σχετικά, σύμφωνα με τη σημείωση της Γραμματέα επί του σώματος της έκθεσης αυτής), η οποία εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 387 ΚΠολΔ), από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 § 1 περ.γ’ και 457 § 4 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρ. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 318,27 τ.μ., βρίσκεται στο νησί της Ύδρας, της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου και δη στην ανατολική πλευρά της πόλεως της Ύδρας, στην τοποθεσία «…..» και συνορεύει ανατολικά (σε μήκος 26,30 μ.) με ιδιοκτησία αρχικά του πρώτου εναγομένου, μετέπειτα της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας και ήδη της προσθέτως παρεμβαίνουσας, δυτικά με δημοτική κλιμακωτή οδό και συνεχόμενο δημοτικό δρόμο (συνολικού μήκους 28,60 μ.), βόρεια με δημοτική κλιμακωτή οδό (μήκους 8 μ.) και πέραν αυτής με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με δημοτική κλιμακωτή οδό (μήκους 15,80 μ.) και πέραν αυτής με ιδιοκτησία …….. Το εν λόγω ακίνητο είναι βραχώδες και επικλινές, με πολύ μεγάλη κλίση στον άξονα ανατολής – δύσης, σε ποσοστό 40%, καθώς εμφανίζει ανωφέρεια προς το ανατολικό όριό του, όπου εφάπτεται με λιθόχτιστο μανδρότοιχο, που βρίσκεται εντός οικοπέδου, το οποίο αρχικά ανήκε στον πρώτο εναγόμενο και ήδη, κατόπιν μεταβίβασής του το έτος 1997, στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία, η οποία το μεταβίβασε στην τρίτη εφεσίβλητη και αυτή στην προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία. Λόγω της μορφολογίας του (βραχώδες και ιδιαίτερα επικλινές) το επίδικο παρέμενε ακαλλιέργητο και αδιαμόρφωτο, ενώ δεν υφίστατο επ’ αυτού οποιαδήποτε πρόχειρη, έστω, περίφραξη, δηλωτική ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Το καλοκαίρι του έτους 1995 οι ιδιοκτήτες των ακινήτων γύρωθεν του επιδίκου. ………. και ……, απευθύνθηκαν στο Δήμο Ύδρας και ζήτησαν να τους επιτραπεί η μετατροπή αυτού (επιδίκου) σε πάρκο και χώρο πρασίνου με δικές τους δαπάνες, ώστε να καλλωπιστεί ο αδιαμόρφωτος και όμορος στις ιδιοκτησίες τους χώρος, ο δε ενάγων Δήμος ενστερνιζόμενος την υποδηλούμενη από τους ως άνω αιτούντες κατοίκους άποψη ότι η επίδικη έκταση ήταν δημοτική, έκανε δεκτό το σχετικό αίτημα. Κατόπιν τούτου, στις 21/8/1995 ο ενάγων τοποθέτησε στο επίδικο πινακίδες με την ένδειξη «Ιδιοκτησία Δήμου» και επ’ αυτού ξεκίνησαν εκσκαφές για την κατά τα άνω διαμόρφωσή του. Πληροφορηθείς τις παραπάνω ενέργειες ο πρώτος εναγόμενος διαμαρτυρήθηκε αμέσως, εγγράφως, προς την αρμόδια αστυνομική αρχή και προς τον ενάγοντα Δήμο για καταπάτηση της ιδιοκτησίας του, επικαλούμενος ότι η επίδικη έκταση είναι τμήμα του ακινήτου του, το οποίο είχε αποκτήσει κατά κυριότητα με συμβόλαια αγοραπωλησίας και ζήτησε την παύση των εργασιών εντός του επιδίκου. Λόγω της διαμαρτυρίας του πρώτου εναγομένου διακόπηκαν οι εργασίες στο επίδικο, πλην όμως, τον Φεβρουάριο του έτους 1996, ο ενάγων επανήλθε σ’ αυτό και με έξοδα των κατοίκων που επεδίωκαν τη διαμόρφωση, προς όφελος των παρακείμενων ιδιοκτησιών τους, ήτοι των … …, ……. και τρίτου προσώπου ονόματι …., προέβη στην πλήρη διαμόρφωσή του με τεχνικά μέσα, κατασκευάζοντας λίθινα τοιχία, κλίμακες και παρτέρια, στα οποία φύτευσε διάφορα καλλωπιστικά δέντρα και φυτά. Επ’ αφορμή αυτών, ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε σε βάρος του ενάγοντος Δήμου, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, την από 19/4/1996 αίτηση, με την οποία ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της αμφισβητούμενης διακατοχής του επιδίκου, όπως το σχετικό ειδικό ένδικο βοήθημα προβλεπόταν κατά τον χρόνο εκείνο. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 6/1996 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, με την οποία, αφού κρίθηκε -ως προδικαστικό ζήτημα ότι ο τότε αιτών και νυν πρώτος εφεσίβλητος-εναγόμενος, ……………., κατείχε νόμιμα το επίδικο, έγινε δεκτή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, απαγορεύθηκε στον καθ’ ου τότε Δήμο να ασκεί διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου και διατάχθηκε η εκ μέρους του (Δήμου) επαναφορά των πραγμάτων στην προϋφιστάμενη της προσβολής κατάσταση, με αφαίρεση των πινακίδων με την ένδειξη «Ιδιοκτησία Δήμου» και των δενδρυλλίων που είχαν φυτευτεί σ’ αυτό. Κατά της ως άνω απόφασης ο Δήμος άσκησε ανακοπή, η οποία απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ’ αριθ. 5/1996 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, η οποία (απόφαση), ως παρέχουσα προσωρινή δικαστική προστασία στο πλαίσιο ασφαλιστικών μέτρων περί ρύθμισης κατάστασης, δεν δημιουργεί δεδικασμένο ως προς το ως άνω προδικαστικό ζήτημα για την παρούσα κύρια δίκη. Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αγωγή του, επικαλούμενος την κυριότητά του επί της εδαφικής έκτασης των 318,27 τ.μ, και την προσβολή του δικαιώματος του από τους εναγόμενους, συνιστάμενη, μεταξύ άλλων, στην κατά τα ανωτέρω αμφισβήτηση της κυριότητας του από τον πρώτο εναγόμενο και στη μεταβίβαση του επιδίκου, ως τμήμα μείζονος εκτάσεως, από τον πρώτο στη δεύτερη των εναγόμενων, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………../24-10-1997; μεταγεγραμμένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση, από το έτος 1821, αποτέλεσε χώρο κοινόχρηστο στη διάθεση και χρήση των δημοτών του ενάγοντος με απόφαση των Προκρίτων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων Δήμος. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας απόφασης, καθώς, πέραν της μη προσκομιδής της, για την οποία, άλλωστε, ο ενάγων επικαλείται φυσική αδυναμία λόγω ανωτέρας βίας, κανένα άλλο σχετικό έγγραφο δεν εισφέρθηκε και κανένας από τους μάρτυρες, που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντας, δεν έκανε μνεία σε λήψη τέτοιας απόφασης. Όσον αφορά συγκεκριμένα τον μάρτυρα απόδειξης ………….., στην κατάθεσή του ενώπιον της Εισηγήτριας – Δικαστή δήλωσε ρητά άτι δεν γνωρίζει εάν υπάρχουν έγγραφα σχετικά με το ότι το επίδικο είναι δημοτικός χώρος, αναφέροντας απλώς ότι από διηγήσεις τρίτων έμαθε ότι ο χώρος όπου φυλασσόταν το αρχείο που περιείχε έγγραφα του έτους 1821 είχε καταστραφεί από πυρκαγιά, τονίζοντας ότι αγνοεί, σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών (βλ. σελ. 5 στιχ. 1-8 της Α.Μ. …../22-5-2001 Εισηγητικής Έκθεσης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς). Έτσι, με την κατάθεσή του ο εν λόγω μάρτυρας αρνήθηκε να επιβεβαιώσει τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό. Περαιτέρω, αναπόδεικτος παρέμεινε και ο αγωγικός ισχυρισμός περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επιδίκου και ειδικότερα ότι αυτό αποτελούσε τόπο αναψυχής και χώρο ελεύθερης κυκλοφορίας και διέλευσης των δημοτών του ενάγοντος επί τόσο χρόνο, ώστε να στοιχειοθετείται η προ αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (80 έτη συμπληρωμένα μέχρι την 23/2/1946). Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι μόλις το έτος 1996 έγινε η διαμόρφωση του επίδικου τμήματος από τους κατοίκους και τότε μόνο έγινε εφικτή η χρήση του ως τόπου αναψυχής και κυκλοφορίας των δημοτών. Σε προγενέστερο χρόνο, δηλαδή προ του 1996, λόγω της μορφολογίας του εδάφους του (βραχώδες και ιδιαίτερα επικλινές), δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιείται για τη διέλευση των πολιτών, είτε πεζή, είτε με ζώα. Εξαιτίας δε της μορφολογίας αυτής υπήρχε μόνο αυτοφυής βλάστηση, που φύεται στις χέρσες – βραχώδεις εκτάσεις, ενώ ήταν αδύνατη η επέμβαση του ανθρώπου χωρίς τεχνητά μέσα. Προκειμένου να στοιχειοθετήσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, ο ενάγων επιχειρεί να αποδείξει ότι ανέκαθεν οι δημότες απευθύνονταν στον ίδιο για ζητήματα που αφορούσαν την επίδικη εδαφική έκταση και συγκεκριμένα αποπειράται να αποδείξει: α) την ενέργεια δημότη για κατοχύρωση του επιδίκου ως δημοτικού το έτος 1995 και β) την εκ μέρους του άτυπη δωρεάν παραχώρηση τμήματος του επιδίκου σε δημότη για την κατασκευή υδατοδεξαμενής προς εξυπηρέτηση του ακινήτου του το έτος 1970. Σημειώνεται ότι αμφότερες οι περιπτώσεις αφορούν το ίδιο πρόσωπο ως δημότη, τον ………….., ο οποίος στην υπ’αριθ. …………/29-10-1996 ένορκη βεβαίωση, καταθέτει ότι με αφορμή αίτησή του για την κατοχύρωση του επιδίκου ως δημοτικού και κατόπιν αυτοψίας του Δήμου, που διενεργήθηκε στις 12/5/1995, ο ενάγων του χορήγησε έγγραφο περί του ότι το επίδικο είναι δημοτικός χώρος. Όμως, το οικείο έγγραφο δεν προσκομίζεται, ούτε εξηγείται ποια ανάγκη εξυπηρετούσε η υποβολή, έστω και προφορικής, αίτησης, ούτε προσδιορίζεται το έννομο συμφέρον του μάρτυρα για την κατοχύρωση του επιδίκου ως δημοτικού χώρου. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν προσκομιζόταν έγγραφο του ενάγοντος, όπου το επίδικο χαρακτηριζόταν δημοτικό, θα απεικόνιζε την κατάσταση κατά το χρόνο εκείνο (έτος 1995) και όχι την εν προκειμένω αποδεικτέα χρονική περίοδο, εκτεινόμενη σε 80 έτη προ της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα (23/2/1946). Επίσης, ο ανωτέρω μάρτυρας (…………..) κατέθεσε ότι το έτος 1970 κατόπιν σχετικής αίτησής του, ο τότε Δήμαρχος Ύδρας του παραχώρησε ατύπως ένα μικρό τμήμα του επιδίκου για την τοποθέτηση υδατοδεξαμενής (στέρνας), ώστε να υδροδοτείται η οικία του, για την ύπαρξη της οποίας δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ κανείς. Όμως, το νομικό πλαίσιο το έτος 1970 για την παραχώρηση χρήσης δημοτικής έκτασης σε ιδιώτη προβλεπόταν στο Β.Δ. 24.9/20.10.1958, το οποίο ρύθμιζε την παραχώρηση χρήσης κοινόχρηστων χώρων από δήμους/κοινότητες {και στον Αγροτικό Κώδικα (Β.Δ. 29.10/6.12.1949) για εκτάσεις αγροτικού χαρακτήρα} και ειδικότερα, η παραχώρηση απλής χρήσης δημοτικής έκτασης σε ιδιώτη το 1970 επιτρεπόταν μόνο κατόπιν απόφασης του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, χωρίς μεταβίβαση κυριότητας και υπό τον όρο της εξυπηρέτησης δημοσίου ή τοπικού συμφέροντος. Συνεπώς, η εκ μέρους του Δήμου δωρεάν παραχώρηση δημοτικής έκτασης απαιτείτο να γίνεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και έκδοση σχετικής πράξης παραχώρησης και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπει το ανωτέρω β.δ., ο δε ενάγων ουδέν σχετικό έγγραφο προσκομίζει, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα η επικαλούμενη παραχώρηση, με ποιους όρους κλπ. Μάλιστα, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η εν λόγω παραχώρηση έλαβε χώρα, λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τον ανωτέρω μάρτυρα, αυτή εξακολούθησε να είναι ενεργή, τουλάχιστον μέχρι και τον χρόνο που ελήφθη η κατάθεσή του ενώπιον του Εισηγητή – Δικαστή το έτος 2001, είναι βέβαιο ότι σε μεταγενέστερο, έστω, χρόνο ο ενάγων Δήμος θα μεριμνούσε για την τήρηση της νόμιμης διοικητικής διαδικασίας με τη λήψη της απαραίτητης απόφασης και την έκδοση της σχετικής πράξης από τα αρμόδια όργανά του, εφόσον είχε τη δυνατότητα από τις ανωτέρω διατάξεις να προβεί στη σχετική παραχώρηση, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω. Όμως, εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι μετά το ανωτέρω β.δ. ακολούθησε η ρύθμιση του άρθρου 217 του π.δ/τος 76/1985 (άρθρο 230 του ν. π.δ/τος 323/1989, που κωδικοποίησε το π.δ. 76/1985), με τίτλο «Δωρεάν παραχώρηση της χρήσεως δημοτικών και κοινοτικών ακινήτων», με αυστηρότερους όρους και προϋποθέσεις, καθώς σύμφωνα με αυτήν «1. Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου επιτρέπεται να παραχωρείται δωρεάν η χρήση δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων στο δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, για την αντιμετώπιση έκτακτης και επείγουσας ανάγκης. Η παραχώρηση ανακαλείται με όμοια απόφαση, εφόσον οι λόγοι που την είχαν υπαγορεύσει έχουν εκλείψει. 2. Επίσης, με την ίδια διαδικασία, επιτρέπεται να παραχωρείται δωρεάν η χρήση ακινήτων σε άλλα νομικά πρόσωπα, που ασκούν αποκλειστικά και μόνον δραστηριότητα που είναι κοινωφελής ή προάγει τα τοπικά συμφέροντα». Επιπλέον, η νήσος Ύδρα έχει χαρακτηριστεί ως τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και χρήζων ειδικής κρατικής προστασίας (ΥΑ Α/Φ31/1518/650/10-3-1975, ΦΕΚ 334/Β/22-3-1975), με συνέπεια η απαρέγκλιτη τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας δωρεάν παραχώρησης να παρίσταται ακόμη πιο επιβεβλημένη. Έτσι, εάν υπήρχε τέτοια απόφαση και πράξη, είναι βέβαιο ότι ο ενάγων θα τις προσκόμιζε, ωστόσο δεν το πράττει. Πέραν τούτων, η έλλειψη οποιασδήποτε διαμαρτυρίας προς τον εν λόγω μάρτυρα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου τινός ότι το επίδικο ανήκει στον ενάγοντα Δήμο. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός περί διενέργειας εκ μέρους του ενάγοντος πράξεων νομής, συνιστάμενων στην ύπαρξη, ανέκαθεν, πριν από το έτος 1946 και ειδικότερα επί τουλάχιστον 30 έτη προ της 23/2/1946 ή τουλάχιστον επί 20 έτη από την 23/2/1946, όπως διέταξε η ανωτέρω προδικαστική απόφαση, πινακίδων με την ένδειξη «Δημοτικός Χώρος» και Ιδιοκτησία Δήμου» επί του επιδίκου και στον καθαρισμό και τη δενδροφύτευσή του. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι τέτοια πινακίδα τοποθετήθηκε για πρώτη φορά το έτος 1995, κατά τα προεκτέθεντα, όταν οι ιδιοκτήτες των ακινήτων με πρόσωπο στο επίδικο ζήτησαν τη διαμόρφωσή του με δικές τους δαπάνες. Όπως, δε, κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας ……………., που ήταν ένας εκ των κατοίκων που αιτήθηκαν τη διαμόρφωση του επιδίκου, ο ίδιος ήταν που μόλις το έτος 1995, μιλώντας στον Δήμο, χαρακτήρισε το επίδικο ως δημοτικό χώρο. Εξ αυτού συνάγεται ότι μέχρι τον χρόνο εκείνο (1995) ο ενάγων Δήμος δεν αναγνώριζε το επίδικο ως ιδιοκτησία του, αλλά μετά την προρρηθείσα πρωτοβουλία των κατοίκων που ζήτησαν να προβούν στη διαμόρφωσή του και πρώτοι του απέδωσαν τον σχετικό χαρακτηρισμό, δεν αρνήθηκε τη διαμόρφωσή του. Όσον αφορά τον καθαρισμό και τη δενδροφύτευση του επιδίκου από τον ενάγοντα, οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με πρωτοβουλία του είναι αντιφατικές. Συγκεκριμένα, ο …………. στη μεν ενώπιον της Εισηγήτριας – Δικαστή ένορκη κατάθεση του ανέφερε ότι ο ίδιος προέβαινε σε καθαρισμό του κατ’ εντολή του εκάστοτε Δημάρχου, στη δε υπ’ αριθμ. …………../1996 προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση καταθέτει ότι τόσο ο ίδιος, όσο και ο ενάγων Δήμος το καθάριζαν και το καθαρίζουν. Παρά ταύτα, σε άλλο σημείο της ένορκης βεβαίωσής του, προσθέτει ότι τα τελευταία χρόνια οι κάτοικοι της γύρω περιοχής ζήτησαν άδεια από τον Δήμο να τους επιτρέψει να αναλάβουν την καθαριότητα του επιδίκου, ενέργεια που εμφανίζεται εντελώς περιττή, εφόσον αυτό ήδη καθαριζόταν με επιμέλεια του ίδιου ή του Δήμου, σύμφωνα με όσα ανέφερε σε άλλα σημεία των καταθέσεών του. Οι δε μάρτυρες …… και ……….. δεν ανέφεραν οποιαδήποτε ανάμειξη του ως άνω μάρτυρα …….. στον καθαρισμό του επιδίκου, αλλά κατέθεσαν ότι αυτό καθαριζόταν από εργάτες καθαριότητας του Δήμου και μάλιστα αορίστως, χωρίς κανένα χρονικό προσδιορισμό, που να τείνει υπέρ της θεμελίωσης του θεσμού της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας. Αντιθέτως, ο μάρτυρας των εναγόμενων ……., κατέθεσε ότι ο ίδιος καθάριζε το ακίνητο κατ’ εντολήν της οικογένειας …………., δικαιοπαρόχων του πρώτου εφεσίβλητου-εναγόμενου, σύμφωνα με τον επικαλούμενο από τον εν λόγω διάδικο τίτλο κτήσης του, που περιλαμβάνει και το επίδικο ως τμήμα μείζονος ακινήτου. Με βάση τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκαν οι θεμελιωτικοί του δικαιώματος κυριότητας του Δήμου αγωγικοί ισχυρισμοί και άρα το ίδιο το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την προσκομιζόμενη με ημερομηνία 22/5/1996 επιστολή του ιδιώτη αρχιτέκτονα μηχανικού, τεχνικού συμβούλου του ενάγοντος Δήμου και τούτο διότι οι αναφερόμενοι σε αυτήν Πίνακες του Κτηματολογίου Ύδρας, όπου, κατά δήλωση του εκδότη της επιστολής, εμφανίζεται το επίδικο ως δημοτική ιδιοκτησία, έχουν συνταχθεί από ιδιώτη «γραφείο ………..», κατά τα αναφερόμενα στην επιστολή και όχι από κάποιο επίσημο αρμόδιο φορέα, ο οποίος θα παρείχε εγγύηση της αποτυπωμένης στους εν λόγω πίνακες νομικής πληροφορίας περί των δικαιωμάτων επί ακινήτων, ενώ, σε κάθε περίπτωση, οι πίνακες αυτοί δεν αποτελούν τίτλο ιδιοκτησίας του ενάγοντος.
Ακολούθως, επί διεκδικητικής αγωγής πρέπει, κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 338 ΚΠολΔ, ο ενάγων να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό (ακίνητο). Αν η αγωγή απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής, που επιδίωξε ο εναγόμενος με την ένστασή του, έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν. Τούτο δε, διότι, στην περίπτωση αυτή, που η αγωγή απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν ενδιαφέρει η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, η οποία είναι χρήσιμη και ερευνάται μόνο όταν ο ενάγων αποδείξει την κυριότητα, στην οποία θεμελιώνει την αγωγή του, όταν δηλαδή το δικαστήριο οδηγηθεί στην αποδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης (ΑΠ 1286/2022 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 401/2019 ΝοΒ 2020.1286, ΑΠ 1383/2014 ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω, στον ΚΠολΔ κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ`άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν «ελεύθερα». Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 368 370,372,376,377, 379, …,383, 387 και 388 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ` άρθρ. 386 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτήν. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις δεν απορρέει υποχρέωση του πραγματογνώμονα να καλέσει τους διαδίκους να του προσκομίσουν στοιχεία. Από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης. Σε περίπτωση δε που οι πραγματογνώμονες είτε δεν ακολούθησαν τις οδηγίες, είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα συνέταξαν την έκθεσή τους, δεν δημιουργείται ακυρότητα, ακόμη κι αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, διότι, κατά τα ως άνω, αφενός μεν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αφετέρου, αν κρίνει σκόπιμο μπορεί να διατάξει είτε με αίτηση των διαδίκων είτε αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1289/2022 ΤΝΠ Nomos, 306/2018, ΑΠ 187/2018, ΑΠ 624/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω δικανική κρίση δεν αναιρείται από την διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη δυνάμει της υπ’ αριθ. 7163/2000 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθ. 71/2001 έκθεση, εκτιμώμενη ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρο 387 ΚΠολΔ), καθώς αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης αυτής ήταν εάν το επίδικο περιλαμβάνεται ή όχι στους επικαλούμενους από τους εναγομένους τίτλους ιδιοκτησίας, γι’ αυτό και θα αξιολογούνταν, ήτοι στο πλαίσιο της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης ιδίας κυριότητας που προέβαλαν αυτοί, η οποία (εξέταση) όμως καθίσταται περιττή εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Παρά ταύτα πρέπει να επισημανθεί ότι ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη της σχετικής γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα, σύμφωνα με την οποία η επίδικη εδαφική έκταση δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου και πέραν του ότι αυτή περιέχει αναιτιολόγητα πορίσματα (όπως ότι, κατά μαρτυρίες δημοτών, πέραν του προαναφερόμενου μανδρότοιχου υπήρχε δημοτικός δρόμος, ο οποίος περιελάμβανε όλο το επίδικο τμήμα, η χρήση του οποίου ήταν για τη διέλευση πεζών, κάτι που ουδείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων κατέθεσε, κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, ακόμη και αυτών που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος), η εκφερόμενη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης κρίση ότι το επίδικο αποτελεί ιδιοκτησία του ενάγοντος, δεν αποτέλεσε ερώτημα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που την διέταξε (καθώς η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη διατάχθηκε για την απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι, βλ. σελ. 8-9 της υπ’ αριθμ. 7163/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), συνιστά δε κρίση νομική, που εκφεύγει των ορίων του αντικειμένου και του σκοπού του προκείμενου αποδεικτικού μέσου (ο οποίος έγκειται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 368 και 369 ΚΠολΔ στην παροχή βοήθειας στο δικαστήριο για ζητήματα που έθεσε και για τα οποία απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης) και αποτελεί αποκλειστικά αντικείμενο του δικαιοδοτικού έργου του Δικαστηρίου. Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα, ο ενάγων δεν απέδειξε, ως όφειλε, το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου, μη ανταποκρινόμενος στο σχετικό βάρος απόδειξης που φέρει ο ίδιος, καθώς δεν απέδειξε ότι η επίδικη εδαφική έκταση κατέστη κοινόχρηστη με τον θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, ήτοι με χρήση του επιδίκου από τους δημότες αυτού επί συνολικό χρονικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών, συμπληρωμένο οπωσδήποτε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ στις 23/2/1946, ώστε η ζώσα γενεά να γνώρισε τη διαμορφωθείσα κατάσταση ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης, ούτε απέδειξε ότι το επίδικο ακίνητο επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια προ της 23/2/1946 ή τουλάχιστουν επί 20 έτη από της 23/2/1946 και μέχρι το 1996 αποτελούσε κοινόχρηστο χώρο, σύμφωνα με όσα διέταξε η υπ’ αριθμ. 7163/2000 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ δεν απέδειξε ούτε τις επικαλούμενες διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα. Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου, παρέλκει ή εξέταση της ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας. Επιπλέον, μη αποδεικνυομένης της κυριότητας του ενάγοντος, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον του προς αναγνώριση της ακυρότητας του συμβολαίου που συνήφθη μεταξύ των εναγομένων, με το οποίο μεταβιβάστηκε το επίδικο ως τμήμα μείζονος ακινήτου, καθόσον δεν συντρέχει κίνδυνος για τα συμφέροντά του, την αποτροπή του οποίου εξασφαλίζει η παραδοχή της αιτούμενης αναγνώρισης της ακυρότητας της εν λόγω σύμβασης.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως για όλα τα ανωτέρω ζητήματα, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι λόγοι της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, σύμφωνα και με τα όσα διαλαμβάνονται ανωτέρω. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί, καθώς η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 15/9/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……………/2023) έφεση και την από 10/9/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2024) πρόσθετη παρέμβαση.
Δέχεται τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 5 Φεβρουαρίου 2026 και δημοσιεύθηκε στις 18.2.2026 σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ