Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 60/2026

Αριθμός   60/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία–Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ :1) ………… και 2) …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σταματογιάννη, (ΔΣΠ).

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……..» που εδρεύει στην Αθήνα, ……….., με ΑΦΜ ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πετρόπουλο (ΔΕ Πετρόπουλος – Κούλιτς), (ΔΣΑ).

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 4.09.2019 και με αριθ. εκθ. καταθ. ………../2019 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1981/2020 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου,  που  δέχτηκε τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες με την από 23.10.2020  έφεσή τους, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό …………../2020 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. καταθ. ………/2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. 10).

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όπως αναφέρεται παραπάνω, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν αυτές δεκτές.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ: «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το προαναφερθέν περιεχόμενο, επανήλθε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προτού τροποποιηθεί με τον ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μίας και μοναδικής συζήτησης. Προβλέπεται ότι η έφεση κατά ερήμην απόφασης λειτουργεί όπως η καταργηθείσα αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας. Συνεπώς η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως, επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αρκούσης της τυπικής παραδοχής της κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1906/2008 ΝοΒ 2009, 927, ΑΠ 884/2007 ΧρΙΔ 2008,52, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το Εφετείο, το οποίο μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017, ΤΝΠ Νόμος). Η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που προβάλλει ο τελευταίος ως υπεράσπιση κατά των λόγων της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία εξετάζει κατά νόμο αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο. Τέτοια αποτελούν το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής. Έτσι, σε περίπτωση που ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση, χωρίς κατ’ ανάγκη να γίνει κάποιος λόγος αυτής δεκτός ως βάσιμος στην ουσία. Ο δε εκκαλών – εναγόμενος, έχει τη δυνατότητα να προβάλει, με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του, όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσε να έχει προτείνει, αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 230/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 394/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 829/2008 ΝοΒ 2008, 2457, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005, 1101 ΑΠ 331/2001 ΕλΔ2001, 1320).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 23.10.2020 έφεση, κατατεθείσα με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ………/2020, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ………../2025 στο παρόν Εφετείο των ηττηθέντων πρωτοδίκως εκκαλούντων εναγομένων, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 1981/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδοθείσας με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητα), επί της από 4.09.2019 και με αριθ. έκθ. κατάθ. …………/2019 αγωγής της ενάγουσας – εφεσίβλητης που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην των εναγομένων – εκκαλούντων, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 19 παρ. 1 εδ α`, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του ν. 3994/2011 και έχει ασκηθεί νομοτύπως, σύμφωνα με τα άρθρα 495 ΚΠολΔ, 511, 513 § .1 στοιχ. β`, 516 § 1, 517 εδ. α`, καθώς και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 § 1 ΚΠολΔ, τριακονθήμερης προθεσμίας από της επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης από την ενάγουσα – εφεσίβλητη στους εναγόμενους – εκκαλούντες, η οποία έλαβε χώρα στις 25.09.2020 (βλ. την σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …….. επί του αντιγράφου της εκκαλουμένης απόφασης) και η ένδικη έφεση ασκήθηκε από τους εκκαλούντες με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), στις 23.10.2020, όπως βεβαιώνεται στην σχετικώς συνταχθείσα έκθεση κατάθεσης αυτού. Εφόσον δε για το παραδεκτό της ασκήσεώς της κατατέθηκε το υπ’ αριθ. …………… e-παράβολο, ποσού (100) ευρώ, ως αναγράφεται στην έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου και προσκομίζεται απόδειξη πληρωμής του (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτή (κρινόμενη έφεση), να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί εκ νέου η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια, ως άνω, ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αρ. 6 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «………….», με την από 4.09.2019 αγωγή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά των εναγομένων …………… και ……………., ισχυρίσθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, οδηγώντας, χωρίς να κατέχει ισχύουσα ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης, το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ………. ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, συζύγου της, προκάλεσε από υπαιτιότητά της τις εκτιθέμενες υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες σε δύο έτερα οχήματα και στον οδηγό του ενός εξ αυτών, κατά το τροχαίο οδικό ατύχημα που έγινε υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες στις 21.02.2019 στον Δήμο Πειραιά, για την αποκατάσταση των οποίων κατέβαλε εξωδίκως και κατόπιν συμβιβασμού στους δικαιούχους το χρηματικό ποσό των (19.650 + 2.519,68=) 22.169,68 ευρώ. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, επικαλούμενη ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση απαλλαγής της από κάθε ευθύνη της προς αποζημίωση κάθε ζημιωθέντος τρίτου από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, ζητεί, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις προτάσεις της όπως αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, εις ολόκληρον ευθυνόμενων, να της καταβάλουν το ποσό των 22.169,68 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την ημέρα καταβολής των αποζημιώσεων στους παθόντες άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτά εισήχθη προς συζήτηση αρχικά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ήδη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία (άρθρ. 19 εδαφ. α, 215, 614 αρ. 6 ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 εδ. β, 346, 480 επ, 929, 932 ΑΚ, 2, 4, 9, 10 και 12 ΓπΝ/1911, 1 περ. ε΄, 4 παρ. 3, 5, 6, 11, 13 παρ.2, 26 και 30 του κ.ν. 489/1976, 70, 74, 176, 190 παρ.2 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, μετά από τον περιορισμό του αιτήματος, καθόσον οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν αποτελούν τίτλο εκτελεστό, (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία ΚΠολΔ Ι άρθρο 70 παρ. 14, σελ. 160). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

IV. Α). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 «περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης»: Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (άρθρο 2 παρ. 1). Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου ασφαλισμένου αυτοκινήτου (άρθρο 6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (άρθρο 10 παρ. 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσόμενου σ’ αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (άρθρο 11 παρ. 1). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 361 Α.Κ., 1 επ. Ν 2496/1997 «ασφαλιστική σύμβαση κ.λ.π.» και 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», προκύπτει ότι η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών (τυχόν έγγραφο δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, αλλά είναι αποδεικτικό , βλ. Α.Π. 1354/2008, Α.Π. 1308/2007 Δ.Ε.Ε. 2008.71, Α.Π. 308/2005 ΕλλΔνη 47.1360, Εφ.Θεσσαλονίκης 1615/2017, Εφ.ΑΘ. 1483/2016 -αν δεν συνταχθεί έγγραφο, η σύμβαση μεταξύ των μερών αποδεικνύεται με όρκο ή ομολογία), συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αιτήσεως για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία υποδηλώνεται με την κατάρτιση και παράδοση ή αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνη η υπογραφή του ασφαλιστή.

Β).Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της επίδικης αδικοπραξίας (17.11.2020) ορίζεται στην παρ. 2 αυτού ότι « 2. Απαγορεύεται η οδήγηση μοτοποδηλάτων και ελαφρών τετρακύκλων, μοτοσικλετών, μηχανοκίνητων τρικύκλων, τετρακύκλων και αυτοκινήτων: α) Από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τα πρόσωπα, τα οποία εκπαιδεύονται ή εξετάζονται προκειμένου να αποκτήσουν ή ανανεώσουν συγκεκριμένης κατηγορίας άδεια οδήγησης, εφόσον είναι εφοδιασμένα με τα κατά νόμο προβλεπόμενα έγγραφα για τον σκοπό αυτόν….3. Δεν υπάγονται στις απαγορεύσεις της περ. α` της παρ. 2 του παρόντος και εφόσον έχουν συμπληρώσει την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία που προβλέπεται για τη χορήγηση ελληνικής άδειας οδήγησης: α. Οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης, αντίστοιχης κατηγορίας, η οποία έχει εκδοθεί από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τα κράτη Νορβηγία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν, β. Οι κάτοχοι ισχύουσας διεθνούς άδειας οδήγησης η οποία έχει εκδοθεί από οποιοδήποτε κράτος, εκτός της Ελλάδος, και δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα, γ. Οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί από κράτη εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο και οι οποίοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα, δ. Οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που έχουν κυρωθεί με νόμο και οι οποίοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα, ε. Οι οδηγοί μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών, μηχανοκίνητων τρικύκλων, τετρακύκλων και αυτοκινήτων, τα οποία ανήκουν στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ή στα σώματα ασφαλείας, εφόσον είναι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες τους. στ. Τα μέλη διπλωματικών αποστολών και προξενικών αρχών, καθώς και τα μέλη Διεθνών Οργανισμών και Γραφείων Διεθνών Οργανισμών στην Ελλάδα ως και τα μέλη των οικογενειών τους, υπήκοοι τρίτων χωρών, πλην των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Νορβηγίας, της Ισλανδίας ή του Λιχτενστάιν, και κάτοχοι Δελτίου Ταυτότητας εκδοθέντος από τη Διεύθυνση Εθιμοτυπίας του Υπουργείου Εξωτερικών, εφόσον κατέχουν ισχύουσα άδεια οδήγησης της χώρας τους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή συνοδεύεται από βεβαίωση της εκδούσας αρχής, για το δικαίωμα οδήγησης οχήματος βάσει των κατηγοριών που κατέχουν, επίσημα μεταφρασμένης, ζ. Οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών, μηχανοκίνητων τρικύκλων, τετρα-κύκλων και επιβατικών αυτοκινήτων που δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα και η οποία άδεια έχει εκδοθεί από κράτος στο οποίο δεν εκδίδεται διεθνής άδεια οδήγησης. Για την οδήγηση των υπόψη οχημάτων από τους ανωτέρω απαιτείται η κατοχή ισχύουσας εθνικής άδειας των αντίστοιχων κατηγοριών υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από επίσημη μετάφρασή της στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα.

Γ) Επί του θέματος κατά πόσο ισχύουν στην Ελλάδα διεθνείς και εσωτερικές άδειες οδήγησης που έχουν εκδοθεί από αλβανικές αρχές, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Με τον Νόμο 4657/2020 (ΦΕΚ 19/Α/31-1-2020), ο οποίος ήταν σε ισχύ όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση 1981/2020, (27.05.2020) και επομένως αποτελεί εφαρμοστέο δίκαιο από το παρόν δικαστήριο (άρθρ. 533 παρ. 2 ΚΠολΔ) στην κρινόμενη υπόθεση, κυρώθηκε και απέκτησε την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος, η Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αλβανίας για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδήγησης που υπογράφηκε στο Σούνιο στις 11 Μαΐου 2018, το πρωτότυπο κείμενο της οποίας έχει ως εξής: [άρθρο 1]: Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα ανταλλάσσει ισχύουσες άδειες οδήγησης…., οι οποίες έχουν εκδοθεί από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία αυτού, σε περίπτωση κατόχων αδειών οδήγησης στους οποίους έχει παρασχεθεί συνήθης διαμονή στο έδαφος του αντίστοιχου Συμβαλλόμενου Μέρους. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα αναγνωρίζουν για οδήγηση στο έδαφός τους επίσης τις εθνικές άδειες οδήγησης οι οποίες εκδίδονται από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος εντός της περιόδου ισχύος αυτών, εκτός αν πληρούνται οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου., [άρθρο 2]: Η άδεια οδήγησης, η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους θα πάψει να ισχύει για την οδήγηση στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους από την ημερομηνία κατά την οποία αποκτά ο κάτοχος αυτής της άδειας οδήγησης συνήθη διαμονή στο εν λόγω άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος., [άρθρο 3]: Για τους σκοπούς της παρούσας Συμφωνίας, ο όρος «συνήθης διαμονή» θα έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από την αντίστοιχη εθνική νομοθεσία των Συμβαλλομένων Μερών. [άρθρο 4]: Εάν ο κάτοχος μιας άδειας οδήγησης που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές ενός Συμβαλλόμενου Μέρους αποκτήσει συνήθη διαμονή στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, οι αρμόδιες αρχές του άλλου αυτού Συμβαλλόμενου Μέρους θα ανταλλάξουν την άδεια χωρίς να ζητήσουν τη διεξαγωγή θεωρητικών και πρακτικών δοκιμασιών. Οι αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, οι οποίες προβαίνουν στην ανταλλαγή θα ζητήσουν ιατρικό πιστοποιητικό που αποδεικνύει ότι ένα πρόσωπο είναι ικανό από ιατρικής απόψεως για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος ή συνδυασμού οχημάτων συγκεκριμένης κατηγορίας. Για την υλοποίηση της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου, οι κάτοχοι των αδειών οδήγησης πρέπει να έχουν την ηλικία η οποία προβλέπεται από την αντίστοιχη εθνική νομοθεσία των Συμβαλλομένων Μερών για την έκδοση της κατηγορίας για την οποία ζητούν την ανταλλαγή. [άρθρο 5]: Κατά τη στιγμή της ανταλλαγής των αδειών οδήγησης, οι ισοδύναμες κατηγορίες αδειών οδήγησης των συμβαλλομένων μερών θα αναγνωρίζονται βάσει τεχνικών πινάκων ισοδυναμίας που επισυνάπτονται στην παρούσα Συμφωνία και συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Οι εν λόγω πίνακες μαζί με έναν κατάλογο δειγμάτων αδειών οδήγησης θα συνιστούν τα τεχνικά Παραρτήματα 1 και 2 της παρούσας Συμφωνίας. Οι αλλαγές σε αυτά τα Παραρτήματα μπορούν να συμφωνηθούν εγγράφως μεταξύ των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλομένων Μερών. [άρθρο 6]: Οι αρμόδιες αρχές για την ανταλλαγή αδειών οδήγησης και την επαλήθευση είναι οι εξής: Α)….στην Ελληνική Δημοκρατία: το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών – Διεύθυνση Οδικής Κυκλοφορίας και Ασφάλειας και οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Μεταφορών και Επικοινωνιών των Περιφερειών….Β) στη Δημοκρατία της Αλβανίας: το Υπουργείο Υποδομών και Ενέργειας – Γενική Διεύθυνση Υπηρεσιών Οδικών Μεταφορών, [άρθρο 8]: Στη διάρκεια της διαδικασίας ανταλλαγής των αδειών οδήγησης, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Μερών θα αποσύρουν τις άδειες οι οποίες πρέπει να ανταλλαχθούν και θα τις επιστρέφουν απευθείας στις αρμόδιες αρχές του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους μαζί με έναν κατάλογο των αδειών.

Δ) Με το άρθρο 17 Ν. 3557/2007 (Φ.Ε.Κ. 100/14.5.2007), που ισχύει για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι από 14.5.2007 και μετά, καταργήθηκε η υπ’ αριθμόν…. /../1978 απόφαση του υπουργού Εμπορίου (Φ.Ε.Κ……,τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) – η οποία όριζε ότι «Αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι 1., 2., 3., 4., 5.., 6. Υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου και δια την κατηγορίαν του οχήματος το οποίο οδηγεί προβλεπομένην άδειαν οδηγήσεως. 7…»-. ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ιδίου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β` στο Π.Δ/γμα 237/1986 (που κωδικοποίησε το Ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης»), το οποίο ορίζει ότι: 1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999, Φ.Ε.Κ. 57 Α`), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικώς πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαιρέσεως από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 6β` παρ. 2 του ιδίου ως άνω Π.Δ/γματος). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 173 Α.Κ. κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά δε το άρθρο 200 Α.Κ., οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (βλ. και Γ. Μεντή στη Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα (Σ.Ε.Α.Κ.), I (2010), άρθρο 200, αρ. 4 επ., σελ. 371 επ., αρ. 23, σελ. 376, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία και θεωρία). Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο συμβατικός όρος μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή περί αποκλειστικής ευθύνης του τελευταίου σε περίπτωση οδηγήσεως αυτοκινήτου χωρίς την προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. (Α.Π. 958/2015 Ε.Εμπ.Δ. 2015.649, Α.Π. 584/2014, Α.Π. 1220/2001 ΕλλΔνη 2002.162, Α.Π. 536/1988). Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγουμένων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικώς στα πλαίσια της σχέσεώς του με τον ασφαλισμένο (άρθρο 6β` παρ. 3 του ιδίου ως άνω Π.Δ/γματος). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι όταν υπάρχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή απέναντι στον ασφαλισμένο, ο πρώτος δύναται να μετακυλίσει στο δεύτερο τη ζημία του τρίτου, αφού ικανοποιήσει τον τελευταίο. Δεν απαλλάσσεται, συνεπώς, ο ασφαλιστής απέναντι στον τρίτο και υπεισέρχεται στη θέση του ο ασφαλισμένος, ο οποίος κατά κανόνα ήδη ευθύνεται από την εις βάρος του τρίτου αδικοπραξία. Η μετακύλιση αυτή επιδιώκεται μέσω της αναγωγής. Η δυνατότητα αναγωγής στις περιπτώσεις συνδρομής λόγου απαλλαγής του ασφαλιστή απέναντι στον ασφαλισμένο, θεμελιώνεται στο άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 (ήδη Π.Δ/γματος 237/1986) σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες στο προαναφερόμενο άρθρο 6β` του Π.Δ/γματος 237/1986 εξαιρέσεις της παραγράφου 1 και την παράγραφο 3 αυτού. Όπως προαναφέρθηκε, επί ασφαλιστικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί μετά τις 14.5.2007, οι όροι απαλλαγής που προβλέπονται στο ανωτέρω άρθρο, ισχύουν πλέον εκ του νόμου, στη μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλιζομένου σχέση, ανεξάρτητα αν αυτοί έχουν περιληφθεί ή όχι στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και δεν απαιτείται πλέον να υπάρχει συμβατικό υπόβαθρο, όπως για τις περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 25 της αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978, η οποία εφόσον βρισκόταν εκτός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, ήταν ανίσχυρη και έπρεπε οι περιεχόμενες στην ως άνω διάταξη απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή, να συμπεριληφθούν, ως συμβατικοί όροι, στην ασφαλιστική σύμβαση (είτε με την ενσωμάτωσή τους σ’ αυτή είτε με την παραπομπή αυτής στους όρους της ως άνω υπουργικής αποφάσεως), προκειμένου να αποκτήσουν αυτές συμβατική ισχύ και να επέλθει έτσι και η απαλλαγή του ασφαλιστή και σε περίπτωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου ο τελευταίος να έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, για να αιτηθεί ό,τι κατέβαλε γι’ αποζημίωση προς ικανοποίηση του τρίτου παθόντος. Επομένως υπό το νέο δίκαιο δεν εξετάζεται πλέον ούτε έχει αξία αν οι επιτρεπόμενες και μόνο από το νόμο εξαιρέσεις κατέστησαν ή όχι περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως όπως τούτο συνέβαινε υπό το παλαιό δίκαιο (πριν από το Ν. 3557/2007), οπότε ο εναγόμενος λήπτης της ασφαλίσεως ή ασφαλισμένος αμφισβητούσε ότι η επικαλούμενη από τον ασφαλιστή εξαίρεση κατέστη περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως (Εφ.ΑΘ. 632/2014, Αθ. Κρητικού, ό.π., παρ. 28, αρ. 3, σελ. 167-168). Η συνομολόγηση του όρου αυτού, όπως προαναφέρθηκε, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει το ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει από αυτόν ότι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας που έχει υποστεί (Α.Π. 1031/2018, Α.Π. 450/2018, Α.Π. 564/2014, Α.Π. 230/2008, Α.Π. 1011/2004 Ε.Εμπ.Δ. 2005.85, Α.Π. 525/2004, Α.Π. 426/2002 Ε.Εμπ.Δ. 2004.111, Α.Π. 843/2001). Έτσι, ακόμη και όταν συντρέχει κάποια προβλεπόμενη από το νόμο εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει το ζημιωθέντα τρίτο, μη δυνάμενος να αντιτάξει κατ’ αυτού ενστάσεις απορρέουσες από την ασφαλιστική σύμβαση, διατηρεί όμως το δικαίωμα, κατ’ άρθρο 927 Α.Κ., να στραφεί κατά του ασφαλισμένου αναγωγικώς, απαιτώντας ότι κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο. Παθητικά υποκείμενα του ως άνω δικαιώματος αναγωγής είναι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο αντισυμβαλλόμενος και ο ασφαλισμένος (Α.Π. 1497/2014 Χρ.Ιδ.Δ. 2015.213, Α.Π. 736/2014 Α.Π. 1718/2002, πρβλ. Αθ. Κρητικού, Οινόπνευμα, Ναρκωτικά και Φάρμακα ως αιτίες αυτοκινητικών ατυχημάτων, 2007, αρ. 429, σελ. 188 -189) δεδομένου ότι στο νόμο δεν γίνεται καμία διάκριση. Κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου εκ των προσώπων αυτών, έναντι του ασφαλιστή (Α.Π. 1680/2017, Α.Π. 1673/2017, Α.Π. 1497/2014 Χρ.Ιδ.Δ. 2015.213, Α.Π. 1451/2009, Α.Π. 2277/2009). Το δικαίωμα της αναγωγής ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος (ΕφΑθ 3133/2024, ΕφΑΘ 2518/2023, ΕφΑΘ 6235/2022, ΤΝΠ Νόμος).

Ε. Επίσης, από τη διατύπωση της περ. α` της παρ.1 του άρθρου 6β` Π.Δ/γματος 237/1986 προκύπτει ότι για την εφαρμογή της δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτουμένης αδείας οδηγήσεως και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος, αρκεί δε μόνο το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού. Συνεπώς, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητος οδηγήσεως ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της αδείας αυτής και του ατυχήματος (Α.Π. 450/2018, Α.Π. 352/2017, Α.Π.· 71/2017 Ε.Συγκ.Δ. 2017.220, Α.Π. 324/2016 Ε.Συγκ.Δ. 2017.23 – από το συσχετισμό μεταξύ τους των τριών περιπτώσεων εξαιρέσεως προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋποθέσεως για τη συγκρότηση των λόγων εξαιρέσεως, μόνο στις περιπτώσεις β’ και γ’, όχι όμως και στην περίπτωση α’, δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται αδείας ικανότητος οδηγήσεως για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί (βλ. Α.Π. 474/2017 και αναλυτικά ΑΘ.Κρητικός, ό.π., τόμος II, παρ.28 αρ.55 επ.).

V. Από όλα γενικά τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 α ΚΠολΔ. είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε για το ένδικο ατύχημα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, ως δικαστικά τεκμήρια (Α.Π. 1804/2014, Α.Π. 1503/ 2009, Α.Π. 1974/2008, Α.Π. 1201/2007, Εφ.ΑΘ. 4603/2012, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο, για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς (ΑΠ 342/2016, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 751/ 2014, ΑΠ 256/2013, ΑΠ 122/2013, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ) σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπ’ όψιν από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αριθμ. 58934191 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο παραδόθηκε στον ασφαλισμένο – λήπτη της ασφάλισης – πρώτο εναγόμενο, (με το ειδικό σήμα ασφάλισης) χωρίς ο τελευταίος από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο να προκύπτει ότι εναντιώθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε κάποιον από τους όρους του, το με αριθμ. κυκλ. ΥΝΝ 5025 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ανωτέρω εναγομένου ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 489/1976, ασφαλισμένο (με ενεργό σύμβαση) για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία για το από 4.10.2018 έως 4.04.2019 χρονικό διάστημα. Εντός της αναγραφομένης στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο διάρκειας ισχύος του, το ως άνω (ασφαλιζόμενο) όχημα ενεπλάκη σε ατύχημα. Ειδικότερα, στις 21.02.2019 και περί ώρα 02:49 πμ στην τοποθεσία Αγίων Αναργύρων αρ. 8 στον Πειραιά, προκλήθηκε από υπαιτιότητα της δεύτερης εναγομένης οδηγού και συζύγου του ιδιοκτήτη του ως άνω ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ο οποίος ήταν συνεπιβάτης στο όχημα, ατύχημα με συνέπειες: α) τον τραυματισμό του …………., οδηγού του με αριθμ. ………….. ΔΧΕ ταξί αυτοκινήτου (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), β) την πρόκληση υλικών ζημιών στο με αριθμ. κυκλοφορίας …….. ΔΧΕ – ταξί αυτοκίνητο και γ) την πρόκληση υλικών ζημιών στο με αριθμ. κυκλοφορίας …….. IXE αυτοκίνητο συνιδιοκτησίας ……… και ……….. Η δεύτερη εναγόμενη με δήλωσή της προς την ενάγουσα εταιρία παραδέχθηκε την αποκλειστική της υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος, όπως αποδεικνύεται από την υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος που προσκομίζεται. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, προς αποφυγή περαιτέρω εξόδων, κατέβαλε συμβιβαστικώς στους παθόντες: α) ………. το συνολικό ποσό των 19.650 ευρώ, σύμφωνα με τις υπ’ αριθμ. ……../24.4.2019, ………/30.5.2019 και ……../30.5.2019 αποδείξεις, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή του για υλικές ζημιές, απώλεια εσόδων και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό του και β) ………. και ………., το συνολικό ποσό των 2.519,68 ευρώ, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ………/24.4.2019 απόδειξη πληρωμής προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των υλικών ζημιών του αυτοκινήτου τους. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το ζημιογόνο με αριθμ. κυκλ. ………… ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 489/1976, ασφαλισμένο (με ενεργό σύμβαση) για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του, στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, δυνάμει του με αριθμ. ………… ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σύμφωνα με το οποίο και τους όρους ασφάλισης που αναφέρονται σε αυτό συμφωνήθηκε η ασφάλιση να διέπεται από τις διατάξεις της ισχύουσας ελληνικής νομοθεσίας, ήτοι του Ν. 4364/16, του Ν. 489/1976, ως εκάστοτε ισχύουν και του Ν. 2496/1997, καθώς και από τους Γενικούς Όρους, που βρίσκονταν αναρτημένοι στο site: ethniki-asfalistiki.gr. Ωστόσο, η δεύτερη εναγόμενη δεν κατείχε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος, την προβλεπόμενη υπό του νόμου κατάλληλη άδεια ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγούσε, αφού στερούταν ελληνικής άδειας ικανότητας οδήγησης κατάλληλης για αυτοκίνητα. Η ανωτέρω προσκομίζει με επίκληση σε φωτοτυπικό αντίγραφο την με αριθμό ……………. αλβανική άδεια οδήγησης για αυτοκίνητα με αναγραφόμενη διάρκεια ισχύος της από 12.12.2013 έως 11.12.2023 καθώς και τη με αριθμ. …………. Διεθνή ΄Αδεια οδήγησης της Αλβανικής Δημοκρατίας η οποία εκδόθηκε την 8.01.2019 και ισχύ μέχρι 07.01.2022, ισχυριζόμενη ότι λόγω της ισχύος αυτής, κατά το χρόνο του ατυχήματος (21.2.2019), καλύπτεται ασφαλιστικά για τις ζημίες που προκλήθηκαν στην ένδικη περίπτωση. Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας που προηγήθηκε, οι ανωτέρω άδειες οδήγησης έπαψαν να ισχύουν στην Ελλάδα από την ημερομηνία που η κάτοχός τους απέκτησε τη συνήθη διαμονή της στην ελληνική επικράτεια, κατά την έννοια του άρθρου 2 του Π.Δ 19/1995, γεγονός το οποίο έλαβε χώρα στις 13.03.2018, με την έκδοση της με αριθμό …………… άδειας διαμονής τύπου εξαρτημένης εργασίας στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, η οποία έληγε στις 12.03.2021. Να σημειωθεί δε ότι η τελευταία, δεν φρόντισε να ανταλλάξει την άδεια οδήγησης που είχε εκδοθεί από τις αλβανικές αρχές με την ελληνική άδεια οδήγησης, όπως όφειλε να πράξει, κατά την προβλεπόμενη στα άρθρα 4 επ. Ν. 4657/2020 διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, από τις 13.03.2018 κι εφεξής, η εναγόμενη, ως αλβανίδα υπήκοος, δεν επιτρεπόταν να οδηγεί στην Ελλάδα όχημα χωρίς να κατέχει ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 94 του ΚΟΚ, την οποία (ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας) δεν κατείχε κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος (21.2.2019). Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από το ότι η οδηγός μερίμνησε μεταγενέστερα για την έκδοση κατάλληλης ελληνικής άδειας οδήγησης, προσκομίζοντας αυτήν σε φωτοτυπικό αντίγραφο, επί της οποίας αναγράφεται ότι η διάρκεια ισχύος της είναι από 14.10.2019 έως 14.10.2034. Τούτο διότι η έκδοση της προβλεπόμενης από το νόμο ελληνικής άδειας οδήγησης δεν έχει αναδρομική ισχύ. Περαιτέρω, αλυσιτελώς, κατά τα προεκτεθέντα διατείνεται ο πρώτος εναγόμενος ότι η ενάγουσα εταιρία ουδέποτε του δήλωσε αδυναμία ασφάλισης και κάλυψής του εκ του ανωτέρω λόγου (ήτοι της έλλειψης ελληνικής άδειας οδήγησης) ενώ γνώριζε το είδος της άδειας που κατείχαν αυτοί που θα οδηγούσαν το όχημα και εισέπραττε κανονικά τα ασφάλιστρα. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, η αντιμετώπιση της περιπτώσεως ατυχήματος που προκλήθηκε από οδηγό ο οποίος στερείται ελληνικής άδειας ικανότητας οδηγού ρυθμίζεται υπό το σύγχρονο δίκαιο και δεν υπάρχει ζήτημα ερμηνείας της διατάξεως μέσω των ΑΚ 173 και 200 καθώς αυτές εφαρμόζονται όταν αντικείμενο ερμηνείας είναι σύμβαση και όχι διάταξη νόμου (όπως στην προκειμένη περίπτωση) ούτε εξάλλου τίθεται θέμα καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ασφαλιστικής εταιρίας αφού ο νόμος αναφέρει ρητώς ότι εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία γνώριζε κατά την κατάρτιση του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου ότι η σύζυγος του ιδιοκτήτη του ασφαλιστέου οχήματος δεν κατείχε την άδεια οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο ούτε είχε λόγο να ερευνήσει εάν την κατείχε ή όχι, αφού κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου που ασφαλίζεται μπορεί να είναι και κάποιος που δεν έχει λάβει άδεια οδήγησης ή κάποιο νομικό πρόσωπο, στο δε ανωτέρω αναφερόμενο ασφαλιστήριο δεν αναγράφεται η άδεια οδήγησης του πρώτου εναγομένου. Εξάλλου, δεν έχει νομική επιρροή για την εφαρμογή της περ. α΄της παρ. 1 του άρθρου 6β ΠΔ 237/1986 και αλυσιτελώς, κατά τα προεκτεθέντα, προβάλουν οι εναγόμενοι τον ισχυρισμό ότι η έλλειψη ελληνικής άδειας ικανότητας οδήγησης δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αμελή συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης ως οδηγού αλλά ούτε και συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του ατυχήματος, διότι η δεύτερη εναγομένη είχε ουσιαστικά την οδηγική ικανότητα.  Με τα δεδομένα αυτά, οι εναγόμενοι, λόγω των παραβάσεων των διατάξεων του νόμου και των γενικών όρων του με αριθμό 58934191 ασφαλιστήριου συμβολαίου δεν καλύπτονται ασφαλιστικά για το επίδικο ατύχημα και οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 22.169,68 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στους τρίτους ζημιωθέντες, δικαιούμενη να στραφεί αναγωγικώς κατ’ αυτών. Συνεπώς, πρέπει η ανωτέρω αγωγή να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν εις ολόκληρον να καταβάλουν στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την εξόφληση. Τέλος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων που χάνουν τη δίκη η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας εταιρίας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (αρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους εκκαλoύντες του παραβόλου της έφεσης, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ λόγω της, κατά τα ανωτέρω, παραδοχής της εφέσεώς τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την με αριθμ. 1981/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Δικάζει την από 4.09.2019 αγωγή .

Δέχεται την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν εις ολόκληρον να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων εκατόν εξήντα εννέα ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (22.169,68) με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει τους εναγόμενους – εκκαλούντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας – εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή στους εκκαλούντες του παραβόλου που κατέθεσαν κατά την άσκηση της έφεσης λόγω παραδοχής της έφεσής τους.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά  23.1.2026 χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ