Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 3/2026

Αριθμός   3/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

Α.  ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», νόμιμα εκπροσωπούμενης με έδρα την …….., όπως μετονομάστηκε από «…………..» δυνάμει του από 14.6.2024 πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος εγκριθέν με το με αριθμό πρωτοκόλλου ……/9.9.2024 έγγραφο της Διεύθυνσης Εποπτείας ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδας, καταχωρηθείσα στο Γ.Ε.Μ.Η με το με αρ. πρωτοκόλλου ……/8.10.2024 έγγραφο της Γ΄ Γραμματείας Εμπορίου, Τμήμα Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιρειών, η οποία ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στην Ελλάδα υπό το καθεστώς της ελεύθερης εγκατάστασης με την μορφή υποκαταστήματος με την επωνυμία «…….……….» που εδρεύει στο … Αττικής, οδός ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ: ….. ΔΟΥ ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κωλέττη (ΔΣΑ) (Δ.Ε Ι. ΚΩΛΕΤΤΗΣ – Α. ΜΑΥΡΕΛΗ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………….., 2) ………………. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δρακούλη Δρακουλόγκωνα (ΔΣΠ).

Β. ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) …………., 2) …………., 3) …………. και 4) ……………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Μπούρα – Σακαρούδη (ΔΣΠ) (Δ.Ε ΣΑΚΑΡΟΥΔΗΣ Α. ΜΙΧΑΛΕΛΗΣ Δ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………… και 2) …………,  οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δρακούλη Δρακουλόγκωνα (ΔΣΠ).

Οι ενάγοντες – εφεσίβλητοι, με την από 4.11.2024 (αριθ. εκθ. καταθ……………./07.11.2024) αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο δίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (αρθρ. 614 παρ. 6 ΚΠολΔ) εξέδωσε την υπ’ αριθ. 3008/2025 οριστική του απόφαση και έκανε την αγωγή εν μέρει δεκτή.

Την απόφαση αυτή προσβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου:

Α] Η πέμπτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα με την από 15.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. …………./2025) έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. …………./2025 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -……-, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.

Β] Οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσες με την από 30.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. …………/2025) έφεσή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο με την υπ’ αριθ………../2025 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -….-, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν.

Οι υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εναγομένων – εκκαλούντων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσαν προτάσεις, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων–εφεσίβλητων παραστάθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όπως αναφέρεται παραπάνω και ανέπτυξε τις απόψεις του  με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες εφέσεις και δη: Α] Η από 15.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ………../2025) έφεση της ηττηθείσας εν μέρει πρωτοδίκως πέμπτης εναγομένης κατά της υπ’ αριθ. 3008/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών την από 4.11.2024 (αριθ. εκθ. καταθ. ………./2024) αγωγή και Β] Η από 30.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ……../2025) έφεση των ηττηθέντων εν μέρει πρωτοδίκως πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης των εναγομένων κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 19 περ. α’ ΚΠολΔ και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 § 1 εδ. α’ σε συνδ. με άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ), ως στρεφόμενες κατά της αυτής απόφασης και υπαγόμενες στην ίδια ως άνω ειδική διαδικασία και η συνεκδίκασή τους επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 1270/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ- βλ. Ν. Νίκα, «Πολιτική Δικονομία III – Ενδικα Μέσα», εκδ. 2007, § 114, αρ. περιθ. 3, σελ. 223- Β. Βαθρακοκοίλη, «Η έφεση- Ερμηνεία Νομολογία», εκδ. 2015, αρ. περιθ. 1665 σελ. 417, αρ. περιθ. 1700, σελ. 425, αρ. περιθ. 1792μδ, σελ. 454 και αρ. περιθ. 1810, σελ. 460). Περαιτέρω, οι ένδικες εφέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β», 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή για τους εκκαλούντες, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης σ’ αυτούς, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της, ενώ εξάλλου δεν παρήλθε γι’ αυτό η καταχρηστική προθεσμία των δύο [2] ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [30.06.2025], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87 /23-7-2015] κατά τη (μεταγενέστερη της 19-08-2020) άσκηση των υπό στοιχείο (Α) και (Β) ένδικων εφέσεων (ήτοι κατάθεση τους στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 16.07.2025 και στις 4.08.2025 αντίστοιχα, καταβλήθηκε δε από έκαστη ομάδα εκκαλούντων το προσήκον παράβολο, κατατεθέντων: α] του υπ’ αριθ. ………. παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού 100 ευρώ κατά την άσκηση της υπό στοιχείο [Α] από 15.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ……………/2025), ένδικης έφεσης, κατ’ άρθρο 495 § 3 εδαφ. γ και εδαφ. τελ. ΚΠολΔ και β] του υπ’ αριθ. ………. παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού 100 ευρώ κατά την άσκηση της υπό στοιχείο [Β] από 30.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ………/2025) ένδικης έφεσης, κατ’ άρθρο 495 § 3 εδαφ. γ και εδαφ. τελ. ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως, οι ανωτέρω ένδικες εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια με την πρωτοβάθμια ειδική διαδικασία (άρθρ. 614 παρ. 6 ΚΠολΔ).

II. Στην προκειμένη περίπτωση, oι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 4.11.2024 αγωγή τους, που κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων εξέθεταν ότι συνεπεία του περιγραφόμενου σε αυτήν τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα στις 16-09-2019 και ώρα 11:55 π.μ., στην οδό Αγίου Ελευθερίου και Αγγελοπούλου στον Πειραιά (Καμίνια), από αποκλειστική υπαιτιότητα του ………….., ο οποίος οδηγούσε το με αριθ. κυκλοφορίας ………… δίκυκλο όχημα, ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, τραυματίσθηκε σοβαρά ο ………………., ο οποίος υπήρξε πατέρας του πρώτου και σύζυγος της δεύτερης των εναγόντων και επήλθε ένεκα των βαρύτατων κακώσεων ο θάνατός του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, όπως αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλλουν, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ στον καθένα εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επίσης ζήτησαν να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και αφού προηγουμένως απέρριψε ως μη νόμιμη την υποβληθείσα εκ μέρους των εναγομένων ένσταση δεδικασμένου εκ της 202/2025 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, έκανε την αγωγή δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη στην ουσία της. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, με τις υπό κρίση εφέσεις τους και ζητούν την εξαφάνισή της για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που τέθηκε σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια μ’ αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 1198/1997). Η ταυτότητα, εξ άλλου, των προσώπων ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση για τη λειτουργική ενέργεια του δεδικασμένου είναι επακόλουθο του ισχύοντος στην πολιτική δίκη κατά το άρθρ. 106 ΚΠολΔ συζητητικού συστήματος και σημαίνει ότι το δεδικασμένο δεσμεύει μόνον τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων κατά τα άρθρ. 325 – 329 ΚΠολΔ ισχύει και πάντως μόνον εφόσον αυτά βρίσκονται σε σχέση αντιδικίας και όχι ομοδικίας (ΑΠ 1025/1993). Αποκλείεται έτσι η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν και ούτε βέβαια είναι κατ’ αρχήν δυνατή η ανάλογη διεύρυνση των δεσμευόμενων από το δεδικασμένο προσώπων [βλ. και Κονδύλη, Το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ (2007) §29 σ.587 – 591]. Μάλιστα τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως με την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο της με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 331 ΚΠολΔ, δηλαδή εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα. Κατά την έννοια αυτή το δεδικασμένο χαρακτηρίζεται σε όλες τις σχετικές περιπτώσεις ως ουσιαστικό σε αντιδιαστολή προς το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης και καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό ως ενιαίο σύνολο (ΑΠ 1019/1993, 1137/2006), εμποδίζοντας να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ne bis in idem), η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 47/2006, 613/2007, 522/2008, 249/2011, 256/2011, 1286/2011). Εξαίρεση από τη διπλή αυτή δέσμευση δικαιολογείται όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε υπό νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη χρόνο, κατά τον οποίο και κρίθηκε η επίδικη τότε απαίτηση, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας (ΟλΑΠ 34/1992, ΑΠ 128/2008) ή όταν στη μεταγενέστερη αγωγή γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών που συντελέστηκαν σε χρόνο που ήταν αδύνατη πλέον η παραδεκτή επίκλησή τους στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης (ΑΠ 1312/2006, 641/2008, 226/2001). Αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 659/2003, 1663/2006, 6/2008, 1394/2008). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 Ν. 4055/6.3.2012 (Φ.Ε.Κ. Α` 51/12.3.2012) αντικατεστάθη από 2.4.2012 (άρθρο 113) η διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ ως εξής: «Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από την δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει αν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης». Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι` αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση Ν. 4055/2012). Συνεπώς, μετά την τροποποίηση του άρθρου 346 ΑΚ τα μοναδικά κριτήρια, τα οποία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς για την κατ` εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας (και όχι επιδικίας) είναι: α) ρητό αίτημα του εναγομένου και β) εύλογη αντιδικία ανεξαρτήτως του καταψηφιστικού ή αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής (Εφ.ΑΘ. 4052/2021, Εφ.ΑΘ. 3809/2021 δημ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δε συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ` εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας (Α.Π. 609/2020 δημ ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1207/2017 ΕλλΔνη 2017.102). Το πότε υφίσταται εύλογη αντιδικία θα κριθεί in concrete από το δικάζον Δικαστήριο συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων λ.χ. αν αντικείμενο της δίκης είναι ερμηνεία νέας νομικής διατάξεως ή αν υφίστανται εν γένει κατά την δικαστική διάγνωση της υποθέσεως σοβαρές ερμηνευτικές δυσχέρειες (Α.Π. 1207/2017 ο.π.π., Ε.Α. 3699/2021, Ε.Α. 2413/2021 δημ ΝΟΜΟΣ). Συμφώνως λοιπόν προς την νέα ρύθμιση που εισάγεται, με το άρθρο 346 ΑΚ, ο νόμιμος τόκος μετά την επίδοση της αγωγής είναι ο τόκος επιδικίας, χωρίς να απαιτείται ρητή μνεία επί τούτου (Α.Π. 553/2019, Α.Π. 1207/2017 ό.π.). Αντιθέτως, ρητή αναφορά στη δικαστική απόφαση απαιτείται, όταν το Δικαστήριο κατ` εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (Α.Π. 1207/2017 ό.π, ΕφΑθ 1193/2024, ΤΝΠ Νόμος.).

IV. Από την επανεκτίμηση της ένορκης καταθέσεως της μάρτυρος αποδείξεως ………….., που εξετάσθηκε νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την υπ’ αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_………….2024 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………. ενώπιον της Δικηγόρου Πειραιώς ………. που λήφθηκε στο πλαίσιο παρεμφερούς δίκης και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, του συνόλου των εγγράφων, που προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αποδεικτικά στοιχεία είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες και οι ψηφιακοί δίσκοι ήχου και εικόνας (USB) (άρθρ. 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 449 Κ.Πολ.Δ.) και εκείνα της σχηματισθείσας αναφορικά με το επίδικο ατύχημα ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 16-09-2019 και ώρα 11:55 π.μ., ο ………., οδηγούσε τη με αριθ. κυκλοφορίας ……….. δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής Hon Ja μοντέλο 650R, χρώματος ερυθρού, που ήταν ασφαλισμένη για τον κίνδυνο πρόκλησης ζημιών σε τρίτους στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία “……………..”, βαίνοντας επί της οδού Αγίου Ελευθερίου, στον Πειραιά (Καμίνια) Αττικής, στο ρεύμα κατεύθυνσης από την οδό Σερίφου προς την οδό Δωδεκανήσου. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 16.09.2019 Έκθεση Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος και το συνοδεύον αυτή από 16.09.2019 Πρόχειρο Σχεδιάγραμμα των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Τροχαίας Πειραιά, η οδός Αγίου Ελευθερίου είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα κατεύθυνσης και με συνολικό πλάτος ασφαλτικού οδοστρώματος 7,3 μέτρα, η οποία σημαίνεται με συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Στο ύψος της διασταύρωσης της οδού Αγίου Ελευθερίου με την οδό Αγγελοπούλου, η κυκλοφορία δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες ούτε και υφίσταται διάβαση πεζών σε απόσταση τουλάχιστον 500 μέτρων. Κατά τον ανωτέρω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, η κατάσταση της οδού Αγίου Ελευθερίου, που στο σημείο της διασταύρωσης με την οδό Αγγελοπούλου είναι ευθεία και οριζόντια, ήταν καλή – ξηρά, επικρατούσαν συνθήκες ημέρας, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών επί της οδού Αγίου Ελευθερίου ήταν συχνή, ενώ επί της οδού Αγγελοπούλου αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των οχημάτων ήταν το προβλεπόμενο εντός κατοικημένων περιοχών, κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., ήτοι 50 χιλιόμετρα την ώρα. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο ………., γεννηθείς στις 19.9.1943 και κάτοικος Πειραιά, είχε μεταβεί στο φαρμακείο του ……………, στην οδό Αγίου Ελευθερίου αρ. 79, στα Καμίνια Πειραιά. Αφού αγόρασε κάποια φάρμακα, εξήλθε από το φαρμακείο, το οποίο έχει πρόσοψη στο δρόμο περί τα 4 μέτρα και βγήκε στο πεζοδρόμιο, έχοντας την πρόθεση να περάσει απέναντι, δηλαδή να διασχίσει την οδό Αγίου Ελευθερίου κάθετα. Όπως αποτυπώνεται στο βιντεοληπτικό υλικό που κατέγραψε η κάμερα του ως άνω φαρμακείου και από την φωτογραφική απεικόνιση αυτού, ο πεζός στάθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου και ήλεγξε την κίνηση επί του οδοστρώματος από τις 00:09:36 έως τις 00:00:40, δηλαδή επί 4 δευτερόλεπτα [οι χρόνοι σημειώνονται έτσι όπως καταμετρώνται από την εφαρμογή της αναπαραγωγής του βίντεο του φαρμακείου («αναπαραγωγή πολυμέσων» της Microsoft]. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, πέρασαν από μπροστά του περισσότερα του ενός οχήματα και από τις δύο κατευθύνσεις, τα οποία ο …………. περίμενε να διέλθουν καρτερικά, χωρίς βιασύνη. Άλλωστε, επί της Αγίου Ελευθερίου, υπάρχουν πολλά καταστήματα και στις δύο πλευρές του δρόμου και είναι σύνηθες το φαινόμενο πολλοί πεζοί να διασχίσουν την οδό σε διάφορα σημεία της. Να σημειωθεί ότι από το σημείο που στάθηκε ο …………….. και κοίταξε την κίνηση επί της παραπάνω οδού, είχε ορατότητα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς αριστερά μέχρι εκεί που κάνει καμπή ο δρόμος, περί τα 80 με 90 μέτρα. Το πρώτο βήμα για την κάθοδο του πεζού από το οδόστρωμα έγινε στις 00:09:43. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο πεζός, προτού κατέβει στον δρόμο, έλεγξε προσηκόντως την κίνηση επί του δρόμου και προχώρησε στο οδόστρωμα, αφού βεβαιώθηκε πως δεν ερχόταν κανένα όχημα από αριστερά του, σε όλη την απόσταση που ήταν σε θέση να δει, δηλαδή στα 90 μέτρα. Στους χρόνους καταγραφής του βιντεοληπτικού υλικού, στις 00:09:45, φαίνεται πως ο πεζός κάνει μερικά βήματα στο οδόστρωμα και πως η μοτοσικλέτα εμφανίζεται στις 00:09:47 (φαίνεται ο τροχός της στο αριστερό άκρο της φωτογραφίας με τον αριθμό ΣΧ.Β10). Ακολούθως, η μοτοσικλέτα κινούμενη με πολύ μεγάλη ταχύτητα φτάνει τον …………… και στον ίδιο παραπάνω δευτερόλεπτο (00:09:47), πέφτει με σφοδρότητα επάνω του και τον ρίχνει στο έδαφος. Ο μοτοσικλετιστής, αιφνιδιαζόμενος στη θέα του πεζού, προσπάθησε να περάσει από μπροστά του, πλην όμως ήταν τέτοια η ταχύτητα του οχήματος και τόσο μεγάλος ο αιφνιδιασμός του οδηγού της που ο ελιγμός ήταν απρόσφορος στην αποφυγή της σύγκρουσης. Ακολούθως ο μοτοσικλετιστής, ο οποίος, στη θέα του πεζού, δεν πέδησε κατ’ ελάχιστο, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και βρέθηκε στην άσφαλτο μαζί με την μηχανή, με αποτέλεσμα να περάσει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να σφηνωθεί κάτω από την μπροστινή αριστερή ρόδα του οδηγού του με αριθμ. κυκλοφ. …….. Δ.Χ.Ε ταξί, το οποίο οδηγούσε ο ………., βρίσκοντας ακαριαίο θάνατο. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο πεζός ………… περπάτησε στο οδόστρωμα για τουλάχιστον τέσσερα δευτερόλεπτα πριν από την σύγκρουση, έχοντας διανύσει απόσταση 4 βημάτων κι ότι η μοτοσικλέτα εμφανίστηκε στο πλάνο, δηλαδή διέσχισε το μήκος της βιτρίνας του καταστήματος μήκους 4 μέτρων, σε χρόνο μικρότερο του ενός δευτερολέπτου, προτού πέσει επάνω του. Εφόσον δε ο …………… όταν κατέβηκε από το πεζοδρόμιο, δεν είχε δει την μοτοσικλέτα να κινείται επί της οδού Αγίου Ελευθερίου, όχι από έλλειψη προσοχής αλλά επειδή η μοτοσικλέτα δεν είχε εμφανιστεί στο δρόμο και με δεδομένο ότι το όχημα διένυσε απόσταση 90 μέτρων σε χρόνο 4 δευτερολέπτων, χρησιμοποιώντας τον μαθηματικό τύπο u = s/t, όπου «u» η ταχύτητα, «s» η απόσταση και «t» ο χρόνος, εξάγεται το συμπέρασμα πως η ταχύτητα του οχήματος ήταν 0,09km/0,0011h= 81,8 km/h κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Η κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε αναπτύξει ταχύτητα ανώτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων την ώρα εντός κατοικημένων περιοχών επιβεβαιώνεται και από τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων …………., ο οποίος βρισκόταν στην καφετέρια με την επωνυμία «……» επί της οδού Αγίου Ελευθερίου και είδε το συμβάν, όσο και από τον …………., φαρμακοποιό. Ο πρώτος έδωσε κατάθεση στις 16.09.2019 στον Αρχιφύλακα ……….., ο δε δεύτερος στην από 8.4.2024 ένορκη βεβαίωση που έδωσε στην …………….., δικηγόρο Πειραιά. Επίσης επιρρωνύεται από το γεγονός ότι μετά από την σύγκρουση, η μοτοσικλέτα, αφού προσέκρουσε κατευθείαν πάνω στο ταξί προκάλεσε χαραγή στο οδόστρωμα μήκους 2,24 μέτρων καταλήγοντας στο δεξιό πεζοδρόμιο κατά την αρχική της πορεία σε απόσταση 13,3 μέτρων, όπως προκύπτει από το από 16.09.2019 πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την από 16.09.2019 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος των ανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Τροχαίας Πειραιά. Από την σύγκρουση, ο  πεζός …………. υπέστη σοβαρότατες σωματικές κακώσεις στο κρανίο και στα πλευρά, διεκομίσθη στο Γ.Ν. Νίκαιας «Αγ. Παντελεήμων» σε κατάσταση κώματος, εισήχθη στη ΜΕΘ και απεβίωσε στις 29.11.2019 και ώρα 14:50 μμ, φέροντας βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και πολλαπλές εγκεφαλικές θλάσεις. Από τις 16.09.2019 έως και την 29.11.2019 δεν ανέκτησε ποτέ επικοινωνία. Ο θάνατός του επήλθε συνεπεία πνευμονικού οιδήματος και πρόσφατου εμφράγματος του μυοκαρδίου σε επέκταση παλαιού (ως επιπλοκές οδικού τροχαίου ατυχήματος), (βλ. την με αριθμ. πρωτ. …./389 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής του Ιατροδικαστή …………… που προσκομίζεται). Το ένδικο ατύχημα και η συνακόλουθη πρόκληση του θανάτου του πεζού …………… ως επιπλοκή του επίδικου τροχαίου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ………., ο οποίος: α) οδηγούσε την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας …………δίκυκλη μοτοσικλέτα του υπό την επίδραση τοξικών ουσιών, οι οποίες ήταν ικανές να επηρεάσουν την οδηγική του ικανότητα, κατά παράβαση  του άρθρ. 42 Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ). Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμ. πρωτ. ……/19 τοξικολογική έκθεση του εργαστηρίου ιατροδικαστικών επιστημών (μονάδα τοξικολογίας) του Πανεπιστημίου Κρήτης, ανιχνεύθηκαν μεταβολίτες κανναβινολών στα 193 ng/mL στα ούρα και 114 ng/mL στο αίμα του δικυκλιστή, δηλαδή ναρκωτικές ουσίες, β) δεν συμμορφώθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Κ.O.K., αφού δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε επέδειξε ιδιαίτερη προσοχή στον πεζό, γ) ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 39 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., αφού αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε με τρόπο που μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τον πεζό, δ) ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ.1 Κ.Ο.Κ, αφού αποδείχθηκε ότι οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα άνω του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χιλιομέτρων την ώρα που προβλέπεται μέσα στις κατοικημένες περιοχές.  Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας παραβίασε και το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ., αφού δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς ούτε είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού (παρόλο που πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο), τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από την εμφάνιση του πεζού, εμπόδιο το οποίο μπορούσε να προβλεφθεί και βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού ούτε μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του ούτε και διέκοψε την πορεία αυτού, προβαίνοντας σε τροχοπέδηση ή άλλου είδους αποφευκτικό ελιγμό, λόγω της αυξημένης ως άνω ταχύτητας που είχε αναπτύξει, όταν οι περιστάσεις το επέβαλλαν με την ύπαρξη του πεζού στο οδόστρωμα ούτε μείωσε την ταχύτητα του οχήματος του, παρότι διερχόταν σε κατοικημένες περιοχές. Οι παραβάσεις του δε αυτές συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του προπεριγραφόμενου ατυχήματος. Από την άλλη πλευρά, αποδείχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ……………, καθώς ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1 και 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ, οι οποίες διέπουν την κυκλοφορία των πεζών. Ειδικότερα, ο ανωτέρω, προκειμένου να διασχίσει το οδόστρωμα της οδού Αγίου Ελευθερίου, στο ύψος της διασταύρωσης με την οδό Αγγελοπούλου, ήλεγξε προηγουμένως την πορεία των οχημάτων επί του οδοστρώματος από αμφότερες τις πλευρές επί τέσσερα δευτερόλεπτα και μόνο αφού βεβαιώθηκε ότι μπορεί να το πράξει με ασφάλεια κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και επιχείρησε να διασχίσει την οδό κάθετα προς τον άξονά του, δεδομένου ότι δεν υπήρχε στο οδόστρωμα διάβαση πεζών ούτε φωτεινός σηματοδότης που να ρυθμίζει την κίνηση των διερχόμενων οχημάτων. Η μοτοσικλέτα όμως εμφανίστηκε μπροστά του ξαφνικά, διανύοντας 90 μέτρα σε 4 δευτερόλεπτα και επέπεσε επάνω του  εμβολίζοντάς τον, χωρίς να καταλείπεται στον πεζό  κανένα χρονικό περιθώριο αποφευκτικής αντίδρασης. Ο ισχυρισμός των εναγομένων πως ο πεζός «πετάχτηκε» στην πορεία της μοτοσικλέτας σε απόσταση 10 μέτρων κι ότι ο μοτοσικλετιστής, ο οποίος οδηγούσε το όχημά του κάτω από το όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων δεν πρόλαβε να αντιδράσει και έπεσε επάνω του δεν αποδείχθηκε ως αληθής από όλα τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την επισκόπηση του βιντεοληπτικού υλικού της κάμερας του φαρμακείου, η οποία έχει αποτυπώσει τα γεγονότα όπως έγιναν αλλά και τους χρόνους που αυτά συνέβησαν. Τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τους ιδιώτες πραγματογνώμονες ….. και ………….. στην από μηνός Ιουλίου 2021 τεχνική πραγματογνωμοσύνη που συνέταξαν μετά από αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος στις 22.7.2021  δεν κρίνονται πειστικά, καθώς η πραγματογνωμοσύνη στηρίζεται κατά βάση σε λήψεις καταγραφικού βίντεο από κάμερα παρακείμενου καταστήματος το οποίο δεν παρουσιάζει με πιστότητα όλο το χώρο στον οποίο έγινε το τροχαίο, γι ‘ αυτό καταλήγει σε λάθος πόρισμα αναφορικά με την πορεία του πεζού αλλά και την πορεία της ζημιογόνου μοτοσικλέτας. Το συμπέρασμα συνεπώς αυτής κρίνεται αναιτιολόγητο και ανακριβές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, ο οποίος διήγαγε το 76° έτος της ηλικίας του κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν πατέρας του πρώτου ενάγοντος και σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας. Όλη η οικογένεια ήταν ιδιαίτερα αγαπημένη. Τα άνω οικεία πρόσωπα του θανόντος διατηρούσαν σχέσεις αγάπης και στοργής με αυτόν και έτρεφαν αμοιβαία αισθήματα αφοσίωσης, λόγω του στενού συγγενικού τους δεσμού, ενώ του συμπαραστάθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του. Ο απροσδόκητος θάνατός του συγκλόνισε τους ενάγοντες οικείους του και τους προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του θύματος κατά τον χρόνο του ατυχήματος και την κατάσταση της υγείας του, τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, το βαθμό συναισθηματικής σύνδεσης των εναγόντων με το θύμα, την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού τους άλγους καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, που είναι η συνήθης, πλην της πέμπτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν τα χρηματικά ποσά των 50.000 ευρώ (ο πρώτος ενάγων) και των 65.000 ευρώ (η δεύτερη ενάγουσα) προς απάμβλυνση του ψυχικού τους πόνου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη 3008/2025 απόφασή του, οι αιτιολογίες της οποίας συμπληρώνοντα παραδεκτά με τις αιτιολογίες της παρούσας, κατ’ άρθρ. 534 ΚΠολΔ, δέχθηκε τα ως άνω, απέρριψε την ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος κατά 95% ως αβάσιμης στην ουσία της και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον στους ενάγοντες τα παραπάνω ποσά θεωρώντας τα  εύλογα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, μη συντρέχοντος νόμιμου λόγου για εξαίρεση του τόκου επιδικίας, όπως ύπαρξη εύλογης αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε όπως επίσης ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες αμφότερων των εφέσεων με τους 2ο, 3ο και 4ο λόγους τους κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, ο 1ος λόγος αμφότερων των εφέσεων, ο οποίος αναφέρεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αναφορικά με το κεφάλαιο της απόφασης που απέρριψε ως μη νόμιμη την υποβληθείσα εκ μέρους τους ένσταση δεδικασμένου μεταξύ της παρούσας δίκης και της δίκης επί της υπ’ αριθμ. κατ. …………../2019 αγωγής του πεζού Γεώργιου………….. κατά της πέμπτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας περί επιδίκασης σ’ αυτόν του ποσού των 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία (δίκη) συνεχίστηκε μετά τον εν επιδικία θάνατο του ενάγοντος από τους εδώ ενάγοντες νόμιμους εξ’ αδιαθέτου κληρονόμους του και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 202/2025 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Τούτο διότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, ορθά διέγνωσε ότι: α) οι αγωγές αφορούν διαφορετικά υποκείμενα δίκης (στην δίκη επί της από 17.10.2019 αγωγής (αρ. κατ. δικ. ……./2019) ενάγων είναι ο παθών ……………. ενώ στη δίκη επί της από 4.11.2024 αγωγής (αρ. κατ. δικ. …………/2024) ενάγοντες είναι ο υιός και η σύζυγος αυτού) και β) οι αγωγές έχουν διαφορετική νομική αιτία (στην δίκη επί της από 17.10.2019 αγωγής (αρ. κατ. δικ. ………/2019) αντικείμενο της δίκης είναι η ηθική βλάβη επί προσβολής του εννόμου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας ενώ στη δίκη επί της από 4.11.2024 αγωγής (αρ. κατ. δικ. ……………../2024) αντικείμενο της δίκης είναι η ψυχική οδύνη επί προσβολής του εννόμου αγαθού της ζωής), δηλαδή δεν συντρέχει η απαιτούμενη ταυτότητα των υποκειμένων της δίκης αλλά και της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλούνται οι ενάγοντες προκειμένου να στηρίξουν την κρινόμενη από 4.11.2024 αγωγή τους. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης, πρέπει να απορριφθούν κατ’ ουσίαν τόσο η υπό στοιχείο [α] από 15.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ……/16.07.2025 έφεση όσο και η υπό στοιχείο [β] από 30.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ………../4.08.2025 έφεση και τα δικαστικά έξοδα του παρόντος (δεύτερου) βαθμού δικαιοδοσίας των εφεσίβλητων (εναγομένων), κατόπιν του σχετικού νόμιμου αιτήματος τους, να επιβληθούν σε βάρος των ηττώμενων εκκαλούντων, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ και άρθρα 63 παρ.1, 68 παρ.1 και 69 παρ.1 του ήδη ισχύοντος ν.4194/2013 “Κώδικας Δικηγό­ρων”, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, αφού οι εφέσεις απορρίφθηκαν (κατ’ ουσίαν), οι εκκαλούντες ηττήθηκαν ολικά και ως εκ τούτου, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 εδ. γ’ ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την υπό στοιχείο [α] έφεση στη Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, υπ’ αριθ. ……………. παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατό (100) ευρώ και του κατατεθέντος για την υπό στοιχείο [β] έφεση στη Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, υπ’ αριθ. …………. παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατό (100) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων τις από 15.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. …………./2025) και από 30.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. …………../2025) εφέσεις.

Α] ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την υπό στοιχείο [α] από 15.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ. ………../2025) έφεση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος για την έφεση αυτή υπ’ αριθ. ………… παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατό (100) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Β] ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την υπό στοιχείο [β] από 30.07.2025 (αριθ. εκθ. καταθ.  ………../2025) έφεση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος για την έφεση αυτή υπ’ αριθ. αριθ. …………….. παράβολου του Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατό (100) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία [έξοδα] ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων (4600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους,  στις   2.1.2026

              Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ