ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 118 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Του εκκαλούντος-αιτούντος: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σοφία Καγκέλη (ΑΜ/ΔΣΑ …….) και Κωνσταντίνο Παπασπύρου (ΑΜ/ΔΣΑ ………..).
Του εφεσίβλητου-καθ’ου η αίτηση: ………., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Χαρβαλάκου (ΑΜ/ΔΣΠ ……..), μέλος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «Ιωάννης Γλύκας – Αθηνά Χαρβαλάκου & Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΠ …….).
Ο ενάγων- ήδη εφεσίβλητος-καθ’ου η αίτηση άσκησε κατά του εναγόμενου-ήδη εκκαλούντος-αιτούντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 21-02-2022 (αρ.εκθ.καταθ………/06-05-2022) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1122/2023 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (τακτική διαδικασία), ερήμην του εναγόμενου, που την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εναγόμενος-ήδη εκκαλών με την από 08-03-2024 (αρ.εκθ.καταθ. …………/ 11-03-2024) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η 09η-01-2025, κατόπιν αναβολής η 18η-09-2025 και κατόπιν εκ νέου αναβολής η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Στη συνέχεια ο εκκαλών άσκησε το από 15-09-2025 (αρ.εκθ.καταθ. ……../16-09-2025) δικόγραφο πρόσθετου λόγου έφεσης με τη σωρευόμενη σ’αυτό αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, του οποίου δικάσιμος ορίσθηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκαν και ζήτησαν όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το ανωτέρω περιεχόμενο επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το Ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η «τυπική» παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 του Κ.Πολ.Δ, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσης αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας (A.Π. 1478/2019, Α.Π. 579/2018, ΑΠ 639/2015, ΑΠ 2150/2014, Α.Π. 546/2014, ΑΠ 280/2012 ΝοΒ 2013.13, ΑΠ 829/2008, ΑΠ 866/2008, ΑΠ 1906/2008, ΑΠ 884/2007, ΑΠ 446/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο, που μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 579/2018, AΠ. 495/2017, Εφ.Πατρ. 33/2020, Εφ.Θεσ. 637/2020, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 152 του KΠολΔ «1. Αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. 2. Πταίσμα του δικαστικού πληρεξουσίου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του αιτούντος διαδίκου δεν αποτελεί λόγο για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. 3. Η αίτηση για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δεν μπορεί να στηριχθεί σε περιστατικά τα οποία ο δικαστής, όταν εξέταζε την αίτηση για παράταση της προθεσμίας ή για αναβολή, είχε κρίνει ανεπαρκή για τη χορήγηση της παράτασης ή της αναβολής» ενώ, κατά την επομένη διάταξη του άρθρου 153 του ίδιου Κώδικα, «Η επαναφορά πρέπει να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου». Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 154 του KΠολΔ, «Η επαναφορά ζητείται από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη ή, εάν υπάρχει εκκρεμοδικία, ζητείται από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για το αν ασκήθηκε εμπρόθεσμα η πράξη για την ενέργεια της οποίας είχε ταχθεί η προθεσμία», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 155 του KΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 7 Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται από 1-1-2022 και επί εκκρεμών υποθέσεων, κατά τα ρητώς οριζόμενα από τις μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 116 παρ. 1 περ. β ` και 120 του αυτού ως άνω Νόμου, «1. Η αίτηση για την επαναφορά ασκείται με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο. Όταν στις περιπτώσεις των άρθρων 237 και 238 υποβάλλεται με τις προτάσεις και αίτημα επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση, αυτές κατατίθενται στη γραμματεία του δικαστηρίου, εφόσον ο διάδικος έχει ενημερώσει προηγουμένως τον αντίδικό του περί της ενέργειάς του αυτής, με την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη δηλωθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση, η αποτύπωση του οποίου προσκομίζεται στον σχετικό φάκελο. Στην περίπτωση αυτή η αντίκρουση από τον αντίδικο γίνεται σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση των εκπρόθεσμων προτάσεων. 2. Η αίτηση της παρ. 1 πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η προθεσμία, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα για την εξακρίβωση της αλήθειας τους και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί και εφόσον για την άσκηση της πράξης χρειάζεται ιδιαίτερος τύπος, πρέπει να αναφέρεται και ότι τηρήθηκε ο τύπος». Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 158 του ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο οποίος συνίσταται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αυτής αν για οποιοδήποτε λόγο (ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος) απωλέστηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 του ίδιου Κώδικα προθεσμία των 30 ημερών για την άσκησή της. Συνακόλουθα, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή με την εκτεθείσα έννοια, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ 1087/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι η ενώπιον του Εφετείου αίτηση επαναφοράς υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του συνιστώντος την ανώτερα βία εμποδίου ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου (ΑΠ 854/2018, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 2139/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πρέπει δε να αναφέρει τους λόγους, για τους οποίους δεν ήταν δυνατή η τήρηση της προθεσμίας, το χρόνο της άρσης του εμποδίου, το οποίο συνιστούσε την ανωτέρα βία ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου και τα προς απόδειξή τους αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 1087/2025, ΑΠ 1075/2015, ΑΠ 204/2014, ΑΠ 626/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη, κατά το άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠολΔ, έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σε αυτήν με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 183/2025, ΑΠ 107/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 1216/2012), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη. Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης (ΑΠ 766/2025, ΑΠ 978/2024, ΑΠ 1012/2023, ΑΠ 367/2022,ΑΠ 932/2020, ΑΠ 350/2017, ΑΠ 443/2015). Η συζήτηση της αιτήσεως επαναφοράς γίνεται μαζί με τη συζήτηση περί του παραδεκτού της έφεσης. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, κρίνεται παραδεκτή η έφεση, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 766/2025, ΑΠ 824/2018, ΑΠ 2021/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως (άρθρα 498 και 19 του ΚΠολΔ) φέρονται προς συζήτηση η από 08-03-2024 (αρ.εκθ.καταθ…………/11-03-2024) έφεση και το από 15-09-2025 (αρ.εκθ.καταθ. ……./16-09-2025) δικόγραφο πρόσθετου λόγου έφεσης με τη σωρευόμενη σ’αυτό αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατά της 1122/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε με την τακτική διαδικασία, ερήμην του εναγόμενου, την από 21-02-2022 (αρ.εκθ.καταθ…………/ 06-05-2022) αγωγή του ενάγοντος-ήδη εφεσίβλητου-καθ’ου η αίτηση, που πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 παρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ). Ακολούθως, η ένδικη έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ. 1α΄ σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εναγόμενο-εκκαλούντα-αιτούντα στις 11-07-2023, όπως προκύπτει από την υπ’αριθμόν …./11-07-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………., ενώ η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 11-03-2024. Σημειωτέον ότι ο εκκαλών κατέθεσε για το παραδεκτό της έφεσης το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ………., ποσού 100 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ.β΄ του ΚΠολΔ. Ακολούθως, στο από 15-09-2025 (αρ.εκθ.καταθ. ………./16-09-2025) δικόγραφο που τιτλοφορείται «Πρόσθετοι λόγοι έφεσης-αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση», ο εκκαλών-αιτών ισχυρίζεται ότι στις 10-02-2024 ο αδελφός του, ………….., τον ενημέρωσε ότι στο σημείο της αλληλογραφίας της πολυκατοικίας στην οποία διαμένει, επί της οδού …………. στην Νίκαια Αττικής, βρήκε ένα φάκελο στον οποίο εσωκλείετο το α΄ εκτελεστό απόγραφο της 1122/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που αφορούσε αγωγή που είχε ασκήσει εναντίον του ο εφεσίβλητος-καθ’ου η αίτηση και σε ερώτησή του αν του είχε κοινοποιηθεί η εν λόγω αγωγή ή η δικαστική απόφαση, αυτός απάντησε αρνητικά. Ότι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την ημέρα της κοινοποίησης του απογράφου, ημέρα δηλαδή που έλαβε γνώση επί του απογράφου της απόφασης, αυτός άσκησε την ένδικη έφεση. Ότι στις 12-09-2025 ο πληρεξούσιος δικηγόρος του έλαβε από το Πρωτοδικείο Πειραιά επικυρωμένα αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων από το φάκελο της υπόθεσης, πράγμα που είχε επιχειρήσει και στις 26-02-2024 πλην όμως δεν κατέστη εφικτό λόγω του γεγονότος ότι οι φάκελοι βρίσκονταν στο μεταβατικό στάδιο της μεταφοράς τους στο γενικό αρχείο επί της …… αρ….. και η δυνατότητα πρόσβασης στο κοινό θα καθυστερούσε, όπως τον ενημέρωσαν. Ότι μέσα στο φάκελο βρήκε τις υπ’αριθμόν ……../10-05-2022 και ………./11-07-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………….., από τις οποίες προέκυψε ότι η επίδοση της ένδικης αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε με συστημένη επιστολή στην προαναφερόμενη διεύθυνση που κατοικεί ο αδελφός του, κατόπιν άτυπης παραχώρησης του ποσοστού του σ’εκείνον ήδη από το έτος 2013. Ότι οι επιδόσεις αυτές είναι άκυρες, καθώς κοινοποιήθηκαν σε άλλη διεύθυνση από εκείνη της οικίας του και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα, ήτοι ανυπόστατη. Ότι κατόπιν διαπίστωσης στις 12-09-2025 της ύπαρξης των επιδόσεων, καθίσταται σαφές ότι ο εφεσίβλητος δολίως κοινοποιούσε κατ’εξακολούθηση τα δικαστικά αυτά έγγραφα σε διεύθυνση στην οποία γνώριζε πολύ καλά ότι δεν είναι η οικία του, είχε δε σκοπό να απωλέσει το δικαίωμα υπεράσπισής του και την πρόκληση εις βάρος του βλάβης, αντιθέτως όλως τυχαίως έλαβε γνώση για πρώτη φορά του α΄εκτελεστού απογράφου της 1122/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά από τον αδελφό του στις 10-02-2024, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Ότι ήδη από το έτος 2007, στο ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψαν αυτός και ο αδελφός του με τον εφεσίβλητο, αναγραφόταν η διεύθυνση εκάστου εξ αυτών, η τότε δική του διεύθυνση ήταν η οδός ………… Ότι δεδομένης της μεταξύ τους γνωριμίας και συμβατικής σχέσης επί σειρά ετών ο εφεσίβλητος είχε στην κατοχή του έγγραφα, σε κανένα από τα οποία δεν αναγραφόταν ως διεύθυνσή του η διεύθυνση που κοινοποίησε τα ανωτέρω έγγραφα. Ότι στην από 24-02-2014 αγωγή απόδοσης μισθίου που άσκησε με τον αδελφό του, αναγραφόταν η τότε διεύθυνσή του, ήτοι η οδός …………, ενώ ως διεύθυνση του αδελφού του αναγραφόταν η οδός …….. στην Νίκαια Αττικής, συνεπώς ο εφεσίβλητος γνώριζε ήδη από τότε ότι στην ανωτέρω διεύθυνση διέμενε ο αδελφός του, ενώ από το έτος 2020 μετακόμισε από την οδό ………. στην οδό ………, ήτοι ο εφεσίβλητος ακόμη και αν δεν ήξερε την τελευταία του κατοικία, εντούτοις δεν κοινοποίησε τα ανωτέρω έγγραφα στην οδό ……………, αλλά στη διεύθυνση που διέμενε ο αδελφός του, ώστε δεν μπόρεσε να λάβει γνώση επ’αυτών λόγω γεγονότος που συνιστά ανωτέρα βία, καθώς η άγνοιά του δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και σύνεσης, εφόσον δεν έμενε εκεί. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ήτοι στην κατάσταση προ της επιδόσεως της 1122/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ώστε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η κατάθεση της έφεσής του, ισχυριζόμενος ότι η αίτησή του είναι εμπρόθεσμη, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την ημέρα που έλαβε γνώση για τις επιδόσεις, ήτοι την 12η -09-2025 και συνειδητοποίησε το δόλο του εφεσίβλητου. Η ένδικη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι απαράδεκτη και εντεύθεν απορριπτέα, τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα ελέχθησαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, ο αιτών-εκκαλών αφενός δεν αναφέρει προαποδεικτικά κανένα αποδεικτικό μέσο από τα οποία να αποδεικνύεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η πραγματική διεύθυνση κατοικίας του ήταν στην οδό ………….. και ότι ο καθ’ου η αίτηση -εφεσίβλητος γνώριζε την ανωτέρω διεύθυνση κατοικίας του, αντίθετα παραπονείται για το λόγο ότι ο εφεσίβλητος δεν κοινοποίησε την ένδικη αγωγή και την εκκαλουμένη απόφαση στην προηγούμενη διεύθυνσή του επί της οδού ……………….., από την οποία κατά τους ισχυρισμούς του είχε μετοικήσει ήδη από το έτος 2020, επιπρόσθετα η ένδικη αίτηση είναι απαράδεκτη διότι είναι εκπρόθεσμη, καθώς ήδη από τις 10-02-2024, κατά τους ισχυρισμούς του είχε λάβει γνώση του α΄εκτελεστού απογράφου της εκκαλουμένης απόφασης και έσπευσε να ασκήσει την ένδικη έφεση, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 11-03-2024, με την οποία όμως δεν άσκησε και την προαναφερθείσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, λόγω δόλου του αντιδίκου του ή λόγω ανωτέρας βίας, στην προτέρα κατάσταση και δεν μπορεί να επικαλείται και γι’ αυτήν δόλο του αντιδίκου του και λόγο ανώτερης βίας, τη στιγμή που ήδη από τις 11-03-2024, ήτοι 1 ½ έτος πριν την άσκηση της αίτησης επαναφοράς άσκησε την ένδικη έφεση. Εξάλλου, ο αιτών-εκκαλών δεν εξηγεί γιατί άφησε να παρέλθει χρονικό διάστημα [19] και πλέον μηνών, από τις 10-02-2024 οπότε και έλαβε γνώση κατά τους ισχυρισμούς του του α΄εκτελεστού απογράφου της εκκαλουμένης απόφασης μέχρι τις 12-09-2025 οπότε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναζήτησε και έλαβε επικυρωμένα αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων από το φάκελο της 1122/2023 εκκαλουμένης αποφάσεως, και εν συνεχεία άσκησε την ένδικη αίτηση επαναφοράς με την κατάθεσή της στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου και την επίδοσή της στον αντίδικό του στις 16-09-2025, ούτε η επικαλούμενη προφορική ενημέρωση του πληρεξούσιου δικηγόρου στις 26-02-2024 ότι θα καθυστερούσε η δυνατότητα πρόσβασης στο κοινό λόγω της μεταφοράς των φακέλων στο γενικό αρχείο επί της οδού ……….., χωρίς οποιαδήποτε αναφερόμενη έγγραφη απόδειξη, δικαιολογούν την πολύμηνη αυτή αργοπορία, ώστε να δεχθεί το Δικαστήριο ότι όση προσπάθεια και να κατέβαλε ο εκκαλών, ήταν αδύνατο να ασκήσει εμπρόθεσμα την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Σημειωτέον ότι ο εκκαλών στον πρώτο λόγο εφέσεως και το μοναδικό πρόσθετο λόγο επικαλείται τη μη νόμιμη κλήτευσή του από τον εφεσίβλητο κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, ένεκα της οποίας ερημοδικάσθηκε, πλην όμως ο λόγος αυτός εφέσεως και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος εφέσεως είναι απαράδεκτος διότι η επίκληση ως λόγου εφέσεως της μη νόμιμης κλήτευσης του ερημοδικασθέντος διαδίκου μπορεί να δικαιολογήσει μόνο την άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας (βλ. ΕφΘεσ 408/2016 Αρμ2019.834, ΕφΔωδ189/2004, ΕφΑθ358/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Σ.Σαμουήλ, Η ΕΦΕΣΗ κατά τον ΚΠολΔ, Αθήνα 2009, παρ.228β, σελ.104), την οποία ωστόσο ο εκκαλών παρέλειψε να ασκήσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Κατ’ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση επαναφοράς και η έφεση με τον πρόσθετο λόγο εφέσεως, ως απαράδεκτες. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του e παράβολου του Δημοσίου, με αριθμό ………….., που κατατέθηκε από τους εκκαλούντα για την άσκηση της ένδικης έφεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ημιπ. α’, 184 εδ. α’, και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 8-03-2024 (αρ.εκθ.καταθ………../ 11-03-2024) έφεση και το από 15-09-2025 (αρ.εκθ.καταθ. ………../16-09-2025) δικόγραφο πρόσθετου λόγου έφεσης με τη σωρευόμενη σ’αυτό αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την έφεση με τον πρόσθετο λόγο αυτής και την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ως απαράδεκτες.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του e παράβολου του Δημοσίου, με αριθμό ………….., που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα για την άσκηση της ένδικης έφεσης.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων [600] ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της γραμματέως στις 19.2.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ