Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 59/2026

Αριθμός   59/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία–Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ :Της εταιρείας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στις ………. Αττικής, οδός …….., με ΑΦΜ …………., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κυριακή Κουντούρη (ΔΣΠ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Του Ο.Τ.Α με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ – ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗ ΡΕΝΤΗ» που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής, οδός ………, με ΑΦΜ …………. Δ.Ο.Υ Νίκαιας Κορυδαλλού και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του,  ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη – Μιλτιάδη Κλαπαδάκη (ΔΣΠ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 19.04.2024 και με αριθ. εκθ. καταθ. ……./2024 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 2250/2025 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου,  που  δέχτηκε τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 24.07.2025  έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………/2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. καταθ. ……../2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ…..).

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 24.07.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ………../2025  και με αριθμό πρωτ. προσδ. …………../2025 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 2250/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών –μισθωτικών– διαφορών, επί της από 19.04.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικ. ………../2024 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «……………..». Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β, 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια, ενώ εξάλλου δεν έχει παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των δύο [2] ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [21.05.2025], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α ’87 /23-7-2015] κατά τη (μεταγενέστερη της 19-08-2020) άσκηση της ένδικης έφεσης, (ήτοι κατάθεση της στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 30.07.2025). Συνεπώς (η έφεση) αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και αφού κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (495§3 ΚΠολΔ βλ. την έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου όπου γίνεται αναφορά στο με αριθμό ………………  ηλεκτρονικό παράβολο) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠολΔ ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 614 αριθμ. 1, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015).

ΙΙ.  Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι η δικονομική αξίωση, που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του Δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΟλΑΠ 2/1994, Α.Π. 1867/2017, Α.Π. 314/2015, Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 821/ 2010, Α.Π. 315/2021, Α.Π. 473/2022 Δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις, που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3994/2011 “είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής”. Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), στα οποία θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (ΟλΑΠ 2/1994) – ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού – χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/ 2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ. Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ ορίζεται:” Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους”, ενώ, σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα “είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως” και, τέλος, με εκείνη του άρθρου 526 του ίδιου Κώδικα:” Είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται, εξαιτίας γεγονότων, που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, να ζητηθεί, αντί για το αντικείμενο, που ζητήθηκε αρχικά, άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον “. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της αγωγής. Δεν μπορεί επίσης να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Ισχυρισμός, που στηρίζει την βάση της αγωγής, απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις, που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις, που επιτρέπουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, τη βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στο δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων, που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή, σε καταλυτικούς του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, οι οποίοι μπορούν να προταθούν μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υποθέσεως συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, που μεταβάλουν τη βάση της αγωγής (πρβλ Ολ. Α.Π. 2/1994, Α.Π. 2070/2007). Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα δευτεροβάθμια δικαστική κρίση. Έτσι, από  το συνδυασμό των άρθρων 520, 522 και 534 ΚΠολΔ συνάγεται πως ως λόγος έφεσης μπορούν να προβληθούν και τα σφάλματα του ίδιου του εκκαλούντος, δηλαδή, αυτός μπορεί ενώπιον του Εφετείου να διορθώσει δικές του παραδρομές (Α.Π. 1442/2010, Α.Π. 102/2010, Α.Π. 408/2000  Δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών <<ΝΟΜΟΣ>>, αλλά υπό τους όρους και τους περιορισμούς των άρθρων 525, 526, 527 και 528 Κ.Πολ.Δ. (βλ. Μαργαρίτης Μ. Ερμηνεία Κ.Πολ. Δ. αριθ. 31, Κεραμέας/Κονδύλης/ Νίκας/Πανταζόπουλος Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. άρθρο 520 αριθμ. 5). Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, συνάγεται ότι ο ενάγων, ως εκκαλών ή ως εφεσίβλητος δεν μπορεί να μεταβάλλει στο Εφετείο την ιστορική βάση της αγωγής του με την προσθήκη νέων γεγονότων Κεραμέας/ Κονδύλης/Νίκας/Πανταζόπουλος Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. άρθρο 520 αριθμ. 5).

ΙII. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 19.04.2024 αγωγή της, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου εξέθετε ότι, κατόπιν δημοπρασίας, η οποία έλαβε χώρα στις 22.09.2023, αναδείχθηκε πλειοδότρια για την μίσθωση του δημοτικού αναψυκτηρίου σνακ μπαρ που βρίσκεται στο λόφο …., στον ……, στη Δ.Ε Νίκαιας του Δήμου Νίκαιας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη, όπως αυτό περιγράφεται με λεπτομέρεια στο δικόγραφο. Ότι μετά την αποδοχή του σχετικού πρακτικού της επιτροπής δημοπρασιών από την οικονομική επιτροπή του εναγομένου, με την υπ’ αριθμ. 219/2023 απόφασή της, η οποία λήφθηκε στις 10.10.2023, το αποτέλεσμα του διαγωνισμού κατακυρώθηκε στην ενάγουσα. Ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό της μίσθωσης υπογράφηκε στις 27.11.2023, όπου η ενάγουσα παρέλαβε το μίσθιο, με έναρξη της μίσθωσης την ως άνω ημέρα και λήξη αυτής την 27.11.2028 (πενταετία), αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 9.300 ευρώ πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6%, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο. Ότι η κατάσταση του μισθίου χειροτέρευσε μετά τη διενέργεια της δημοπρασίας και την απόφαση της κατακύρωσης και πριν από την κατάρτιση του από 27.11.2023 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, καθόσον στις 16.11.2023 σημειώθηκε περιστατικό κλοπής και βανδαλισμών στο μίσθιο, το οποίο μνημονεύθηκε στο από 27.11.2023 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ότι, κατά την υπογραφή του τελευταίου, η ενάγουσα αγνοούσε την ακριβή κατάσταση του μισθίου αλλά μετά την εγκατάστασή της σε αυτό, ανέθεσε σε πραγματογνώμονα – πολιτικό μηχανικό να εκτιμήσει την μισθωτική αξία του ακινήτου, ο οποίος συνέταξε την από 5.12.2023 τεχνική έκθεση εκτίμησης. Ότι το συνολικό κόστος αποκατάστασης των ζημιών, όπως αυτό αναλύεται ειδικότερα στο δικόγραφο, ανέρχεται στο ποσό των 145.000 ευρώ. Ότι ασχέτως των βανδαλισμών, η μισθωτική αξία του μισθίου είναι χαμηλότερη από το συμφωνηθέν μίσθωμα και δη με βάση την εκτίμηση του πραγματογνώμονα ανέρχεται στο ποσό των 6.630 ευρώ μηνιαίως. Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε, επικαλούμενη απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, με επίκληση των διατάξεων των άρθρων 388 και 288 ΑΚ κατά την κύρια και την επικουρική βάση της αγωγής αντίστοιχα, να αναπροσαρμοσθεί το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 4.230 ευρώ μηνιαίως, άλλως επικουρικώς, στο ποσό των 6.900 ευρώ μηνιαίως, να συμψηφισθεί το υπερβάλλον των ήδη καταβληθέντων με μελλοντικά μισθώματα, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος Δήμος στα δικαστικά της έξοδα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη δεχόμενο τα ακόλουθα: «…Με βάση τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, απαραίτητη προϋπόθεση για την αναπροσαρμογή του μισθώματος, είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, είτε κατ’ εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ είναι η μεταβολή των συνθηκών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, σε σχέση με εκείνες που επικρατούσαν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης. Εν προκειμένω, ωστόσο, η ίδια η ενάγουσα εκθέτει ότι η μεταβολή των συνθηκών, την οποία επικαλείται, επήλθε προ της καταρτίσεως της συμβάσεως και μάλιστα η ίδια ιστορεί στο αγωγικό της δικόγραφο ότι η σύναψη της σύμβασης επακολούθησε των ένδικων γεγονότων. Συνεπώς, με βάση τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, οι λόγοι αυτοί, στους οποίους η ενάγουσα επιχειρεί να θεμελιώσει την αξίωσή της για αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος, το οποίο διαμορφώθηκε στο ύψος αυτό μετά από πλειοδοτικό διαγωνισμό (δημοπρασία), κατά τις διατάξεις περί μισθώσεων ακινήτων ιδιοκτησίας των Δήμων, ούτε έκτακτοι, ούτε απρόβλεπτοι ήταν και κυρίως δεν επακολούθησαν την κατάρτιση της ένδικης μισθωτικής συμβάσεως αλλά ήταν ήδη γνωστοί και γεγενημένοι κατά το χρονικό σημείο υπογραφής της συμβάσεως αυτής. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναπροσαρμογής του μισθώματος με βάση τις εκτιθέμενες στην αγωγή αιτίες και πρέπει συνεπώς η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη…». Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την υπό κρίση έφεσή της και ζητεί την εξαφάνισή της για έναν και μοναδικό λόγο που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της και να καταδικαστεί το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο ΝΠΔΔ στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Ωστόσο, με την έφεση επιχειρείται απαράδεκτη μεταβολή του αντικειμένου της ανοιγείσας πολιτικής δίκης. Πλέον συγκεκριμένα, ενώ στην ασκηθείσα ένδικη αγωγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα τοποθετεί τον χρόνο σύναψης της μίσθωσης στον χρόνο υπογραφής του από 27.11.2023 μισθωτηρίου, στην ασκηθείσα έφεση τοποθετεί τον χρόνο σύναψης της μίσθωσης σε προγενέστερο χρόνο και δη στην έγκριση του αποτελέσματος του διαγωνισμού από την αρμόδια επιτροπή διενέργειας δημοπρασιών την 10.10.2023 και σε κάθε περίπτωση στην αποστολή της υπ’ αριθμ. πρωτ. ……../2023 πρόσκλησης για την υπογραφή του συμφωνητικού από μέρους του εναγομένου την 15.11.2023. Και τούτο το πράττει γιατί θέλει να υπερκεράσει την παραδοχή της πρωτοβάθμιας απόφασης ότι η με ημερομηνία επικαλούμενη 16.11.2023 μεταβολή των συνθηκών (βανδαλισμοί και κλοπές) έλαβε χώρα πριν από την κατάρτιση της μίσθωσης, αφού η τελευταία έγινε στις 10.10.2023 άλλως στις 15.11.2023 και συνεπώς εσφαλμένα κρίθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Ωστόσο, με την ασκηθείσα έφεση επιχειρείται μεταβολή των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής, καθώς η εκκαλούσα ισχυρίζεται το πρώτον ότι η κατάρτιση της μίσθωσης δεν ταυτίζεται, στο συγκεκριμένο είδος συμβάσεων, με την υπογραφή του συμφωνητικού αλλά ότι η συμβατική αυτοδέσμευση των μερών έχει προηγηθεί από την στιγμή της πρόσκλησης από την επιτροπή διενέργειας των δημοπρασιών της ενάγουσας ως τελευταίας πλειοδότη να υπογράψει το πρακτικό διενέργειας της δημοπρασίας, τελούσα δε (η σύμβαση) υπό την αναβλητική αίρεση της υπογραφής του συμφωνητικού. Ότι στις περιπτώσεις αυτές, αν επέλθει μεταβολή των συνθηκών ηρτημένης της αιρέσεως, η ΑΚ 388 τυγχάνει ευθείας εφαρμογής καθώς έχει προηγηθεί συμβατική αυτοδέσμευση. Έτσι, όμως, στοιχειοθετείται ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση δικονομικού απαραδέκτου. Κατόπιν τούτων, η ασκηθείσα έφεση τυγχάνει απορριπτέα, ως απαράδεκτη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Εφόσον η έφεση απορρίπτεται, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ποσού εκατό (100,00) Ευρώ, που καταβλήθηκε από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της έφεσης και τα  δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου να επιβληθούν σε βάρος της, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 63 επ. Ν 4194/2013 «Κώδικα Δικηγόρων»), κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος του τελευταίου, ως ουσιαστικά βάσιμου, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 24.07.2025 (αρ. κατ. δικ. ………………/2025) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 2250/2025 οριστικής α­πόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά  που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – μισθωτικών – διαφορών.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.07.2025 (αρ. κατ. δικ. ……………../2025) έφεση

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του με αριθμό ……………../ 2025 ηλεκτρονικού παραβόλου ποσού εκατό (100,00) Ευρώ που καταβλήθηκε από την πλευρά της εκκαλούσας κατά την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά, την  23 Ιανουαρίου 2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ