ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 113/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη και Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα EΔ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά την ……….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Α. Των εκκαλούντων : 1) ……… και 2) Της ……….. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καλτσά (ΑΜΔΣΠ : ….).
Της εφεσίβλητης : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «. ……..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστύλο (ΑΜΔΣΑ : ……….).
Β. Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας : Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «……..», πρώην με την επωνυμία «……….» και διακριτικό τίτλο «…………» (υπ’ αριθ. …….. /10.06.2020 Ανακοίνωση Γ.Ε.ΜΗ.), η οποία εδρεύει στο …….. Αττικής, επί της οδού ……., με ΑΦΜ : …….. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το Ν. 4354/2015, δυνάμει της υπ’ αριθ. 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθ. 880/16.03.2017 ΦΕΚ (τ. Β΄)], ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στο …….. της Ιρλανδίας (…………. 1) με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιριών ……….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία (εταιρία ειδικού σκοπού), κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «………..», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……….., ΑΦΜ : ….. Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών και με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ………., όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία είχε καταστεί προγενέστερα καθολική διάδοχος της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» και το διακριτικό τίτλο «……….» (ΑΦΜ : ………. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ), λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της ως άνω νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας (άρθρο 16 του Ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59-74 του Ν. 4601/2019 – υπ’ αριθ. 31907 και 31909/20.03.2020 Ανακοινώσεις Γ.Ε.ΜΗ.), η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαστύλο (ΑΜΔΣΑ : ………).
Της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «……..», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………, ΑΦΜ : ……. Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. …………, νόμιμα εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», ΑΦΜ : …….., λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της πρώτης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας (άρθρο 16 του Ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59-74 του Ν. 4601/2019 – υπ’ αριθ. 31907 και 31909/20.03.2020 Ανακοινώσεις για καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.), πρώην με την επωνυμία «……….» (ΦΕΚ 8195/03.08.2012, Τεύχος Α.Ε. – Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ.), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση : 1) …………. και 2) …………, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 22-10-2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2019 και ειδικό …../2019 αγωγή τους, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με τη με αριθμό 934/2021 οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).
Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 6-7-2021 έφεσή τους, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../2021 και ειδικό …/2021 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2021 και ειδικό …/2021 για τη δικάσιμο της 12ης-1-2023, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 15ης-2-2024, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο.
Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………..» άσκησε την από 4-1-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της εφεσίβλητης και κατά των εκκαλούντων, η οποία κατατέθηκε με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2023 και ειδικό …./2023 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 15ης-2-2024, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο.
Στην τελευταία αυτή δικάσιμο η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλούντων, της εφεσίβλητης και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, αντιστοίχως.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση Α) η από 6-7-2021 έφεση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./2021 και ειδικό …/2021 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2021 και ειδικό …../2021 και Β) η από 4-1-2023 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2023 και ειδικό …../2023, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, αφού η έφεση και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση τελούν μεταξύ τους σε σχέση κυρίου και παρεπομένου, υπάγονται στην ίδια τακτική διαδικασία και γιατί έτσι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31 παρ. 1, 246, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τη με αριθμό …./10-1-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών . ….. και τη με αριθμό …./12-1-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………, που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15ης-2-2024, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (8-5-2025), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση – εφεσίβλητη και στον πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά νόμο (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) αντίκλητο των καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση – εκκαλούντων Γεώργιο Καλτσά (ΑΜΔΣΠ : ….) [άρθρα 126 παρ. 1 στοιχ. α και γ, 129 παρ. 1 ΚΠολΔ], αντιστοίχως. Στην τελευταία αυτή δικάσιμο (8-5-2025) όμως, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, η υπέρ ης και οι καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατατέθηκε δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο τους ότι επιθυμούν να δικαστούν χωρίς να παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και συνεπώς, ενόψει του ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο από το γραμματέα ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να δικαστούν ερήμην, εφόσον η απολειπόμενη υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και οι απολειπόμενοι καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση είχαν κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα να εμφανιστούν στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, κατά τα προεκτεθέντα (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. δ, 274 παρ. 2, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Η υπό κρίση έφεση των ηττηθέντων εναγόντων και ήδη εκκαλούντων κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 934/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου ανήκει το εκδώσαν την εκκαλουμένη απόφαση Πρωτοδικείο (άρθρα 19, 495, 498 ΚΠολΔ), ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του ένδικου δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 7-7-2021, ήτοι πριν από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρα 495, 499 ΚΠολΔ) στον πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά νόμο (άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) αντίκλητο των εναγόντων – εκκαλούντων Γεώργιο Καλτσά (ΑΜΔΣΠ : ……), που έλαβε χώρα την 9-7-2021 με παραγγελία της εναγόμενης – εφεσίβλητης, όπως προκύπτει από τη με αριθμό … Θ/9-7-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …….., και εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα την 7-5-2021 (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ). Για δε το παραδεκτό της εφέσεως έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (γ) ΚΠολΔ παράβολο ποσού 150,00 ευρώ (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : ……/7-7-2021 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με μνεία στο με αριθμό …../2021 e-παράβολο, ποσού 150,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρα 522, 524 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενη με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, κατά τα προεκτεθέντα.
IV. Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……….», με το από 4-1-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 4-1-2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ : …../4-1-2023) και επιδόθηκε στην υπέρ ης και στους καθ’ ων η πρόσθετη παρέμβαση την 10-1-2023 και την 12-1-2023, αντιστοίχως (σχετ. η με αριθμό …./10-1-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………… προς την υπέρ ης η παρέμβαση και η με αριθμό …./12-1-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ……… προς τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των καθ’ ων η παρέμβαση), άσκησε το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων (μεταξύ των οποίων και της ένδικης απαίτησης) της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………», η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….» – καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..», λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της πρώτης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας (άρθρο 16 του Ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59-74 του Ν. 4601/2019 – υπ’ αριθ. ……… και ………/20.03.2020 Ανακοινώσεις Γ.Ε.ΜΗ.) – κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, υπέρ και κατά της οποίας (ειδικής διαδόχου) ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ) και ζήτησε να απορριφθεί η ένδικη έφεση και να καταδικαστούν οι αντίδικοι της στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Η δε υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και είναι παραδεκτή και νόμιμη κατά τα άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, καθόσον η ισχύς της εκδοθησομένης απόφασης, δηλαδή το εξ αυτής δεδικασμένο, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια καταλαμβάνει και την ειδική διάδοχο μετά την εκκρεμοδικία, για λογαριασμό της οποίας ενεργεί (ΑΠ 1720/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την έφεση, κατά τα προεκτεθέντα.
V. Οι ενάγοντες στην από 22-10-2019 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ../2019 και ειδικό ……/2019 αγωγή τους, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθεταν ότι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006 απευθύνθηκαν προς την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………» και στο υποκατάστημα αυτής στη Δραπετσώνα, προκειμένου να λάβουν δάνειο, που θα εξυπηρετούσε την αγορά, την αποπεράτωση και τη βελτίωση μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας – διαμερίσματος του πρώτου (Α΄) πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στη θέση «……….», συνοικισμό Νεάπολης, της Περιφέρειας του Δήμου Νίκαιας Πειραιώς και επί της οδού ….., ότι καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγόμενης ως δανείστριας και των ίδιων ως δανειοληπτών την 13-9-2006 οι με αριθμό … και …. συμβάσεις στεγαστικού δανείου σε ευρώ, ύψους 154.446,00 ευρώ και 15.000,00 ευρώ, αντιστοίχως, ότι ακολούθως και μετά από ένα χρόνο περίπου αδιάλειπτης αποπληρωμής των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων εκ μέρους τους και κατόπιν παρότρυνσης των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης, οι οποίοι κατά το χρόνο εκείνο προωθούσαν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, τα οποία διαφημίζονταν, όπως και από τις περισσότερες Ελληνικές Τράπεζες, ως προς το ανταγωνιστικό, χαμηλό και άρα συμφέρον επιτόκιο που εξασφάλιζαν, δηλαδή το επιτόκιο Libor, καταρτίστηκαν μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλόμενων την 19-6-2007 οι πρόσθετες πράξεις τροποποίησης των με αριθμό ………/13-9-2006 και …………../13-9-2006 συμβάσεων στεγαστικού δανείου, δυνάμει των οποίων συνομολογήθηκε η μετατροπή του τότε υφιστάμενου άληκτου κεφαλαίου κάθε δανείου από ευρώ σε ελβετικά φράγκα και δη ποσού 151.492,80 ευρώ και 14.736,70 ευρώ σε 252.174,91 CHF και 24.554,29 CHF, αντιστοίχως, κατά τους όρους και τις ειδικότερες συμφωνίες που περιλαμβάνονταν στις δανειακές συμβάσεις και τις πρόσθετες πράξεις, ότι τα δάνεια συμφωνήθηκαν συνολικής διάρκειας 221 μηνών αρχής γενομένης από το μήνα Ιούλιο 2007, ότι ειδικότερα το ποσό του πρώτου δανείου συμφωνήθηκε να εκτοκίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2007 μέχρι την 31-7-2007 και για τους επόμενους 24 μήνες το επιτόκιο συμφωνήθηκε σταθερό ανερχόμενο σε 2,20% και μετά τη λήξη της προηγούμενης περιόδου συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και θα ισούται με το εκάστοτε LIBOR μηνός, όπως αυτό καθορίζεται 2 εργάσιμες ημέρες πριν τη λήξη του προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 1,25%, ότι το ποσό του δεύτερου δανείου συμφωνήθηκε να εκτοκίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από την 1-7-2007 μέχρι την 31-7-2007 το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και θα ισούται με το LIBOR μηνιαίας διάρκειας, όπως αυτό θα ισχύει 2 εργάσιμες ημέρες πριν τη λήξη της προηγούμενης περιόδου, προσαυξημένο κατά 1,50% και μετά τη λήξη της προηγούμενης περιόδου και για κάθε εφεξής μήνα, το επιτόκιο θα ισούται με το εκάστοτε LIBOR μηνιαίας διάρκειας, το οποίο θα ισχύει 2 εργάσιμες ημέρες πριν τη λήξη του προηγούμενου μήνα , προσαυξημένο κατά 1,50%, ότι τα ποσά των δανειακών συμβάσεων μετατράπηκαν από ευρώ σε ελβετικό φράγκο, τα οποία τους μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα, χωρίς στην πραγματικότητα να λάβουν κανένα ποσό συναλλάγματος, ανεξάρτητα από τη μετατροπή που έκανε η τράπεζα στην αντίστοιχη ισοτιμία συναλλάγματος, μόνο λογιστικά, ότι κατά την ημερομηνία μετατροπής (28-6-2007) η ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ευρώ ανερχόταν σε 1,66 περίπου, ενώ από το έτος 2010, λόγω της ραγδαίας και απρόβλεπτης υποτίμησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, υπήρξε δραματική μεταβολή της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων με σημαντική υποχώρηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, η οποία προοδευτικά μέχρι και τις αρχές του έτους 2015 άγγιξε ποσοστιαία το 57%, καθώς την 1 Ιανουαρίου 2009 η ισοτιμία αυτή ανερχόταν σε 1,48 περίπου, την 1 Ιανουαρίου 2012 σε 1,21 και το μήνα Φεβρουάριο 2015 σε 1,05 και ήδη σήμερα σε 1,081 περίπου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική επιβάρυνσή τους και ειδικότερα, ενώ οι μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις κατά τη διάρκεια των ετών 2009 και 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.020,00 ευρώ και των 110,00 ευρώ περίπου αντιστοίχως, από το έτος 2011 αυξήθηκαν σταδιακά και το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.370,00 ευρώ για το πρώτο δάνειο και το μήνα Αύγουστο του έτους 2013 διαμορφώθηκε στο ποσό των 135,00 ευρώ για το δεύτερο δάνειο, αντιστοίχως, οι δε υπάλληλοι της εναγόμενης συνέχιζαν να τους καθησυχάζουν ότι η αύξηση των δόσεων εξαιτίας της αλλαγής της ισοτιμίας ήταν κάτι παροδικό, καθώς και ότι προς το σκοπό ρύθμισης της οφειλής τους οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να υπογράψουν τις αναφερόμενες στην αγωγή πρόσθετες πράξεις αναγνώρισης του εκάστοτε υπολοίπου των δανείων, προκειμένου να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τα επίδικα δάνεια. Ακόμα, ισχυρίζονταν ότι οι όροι των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων ήταν προδιατυπωμένοι και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, ότι σύμφωνα με τα οριζόμενα στον όρο 7α των δανεικών συμβάσεων ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, ενώ σύμφωνα με τα οριζόμενα στον όρο 9 των δανειακών συμβάσεων, σε περίπτωση καταγγελίας, η Τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης που ισχύει κατά την ημέρα της καταγγελίας, ότι οι υπάλληλοι της δανείστριας τράπεζας εκμεταλλευόμενοι την απειρία τους για τα οικονομικά δεδομένα που αφορούν στις αγορές συναλλάγματος, ενόψει του ότι ο πρώτος ενάγων είναι απόφοιτος Γυμνασίου και η δεύτερη ενάγουσα είναι απόφοιτη ιδιωτικής σχολής (ΙΕΚ), τους έπεισαν με παραπλανητικό τρόπο να προβούν στην κατάρτιση των επίδικων πρόσθετων πράξεων τροποποίησης, παρά τη σαφή βούλησή τους να προβούν στη σύναψη απλού τοκοχρεωλυτικού δανείου αγοράς κατοικίας, αφού ουδείς λόγος συνέτρεχε να συμβληθούν στις εν λόγω δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο, καθόσον δεν διέθεταν και δεν επρόκειτο να αποκτήσουν εισοδήματα σε ελβετικό φράγκο, ούτε και είχαν πρόθεση να διοχετεύσουν τα ποσά των δανείων σε συναλλαγή σε ελβετικά φράγκα, ότι η μετατροπή των επίδικων δανειακών συμβάσεων σε ελβετικά φράγκα υποδείχθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της δανείστριας τράπεζας ως συμφέρουσα, αφού θα τους εξασφάλιζε χαμηλό επιτόκιο και ως εκ τούτου χαμηλότερη επιβάρυνση των μηνιαίων δόσεων, χωρίς οι τελευταίοι να τους επισημάνουν τον κίνδυνο μεταβολής του ποσού των δανείων ενόψει ενδεχόμενης μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ότι η μετατροπή των δανειακών συμβάσεων, ως προς την οποία δεν προτάθηκε σ’ αυτούς κανένα πρόγραμμα αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου, μολονότι η εναγόμενη διέθετε τέτοιο πρόγραμμα, οδήγησε σε φανερή δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, αφού για δάνειο ποσού 252.174,91 ελβετικών φράγκων και 24.554,29 ελβετικών φράγκων, ήτοι 151.492,80 ευρώ και 14.736,70 ευρώ αντιστοίχως κατά το χρόνο μετατροπής (28-6-2007), εξακολουθούσαν να οφείλουν την 8-8-2019 το ποσό των 211.458,85 ευρώ και των 14.674,45 ευρώ, ήτοι 211.458,85 ελβετικά φράγκα και 14.674,45 ελβετικά φράγκα (τρέχουσα ισοτιμία = 1,000) αντιστοίχως και ενώ έχουν μεσολαβήσει 12 έτη αδιάλειπτης καταβολής εκ μέρους τους έστω και δυνάμει ρυθμίσεων, ότι οι υπάλληλοι της εναγόμενης δεν τους ενημέρωσαν για τους πιθανούς κινδύνους από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, αλλά και για τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα επέφερε η ενδεχόμενη αποδυνάμωση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, τόσο στη μηνιαία δόση όσο και στο υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου των δανείων, ότι κατόπιν έρευνας του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, στον οποίο απευθύνθηκαν το έτος 2019, αντιλήφθηκαν ότι η εναγόμενη τους είχε επιρρίψει τον κίνδυνο αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ελβετικού φράγκου και ευρώ, η οποία είχε αλλάξει υπέρ του ελβετικού φράγκου, κατά τα προαναφερθέντα, με αποτέλεσμα την εκτίναξη της οφειλής τους, ότι σε εκείνο το χρονικό σημείο αντιλήφθηκαν ότι η εναγόμενη, μέσω των υπαλλήλων της, τους είχε παρασύρει στην υπογραφή των ανωτέρω πρόσθετων πράξεων τροποποίησης των ένδικων δανειακών συμβάσεων, χωρίς να τους επισημάνει, όπως όφειλε, ότι το άληκτο κεφάλαιο της οφειλής τους θα υπολογιζόταν με βάση την τρέχουσα ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής και όχι κατά το χρόνο της μετατροπής, αλλά και με δόσεις που δεν ήταν αρχικώς προκαθορισμένες, όπως είχε υπονοηθεί κατά τη μετατροπή του άληκτου κεφαλαίου των δανείων από ευρώ σε ελβετικά φράγκα, αλλά ήταν αόριστες και απροσδιόριστες, εξαρτώμενες πλήρως από τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά το χρόνο της καταβολής τους, ότι, εάν οι ίδιοι (ενάγοντες) γνώριζαν όλους τους κινδύνους που εγκυμονούσε η μετατροπή του νομίσματος των δανειακών συμβάσεων και κυρίως η μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου στους ίδιους, δεν θα προέβαιναν στην κατάρτιση των ένδικων πρόσθετων πράξεων τροποποίησης των δανειακών συμβάσεων, αφού οι δανειακές συμβάσεις, μετά τη μετατροπή του νομίσματος από ευρώ σε ελβετικά φράγκα σε εκτέλεση των ένδικων πράξεων τροποποίησής τους, φέρουν πλέον τα χαρακτηριστικά της παροχής επενδυτικού προϊόντος, ενόψει του ότι συνδέουν την οφειλή τους με τη διεθνή αγορά συναλλάγματος, χωρίς να υφίστανται βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος εκ μέρους της εναγόμενης και χωρίς να δύνανται αυτοί να καταβάλουν σε αυτούσιο συνάλλαγμα τις οφειλόμενες δόσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, προσδιορίζονταν στο ισάξιο σε ευρώ ποσό με βάση την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία αυτού προς το ελβετικό φράγκο, καθώς και ότι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί οι όροι 7α και 9 των επίδικων συμβάσεων, οι οποίοι είχαν προδιατυπωθεί από την εναγόμενη και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και οι οποίοι προέβλεπαν την υποχρέωση του δανειολήπτη προς εξόφληση του χορηγηθέντος σε συνάλλαγμα δανείου, είτε στο νόμισμα χορήγησης, είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, καθώς και το δικαίωμα της τράπεζας, σε περίπτωση καταγγελίας δανειακής σύμβασης, να μετατρέψει το υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου του δανείου σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης που ισχύει κατά την ημέρα της καταγγελίας. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησαν, όπως εκτιμάται το δικόγραφο : Α) κατά την κύρια βάση της αγωγής τους, να αναγνωριστεί ότι οι μεταξύ εκείνων και της εναγόμενης από 19-6-2007 πρόσθετες πράξεις τροποποίησης των ένδικων συμβάσεων στεγαστικού δανείου είναι ανύπαρκτες και ανενεργείς, καθώς ουδέποτε έλαβε χώρα, κατά τη συναλλακτική τους σχέση, μεταβίβαση της κυριότητας και παράδοση του δανεισθέντος ποσού των ελβετικών φράγκων, όπως απαιτείται με βάση τον παραδοτικό (re καταρτιζόμενο) χαρακτήρα των δανειακών συμβάσεων, αφού κάθε οφειλή τους σε ελβετικό φράγκο προέκυψε μόνο εικονικά και λογιστικά και όχι από πραγματική μεταβίβαση του ποσού αυτού, με συνέπεια να μη θεμελιώνεται καμιά νόμιμη αξίωση της εναγόμενης σε βάρος τους για επιστροφή του συνολικού ποσού των 252.174,91 ελβετικών φράγκων και των 24.554,29 ελβετικών φράγκων, αντιστοίχως. Β) Επικουρικά: 1) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες οι ίδιες συμβάσεις : i) ως αντίθετες σε ισχύουσες απαγορευτικές διατάξεις νόμου κατά το άρθρο 174 ΑΚ και συγκεκριμένα στο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2842/2000, ένεκα της παράνομης επίρριψης στους ενάγοντες του συναλλαγματικού κινδύνου και ii) κατά το άρθρο 372 ΑΚ, ενόψει του ότι, με βάση τους ως άνω όρους των συμβάσεων, είχε ανατεθεί στην απόλυτη κρίση της εναγόμενης ο προσδιορισμός του ποσού, που όφειλαν κάθε φορά οι ενάγοντες, από τη διαφορά ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων, με βάση την τιμή, που η ίδια όριζε μονομερώς ως τιμή αγοράς/πώλησης συναλλάγματος, με αποτέλεσμα, παρά το ότι οι ενάγοντες έλαβαν ένα συγκεκριμένο ποσό δανείου, να υποχρεώνονται να επιστρέψουν στην εναγόμενη για την απόσβεση της οφειλής τους συνολικό ποσό, το ύψος του οποίου θα επηρεάζεται από την απόλυτη κρίση της εναγόμενης, 2) άλλως, να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες οι ίδιες συμβάσεις λόγω ακυρότητας των υπ’ αριθμ. 7α και 9 όρων των επίδικων συμβάσεων στεγαστικού δανείου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο δικόγραφο, διότι τυγχάνουν αόριστοι, ασαφείς και ακατάληπτοι, άκυροι και καταχρηστικοί, εξαιτίας της ελλιπούς ενημέρωσης εκ μέρους της εναγόμενης, η οποία παραβίασε εξ υπαιτιότητάς της τις επιβαλλόμενες από την ΠΔΤΕ 2501/2002 υποχρεώσεις της, όπως λεπτομερώς αναλύονται στο δικόγραφο, και της σημαντικής διατάραξης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των εναγόντων ως συμβαλλόμενων στις παραπάνω συμβάσεις μερών σε βάρος τους, που οι όροι αυτοί επιφέρουν, κατά την παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, η ακυρότητά τους δε επιφέρει την ακυρότητα αμφότερων των ανωτέρω συμβάσεων κατά τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ειδικότερες συνθήκες της σύναψής τους, 3) επικουρικώς, να αναγνωριστεί η ακυρότητα των υπ’ αριθμ. 7α και 9 όρων των επίδικων συμβάσεων στεγαστικού δανείου, διότι τυγχάνουν αόριστοι, ασαφείς και ακατάληπτοι, per se άκυροι και καταχρηστικοί αυτοτελώς, εξαιτίας της ελλιπούς ενημέρωσης εκ μέρους της εναγόμενης, η οποία παραβίασε εξ υπαιτιότητάς της τις επιβαλλόμενες από την ΠΔΤΕ 2501/2002 υποχρεώσεις της, όπως λεπτομερώς αναλύονται στο δικόγραφο, και της σημαντικής διατάραξης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των εναγόντων ως συμβαλλόμενων στις παραπάνω συμβάσεις μερών σε βάρος τους, που οι όροι αυτοί επιφέρουν, κατά την παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, το δε κενό, που δημιουργείται από την ακυρότητα των υπ’ αριθμ. 7α και 9 όρων, θα πρέπει να πληρωθεί κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με την υποχρέωση της εναγόμενης να υπολογίζει τις καταβολές, που πραγματοποιούν οι ενάγοντες σε ευρώ, με τη συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο μετατροπής του άληκτου κεφαλαίου των δανείων, ήτοι 1,66, όπως ειδικότερα αναλύεται στο δικόγραφο, 4) να αναγνωριστεί η ακυρότητα του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 18-8-2011 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 17-11-2011 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 17-1-2013 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 27-9-2013 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 8-7-2014 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 2-2-2015 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 11-8-2015 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 27-6-2016 πρόσθετης πράξης τροποποίησης και του υπ’ αριθμ. 2 όρου παρ. 2 της από 6-8-2016 πρόσθετης πράξης τροποποίησης της με αριθμό …………../13-9-2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου και η ακυρότητα του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 19-11-2013 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 15-7-2014 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 11-8-2015 πρόσθετης πράξης τροποποίησης, του υπ’ αριθμ. 1 όρου παρ. 5 της από 27-6-2016 πρόσθετης πράξης τροποποίησης και του υπ’ αριθμ. 2 όρου παρ. 2 της από 6-8-2019 πρόσθετης πράξης τροποποίησης της με αριθμό ……./13-9-2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου, διότι η συνομολόγηση της συμβατικής αναγνώρισης της επίδικης οφειλής μετά την ανατροπή της συναλλαγματικής ισοτιμίας οδηγεί σε καταχρηστικό και άρα άκυρο περιορισμό των δικαιωμάτων προστασίας των εναγόντων ως καταναλωτών, λόγω αντίθεσης του σχετικού συμβατικού όρου στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994, 5) να υποχρεωθεί η εναγόμενη, κατόπιν της διάγνωσης της ακυρότητας των ανωτέρω όρων, να προβεί στο συνυπολογισμό όλων των χρεώσεων, ήτοι τόκων, δόσεων αλλά και καταβολών εκ μέρους των εναγόντων, που έχουν γίνει κατόπιν μετατροπής δυνάμει της ισοτιμίας ευρώ – ελβετικού φράγκου, με βάση την ισοτιμία μετατροπής (1,66) του άληκτου κεφαλαίου των δανείων, άλλως με βάση το ποσό των Ευρώ που εκταμιεύτηκε και το συμβατικό επιτόκιο, 6) επικουρικώς, επειδή η εναγόμενη με την ανωτέρω συμπεριφορά της δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, ενήργησε αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, εξαπάτησε τους ενάγοντες και παραβίασε τις επιταγές που πηγάζουν από την ΠΔΤΕ 2501/2002 κεφ. Β΄ παρ. 2 περ. x&xi, την υποχρέωση ενημέρωσης και διαφώτισης εκ μέρους της δυνάμει των ΑΚ 288, 281 και την υποχρέωση πληροφόρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3606/2007 (ΟΔΗΓΙΑ 2004/39 – MiFID II), δεδομένου ότι η παρεχόμενη χρηματοπιστωτική υπηρεσία εκ μέρους της εναγόμενης ήταν ελαττωματική και επικίνδυνη για τα συμφέροντα του δανειολήπτη, τόσο λόγω των περιστάσεων σύναψης της συμβάσεως μετατροπής των δανείων (παράλειψη ενημέρωσης, αθέμιτη εμπορική πρακτική και παραπλάνηση, παραβίαση αρχής υπεύθυνου δανεισμού) όσο και λόγω της εν γένει ελαττωματικότητας της υπηρεσίας ή/και του χρηματοπιστωτικού προϊόντος (προϊόν δομημένο για να παράγει συναλλαγματικό κίνδυνο), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο, ζημίωσε παράνομα και υπαίτια τους ενάγοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 και του άρθρου 922 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 297 εδ. β ΑΚ και οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία τους και μάλιστα στο πλαίσιο της in natura αποκατάστασης της ζημίας με τη μορφή της ανενέργειας των συμβατικών όρων και των επιπτώσεων αυτών, ήτοι να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να καθοριστούν οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις επί τη βάσει της ισοτιμίας ευρώ-ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά την ημεροχρονολογία μετατροπής του άληκτου κεφαλαίου των επίδικων δανείων, ήτοι 1,66, 7) επικουρικώς, να αναγνωριστεί η ανενέργεια των συμβατικών όρων και των επιπτώσεων αυτών, ως μορφή άρσης και παράλειψης της προσβολής των εναγόντων από την εναγόμενη, ήτοι να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να καθοριστούν οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις επί τη βάσει της ισοτιμίας ευρώ – ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά την ημεροχρονολογία μετατροπής του άληκτου κεφαλαίου των επίδικων δανείων, ήτοι 1,66, σύμφωνα με τα άρθρα 288 ΑΚ, 914, 919, 922 ΑΚ, 8 του Ν. 2251/1994 και 297 ΑΚ σε συνδυασμό με τη γενικότερη αρχή από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, 8) επικουρικώς, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να άρει και να παραλείπει στο μέλλον την αθέμιτη συμπεριφορά της δια της ανενέργειας των συμβατικών όρων και των επιπτώσεων αυτών, ως μορφή άρσης και παράλειψης της προσβολής των εναγόντων από την εναγόμενη, ήτοι να καθοριστούν οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις επί τη βάσει της ισοτιμίας ευρώ-ελβετικού φράγκου που ίσχυε κατά την ημεροχρονολογία μετατροπής του άληκτου κεφαλαίου των επίδικων δανείων, ήτοι 1,66, κατά το άρθρο 9 θ παρ. 1 του Ν. 2251/1994, που προβλέπει την υποχρέωση άρσης και παράλειψης της προσβολής λόγω υιοθέτησης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο, 9) άλλως, να γίνει προσδιορισμός από το Δικαστήριο της παροχής των εναγόντων κατά δίκαιο τρόπο, ήτοι να προβεί στο συνυπολογισμό όλων των χρεώσεων, ήτοι τόκων, δόσεων αλλά και καταβολών εκ μέρους των εναγόντων, που έχουν γίνει κατόπιν μετατροπής δυνάμει της ισοτιμίας ευρώ – ελβετικού φράγκου, με βάση την ισοτιμία μετατροπής (1,66) του άληκτου κεφαλαίου των δανείων, άλλως με βάση το ποσό των Ευρώ που εκταμιεύτηκε και το αντίστοιχο συμβατικό επιτόκιο, 10) επικουρικώς, ενόψει του ότι με τέτοια μεταβολή της ισοτιμίας, εν προκειμένω, επήλθε μεταγενεστέρως μεταβολή των περιστατικών, στα οποία, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, που οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, όπως ειδικότερα αναλύεται στο δικόγραφο, ενώ από τη μεταβολή αυτή, η παροχή των εναγόντων, ενόψει και της αντιπαροχής, κατέστη υπέρμετρα επαχθής, να υποχρεωθεί η εναγόμενη, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ, να υπολογίσει τις απορρέουσες υποχρεώσεις των εναγόντων εκ των ένδικων συμβάσεων σε ευρώ, από το χρόνο μετατροπής και μεταβίβασης σε αυτούς των ποσών των δανείων έως και το τέλος της συμβατικής διάρκειας αυτών, κατά μετατροπή από το νόμισμα υπολογισμού (ελβετικό φράγκο), με σταθερή ισοτιμία, την ισοτιμία μετατροπής των ποσών, ήτοι 1,66, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου σε ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο, 11) άλλως, επειδή από την ανωτέρω μεταβολή των συνθηκών, η παροχή των εναγόντων, ενόψει και της αντιπαροχής, κατέστη υπέρμετρα επαχθής, σε βαθμό που δεν μπορεί να γίνει ανεκτός με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να υποχρεωθεί η εναγόμενη, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, να υπολογίσει τις απορρέουσες υποχρεώσεις των εναγόντων εκ των ένδικων συμβάσεων σε ευρώ, από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής έως και το τέλος της συμβατικής διάρκειας αυτών, κατά μετατροπή από το νόμισμα υπολογισμού (ελβετικό φράγκο), με σταθερή ισοτιμία, την ισοτιμία μετατροπής των ποσών, ήτοι 1,66, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου σε ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο. Τέλος, ζήτησαν να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη με αριθμό 934/2021 οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή στο σύνολό της, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την κρινόμενη από 6-7-2021 έφεσή τους για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της με σκοπό να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή τους.
Α.i. Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ τόσο οι νόμοι των κρατών μελών που θέτουν σε εφαρμογή Οδηγίες, αλλά και το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται με τρόπο που να καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό που η Οδηγία επιδιώκει (ΔΕΕ απόφαση της 05.10.2004, Pfeiffer, υπόθεση C-397/01, σκέψη 117: «το εθνικό δικαστήριο όταν εφαρμόζει διατάξεις του εθνικού δικαίου που σκοπούν στη μεταφορά της Οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο οφείλει να τις ερμηνεύσει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να τύχουν εφαρμογής σύμφωνης με τους σκοπούς της Οδηγίας αυτής» και σκέψη 119: «ένα εθνικό δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται διαφοράς ανακύπτουσας αποκλειστικώς μεταξύ ιδιωτών, υποχρεούται, κατά την εφαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου οι οποίες έχουν προσαρμοσθεί με σκοπό τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των υποχρεώσεων που προβλέπει η Οδηγία, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου και να τους ερμηνεύει, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος, καθώς και του σκοπού της Οδηγίας αυτής, προκειμένου να καταλήξει σε λύση σύμφωνη προς το σκοπό που αυτή επιδιώκει» (ΔΕΕ απόφαση της 24.05.2012, υπόθεση C-97/11, σκέψη 28, ΔΕΕ απόφαση της 24.01.2012, υπόθεση C-282/10, σκέψη 24).
ii. Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι συναλλαγών [ΓΟΣ] δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, σε βάρος του καταναλωτή (Ολ ΑΠ 15/2007 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, καταχρηστικοί ενδεικτικά είναι οι αναφερόμενοι εκεί τριάντα δύο [32] γενικοί όροι συναλλαγών. Οι αναφερόμενες ενδεικτικές περιπτώσεις των γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου, από το νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 (ΑΠ 1996/2010). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση, όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (ΑΠ 904/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ο νόμος δε 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5/4/1993, «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές».
iii. Ειδικότερα το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 05/04/1993, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του πολίτη, ως καταναλωτή, κατά την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών, εξέδωσε την Οδηγία 93/13/ΕΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, που συνάπτονται με καταναλωτές, ορίζει ότι: “Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας. Η έκφραση “νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου”, που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως”. Επιπροσθέτως, στη 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας αναφέρεται ότι: “Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες, που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα, ότι, γι’ αυτόν τον λόγο, η έκφραση “νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου”, που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, καλύπτει τους κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως”. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/13/ΕΚ, συμβατικοί όροι, οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με διατάξεις μιας χώρας-μέλους, εξ ορισμού, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα. Τούτο δε δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις, εξ ορισμού, δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.). Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι “δηλωτικοί”, μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε “νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου” να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι’ αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών. Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Κατά δε την άποψη της πλειοψηφίας της ΟλΑΠ 4/2019 (που επιλήφθηκε επί του θέματος προκειμένου να άρει τη νομολογιακή διχοστασία των δικαστηρίων της ουσίας), παρότι δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εντούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι τούτη ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. Και τούτο διότι, πάντα κατά την άποψη της πλειοψηφίας της ΟλΑΠ 4/2019, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/94: “Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται”. Ήδη επί του θέματος αυτού επελήφθη το ΔΕΕ κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (υπ’ αριθμ. 1599/2020 απόφαση), από το οποίο εκδόθηκε η από 21-12-2021 απόφαση του (υπόθεση C 243/2020), που έκρινε ότι η εξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή της Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ακόμη και αν μια τέτοια εξαίρεση δεν έχει συμπεριληφθεί τυπικά στην έννομη τάξη κράτους μέλους (δηλαδή ακόμη και αν μια τέτοια εξαίρεση δεν έχει συμπεριληφθεί ρητά στον τότε ισχύοντα Ν. 2251/1994). Περαιτέρω, η αρχή της διαφάνειας των συμβατικών όρων, που χωρίς διαπραγμάτευση εντάσσονται στη σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, διακηρύσσεται στην 20η αιτιολογική σκέψη και προκύπτει από τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 εδαφ. α της Οδηγίας 93/13. Στο εσωτερικό δίκαιο η ίδια αρχή περιέχεται στο άρθρο 2 παρ. 2 εδαφ. α και 2 παρ. 7 περ. ε και ια ν. 2251/1994. Η αρχή αυτή αποτελεί εκδήλωση του προτύπου πληροφόρησης, που ενισχύει την προσωπική ευθύνη του καταναλωτή για τη συμβατική επιλογή του με την παροχή σε αυτόν προστασίας εμφανιζόμενης υπό τη μορφή της εξασφάλισης ενός επιπέδου πληροφόρησης, το οποίο θα καθιστά τον ίδιο υπεύθυνο φορέα λήψης αποφάσεων εντός μιας αγοράς όπου λειτουργούν οι κανόνες του ανταγωνισμού. Το συγκεκριμένο πρότυπο πληροφόρησης κατά τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. έχει ως αποδέκτη το μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (απόφαση ΔΕΕ της 30ης Απριλίου 2014 26/13, σκέψη 74). Υπό το πρίσμα αυτό εξεταζόμενη η επιβολή συγκεκριμένων συμβατικών όρων μέσω μίας επέμβασης προκαλούμενης από την υπαγωγή της υπόθεσης σε δικαστική διάγνωση αποκλείεται να αποτελεί τον κανόνα, αφού αυτή εμφανίζει επικουρικό χαρακτήρα για την κάλυψη των περιπτώσεων όπου ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί ή λειτουργεί πλημμελώς εξαιτίας της εμφάνισης κάποιου πληροφοριακού ελλείμματος. Η Οδηγία 93/13, καταλείποντας τη σχετική ευχέρεια επιλογής στον εσωτερικό νομοθέτη, δεν περιέχει ρυθμίσεις που προβλέπουν τον έλεγχο, υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας της ένταξης των όρων στη σύμβαση, ενώ οι προαναφερόμενοι κανόνες του ν. 2251/1994 επιβάλλουν να ερευνάται εάν επιτρέπεται η ένταξη του αδιαφανούς όρου στο συμβατικό περιεχόμενο της σχέσης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, καθώς και εάν προκαλείται ακυρότητα της σχετικής ρήτρας λόγω του ασαφούς περιεχομένου της. Με δεδομένο όμως ότι κατά κανόνα το περιεχόμενο του ελεγχόμενου όρου είναι απλό και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική και γλωσσική άποψη, ώστε ο έλεγχος ένταξης κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδαφ. α Ν. 2251/1994 να μην αποβαίνει αρνητικός αναγκαίως, η έρευνα να επιχειρείται κυρίως σε σχέση με το περιεχόμενο, το οποίο επιβάλλεται να διαμορφώνεται, κατά τρόπο ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης. Ειδικότερα, τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και τιμήματος δεν υποβάλλονται σε έλεγχο καταχρηστικότητας σύμφωνα με τη 19η αιτιολογική σκέψη και τον κανόνα του άρθρου 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13, καθώς και κατά το άρθρο 2 παρ. 6 εδαφ. α ν. 2251/1994, ερμηνευόμενο με τη μέθοδο της τελολογικής συστολής του κανονιστικού του περιεχομένου. Όμως, το ίδιο το άρθρο 4 παρ. 2 συμπληρώνοντας τη ρύθμιση του άρθρου 5 εδαφ. α της Οδηγίας ορίζει ότι: “Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.”. Επιβάλλει, δηλαδή, οι σχετικοί όροι, που ανάγονται στα ουσιώδη μέρη της συμβάσεως (essentialia negotii), να μην αποδίδονται κατά τρόπο ασαφή, ακατανόητο ή παραπλανητικό, ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 561/2014, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 430/2005 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), σε σχέση με τις οικονομικές επιβαρύνσεις του καταναλωτή με τη χρήση αδιαφανών ρητρών, που συγκαλύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση, προκαλώντας κίνδυνο ο τελευταίος είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του, είτε να αποδεχθεί αξιώσεις, τις οποίες εμφανίζεται να έχει ο προμηθευτής. Ο αποκλεισμός του ελέγχου καταχρηστικότητας των συμβατικών όρων, που περιγράφουν τη σχέση αναλογίας μεταξύ παροχής και τιμήματος, προκαλείται εξαιτίας της αδυναμίας αναγωγής της δικαιοδοτικής κρίσης σε κάποιο υφιστάμενο αντικειμενικό πρότυπο επιμέτρησης. Κυρίως, όμως, αποδίδεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των σχετικών ρητρών, αφού μέσω αυτών διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό περιεχόμενο της συμβάσεως, σε σχέση με το οποίο είναι και παραμένει επικεντρωμένο το ενδιαφέρον αυτοπροστασίας του καταναλωτή και εκδηλώνεται επιμέλεια, εκ μέρους του, για τη συγκέντρωση των σχετικών πληροφοριών. Υπό το πρίσμα και της ως άνω συμπεριφοράς, που είναι αναμενόμενο να εκδηλώνεται από τον καταναλωτή, οι συγκεκριμένοι συμβατικοί όροι υποβάλλονται σε έλεγχο, ώστε να διαγνωστεί εάν είναι σύμφωνοι με την αρχή της διαφάνειας, η οποία αναλύεται ειδικότερα στην αρχή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της χρήσεως των όρων, που ταυτίζεται με τον αποκλεισμό απροσδόκητων, αιφνιδιαστικών ή παραπλανητικών ρητρών. Ως προβλέψιμος χαρακτηρίζεται ο όρος, που είναι όμοιος με αυτούς που συνήθως εμφανίζονται και διαμορφώνουν το αντίστοιχο περιεχόμενο των ιδίου τύπου συμβάσεων, με τις οποίες η επιβαλλόμενη στον καταναλωτή οικονομική επιβάρυνση είναι ορισμένη ή προκύπτει ο αριθμητικός της προσδιορισμός από συγκεκριμένες εκτιθέμενες παραμέτρους, με την εκτέλεση από τον καταναλωτή απλού μαθηματικού υπολογισμού. Οι όροι που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά είναι αναμενόμενοι για τους καταναλωτές, που επιλέγουν να μετέχουν στον αντίστοιχο συμβατικό τύπο, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο αυτοπροστασίας, μέσω της λειτουργίας του ανταγωνισμού, ώστε να αποκλείεται η δικαιοδοτική επέμβαση και η επιβολή μιας διαφορετικής διαμόρφωσης του συμβατικού περιεχομένου. Ήδη σημειώθηκε ότι κατά τη 13η αιτιολογική σκέψη του Προοιμίου της Οδηγίας 93/13, οι κανόνες ενδοτικού και κατά μείζονα λόγο αναγκαστικού δικαίου των εθνικών δικαίων θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Επίσης, ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 εδαφ. α και β της Οδηγίας, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της, οι συμβατικές ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και οι κανόνες, που εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, αν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως (κανόνες ενδοτικού δικαίου). Η ρύθμιση αυτή αποκλείει τον έλεγχο των χαρακτηριζόμενων ως δηλωτικών όρων, διότι αυτοί αποδίδουν κανόνες οι οποίοι και χωρίς τη σχετική συμβατική παραπομπή σε αυτούς θα ήταν εφαρμοστέοι. Σύμφωνα δε με την από 21-12-2021 απόφαση του ΔΕΕ (υπόθεση C 243/2020), που έκρινε επί ετέρου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 1599/2020 απόφασή του, το γεγονός ότι συμβατική ρήτρα, που απηχεί διάταξη, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 2, της Οδηγίας 93/13, δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα της εξαίρεσής της από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Ειδικότερα σύμφωνα με την ως άνω απόφαση του ΔΕΕ, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, η οποία απηχεί νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ενδοτικού δικαίου, ήτοι διάταξη που εφαρμόζεται κατ’ αρχήν, ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας, ακόμη και αν δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Ακολούθως και συνεπεία των ανωτέρω, ναι μεν για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα “τη σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή”, σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων και, συνακόλουθα, καταχρηστικότητα. Έτσι, ένας τέτοιος όρος, που δεν ελέγχεται για καταχρηστικότητα, δεν ελέγχεται και για το αν αυτός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας (93/13), διότι δεν νοείται όρος (ρήτρα), μη καταχρηστικός, ο οποίος απηχεί κανόνα εσωτερικού (αναγκαστικού ή ενδοτικού) δικαίου, που ελλείψει του σχετικού όρου θα εφαρμοζόταν ούτως ή άλλως, να είναι, συνάμα, ασαφής και ακατανόητος, δηλαδή αδιαφανής. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος (δηλωτικός), εξ ορισμού, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Δηλαδή, διαφεύγει κάθε ελέγχου καταχρηστικότητας, άρα και του ελέγχου διαφάνειας, που προβλέπεται από το άρθρο 2 του ν. 2251/1994 και εξειδικεύεται στην παρ. 7 του ιδίου άρθρου (και αφορά το σαφές και κατανοητό της διατυπώσεως, το ορισμένο και οριστό του περιεχομένου και την προβλεψιμότητα των συνεπειών του όρου), σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/2013. Η προαναφερόμενη εξαίρεση από τον έλεγχο του κύρους των παραπάνω ΓΟΣ, απηχεί την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η οποία, όπως προεκτέθηκε, είναι δεσμευτική για τα Κράτη μέλη, υπό τη μορφή της αυθεντικής ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου (ΑΠ 189/2013, ΑΠ 904/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1738/2009 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1159/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και δεσμεύει τον εθνικό δικαστή για κάθε υπόθεση, στην οποία ανακύπτει το ίδιο νομικό ζήτημα, καθόσον μόνο έτσι διασφαλίζεται η ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή των εννοιών του κοινοτικού δικαίου. Η δε άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ’ αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 16/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της ίδιας Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Ακολούθως, όταν στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος ΓΟΣ, που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι “δηλωτικός”, ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου. Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: «Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ως τρέχουσα αξία, σημειωτέον, νοείται εκείνη, που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης, που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος, κατά την ανωτέρω έννοια αυτής, στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα ή αδιαφάνεια του σχετικού όρου. Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρο αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 01-01-2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (Ολ ΑΠ 4/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 948/2021 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Επιπλέον, ένας τέτοιος όρος, ως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται και για το αν αυτός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας (93/13), διότι δεν νοείται όρος (ρήτρα), μη καταχρηστικός, ο οποίος απηχεί κανόνα εσωτερικού (αναγκαστικού ή ενδοτικού) δικαίου, που ελλείψει του σχετικού όρου θα εφαρμοζόταν ούτως ή άλλως, να είναι, συνάμα, ασαφής και ακατανόητος, δηλαδή αδιαφανής. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος (δηλωτικός), εξ ορισμού, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της ίδιας Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της (ΑΠ 948/2021 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΤριμΕφΑθ 3752/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ενώ επίσης προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η απόφαση ΔΕΕ της από 21-12-2021 Υπόθεσης C 243/2020).
iv. Περαιτέρω, η διάταξη 291 ΑΚ, με τον όρο «τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής», εννοεί μία ισοτιμία, μία τιμή του ξένου νομίσματος, κρίσιμη δε ισοτιμία για τη μετατροπή της οφειλής αλλοδαπού νομίσματος στο εγχώριο νόμισμα της πληρωμής είναι, κατά την ΑΚ 291, η αξία/ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο πληρωμής. Η ισοτιμία (των νομισμάτων) διαμορφώνεται και καθορίζεται από διεθνή οικονομικά στοιχεία και ανακοινώνεται από την ΕΚΤ στο Δελτίο Ισοτιμιών Αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας (ECB). Η ισοτιμία των νομισμάτων και η διακύμανση αυτής αποβαίνει κρίσιμη στην περίπτωση των δανείων σε συνάλλαγμα, ή αλλιώς σε αλλοδαπό νόμισμα, ήτοι των δανείων στα οποία το νόμισμα είναι διαφορετικό από το νόμισμα στο οποίο ο οφειλέτης κατοικεί και έχει/αποκτά εισόδημα και περιουσία, ενώ στο συνηθισμένο δάνειο το νόμισμα του δανείου είναι το ίδιο με το νόμισμα της κατοικίας/εισοδήματος του δανειολήπτη. Ο κίνδυνος της αρνητικής διακύμανσης της ισοτιμίας του (εσωτερικού) νομίσματος του δανειολήπτη έναντι του νομίσματος του δανείου, ο οποίος αποδίδεται στα ελληνικά με τον όρο «συναλλαγματικός κίνδυνος», είναι χαρακτηριστικό και εγγενές στοιχείο των δανείων σε ξένο νόμισμα, τα οποία υπόκεινται ακριβώς στον κίνδυνο οικονομικών απωλειών από την αρνητική εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας των νομισμάτων. Η ισοτιμία (των νομισμάτων) προσδιορίζεται, όπως προαναφέρθηκε, από διεθνή οικονομικά στοιχεία και διακρίνεται από την τιμή αγοράς ή πωλήσεως ενός νομίσματος με άλλο νόμισμα, όπως και από την τυχόν χρέωση προμήθειας (ΤριμΕφΑθ 1631/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Έτι περαιτέρω, ο συγκεκριμένος κανόνας της ΑΚ 291 εντάσσεται στους κανόνες του γενικού ενοχικού δικαίου. Οι κανόνες αυτοί, εφόσον οι ίδιοι δεν διακρίνουν, ισχύουν για όλες τις ενοχές, είτε αυτές γεννιούνται από το νόμο είτε από σύμβαση (οποιοδήποτε είδος) και ανεξάρτητα από το στιγμιαίο ή διαρκή χαρακτήρα της σύμβασης και τον τύπο στον οποίο αυτή υπάγεται. Η ΑΚ 291 δεν διακρίνει γενικώς ούτε διακρίνει μεταξύ στιγμιαίων και διαρκών συμβάσεων και συνεπώς, με βάση τη γραμματική ερμηνεία της, δεν είναι ορθό να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της π.χ. μόνο στις στιγμιαίες συμβάσεις, η δε τελολογική ερμηνεία της δεν άγει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ειδικά, για τις ενοχές από σύμβαση ο νομοθέτης δεν μπορεί να είχε υπόψη μόνο τις στιγμιαίες, διότι η κατά τη διάταξη επιλογή της ισοτιμίας του χρόνου πληρωμής έχει ακριβώς σημασία ιδίως όταν ο χρόνος αυτός απέχει από το χρόνο σύναψης της σύμβασης, όπως κατεξοχήν συμβαίνει στις συμβάσεις δανείου και εν γένει στις πιστωτικές συμβάσεις. Κυρίως δε αυτές τις συμβάσεις έχει υπόψη η ΑΚ 291, όταν μάλιστα αναφέρεται σε χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα, και ορθώς εφαρμόζεται η διάταξη αυτή στις εν λόγω συμβάσεις, κατά το γενικότερο κανόνα ότι κρίσιμη είναι η ισοτιμία του χρόνου πληρωμής. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ καταλαμβάνει κάθε χρηματική ενοχή και επομένως κάθε σύμβαση δανειακή ή μη, είτε κριθεί ως καθαρώς δανειακή, είτε ως επενδυτική (ΑΠ 682/2002 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Μ. Σταθόπουλος, Η ανατίμηση του ελβετικού φράγκου, ΧρΙΔ 2017, 161 επ.) και ανεξάρτητα από το στιγμιαίο ή διαρκή χαρακτήρα της σύμβασης και τον τύπο στον οποίο αυτή υπάγεται, σχετίζεται δε μόνο με τον όρο της συναλλαγματικής ισοτιμίας που αφορά την καταβολή της οφειλόμενης χρηματικής παροχής, χωρίς να θέτει ειδικές προϋποθέσεις για τον τρόπο προσδιορισμού αυτής (ΤριμΕφΠειρ 17/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
Β.i. Από τη διάταξη του άρθρου 806 του ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει στο δανειστή άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, προκύπτει ότι με τη σύμβαση έντοκου δανείου, ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας (ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1960/2013 T.N.Π.ΝΟΜΟΣ). Η σύμβαση δανείου είναι ενοχική, διαρκής, αμφοτεροβαρής και άτυπη σύμβαση, και, κατά τη μάλλον κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη παραδοτική σύμβαση, με την έννοια ότι για την κατάρτισή της (τελείωση του δανείου) απαιτείται η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος από το δανειστή στον οφειλέτη (βλ. όμως και ΑΠ 1960/2013 ο.π. «Η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειακής σύμβασης, ώστε σε περίπτωση που ελλείπει να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου»). Με τη σύμβαση του δανείου ο δανείζων έχει την υποχρέωση να αποχωρήσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου και οριστικά να το εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και τη δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου. Η μεταβίβαση στον οφειλέτη της κυριότητας του δανείσματος αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρέωσης για καταβολή τόκων αν τέτοιοι συμφωνήθηκαν (ΑΠ 123/2017 ο.π., ΑΠ 1960/2013 ο.π.). Εφόσον το άρθρο 806 του ΑΚ δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη, αλλά μπορεί να γίνει και εμμέσως από το δανειστή στον οφειλέτη, δηλαδή μέσω τρίτου προσώπου και είναι αδιάφορο για τη σύσταση του δανείου αν η μεταβίβαση της κυριότητας δεν γίνεται άμεσα από το δανειστή στο δανειολήπτη, αλλά γίνεται έμμεσα από το δανειστή ή έμμεσα προς το δανειολήπτη (ΑΠ 1786/2013, ΑΠ 1620/2008 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, ο παραδοτικός χαρακτήρας του δανείου δεν σημαίνει ότι το δάνεισμα πρέπει υποχρεωτικά να μεταβιβάζεται αυτούσιο κατά κυριότητα από το δανειστή στο δανειολήπτη ως πράγμα, αλλά αρκεί να περιέρχεται από την περιουσία του πρώτου στην περιουσία του δεύτερου με κάποιον ισοδύναμο οικονομικά τρόπο (ΑΠ 1960/2013 ο.π.), όπως, π.χ με συμφωνία των μερών ότι το χρέος που οφείλεται από άλλη αιτία, θα οφείλεται εφεξής λόγω δανείου ή και με μεταφορά από λογαριασμό σε λογαριασμό (παράδοση του πράγματος βραχεία χειρί, δι αντιφωνήσεως), με επιταγή, γραμμάτιο εις διαταγή ή συναλλαγματική, που εκδίδεται ή οπισθογραφείται υπέρ του δανειολήπτη, με εκχώρηση απαίτησης, με πράξη γύρου (πίστωση τραπεζικού λογαριασμού του λήπτη) κ.α. (Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τόμος I, εκδ. 2004, σελ. 577). Τέτοιος τρόπος είναι αναμφίβολα και η μετατροπή του δανείσματος, όπως από ελβετικά φράγκα σε ευρώ και η απόδοση των ευρώ είτε με αυτούσια απόδοση, είτε με τη μορφή λογιστικού χρήματος (λ.χ. στο πλαίσιο σύμβασης τραπεζικού γύρου) είτε με την έκδοση κάποιου αξιογράφου. Εξάλλου, η σύμβαση δανείου στις σύγχρονες τραπεζικές συναλλαγές έχει αποστεί από το χαρακτήρα της παραδοτικής σύμβασης, και, με επίκληση της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, έχει προσλάβει χαρακτήρα συναινετικής σύμβασης (Γεωργιάδης, ο.π παρ. 41 αριθ. 5, σελ. 573, Αυγητίδης, ΣΕΑΚ, Εισαγωγικές Παρατηρήσεις στα άρθρα 806-809, τομ. I, αρ. 7 επ.). Ακόμα και το σε Ευρώ δάνειο δεν είναι πάντοτε αναγκαίο να εκταμιεύεται κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, αλλά μπορεί να παραμένει δεσμευμένο στα χέρια της δανείστριας τράπεζας και μετά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης (ΤριμΕφΑθ 2635/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 260/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).
ii. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του α.ν. 362/1945, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ΕισΝΑΚ «πάσα δικαιοπραξία έγγραφος ή προφορική εξ ης πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις προς καταβολήν τιμήματος ή μισθώματος πράγματος ή αμοιβής πάσης φύσεως υπηρεσιών ή έργου υπέρ προσώπου διαμένοντος εν Ελλάδι δύναται να συνομολογείται μόνον εις δραχμάς. Η ρήτρα εν δικαιοπραξία δι’ ης, παρά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου, συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις εν Ελλάδι εις χρυσόν, χρυσά νομίσματα ή συνάλλαγμα, ή εις δραχμάς μεν ων όμως το ποσόν αφίεται να προσδιορισθή εκ της τιμής του χρυσού ή των χρυσών νομισμάτων ή του συναλλάγματος ή του τιμαρίθμου, είναι άκυρος. Εν τη περιπτώσει ταύτη, το αρμόδιον δικαστήριον προσδιορίζει κατά την κρίσιν αγαθού ανδρός την δικαίαν αντιπαροχήν, ήτις όμως δεν δύναται να είναι ανωτέρα του εις δραχμάς ισαξίου του εν τη ρήτρα αναφερομένου ποσού χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή συναλλάγματος επί τη βάσει της κατά το άρθρο 2 του παρόντος νομίμου τιμής αυτών κατά την ημέραν της συνομολογήσεως της δικαιοπραξίας, εφόσον και το ούτω προκύπτον ποσόν εις δραχμάς δεν ήθελε θεωρηθή ως υπέρογκον». Οι διατάξεις αυτές έχουν, κατά τη διασταλτική τους ερμηνεία, εφαρμογή σε κάθε εν ζωή δικαιοπραξία, με την οποία συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις σε χρυσό ή ξένο νόμισμα, επομένως και σε σύμβαση δανείου, ως και σε περίπτωση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους. Μερική απόκλιση του προαναφερόμενου απαγορευτικού κανόνα, αποβλέποντας στην προστασία του εθνικού νομίσματος, αποτέλεσε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η μεταγενέστερη διάταξη της παρ. 7 της 267/09.04.1953 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, που κυρώθηκε με το Ν. 2415/1953, στην οποία ορίζεται ότι «από της ισχύος της παρούσης επιτρέπεται η μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, πλην των Τραπεζών και των ασφαλιστικών ταμείων, συνομολόγησις δανείων με τη ρήτρα δολαρίου ή άλλου ξένου νομίσματος, εξαιρέσει των χρυσών νομισμάτων. Νοείται ότι η πληρωμή των εκ των δανείων τούτων υποχρεώσεων ενεργείται δια της καταβολής του οφειλομένου ποσού επί τη βάσει της επισήμου τιμής του ξένου συναλλάγματος κατά την ημέραν της εξοφλήσεως». Έτσι με τη διάταξη αυτή, επιτράπηκε κατ’ εξαίρεση και μόνο προκειμένου περί συμβάσεων δανείου, η συνομολόγηση της ρήτρας σε ξένο νόμισμα (συνάλλαγμα), πλην χρυσού, κατά την οποία συμφωνείται η αυτούσια καταβολή ορισμένης ποσότητας ξένων νομισμάτων. Η ρήτρα αυτή διαφοροποιείται από τη ρήτρα σε αξία ξένου νομίσματος ή συναλλάγματος, σύμφωνα με την οποία η καταβολή γίνεται σε δραχμές (ήδη Ευρώ) και ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει σε δραχμές (Ευρώ) και πάλι, αλλά κατά την τρέχουσα αξία που θα έχει το ξένο νόμισμα κατά το χρόνο της πληρωμής. Ο νομοθέτης του έτους 1953 (ήτοι της ΠΥΣ 267 και του κυρωτικού αυτής νόμου) είχε αναμφισβήτητα υπόψη του τη διαφορά μεταξύ των όρων “ρήτρα δολαρίου ή άλλου συναλλάγματος” και “ρήτρα αξίας δολαρίου ή άλλου συναλλάγματος”, που επισημαίνεται και σε προηγούμενες διατάξεις, όπως αυτή του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 944/15.2.1946, στην οποία γίνεται μνεία περί «ρήτρας χρυσού ή αξίας χρυσού», συναγομένη δε και από το περιεχόμενο τόσο της παρ. 2 του άρθρου 4 του α.ν. 362/1945, όσο και της παρ. 8 της ΠΥΣ 267/1953. Συνεπώς, αναφερόμενος στην παραπάνω διάταξη της παρ. 7 της Πράξης αυτής σε “ρήτρα δολαρίου ή άλλου ξένου νομίσματος” κατά τη σύναψη δανείων, επέτρεψε τη συνομολόγησή τους σε αυτούσιο ξένο νόμισμα, χωρίς να κάνει μνεία περί αξίας τούτου, παρά μόνο για την πληρωμή των από τη σύμβαση υποχρεώσεων του οφειλέτη, για την οποία όρισε ότι πρέπει αυτή να γίνει με την καταβολή των οφειλόμενων στην επίσημη τιμή του ξένου συναλλάγματος κατά την ημέρα της εξόφλησης, και τούτο γιατί διαφορετικά θα υπήρχε δυνατότητα επιστροφής των οφειλόμενων σε αυτούσιο πάλι ξένο νόμισμα, πράγμα που θέλησε να αποτρέψει (Ολ ΑΠ 21/1990 ΕλλΔνη 1990. 811).
iii. Με την υπ’ αριθ. 142/13-11-1978 ΠΥΣ εγκρίθηκε η ληφθείσα, κατά την υπ’ αριθ. 187/19-10-1978 συνεδρίαση της Νομισματικής Επιτροπής (Υποεπιτροπής Πιστώσεων), απόφαση, με την οποία επιτράπηκε εκ μέρους των τραπεζών, η χορήγηση πάσης φύσης δανείων ή πιστώσεων σε ξένο νόμισμα, σε ημεδαπές ή αλλοδαπές ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Επακολούθησε η έκδοση της υπ’ αριθ. 1976 της 19/25-09-1991 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, στον οποίο, ας σημειωθεί, είχαν μεταβιβαστεί οι αρμοδιότητες της Νομισματικής Επιτροπής και των υποεπιτροπών της (άρθρο 1 του Ν. 1266/1982), με την οποία επιτράπηκε ο δανεισμός σε συνάλλαγμα, ιδιωτικών και δημοσίων επιχειρήσεων. Επιπλέον, με την υπ’ αριθ. 537/1993 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία συμπλήρωσε την ΠΔΤΕ 1976/19-09-1991, διευκρινίστηκε ότι επιτρεπόταν ο δανεισμός σε συνάλλαγμα φυσικών και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου από τις εμπορικές και κτηματικές τράπεζες, στο πλαίσιο της πιο πάνω Πράξης, για την κατασκευή, επισκευή και αγορά ακινήτων στην Ελλάδα, που προορίζονταν για ιδιόχρηση ως κατοικίες ή εκμετάλλευση. Τέλος, με την υπ’ αριθ. 2325/1994 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 2342/1994 Πράξη του ίδιου και η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο του ΠΔ 96/1994 «Περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας, στις διατάξεις της Οδηγίας 88/361/ΕΟΚ και της Οδηγίας 92/122/ΕΟΚ, σχετικά με την «κίνηση κεφαλαίων», περιορίστηκε ακόμη περισσότερο η αρχή της απαγόρευσης σύναψης τραπεζικών δανείων σε ξένο νόμισμα. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω ΠΔΤΕ επιτράπηκε, χωρίς περιορισμούς, η χρηματοδότηση σε συνάλλαγμα, φυσικών ή νομικών προσώπων κατοίκων εσωτερικού από πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα για την κάλυψη πάσης φύσης αναγκών τους στο εσωτερικό και εξωτερικό, για τις οποίες επιτρεπόταν, αντίστοιχα, η χρηματοδότηση τότε σε δραχμές και προβλέπονται τα εξής: α) η διάρκεια, το επιτόκιο και οι λοιποί όροι καθορίζονται ελεύθερα μεταξύ των συναλλασσομένων μερών, β) στις χρηματοδοτήσεις που συνάπτονται σε συνάλλαγμα μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλες οι χρηματοοικονομικές τεχνικές και παράγωγα προϊόντα, γ) το προϊόν του δανείου μπορεί να διατεθεί και απευθείας στο εξωτερικό μέσω της δανείστριας τράπεζας για τους σκοπούς που αναφέρονται στη δανειακή σύμβαση ή να κατατεθεί σε λογαριασμό συναλλάγματος στην εν λόγω Τράπεζα. Επιπλέον, σύμφωνα με την πράξη αυτή (άρθρο 1 του πρώτου κεφαλαίου της ανωτέρω ΠΔΤΕ), επιτρέπεται η μεταφορά συναλλάγματος από τη δανείστρια ή τη μεσολαβούσα τράπεζα και η κατάθεσή του σε άλλες τράπεζες καθ’ όλη τη διάρκεια του δανείου (ΑΠ 370/2012 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2196/2009 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Επακολούθησε ο Ν. 2842/2000, ο οποίος αντικατέστησε τη δραχμή με το ευρώ, η εισαγωγή του ευρώ ως ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εντεύθεν ομαλοποίηση της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα, με παράλληλη κατάργηση της προϊσχύουσας εξαιρετικής νομοθεσίας (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 2842/2000) και γενικά κάθε διάταξης που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα (ΑΠ 2196/2009 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Γ. Ιατράκης, Η νομιναλιστική αρχή σε περίοδο οικονομικής κρίσης, ΧρΙΔ 2010. 328, 334, Α. Γεωργιάδης «Η εισαγωγή του ευρώ και η επίδρασή της στις εκκρεμείς συμβάσεις», ΔΕΕ 1999. 6). Προσέτι, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 5 της προαναφερόμενης ΠΔΤΕ 2325/1994, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με την ΠΔΤΕ 2342/1994, «3. Το προϊόν του δανείου μπορεί να διατεθεί και απευθείας στο εξωτερικό μέσω της δανείστριας τράπεζας για τους σκοπούς που αναφέρονται στη δανειακή σύμβαση ή να κατατεθεί σε λογαριασμό συναλλάγματος στην εν λόγω Τράπεζα. Οι τράπεζες στις οποίες τηρούνται οι ως άνω λογαριασμοί έχουν την υποχρέωση να διαβιβάζουν στη δανείστρια ή μεσολαβούσα τράπεζα, η οποία τηρεί το σχετικό φάκελο και έχει την ευθύνη της συναλλαγματικής εξυπηρέτησης του δανείου, τις βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος, αφού προηγουμένως ακυρωθούν, στις οποίες οι τράπεζες θα αναγράφουν κατά την έκδοσή τους, ότι το δραχμοποιούμενο συνάλλαγμα αφορά το δάνειο που έχει συναφθεί σύμφωνα με την παρούσα Πράξη, καθώς και τα παραστατικά χρησιμοποίησης του δανείου… 5. Οι δανείστριες τράπεζες συναλλάγματος οφείλουν να τηρούν σε ειδικό κατά δάνειο φάκελο τα εξής δικαιολογητικά: α) τις βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος, αφού προηγουμένως ακυρωθούν στις οποίες θα αναγράφουν κατά την έκδοσή τους ότι το δραχμοποιούμενο συνάλλαγμα αφορά το δάνειο που έχει συναφθεί σύμφωνα με την παρούσα Πράξη…» (ΤριμΕφΠειρ 17/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
iv. Ζήτημα γεννάται κατά πόσον μπορεί να χαρακτηρισθούν ως «επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες» η χορήγηση δανείου σε ξένο νόμισμα και οι πράξεις συναλλάγματος που πραγματοποιεί ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα βάσει ρητρών της δανειακής σύμβασης, οι οποίες συνίστανται στη μετατροπή στο εθνικό νόμισμα (νόμισμα πληρωμής) του συνομολογηθέντος στο ξένο νόμισμα ποσού του δανείου και των μηνιαίων δόσεων αποπληρωμής. Αναμφίβολα η σύναψη δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα επιβαρύνει το δανειολήπτη με κινδύνους που εκφεύγουν από το παραδοσιακό πλαίσιο κινδύνων, τους οποίους αντιμετωπίζει και με τους οποίους δεν είναι εξοικειωμένος. Ορισμένοι από αυτούς τους κινδύνους προσομοιάζουν με τους επενδυτικούς κινδύνους. Ωστόσο, με βάση αποκλειστικά το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί η σύναψη δανείων σε ξένο νόμισμα ως επενδυτική υπηρεσία, καθόσον μεταξύ ενός δανείου (έστω σε συνάλλαγμα) και μιας επενδυτικής υπηρεσίας υπάρχει μια θεμελιώδης και κομβικής σημασίας διαφορά, η οποία έγκειται στο ότι κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ο πελάτης της τράπεζας εμφανίζεται ως επενδυτής και διαθέτει το κεφάλαιό του σε ένα χρηματοπιστωτικό μέσο με σκοπό την οικονομική απόδοση ή διατήρηση του κεφαλαίου του, ενώ αντίθετα στη δανειακή σύμβαση ο δανειολήπτης δεν επενδύει ένα κεφάλαιο, αλλά αναζητά τους ευνοϊκότερους όρους και δανείζεται από την τράπεζα ένα ποσό για να χρηματοδοτήσει κάποια αγορά. Όπως έχει κρίνει χαρακτηριστικά το ΔΕΕ απόφαση της 03.12.2015, υπόθεση C-312/14, Banif Plus Bank κατά Lantos, σκέψη 57: «οι πράξεις αυτές δεν έχουν σκοπό την πραγματοποίηση επένδυσης εφόσον ο καταναλωτής αποσκοπεί μόνον στη λήψη των κεφαλαίων, ενόψει της αγοράς καταναλωτικού αγαθού ή παροχής υπηρεσίας και όχι στη διαχείριση συναλλαγματικού κινδύνου ή στην κερδοσκοπία επί της συναλλαγματικής ισοτιμίας ξένου νομίσματος…». Εξάλλου, οι πράξεις συναλλάγματος τις οποίες πραγματοποιεί ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο πλαίσιο της εκτέλεσης σύμβασης δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επενδυτικές υπηρεσίες, κατά την έννοια του Ν. 2396/1996 (άρθρο 2 παρ. 2 περ. γ’, ζ’) ή ως χρηματοπιστωτικό μέσο, κατά την έννοια του Ν. 3606/2007 (άρθρο 4 παρ. 2 περ. β’, δ’, στ’ που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο το σχετικό άρθρο 4 παρ. 1 σημ. 2 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ γνωστή ως MiFID, και ήδη από 01.01.2017 Οδηγία 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων). Τέλος, ας σημειωθεί ότι οι πράξεις συναλλάγματος, τις οποίες πραγματοποιεί ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δυνάμει όρων σύμβασης δανείου σε ξένο νόμισμα, οι οποίες συνίστανται στον καθορισμό του ποσού του δανείου βάσει της τιμής αγοράς του ξένου νομίσματος που ισχύει κατά την αποδέσμευση των κεφαλαίων και στον καθορισμό των ποσών των μηνιαίων δόσεων βάσει της τιμής πώλησης του ξένου αυτού νομίσματος που ισχύει κατά τον υπολογισμό κάθε μηνιαίας δόσης, δεν συνιστούν επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα κατά την έννοια της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, καθώς περιορίζονται στη μετατροπή, βάσει της τιμής αγοράς ή πώλησης του σχετικού ξένου νομίσματος, των ποσών του δανείου και των μηνιαίων δόσεων που έχουν συνομολογηθεί στο ξένο αυτό νόμισμα (λογιστικό νόμισμα) στο εθνικό νόμισμα (νόμισμα πληρωμής). Ως εκ τούτου χρησιμεύουν απλώς και μόνον ως λεπτομέρειες εκτέλεσης των ουσιωδών υποχρεώσεων πληρωμής της σύμβασης δανείου, ήτοι τη διάθεση του κεφαλαίου από το δανειστή και την αποπληρωμή του εν λόγω κεφαλαίου εντόκως από το δανειολήπτη και δεν έχουν σκοπό την πραγματοποίηση επένδυσης, εφόσον ο καταναλωτής αποσκοπεί μόνο στη λήψη των κεφαλαίων ενόψει της αγοράς καταναλωτικού αγαθού ή παροχής υπηρεσίας και όχι, παραδείγματος χάρη, στη διαχείριση συναλλαγματικού κινδύνου ή στην κερδοσκοπία επί της συναλλαγματικής ισοτιμίας ξένου νομίσματος (ΔΕΕ απόφαση της 03.12.2015 υπόθεση C-312/14 Banif Plus Bank Zrt. κατά Marton Lantos και Martonne Lantos, σκέψεις 53-57) [ΤριμΕφΑθ 2368/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].
Γ. Η έννομη σχέση που ιδρύεται μεταξύ πελάτη και τράπεζας είναι σχέση αμφίδρομης εμπιστοσύνης, που απορρέει από την καλή πίστη. Η σχέση εμπιστοσύνης εγκαθιδρύεται με την έναρξη των διαπραγματεύσεων, συγκεκριμενοποιείται στο στάδιο της συμβατικής δέσμευσης και συνεχίζεται ακόμη και μετά τη λήξη της τραπεζικής σύμβασης, με νομοθετική αναγνώριση αυτής στα άρθρα 197-198 και 288 του ΑΚ. Έχει δε ως περιεχόμενο την πεποίθηση, την πίστη αφενός μεν κυρίως του πελάτη της τράπεζας ότι αυτή θα πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και προστασία των οικονομικών του συμφερόντων και την προστασία των περαιτέρω στοιχείων της προσωπικότητάς του, αφετέρου δε της ίδιας της τράπεζας ότι ο πελάτης της συμπεριφέρεται απέναντι της με ειλικρίνεια και διάθεση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει. Ειδικότερα, ενώ διαρκεί η συμβατική δέσμευση, η σχέση εμπιστοσύνης, βρίσκοντας νομοθετικό έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, επιβάλλει στην τράπεζα τις γενικές υποχρεώσεις αφενός μεν της τήρησης εξαιρετικής επιμέλειας ως προς την εξυπηρέτηση του πελάτη της αφετέρου δε της πρόταξης σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, του συμφέροντος αποκλειστικά του πελάτη της (Σ. Ψυχομάνης, Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων, Γενικό Μέρος, εκδ. 2008, σελ. 34-37). Περαιτέρω η πρόκληση βλάβης στην περιουσία ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελίωσης της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσης στους κανόνες των άρθρων 298, 330, 914 του ΑΚ. Οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της ανωτέρω μορφής ευθύνης αναλύονται ειδικότερα στην απαιτούμενη σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχόμενων υπηρεσιών με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε, καθώς και στην υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας που παρέχει τις υπηρεσίες παραβιάζονται οι συναλλακτικές υποχρεώσεις της, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 του ΑΚ (ΑΠ 2212/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1738/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερη μορφή παραβίασης των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού. Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στο συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού τράπεζα. Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 2251/1994, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει, με το πρόσωπο που μετέχει στη συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του (AΠ 2212/2014 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1227/2007 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Καράκωστα, Οι γενικοί όροι των τραπεζικών συναλλαγών, εκδ. 2001, σελ. 28-35, και ιδίου, Ο αποδέκτης τραπεζικών υπηρεσιών ως καταναλωτής, ΧρΙΔ 2003. 97 επ., Αυγητίδη, Ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών ως καταναλωτής, ΕπισκΕΔ 2001. 286) [ΤριμΕφΑθ 2368/2024, ΤριμΕφΠειρ 17/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].
VI. Με τους πρώτο και δεύτερο συναφείς λόγους έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 291 ΑΚ και του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994 η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η επίδικη με αριθμό 7 α ρήτρα των συμβάσεων επαναλαμβάνει τη διάταξη της ΑΚ 291, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το ελβετικό φράγκο στις επίδικες δανειακές συμβάσεις συνιστά απλό νόμισμα αναφοράς και οι συμβάσεις μετά τη μετατροπή συνιστούν συμβάσεις ρήτρας αξίας συναλλάγματος και επομένως ελέγχονται από άποψη αδιαφάνειας, ενώ και οι επίδικοι με αριθμό 7 α και 9 όροι των συμβάσεων δεν απηχούν την εν λόγω διάταξη (291 ΑΚ), αφού αυτή δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο τύπο συμβάσεων και ερμηνευτικά δε μόνο στιγμιαίες ενοχές υπάγονται στο ρυθμιστικό της πεδίο, επιπλέον διότι οι επίμαχες ρήτρες προσδίδουν στις συμβάσεις σαφή επενδυτικά χαρακτηριστικά, αλλοιώνοντας τη νομική φύση τους και συνεπώς, αποκλίνουν ουσιωδώς από το ρυθμιστικό πρότυπο της ΑΚ 291, λόγω και των ιδιαίτερων περιστάσεων που συντρέχουν, αλλά και ως ΓΟΣ είναι αδιαφανείς, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης προσυμβατικής ενημέρωσης και ένεκα της παραβίασης της ΠΔΤΕ 2501/2002, που αφορά την ενημέρωση για τη χορήγηση δανείων σε συνάλλαγμα, ανεξαρτήτως της επενδυτικής τους χροιάς, οδηγώντας σε διάψευση των δικαιολογημένων προσδοκιών του δανειολήπτη. Ακόμα, με το δεύτερο σκέλος του συναφούς πέμπτου λόγου έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε το άρθρο 1 παρ. 2 ούτε εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4 παρ. 2, 5 και 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, αφού διατήρησε ως ισχυρές, άκυρες και αδιαφανείς ρήτρες, χωρίς να προβεί σε έλεγχο καταχρηστικότητας αυτών. Ωστόσο, οι παραπάνω συναφείς λόγοι έφεσης, με τους οποίους επαναφέρονται η κύρια και η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής, όπως αυτές ανωτέρω εκτέθηκαν, είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι. Και τούτο διότι κρίνονται μη νόμιμες η κύρια αγωγική βάση περί αναγνώρισης του ανυπόστατου των από 19-6-2007 πρόσθετων πράξεων τροποποίησης των επίδικων δανειακών συμβάσεων και της απορρέουσας απ’ αυτές οφειλής των εναγόντων σε ελβετικό φράγκο, καθόσον το δάνεισμα που αληθώς μεταβιβάστηκε σε αυτούς και που οι ίδιοι υποχρεούνται να επιστρέψουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, ήταν κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή σε ευρώ και όχι σε ελβετικό φράγκο, καθώς και η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας των επίδικων δανειακών συμβάσεων κατά μετατροπή για το λόγο ότι αντίκεινται σε απαγορευτικές διατάξεις νόμου και δη σε αυτές των άρθρων 174, 806 ΑΚ και ΠΔΤΕ 1955/1991, που απαγορεύουν τη χορήγηση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα, άλλως διότι αντίκεινται στις διατάξεις της ΠΔΤΕ 2325/1994, καθόσον δεν υπήρχε ανάγκη από τους ενάγοντες χορήγησης δανείου σε συνάλλαγμα, ενώ ουδέποτε έλαβε χώρα αυτούσια απόδοση του ποσού των 252.174,91 ελβετικών φράγκων και των 24.554,29 ελβετικών φράγκων, αντιστοίχως, αλλά η σχετική εγγραφή έλαβε χώρα μόνο λογιστικά, η δε εναγόμενη δεν διαθέτει τις απαιτούμενες βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος. Ειδικότερα, τυγχάνει νόμω αβάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός ότι οι ένδικες συμβάσεις στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο πάσχουν ακυρότητας, διότι δεν παραδόθηκαν πράγματι στους ενάγοντες ελβετικά φράγκα, αλλά η οφειλή τους προέκυψε μόνον λογιστικά και διότι το δάνειο σε ελβετικό φράγκο αποτελεί απαγορευμένη μορφή χρηματοδότησης κατά την ΠΔΤΕ 1955/1991, αλλά και κατά την ΠΔΤΕ 2325/1994, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων συνιστά σύμβαση δανείου ξένου νομίσματος και συγκεκριμένα δανείου CHF, το οποίο έγκυρα και νόμιμα συμφωνήθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην παραπάνω υπό στοιχείο (Βiii) μείζονα σκέψη, αφού δεν τίθενται πλέον συναλλαγματικοί περιορισμοί και ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα επιτρέπεται (άρθρα 63 επ. ΣΛΕΕ, 5 παρ. 1 του Ν. 2842/2000, ΠΔΤΕ 2325/1994 όπως ισχύει, π.δ. 96/1993, π.δ. 104/1994), τούτο δε ρητά προβλέπεται και στην πρόσφατη Οδηγία 2014/17/ΕΕ, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 4438/2016. Οι επίδικες συμβάσεις δεν είναι συμβάσεις δανείου ημεδαπού νομίσματος (ευρώ), ούτε συμβάσεις δανείου με ρήτρα αξίας ξένου νομίσματος, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, προβάλλοντας ότι οι ενάγοντες δανείσθηκαν ευρώ, διότι το δάνεισμα του ευρώ μετατράπηκε στη συνέχεια αυτομάτως σε ελβετικό φράγκο και διότι σε ευρώ έκαναν όλες τις αποπληρωμές των δόσεων, και κατά συνέπεια ότι δεν υπάρχει οφειλή ξένου νομίσματος, αλλά ημεδαπού, το οποίο απλώς υπολογίζεται με ρήτρα αξίας ξένου νομίσματος. Αντιθέτως, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν έχει τεθεί στις ένδικες συμβάσεις ρήτρα αξίας ξένου νομίσματος, αφού οι ενάγοντες δανειολήπτες έλαβαν το δάνεισμα αρχικά σε ευρώ και κατά μετατροπή, μετά τις από 19-6-2007 πρόσθετες πράξεις τροποποίησης, σε ελβετικά φράγκα, και οι επίδικοι συμβατικοί όροι 7 α και 9 έχουν τη διατύπωση ότι η πληρωμή πρέπει να γίνει σε ελβετικό φράγκο ή σε ευρώ, κατά την τρέχουσα αξία του σε σχέση με το ελβετικό φράγκο την ημέρα της πληρωμής. Ρήτρα αξίας συναλλάγματος θα υπήρχε μόνο εάν οι ενάγοντες δανειολήπτες λάμβαναν το δάνεισμα σε ευρώ, χωρίς να επέλθει μετατροπή του δανείσματος σε ελβετικά φράγκα και αναλάμβαναν την υποχρέωση να αποπληρώσουν τα δάνεια αποκλειστικά σε ευρώ και κάθε δόση υπολογιζόταν με βάση την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου, γεγονός όμως, που δεν επικαλούνται οι ίδιοι στην ένδικη αγωγή. Απεναντίας, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ένδικες συμβάσεις περιέχουν προσδιορισμό του δανείσματος σε ελβετικά φράγκα και υπολογισμό των τοκοχρεωλυτικών δόσεων πάλι σε ελβετικά φράγκα, η δε εναγόμενη τράπεζα, προκειμένου να διευκολύνει τους ενάγοντες δανειολήπτες, αναγνώρισε συμβατικώς τη δυνατότητα (διαζευκτική ευχέρεια) που αυτοί εκ του νόμου, και συγκεκριμένα εκ του άρθρου 291 ΑΚ, ούτως ή άλλως είχαν, να αποπληρώσουν την οφειλή τους καταβάλλοντας εγχώριο νόμισμα αντί του ξένου, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει ότι οι δανειολήπτες δεν μπορούσαν να καταβάλουν ελβετικά φράγκα (ΑΠ 948/2021 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Επιπλέον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην παραπάνω υπό στοιχείο (Βiii) μείζονα σκέψη, ουδόλως απαγορεύεται η χορήγηση σε Έλληνα δανείου σε συνάλλαγμα, αυτά δε τα δάνεια δεν είναι ασυνήθη και επιτρέπονται στις τραπεζικές συναλλαγές, ενώ ούτε από τις προαναφερόμενες ΠΔΤΕ, ούτε από καμία άλλη διάταξη τίθεται, ως νόμιμη προϋπόθεση για τη σύναψη δανείου σε συνάλλαγμα και την εγκυρότητα αυτής, η συνδρομή πραγματικής ανάγκης εκ μέρους του δανειολήπτη για χορήγηση συναλλάγματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην παραπάνω υπό στοιχείο (Βi) μείζονα σκέψη, συντρέχουν εν προκειμένω όλα τα ουσιώδη στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου του άρθρου 806 ΑΚ, ήτοι μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τη δανείστρια τράπεζα στους ενάγοντες οφειλέτες με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή τους από τους τελευταίους και συμφωνία των μερών για την απόδοση άλλων πραγμάτων της ίδιας ποιότητας και ποσότητας. Και τούτο διότι το δάνειο (υπό την εκδοχή της κατάρτισής του ως παραδοτικής σύμβασης) συντελείται, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην παραπάνω υπό στοιχείο (Βi) νομική σκέψη, με την περιέλευση του δανείσματος από την περιουσία του δανειοδότη σε αυτήν του δανειολήπτη με οποιονδήποτε ισοδύναμο προς τη μεταβίβαση της κυριότητας οικονομικό τρόπο, όπως εν προκειμένω με λογιστική μετατροπή του ήδη αποδοθέντος σε ευρώ δανείσματος σε ελβετικά φράγκα την 28-6-2007, ενώ δεν ήταν αναγκαία η υλοποίηση των οικείων συμβάσεων εκ μέρους της εναγόμενης τράπεζας με πραγματική εισαγωγή τραπεζογραμματίων ελβετικού φράγκου, αλλά δύναται να χορηγείται από αυτήν το σε αυτά εκφρασθέν δάνεισμα με τη μορφή λογιστικού χρήματος, προερχόμενο είτε από άντληση κεφαλαίων στο εν λόγω νόμισμα από τη χρηματαγορά, είτε από δανεισμό της εναγόμενης από τη διατραπεζική αγορά του ελβετικού φράγκου. Εξάλλου, τυχόν παραβίαση της ΠΔΤΕ 2325/1994 εκ μέρους της εναγόμενης δεν επάγεται ακυρότητα των ένδικων συμβάσεων δανείου, αλλά ενδεχομένως κυρώσεις σε βάρος της από την εποπτεύουσα αρχή. Συνακόλουθα, εφόσον πρόκειται για δάνεια σε ξένο νόμισμα, παρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 806 ΑΚ, κατά το οποίο ο δανειολήπτης υποχρεούται να αποδώσει στο δανειστή πράγματα της ίδιας ποιότητας και ποσότητας, ότι οι ενάγοντες οφειλέτες έχουν πρωταρχικά την υποχρέωση να αποδώσουν το δάνεισμα σε ελβετικά φράγκα και δευτερευόντως να καταβάλουν εγχώριο νόμισμα (ευρώ), έχοντας την εναλλακτική προς τούτο ευχέρεια, η οποία συμφωνήθηκε με τους επίμαχους συμβατικούς όρους για τη διευκόλυνσή τους. Δεδομένης δηλαδή, της ρητής επιλογής των συμβαλλομένων στις ένδικες συμβάσεις περί έκφρασης του δανείσματος, όσο και των τοκοχρεωλυτικών δόσεων αποπληρωμής τους, σε ελβετικά φράγκα και της εξ αυτής εξαγωγής μίας μόνο χρηματικής αντιπαροχής για την τοκοχρεωλυτική εξόφληση των δανείων, τοιαύτης στο εν λόγω αλλοδαπό νόμισμα, οι επίδικοι όροι 7 α και 9 παρέχουν στους ενάγοντες οφειλέτες τη διαζευκτική ευχέρεια να εξοφλούν εκάστη δόση στην ημεδαπή σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης (ισοτιμία) του ελβετικού φράγκου κατά την ημέρα της αντίστοιχης καταβολής. Εξάλλου, νόμω αβάσιμος τυγχάνει και ο αγωγικός ισχυρισμός ότι οι επίδικες δανειακές συμβάσεις αποτελούν ουσιαστικά επενδυτικό προϊόν συνδεδεμένο με την αγορά συναλλάγματος και συνακόλουθα ότι είναι άκυρες εξαιτίας της παραβίασης της υποχρέωσης ενημέρωσης των εναγόντων καταναλωτών από τους προστηθέντες, πλην όμως, στερούμενους της κατάλληλης πιστοποίησης, υπαλλήλους της εναγόμενης, αλλά και της αρχής του υπεύθυνου δανεισμού, λόγω της μη εξέτασης από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης της πιστοληπτικής ικανότητας των εναγόντων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω υπό στοιχείο (Βiv) μείζονα σκέψη, οι επίδικες συμβάσεις δεν μπορεί να χαρακτηριστούν ως επενδυτικές συμβάσεις, αφού αναγκαίο και ουσιώδες χαρακτηριστικό των τελευταίων είναι η διάθεση εκ μέρους του συμβαλλομένου επενδυτή κεφαλαίου, προκειμένου να τοποθετηθεί αυτό επωφελώς σε χρηματοπιστωτικά μέσα, ενώ, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες δεν διέθεσαν κεφάλαιο, αλλά αντιθέτως χορηγήθηκε σε αυτούς από την εναγόμενη με τη μορφή δανείου ένα συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου, προκειμένου να διατεθεί από τους ίδιους για την κάλυψη ορισμένης καταναλωτικής τους ανάγκης (αγορά/αποπεράτωση/βελτίωση ακινήτου) [ΑΠ 1073/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]. Οι επίδικες συμβάσεις συνιστούν δανειακές συμβάσεις, καθόσον επιδιώκονται με αυτές καθαρά δανειοδοτικοί σκοποί, με συνέπεια να ενεργοποιείται για τους επίμαχους συμβατικούς όρους η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕOΚ, και δεν έχουν χαρακτήρα επενδυτικής υπηρεσίας, ούτε επενδυτικής πράξης, αφού σκοπός των συμβάσεων ήταν, όπως ιστορείται στην αγωγή, η συνομολόγηση και η χορήγηση δανείων κατά μετατροπή σε αλλοδαπό νόμισμα (ελβετικό φράγκο) με ευνοϊκούς όρους για την απόκτηση ενός αγαθού (εν προκειμένω για την αγορά/αποπεράτωση/βελτίωση ακινήτου), και όχι η επένδυση και η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της επενδυτικής υπηρεσίας κατά το άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (και ήδη από την 01.01.2017 Οδηγία 2014/65/EE) για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Αντιθέτως, πρόκειται για νόμιμη, κατά τα ανωτέρω, παροχή στεγαστικών δανείων σε ξένο νόμισμα, για τον υπολογισμό του ποσού των οποίων και των δόσεων αποπληρωμής αυτών λαμβάνεται υπόψη η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων, ενέργεια δηλαδή που συνιστά συναλλαγματική δραστηριότητα αμιγώς παρεπόμενη της χορήγησης και της αποπληρωμής δανείου σε ξένο νόμισμα, η αξία του οποίου για τον υπολογισμό της αποπληρωμής δεν καθορίζεται εκ των προτέρων αλλά, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, προσδιορίζεται βάσει της τιμής πώλησης του νομίσματος αυτού, κατά την ημερομηνία καταβολής εκάστης μηνιαίας δόσης. Οι ανωτέρω πράξεις της εναγόμενης τράπεζας, που δεν έχουν σκοπό την πραγματοποίηση επένδυσης, εφόσον οι ενάγοντες καταναλωτές αποσκοπούν μόνο στη λήψη του κεφαλαίου, ενόψει της αγοράς καταναλωτικού αγαθού (εν προκειμένω της αγοράς/αποπεράτωσης/βελτίωσης ακινήτου) και όχι π.χ. στη διαχείριση συναλλαγματικού κινδύνου ή στην κερδοσκοπία επί της συναλλαγματικής ισοτιμίας ξένου νομίσματος, ήταν αμιγώς παρεπόμενες της χορήγησης και της αποπληρωμής των ένδικων δανείων σε ξένο νόμισμα, χωρίς να υφίσταται πράξη προθεσμιακής πώλησης συναλλάγματος, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι δεν γίνεται επίκληση στην υπό κρίση αγωγή δέσμευσης κεφαλαίων, με σκοπό την επερχόμενη αύξηση αυτών και εισροή νέων, αλλά αντίθετα εκτίθενται περιστατικά εκταμίευσης ορισμένου ποσού σε ευρώ, προορισμένου για τις στεγαστικές ανάγκες των εναγόντων και μετατροπής αυτού σε ελβετικό φράγκο, με την επ’ ωφελεία αυτών εκμετάλλευση του χαμηλότερου επιτοκίου, που συνόδευε το ελβετικό φράγκο, ούτε υπήρχε προσδοκία περαιτέρω οικονομικού κέρδους, προερχόμενου από την κατά οποιονδήποτε τρόπο εκμετάλλευση του δανείσματος. Ομοίως κρίνονται μη νόμιμες και η δεύτερη και η τρίτη επικουρικές βάσεις της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας ολόκληρων των επίδικων συμβάσεων, κατ’ άρθρο 181 ΑΚ, λόγω της ακυρότητας των ανωτέρω συμβατικών όρων 7 α και 9, άλλως περί αναγνώρισης της μερικής ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων, λόγω της ακυρότητας των ανωτέρω συμβατικών όρων 7 α και 9, καθόσον είναι αόριστοι και ασαφείς, και ως εκ τούτου καταχρηστικοί και άκυροι κατ’ άρθρο 2 παρ. 2, 6 και 7 του Ν. 2251/1994, αφού παραβιάζεται η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των ΓΟΣ και επέρχεται σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος των εναγόντων, ενώ ταυτόχρονα δεν πληρούται το αναγκαίο πλαίσιο ενημέρωσης που τίθεται με την ΠΔΤΕ 2501/2002. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην παραπάνω υπό στοιχείο (Αiii) μείζονα σκέψη, οι επίμαχοι όροι 7 α και 9 των ένδικων δανειακών συμβάσεων δεν υπόκεινται καθόλου σε έλεγχο καταχρηστικότητας, διότι εντάσσονται στους «δηλωτικούς όρους» των συμβάσεων, αφού επαναλαμβάνουν την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, χωρίς να εισάγουν απόκλιση από αυτήν και χωρίς να την συμπληρώνουν με επιπλέον ρυθμίσεις και, κυρίως, χωρίς να καταλείπουν τον προσδιορισμό του ύψους της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην κρίση της εναγόμενης τράπεζας, αλλά επαναλαμβάνουν την ανωτέρω διάταξη αυτούσια, ρυθμίζοντας συναλλαγή σε αλλοδαπό νόμισμα υπό το ίδιο ρυθμιστικό πρότυπο, στο οποίο απέβλεπε ο εθνικός νομοθέτης όταν την θέσπιζε. Οι ανωτέρω ΓΟΣ, ως «δηλωτικοί όροι», κατά την έννοια που προεκτέθηκε, εξ ορισμού δεν μπορούν να είναι καταχρηστικοί, αφού η ρύθμισή τους συμπίπτει με το νόμο, ώστε να εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου σύμφωνα και με τη ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13 (Ολ ΑΠ 4/2019 ΔΕΕ 2019. 411, ΑΠ 1073/2023 ο.π., ΑΠ 1415/2022, ΑΠ 998/2022 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του ΑΠ). Οι όροι αυτοί είναι, βέβαια, και όροι που ρυθμίζουν το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, ήτοι την παροχή του οφειλέτη (βλ. ΔΕΕ απόφαση της 20.09.2017, υπόθεση C-186/2016), πλην όμως, ο χαρακτήρας τους ως δηλωτικών όρων, που αποκλείει παντελώς τον έλεγχό τους για καταχρηστικότητα, υπερισχύει, ώστε να μην απαιτείται περαιτέρω έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13, για το εάν αυτοί είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Επιπλέον, οι επίμαχοι συμβατικοί όροι δεν εμφανίζουν ατυπικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τη νομοτυπική μορφή για την οποία ισχύει ο τιθέμενος με τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ κανόνας (οφειλή σε ξένο νόμισμα), ο οποίος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην παραπάνω υπό στοιχείο (Αiv) μείζονα σκέψη, δεν αφορά συγκεκριμένη κατηγορία τυποποιημένων συμβάσεων, αλλά εντάσσεται στο γενικό ενοχικό δίκαιο και εφαρμόζεται σε όλους τους τύπους των συμβάσεων του ενοχικού δικαίου, ανεξαρτήτως του είδους της σύμβασης που καταρτίστηκε και καταλαμβάνει κάθε χρηματική ενοχή, ανεξάρτητα αν στηρίζεται στο νόμο ή σε σύμβαση, και ανεξάρτητα από το στιγμιαίο ή διαρκή χαρακτήρα της σύμβασης και τον τύπο στον οποίο αυτή υπάγεται, και επομένως εφαρμόζεται και στις συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου, όπως οι ένδικες συμβάσεις. Υποδεικνύει δε τον τρόπο εκπλήρωσης της χρηματικής οφειλής σε ξένο νόμισμα και σχετίζεται μόνο με τον όρο της συναλλαγματικής ισοτιμίας που αφορά στην καταβολή της οφειλόμενης χρηματικής παροχής του οφειλέτη για την απόσβεση του δανείου. Οι επίδικοι συμβατικοί όροι ουδόλως αφίστανται του ρυθμιστικού προτύπου που προϋπέθετε ο εθνικός νομοθέτης στη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, αντιθέτως ταυτίζονται με τις περιπτώσεις που η τελευταία διάταξη ρυθμίζει και δεν αποκλίνουν από τη ρύθμιση αυτή, δοθέντος ότι: (α) υφίσταται οφειλή σε ξένο νόμισμα και επομένως, σύμφωνα με την έννοια του δανείου, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να αποδώσει πράγματα της ίδιας ποιότητας και ποσότητας, η αποπληρωμή πρέπει να γίνει στο νόμισμα αυτό, (β) ο τόπος αποπληρωμής είναι η Ελλάδα και (γ) παρέχεται η ευχέρεια στους ενάγοντες οφειλέτες να πληρώσουν σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του αλλοδαπού νομίσματος στο χρόνο και τόπο πληρωμής. Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι επίδικοι όροι δεν εισάγουν απόκλιση από τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, δεν την συμπληρώνουν, ούτε την διαφοροποιούν ως προς το οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο, καταλείποντας τον προσδιορισμό του ύψους της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην εναγόμενη τράπεζα, όπως αβασίμως υπολαμβάνουν οι ενάγοντες. Επίσης, οι ανωτέρω όροι επαναλαμβάνουν νομοθετική διάταξη, που ισχύει για το συγκεκριμένο τύπο σύμβασης που οι όροι αυτοί αφορούν (οφειλή σε αλλοδαπό νόμισμα) [ΑΠ 53/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ] και δεν επαναλαμβάνουν εθνική διάταξη αφορώσα άλλο τύπο σύμβασης, οπότε δεν θα ίσχυε γι’ αυτούς η εξαίρεσή τους από την εφαρμογή της Οδηγίας και από τον έλεγχο καταχρηστικότητας. Το γεγονός ότι οι επίδικοι όροι είναι «δηλωτικοί όροι», υπό την έννοια που προεκτέθηκε, δεν αποκρούεται με τον ισχυρισμό ότι οι εν λόγω όροι διαφοροποιούνται από το άρθρο 291 ΑΚ, διότι προβλέπουν συναλλαγματική ισοτιμία καθοριζόμενη μονομερώς από την εναγόμενη τράπεζα (προμηθευτή), ενώ στο άρθρο 291 ΑΚ προβλέπεται μία ισοτιμία βάσει της οποίας επιτρέπεται στον οφειλέτη να αποπληρώσει το δάνειο, καθοριζόμενη από την Τράπεζα της Ελλάδος. Και τούτο διότι οι επίδικοι όροι, ορίζοντας ρητά και με σαφήνεια ότι η μετατροπή των ευρώ σε ελβετικά φράγκα για την αποπληρωμή των δόσεων γίνεται με βάση την τιμή πώλησης του ξένου νομίσματος από την εναγόμενη τράπεζα, προβλέπουν έτσι μία ισοτιμία (την ισχύουσα κατά το χρόνο καταβολής ισοτιμία Ευρώ/CHF), η οποία, όπως προεκτέθηκε στην παραπάνω υπό στοιχείο (Αiv) νομική σκέψη, δεν καθορίζεται μονομερώς από την εναγόμενη, αλλά διαμορφώνεται και καθορίζεται από διεθνή οικονομικά στοιχεία και ανακοινώνεται από την ΕΚΤ στο Δελτίο Ισοτιμιών Αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας (ECB). Κρίσιμη δηλαδή ισοτιμία για το ερευνώμενο ζήτημα (μετατροπή των ευρώ σε ελβετικά φράγκα για την εξόφληση), είναι η τιμή πώλησης. Συνοψίζοντας, η διαμόρφωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας στις επίδικες συμβάσεις δεν εναπόκειται στη βούληση της εναγόμενης, ούτε γίνεται από αυτήν μονομερώς, όπως αβασίμως υπολαμβάνουν οι ενάγοντες, αλλά καθορίζεται από διεθνή χρηματοοικονομικά δεδομένα με βάση αντικειμενικά κριτήρια, ενώ διαμορφώνεται και ανακοινώνεται από την ΕΚΤ, χωρίς να μπορεί η εναγόμενη να επηρεάσει και να καθορίσει την ισοτιμία των δύο νομισμάτων. Επιπλέον, ούτε το ύψος της παροχής των εναγόντων οφειλετών ανατέθηκε με τις συμβάσεις αυτές στην απόλυτη κρίση της εναγόμενης, αλλά εξαρτήθηκε από την ισοτιμία των νομισμάτων, που αποτελεί αποτέλεσμα της παγκόσμιας διατραπεζικής αγοράς και είναι διαγνωστό και αντικειμενικό για όλους τους συναλλασσόμενους μέγεθος. Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι οι επίδικοι όροι δεν πάσχουν αοριστίας κατά το περιεχόμενό τους, ενόψει του ότι η παροχή (μηνιαία δόση) προσδιορίζεται με επάρκεια, αφού σαφώς αναφέρεται ότι αυτή καθορίζεται με βάση την εκάστοτε ισοτιμία ευρώ και ελβετικού φράγκου, πληροφορία που εύκολα μπορεί να γίνει γνωστή στους ενάγοντες δανειολήπτες και αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο που ισχύει για το σύνολο των συναλλασσομένων, δοθέντος ότι καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά και διαμορφώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ, η οποία εκδίδει δημόσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα, ώστε να είναι δυνατό στον καταναλωτή να ενημερώνεται σε ημερήσια βάση για τις διακυμάνσεις, η δε καταγραφή της μηνιαίας δόσης μπορεί να γίνει με απλό μαθηματικό υπολογισμό. Επομένως, το σε ευρώ ισάξιο καταβαλλόμενο ποσό της εκάστοτε δόσης συναρτήθηκε από κριτήριο ειδικά οριζόμενο στη σύμβαση, το οποίο δεν καθορίζεται μονομερώς από την εναγόμενη τράπεζα, αλλά προκύπτει από τη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος, και ως εκ τούτου η παροχή των εναγόντων δανειοληπτών ήταν συγκεκριμένη και όχι αόριστη, όπως αβασίμως διατείνονται οι ενάγοντες. Λόγω δε της νομικής αβασιμότητας της επικαλούμενης από τους ενάγοντες ακυρότητας των όρων 7 α και 9 των ένδικων συμβάσεων ως καταχρηστικών και αντικείμενων στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994, δεν ανακύπτει ανάγκη ερμηνευτικής συμπλήρωσης του κενού που δημιουργείται στις συμβάσεις, με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι εν λόγω όροι ως δηλωτικοί δεν αποτελούν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι επίμαχοι όροι τυγχάνουν καταχρηστικοί και συνεπώς άκυροι, τότε το αντίστοιχο κενό που θα ανέκυπτε στις επίδικες συμβάσεις θα έπρεπε να πληρωθεί, κατά πρόταξη του ενδοτικού δικαίου της συμπληρωματικής ερμηνείας, και πάλι με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, ως της πρότυπης ρύθμισης του ημεδαπού εθνικού δικαίου, η οποία αρμόζει απόλυτα στις ένδικες συμβατικές σχέσεις και με την οποία ο εθνικός νομοθέτης εγγυάται την ισόρροπη κατανομή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών, οπότε θα επέρχονταν τα ίδια αποτελέσματα για την εξέλιξη των δανειακών συμβάσεων. Σημειωτέον ότι ήδη επί του ερευνητέου θέματος επελήφθη το ΔΕΕ, κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και εκδόθηκε η από 21.12.2021 απόφασή του στην υπόθεση C-243/2020, που έκρινε αφενός ότι η εξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή της Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ακόμη και αν μια τέτοια εξαίρεση δεν έχει συμπεριληφθεί τυπικά στην έννομη τάξη κράτους μέλους, δηλαδή ακόμη και αν μια τέτοια εξαίρεση δεν έχει συμπεριληφθεί ρητά στο Ν. 2251/1994, αφετέρου ότι η φράση «νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου» στο άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ καλύπτει όχι μόνον τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, οι οποίες εφαρμόζονται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ανεξαρτήτως της επιλογής τους, αλλά και εκείνες οι οποίες είναι ενδοτικού δικαίου, ήτοι εφαρμόζονται κατ’ αρχήν ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων (ΑΠ 1079/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του ΑΠ, ΤριμΕφΑθ 3752/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Η κρίση δε αυτή του ΔΕΕ επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη από 06.07.2023 απόφασή του στην υπόθεση C-593/22 (ΤριμΕφΠειρ 17/2024 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε όμοια, ορθά κατ’ αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), και συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τους παραπάνω λόγους έφεσης είναι απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί στο σύνολό τους.
VII. Με τον τρίτο λόγο έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι επίμαχες ρήτρες είναι δηλωτικές της ΑΚ 291, μολονότι με τις επίδικες ρήτρες οι δανειολήπτες αναλαμβάνουν τον κίνδυνο δύο συναλλαγματικών ισοτιμιών, ενώ η εφαρμογή της ΑΚ 291 προϋποθέτει κατά το νομοθέτη την ανάληψη κινδύνου από μία συναλλαγματική ισοτιμία. Ωστόσο, αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η ισοτιμία που θα ληφθεί υπόψη για την αποπληρωμή του δανείου. Το ζήτημα αυτό (αποπληρωμή του δανείου) ρυθμίζει η ΑΚ 291 και γι’ αυτό το ζήτημα ορίζει ποια αξία λαμβάνεται υπόψη, διαλαμβάνοντας ότι αυτή είναι η τιμή του ξένου νομίσματος κατά το χρόνο καταβολής, για την αποπληρωμή του δανείου ή των δόσεων. Τα ίδια επαναλαμβάνουν και οι επίδικοι συμβατικοί όροι, ορίζοντας ρητά και με σαφήνεια ότι η μετατροπή, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, γίνεται με βάση την τιμή πώλησης του ξένου νομίσματος, προβλέποντας έτσι μία ισοτιμία (την ισχύουσα κατά το χρόνο καταβολής ισοτιμία Ευρώ / CHF), η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν καθορίζεται μονομερώς από την εναγόμενη, αλλά διαμορφώνεται και καθορίζεται από διεθνή οικονομικά στοιχεία και ανακοινώνεται από την ΕΚΤ στο Δελτίο Ισοτιμιών Αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας (ECB). Κρίσιμη δηλαδή ισοτιμία για το ερευνώμενο ζήτημα (μετατροπή των ευρώ σε φράγκα για την εξόφληση), είναι η τιμή πωλήσεως, ενώ η τιμή αγοράς έχει σημασία για άλλο ζήτημα και συγκεκριμένα για τη μετατροπή των ελβετικών φράγκων σε ευρώ, περίπτωση όμως, που δεν ανακύπτει στην κρινόμενη υπόθεση, με αποτέλεσμα η ισοτιμία αυτή (τιμή αγοράς) να είναι εν προκειμένω αδιάφορη. Επομένως, το γεγονός ότι υπάρχει τιμή πώλησης και τιμή αγοράς, δεν σημαίνει ότι οι επίδικοι όροι, κατ’ απόκλιση από την 291 ΑΚ, προβλέπουν δύο ισοτιμίες, αφού, για την αποπληρωμή της δόσης του δανείου, κρίσιμη ισοτιμία είναι η ισοτιμία Ευρώ/CHF κατά τη μετατροπή των ευρώ σε ελβετικά φράγκα για την αποπληρωμή του δανείου, ήτοι η τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου, η οποία προβλέπεται κατά όμοιο τρόπο από τους ανωτέρω συμβατικούς όρους και την ΑΚ 291. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος.
VIII. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι επίμαχες ρήτρες με αριθμό 14, 16 και 9 της επίδικης σύμβασης απηχούν την ΑΚ 291, αν και αυτές συνιστούν μία απλή, μοναδική και υποχρεωτική οφειλή μόνο στο εγχώριο νόμισμα και δεν συνιστούν ούτε διαζευκτική ευχέρεια πληρωμής σε εγχώριο νόμισμα ούτε διαζευκτική ενοχή πληρωμής είτε σε ξένο είτε σε εγχώριο νόμισμα. Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, επειδή ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθότι οι επικαλούμενες με αριθμό 14, 16 και 9 ρήτρες δεν αποτελούν περιεχόμενο της εκκαλουμένης απόφασης ούτε της ένδικης αγωγής και δεν αφορούν στην κρινόμενη υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, ένας τέτοιος όρος (7 α) σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχείο (Αiii) μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα ή αδιαφάνεια του σχετικού όρου. Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρο αυτό ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 01-01-2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως, το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (Ολ ΑΠ 4/2019) και ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος και ως νομικά αβάσιμος.
IX. Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι το τελευταίο έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2842/2000, η οποία ορίζει ότι «Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν εξουσιοδοτηθεί να πραγματοποιούν πράξεις σε συνάλλαγμα, διενεργούν ελεύθερα για ίδιο λογαριασμό και με δικό τους κίνδυνο πάσης φύσεως πράξεις σε συνάλλαγμα και ξένα τραπεζικά γραμμάτια, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις» και η οποία απαγορεύει τη μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου στο δανειολήπτη, προς αναπλήρωση του κενού, που προκύπτει από την ακύρωση των προσβαλλόμενων ΓΟΣ. Πλην όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι αφενός οι επίμαχοι όροι των συμβάσεων απηχούν, κατά τα προεκτεθέντα, το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, συνεπώς δεν μπορεί να γίνει έλεγχος καταχρηστικότητας αυτών, ούτε λόγω παραβίασης της αρχής της διαφάνειας, κατά τα προεκτεθέντα, αφετέρου δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι όροι αυτοί απηχούν τη διάταξη του άρθρου 4§1 του Ν. 2842/2000. Περαιτέρω, η τελευταία, ως διάταξη ενδοτικού δικαίου, που θα μπορούσε, κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, να εφαρμοστεί σε περίπτωση ακυρότητας των ανωτέρω όρων, προς συμπλήρωση του κενού που θα δημιουργείτο, δεν μπορεί να κληθεί σε εφαρμογή, αφού τέτοια ακυρότητα δεν διαπιστώθηκε. Σε κάθε δε περίπτωση, είναι νομικά αβάσιμος και επειδή α) η τελευταία αυτή διάταξη αφορά τις πράξεις συναλλάγματος, που διενεργούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα για δικό τους λογαριασμό και όχι μεταξύ των τελευταίων και των πελατών τους, όπως στην ένδικη περίπτωση και επειδή β) πρόκειται για ενδοτικού δικαίου διάταξη, συνεπώς δεν εισάγει απαγόρευση μετακύλισης του κινδύνου, αν τα μέρη συμφώνησαν διαφορετικά, όπως εν προκειμένω (ΤριμΕφΠειρ 438/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
X. Με τον έκτο λόγο έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες για παράβαση του άρθρου 291 ΑΚ από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι οι επίμαχοι όροι δεν απηχούν το περιεχόμενο της διάταξης αυτής, αφού η διάταξη του άρθρου 1§2 της Οδηγίας 93/13 αναφέρεται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ενώ η ανωτέρω διάταξη του εσωτερικού δικαίου εισάγει ενδοτικού δικαίου ρύθμιση. Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο (Αiii) μείζονα σκέψη, διότι οι επίμαχοι όροι είναι δηλωτικοί και μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1§2 σε “νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου” να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι’ αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών.
XI. Με τον έβδομο λόγο έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες για πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που μετ’ επικλήσεως προσκόμισαν και από τα οποία αποδεικνύεται η παραβίαση της υποχρέωσης της τράπεζας να προβεί σε προσυμβατική ενημέρωσή τους. Ο λόγος αυτός όμως, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή έχει απορριφθεί ως μη νόμιμη.
XII. Σύμφωνα με το άρθρο 9 γ παρ. 1 Ν. 2251/1994 απαγορεύονται, εν γένει, οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ο ορισμός των οποίων δίνεται στο άρθρο 9α του ίδιου νόμου. Ως αθέμιτη ορίζεται η πρακτική, που αντίκειται στους κανόνες της επαγγελματικής ευσυνειδησίας και στρεβλώνει ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή (9γ παρ. 2) και ιδίως, εμπορικές πρακτικές είναι αθέμιτες, όταν είναι παραπλανητικές ή επιθετικές (9γ παρ. 4). Κατά δε το άρθρο 9 δ παρ.1 του νόμου αυτού (με τίτλο παραπλανητικές πράξεις): “Μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες και είναι, συνεπώς, αναληθής ή, όταν με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει το μέσο καταναλωτή, ακόμα και εάν οι πληροφορίες είναι, αντικειμενικά, ορθές όσον αφορά ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία, τα οποία παρατίθενται κατωτέρω και, ούτως ή άλλως, τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά, δεν θα ελάμβανε”, ενώ κατά το άρθρο 9 ε: “παραπλανητική παράλειψη τεκμαίρεται και όταν ο προμηθευτής αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατάληπτο, διφορούμενο”. Στην περίπτωση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών προβλέπονται, στο άρθρο 9 θ παρ. 1, 3 του ιδίου νόμου, οι εξής κυρώσεις: “1. Κάθε καταναλωτής ή και ένωση καταναλωτών έχουν το δικαίωμα, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 9γ έως και 9η, να ζητούν τη δικαστική παύση κάθε αθέμιτης εμπορικής πρακτικής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και αποζημίωση για τη ζημία που υφίστανται εξαιτίας της πρακτικής αυτής. 3. Ο προμηθευτής στον οποίο αποδίδεται παράβαση των διατάξεων του παρόντος μέρους υποχρεούται να προσκομίζει στο Δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αφορούν εμπορική πρακτική, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο από το Δικαστήριο, ενόψει των δεδομένων της συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβανομένων υπόψη των έννομων συμφερόντων όλων των διαδίκων. Αν δεν προσκομισθούν τα στοιχεία αυτά ή κριθούν ανεπαρκή, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ή των εναγόντων καταναλωτών τεκμαίρονται αληθείς”.
Με τον όγδοο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούντες παραπονούνται, επειδή κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις 9γ-9ε του Ν. 2251/1994, που αναφέρονται σε «απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών» και που επιβάλλουν στην τράπεζα την ορθή και κατάλληλη πληροφόρηση του καταναλωτή και εν προκειμένω των δανειοληπτών, που έμμεσα προκύπτει (υποχρέωση) και από τις διατάξεις των άρθρων 4 έως 4α του νόμου αυτού και θεσπίζουν κύρωση συνιστάμενη σε αποζημίωση του καταναλωτή, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω σχετική μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η εφεσίβλητη τράπεζα κατά παραπλανητικό τρόπο ώθησε τους ενάγοντες να προβούν στην κατάρτιση των επίδικων πρόσθετων πράξεων τροποποίησης του άληκτου κεφαλαίου των ένδικων δανείων, υπερτιμώντας τα οφέλη, αποκρύπτοντας την αληθή φύση αυτών και τον τρόπο λειτουργίας τους και υποτιμώντας τους παραγόμενους κινδύνους, ήτοι το συναλλαγματικό κίνδυνο και τον κίνδυνο του επιτοκίου. Με το περιεχόμενο αυτό όμως, ο πιο πάνω λόγος τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, εφόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, οι επίμαχοι όροι 7 α κα 9 είναι έγκυροι και εφόσον τα επίδικα δάνεια σε συνάλλαγμα, που δεν ήταν εκ προοιμίου μη ασφαλή, αφού καταρχήν παρείχαν σημαντικό όφελος στους εκκαλούντες δανειολήπτες από το χαμηλό επιτόκιο libor σε σχέση με το υψηλό επιτόκιο euribor των δανείων σε ευρώ, ο κίνδυνος δε, που ενείχαν, ήταν συμβατός με τη φύση τους και δεν εξαρτάτο από την εφεσίβλητη, δεν έχουν επενδυτικό χαρακτήρα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, και δεν απαιτείται ως εκ τούτου ειδική ενημέρωση για αυτά από πιστοποιημένους υπαλλήλους της τράπεζας παροχής επενδυτικών συμβουλών, σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν απαιτούνται ειδικές οικονομικές γνώσεις για να αντιληφθεί ο μέσος καταναλωτής – δανειολήπτης, όπως οι εκκαλούντες, ότι οι συναλλαγματικές μεταβολές επηρεάζουν προφανώς την αξία ενός νομίσματος σε σχέση με άλλα (ΤριμΕφΠειρ 476/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
XIII. Μεταξύ των διατάξεων του ελληνικού εποπτικού τραπεζικού δικαίου ιδιαίτερη θέση κατέχει η ΠΔΤΕ 2501/2002, η οποία ανάγεται σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ελέγχεται αναιρετικά (ΕφΑθ 3607/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Με την τελευταία αυτή πράξη, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 18 § 5 του ν. 2076/1992, κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές, που θεσπίζονται στην παράγραφο Α΄ αυτής, με τίτλο «Γενικές Αρχές», τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν περιοδική έγγραφη ενημέρωση στους συναλλασσόμενους κατά τη διάρκεια ισχύος και λειτουργίας των συμβάσεων για τον τρόπο εφαρμογής των όρων που έχουν συμφωνηθεί, να ανταποκρίνονται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σε αιτήματα συναλλασσομένων για την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων, σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών όρων και να διαθέτουν ειδική υπηρεσιακή μονάδα για την εξέταση παραπόνων ή καταγγελιών πελατών. Επίσης, στην παράγραφο Β΄ αυτής, καθορίζεται η ελάχιστη ενημέρωση αναφορικά με συγκεκριμένες τραπεζικές εργασίες, όπως καταθέσεις, χορηγήσεις, λοιπές εργασίες, καθώς και σε σχέση με πιστωτικές κάρτες και παράγωγα προϊόντα, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης. Ειδικώς, αναφορικά με τα χορηγούμενα σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος δάνεια, η ελάχιστη ενημέρωση των δανειοληπτών περιλαμβάνει ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος (παρ. Β, αρ. 2 περ. x), και τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων (παρ. Β, αρ. 2 περ. xi). Εξάλλου, στην ίδια πράξη προβλέπεται, σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, ότι η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων. Ειδικότερα, για τη διευκόλυνση της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε : α) αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης, β) σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κ.λ.π.), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα (παρ. Β, αρ. 1 περ. στ).
Με το πρώτο σκέλος του ένατου λόγου έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση, διότι δεν απάντησε επί του ισχυρισμού τους περί παραβίασης της ΠΔΤΕ 2501/2002 από την πλευρά της εφεσίβλητης, που επιβάλλει την ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση των δανειοληπτών από τα πιστωτικά ιδρύματα, αναφορικά με τους ένδικους ΓΟΣ, τον εξ αυτών συναλλαγματικό κίνδυνο και τις τεχνικές κάλυψής του, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Πλην όμως, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι μόνο στα πλαίσια του δικαστικού ελέγχου περί καταχρηστικότητας, από την άποψη της διαφάνειας, θα μπορούσε να ελεγχθεί αν υπήρξε επαρκής ενημέρωση των δανειοληπτών, κατά την επικαλούμενη ΠΔΤΕ 2501/2002, που επιβάλλει την ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση των πιστωτικών ιδρυμάτων προς τους συναλλασσομένους τους αναφορικά με τα χορηγούμενα σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος δάνεια (ως προς α. συναλλαγματικό κίνδυνο και β. τις τεχνικές κάλυψης αυτού), έλεγχος ωστόσο που δεν είναι νόμιμος εν προκειμένω, αφού οι επίμαχοι ΓΟΣ είναι δηλωτικοί διάταξης νόμου και εκφεύγουν κάθε ελέγχου καταχρηστικότητας, άρα και του ελέγχου διαφάνειας, που προβλέπεται από το άρθρο 2§7 του Ν. 2251/1994, σε συνδυασμό με το άρθρο 4§2 της Οδηγίας 93/13 (ΤριμΕφΑθ 2544/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχείο (Aiii) μείζονα σκέψη.
XIV. Με το δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ερειδόμενη στην αδικοπραξία επικουρική βάση της αγωγής τους. Εντούτοις, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, οι ενάγοντες επικαλούνται ως πραγματικά περιστατικά, τα οποία φέρονται να στοιχειοθετούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, τα εξής : α) την παραβίαση εκ μέρους της εναγόμενης των υποχρεώσεων, που επιβάλλονται με την ΠΔΤΕ 2501/2002, β) την παραβίαση των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαφώτισης εκ μέρους της εναγόμενης δυνάμει των άρθρων 288, 281 ΑΚ, γ) την παραβίαση εκ μέρους της εναγόμενης της υποχρέωσης πληροφόρησης κατά το Ν. 3606/2007, δ) την παραβίαση της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2842/2000 με την παράνομη επίρριψη του συναλλαγματικού κινδύνου στους ενάγοντες και ε) την παροχή από την αντίδικό τους δανείου με ρήτρα αξίας συναλλάγματος και όχι δανείου σε αυτούσιο συνάλλαγμα, που συνιστά «ελαττωματική» υπηρεσία, κατ’ άρθρο 8 του Ν. 2251/1994. Πλην όμως, όσον αφορά τα ως άνω υπό στοιχείο γ, δ και ε περιστατικά, ουδόλως στοιχειοθετούν αδικοπρακτική συμπεριφορά, κατά πρώτον διότι ο Ν. 3606/2007 άρχισε να ισχύει από την 1-11-2007 (άρθρο 90) και άρα, δεν υφίστατο κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων πρόσθετων πράξεων τροποποίησης (19-6-2007), κατά δεύτερον διότι η προλεχθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2842/2000 εισάγει ενδοτικού δικαίου ρύθμιση, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε και έτσι δεν απαγορεύεται η μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου κατά συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, όπως εν προκειμένω, και κατά τρίτον διότι οι επίδικες συμβάσεις συνιστούν κατά μετατροπή συμβάσεις δανείου ξένου νομίσματος, που έγκυρα και νόμιμα συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, οπότε παρέπεται ότι δεν τίθεται ζήτημα «ελαττωματικότητας» της παρεχόμενης τραπεζικής υπηρεσίας. Περαιτέρω, ως προς τις λοιπές ως άνω φερόμενες παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις εκ μέρους της εναγόμενης αναφορικά με την τήρηση των υποχρεώσεων ενημέρωσης των δανειοληπτών, σημειώνεται ότι, και αληθείς υποτιθέμενες, δεν είναι ικανές να στηρίξουν τυχόν αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας, διότι δεν υφίσταται ο απαιτούμενος κατά νόμο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης παραβίασης των σχετικών υποχρεώσεων πληροφόρησης και της επελθούσας ζημίας των δανειοληπτών, καθόσον η ζημία τους προκλήθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, από τη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας των δύο νομισμάτων από το έτος 2011 και εφεξής, όρος όμως, που δεν εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής της εναγόμενης και ουδόλως μπορεί να της καταλογιστεί, δοθέντος ότι η συναλλαγματική ισοτιμία διαμορφώνεται από διεθνή οικονομικά στοιχεία, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ενόψει και του ότι κατά το πρώτο χρονικό διάστημα (πριν τη μεταβολή της ισοτιμίας) και ενώ φέρεται να είχε προηγηθεί η ελλιπής ενημέρωση των εναγόντων από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης αναφορικά με τον κίνδυνο της συναλλαγματικής μεταβολής, οι ένδικες δανειακές συμβάσεις «παρήγαγαν» τα επιδιωκόμενα από τους δανειολήπτες οικονομικά αποτελέσματα, με το χαμηλό επιτόκιο libor σε σχέση με το υψηλό επιτόκιο euribor των δανείων σε ευρώ και χωρίς σε εκείνη τη φάση «λειτουργίας» των επίδικων δανείων να ερευνάται τυχόν (αδικοπρακτική) ζημία των εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση, η παράνομη συμπεριφορά, που επικαλούνται οι ενάγοντες, γεννά δικαίωμα αποζημίωσης, που συνίσταται σε αρνητικό διαφέρον, στην περιέλευσή τους στην περιουσιακή κατάσταση που θα ευρίσκοντο εάν δεν είχε μεσολαβήσει η ζημιογόνος συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, των προστεθέντων της εναγόμενης. Πλέον συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ιστορική βάση της αγωγής, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η επικαλούμενη ζημιογόνος συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, των προστεθέντων της εναγόμενης, οι ενάγοντες θα αντιλαμβάνονταν την πλήρη έκταση του συναλλαγματικού κινδύνου, που ελλοχεύει στον επίδικο τύπο δανείου και ενόψει του ότι, σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής, δεν υφίστατο η δυνατότητα διαπραγμάτευσης των επίμαχων όρων των ένδικων συμβάσεων, οι ενάγοντες δεν θα προέβαιναν στην κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων κατά μετατροπή. Δεν μπορεί όμως, να ζητηθεί από τους ενάγοντες, με την ανωτέρω νομική βάση, να περιέλθουν στην κατάσταση που θα ευρίσκοντο, εάν η συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ – ελβετικού φράγκου ήταν αυτή που ίσχυε κατά την ημερομηνία μετατροπής του άληκτου κεφαλαίου των δανείων, ενώ παραμένουν σε ισχύ οι λοιποί όροι των ένδικων συμβάσεων, αφού κάτι τέτοιο δεν συνιστά αρνητικό διαφέρον σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις (βλ. κατ’ αρ. ΕρμΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, τόμοι 2ος και 4ος, αρ. 297-298, 914 και Γ. Καράκωστα «Προστασία του καταναλωτή» εκδ. Αντ. Σάκκουλα 1997, σελ. 113 επ. και 136), αλλά μορφή θετικού διαφέροντος, το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο στην περίπτωση της απάτης, στην οποία ο απατηθείς επιλέγει να εμμείνει στην ακυρώσιμη σύμβαση, και αξιώνει, κατ’ άρθρο 149 εδ. β ΑΚ, να περιαχθεί στην περιουσιακή κατάσταση στην οποία θα ευρίσκετο εάν η σύμβαση εκπληρωνόταν και ταυτόχρονα τα όσα απατηλώς παραστάθηκαν σε αυτόν ήταν αληθή (βλ. κατ’ αρ. ΕρμΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, τόμος 1ος, αρ. 149) [ΤριμΕφΠειρ 476/2023 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την εν λόγω επικουρική βάση της αγωγής, ορθά κατ’ αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος έφεσης.
XV. Κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση (όπως η σύμβαση εντόκου δανείου), το διαπλαστικό δικαίωμα, να ζητήσει από το Δικαστήριο, την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής, στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι: α) μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, γ) από τη μεταβολή αυτή, η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Έκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, είναι αυτά που δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.λ.π. (ΑΠ 998/2014, ΑΠ 1171/2004 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Η εφαρμογή δηλαδή της ερμηνευόμενης διάταξης προϋποθέτει ότι τα μέρη, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, έλαβαν υπόψη τους περιστατικά, στα οποία θεμελίωσαν το περιεχόμενο της σύμβασης και απέβλεψαν σε αυτά, τα οποία και αποτέλεσαν το βάθρο της σύμβασης. Στη συνέχεια όμως, απαιτείται, τα όσα περιστατικά θεμελίωσαν την απόφαση των συμβαλλομένων, περί κατάρτισης της σύμβασης, να μεταβλήθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο, τα δε γεγονότα, τα οποία προκάλεσαν τη μεταβολή, να έχουν χαρακτήρα έκτακτο και να μην μπορούσαν να προβλεφθούν, πράγμα που συμβαίνει όταν τα παρεμβαλλόμενα περιστατικά, που εισχώρησαν στη σύμβαση, δεν ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν, υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες. Όχι, όμως, οποιαδήποτε μεταβολή επιδρά στην κατάληξη ή και στην αναπροσαρμογή της σύμβασης, αλλά μόνον εκείνη, που έχει ως συνέπεια, η παροχή του οφειλέτη να θεωρείται υπέρμετρα επαχθής. Αυτό συμβαίνει όταν ο οφειλέτης, συνεπεία εκτάκτων γεγονότων, βρίσκεται σε πλήρη κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, και μάλιστα σε τέτοια κατάσταση, ώστε αυτός μεν εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε έκτακτα και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί. Επομένως, για να είναι νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην ανωτέρω διάταξη, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή αναφορά όλων των προαναφερόμενων στοιχείων που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 678/1996, ΕφΑθ 7313/2006 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) και δη ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στήριξαν την κατάρτιση της σύμβασης σε ορισμένα περιστατικά, τα οποία να αναφέρονται και τα οποία μεταγενέστερα μεταβλήθηκαν από έκτακτους και απρόβλεπτους λόγους, ώστε να συνεπάγονται δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής (ΕφΠειρ 953/2004 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
Με το πρώτο σκέλος του δέκατου λόγου της έφεσής τους παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής τους περί αναπροσαρμογής του υπόλοιπου της οφειλής τους κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, κρίνοντας ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί ετεροβαρών συμβάσεων. Ωστόσο, το αίτημα αυτό, που επιχειρείται να στηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, για αναπροσαρμογή της οφειλής των εκκαλούντων και αναγωγή της αντιπαροχής των επίδικων συμβάσεων στο μέτρο που αρμόζει και δη με τη συναλλαγματική ισοτιμία του χρόνου μετατροπής του άληκτου κεφαλαίου και με το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο, τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι, παρότι οι ένδικες συμβάσεις έντοκου δανείου αποτελούν αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, εφαρμοζομένης αρχικά της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ επ’ αυτών, παρά τα όσα αντίθετα έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν συνιστούν απρόοπτη, ανυπαίτια ως προς τους εκκαλούντες και μεταγενέστερη της σύναψης των συμβάσεων μεταβολή του κοινού δικαιοπρακτικού θεμελίου, στο οποίο αυτές στηρίχτηκαν. Ειδικότερα, η γενική οικονομική κρίση, καθώς και η μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, ιδίως στην ελληνική οικονομία, στην οποία είναι από μακρόν συνεχείς οι διακυμάνσεις της σταθερότητας, ιδίως κάτω από τις σημερινές κρατούσες συνθήκες ρευστότητας και της διεθνούς οικονομίας. Επιπλέον, η σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν φέρεται, κατά την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, ως το κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο, στο οποίο στηρίχθηκε η συνομολόγηση των δανείων, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτό τα πιστωτικά ιδρύματα γνώριζαν ήδη από το έτος 2007 τη μελλοντική υποτίμηση του ευρώ και επέρριψαν το σχετικό κίνδυνο στους δανειολήπτες, προκειμένου να μην έχουν τα ίδια δυσμενείς επιπτώσεις στα κεφάλαιά τους, παράλληλα δε η εφεσίβλητη ενέγραψε στο ακίνητό τους εμπράγματη ασφάλεια για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ενάγοντες στηρίζουν το αίτημά τους περί αναπροσαρμογής σε περιστατικά που δεν είναι απρόοπτα και δεν αποτέλεσαν κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο, τα οποία να δικαιολογούν τη ζητούμενη αναπροσαρμογή. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για απρόοπτη μεταβολή του κοινού δικαιοπρακτικού θεμελίου, στο οποίο οι συμβάσεις στηρίχθηκαν, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμο το επικουρικό αυτό αίτημα, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και πρέπει, αντικαθιστάμενης της αιτιολογίας της εκκαλουμένης απόφασης με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος έφεσης ως αβάσιμος.
XVI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη». Η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα επί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, των απορρεουσών από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία. Η ως άνω αρχή λειτουργεί τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις εκείνες, που, ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, είτε αυτές ρυθμίζονται στη σύμβαση είτε στο νόμο. Το τελευταίο είναι δυνατό, διότι η ΑΚ 288 αποτυπώνει γενικότερη αρχή, που έχει προσδιοριστική, άρα και περιοριστική αποστολή για το περιεχόμενο κάθε ενοχικής σχέσεως. Παρέχει δε η εν λόγω αρχή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 1487/2005 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ο προσδιορισμός της εκπληρωτέας παροχής, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ, γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και στηρίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, δοθέντος ότι η αρχή της καλής πίστεως αφενός μεν απαιτεί την τήρηση των συμφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από ειδικές διατάξεις νόμου, αφετέρου δε ότι έχει (αρχή της καλής πίστεως) αμφιμερή ενέργεια, με την έννοια ότι κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκείται από το φορέα του εντός των κοινωνικοηθικών ορίων, αλλά και αντιστρόφως κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου. Έτσι, με βάση την αρχή της καλής πίστεως, σε περίπτωση παροχής που έχει γίνει επαχθής για τον ένα συμβαλλόμενο, επιβάλλεται η εκπλήρωση αυτής και αποκλείεται η παρέκκλιση από τη σύμβαση, εάν η επαχθής παροχή ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που ανέλαβε ο υπόχρεος με τη σύμβαση (ΑΠ 433/1971) ή που πρέπει κατά το νόμο να του καταλογισθεί (ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 63/2000 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου με βάση την ΑΚ 288 συνίσταται στην αναπροσαρμογή της παροχής σε επίπεδο που να αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη, στοιχεία όμως, που δεν μπορούν να προσδιοριστούν γενικά και αφηρημένα αλλά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα εκατέρωθεν συγκριτικά στοιχεία, έτσι ώστε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης να λάβει χώρα μία ισόρροπη κατανομή της ζημίας, πάντοτε σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε ατομικής περίπτωσης. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι διαπλαστικό και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, η συμφωνία καταλύεται εφεξής και ισχύει για το μέλλον. Με την αναπροσαρμογή της παροχής από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης, που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΑΠ Ολ 3/2014, ΑΠ 207/2017 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικά, σε περίπτωση σύμβασης δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, με την οποία υποχρεώνεται ο οφειλέτης να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του ξένου νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, εκτός από τα θεμιτά συμφέροντα του δανειολήπτη, πρέπει να προστατευθούν, επί μεταβολής της ισοτιμίας, τα επίσης θεμιτά συμφέροντα της τράπεζας, η οποία υφίσταται και η ίδια το συναλλακτικό κίνδυνο. Επομένως, σε περίπτωση σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ δεν πρέπει δογματικά να αναχθεί σε λύση διάσπασης της συμβατικής σταθερότητας και δεσμευτικότητας, αλλά η εφαρμογή του να καταφάσκει ως ultimum remendium διόρθωσης της σύμβασης και αναπροσαρμογής των υποχρεώσεων μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που πρέπει να κρίνονται in concreto και δη όταν είναι όλως έντονη η απειλή οικονομικής καταστροφής για το δανειολήπτη, στις οποίες και πάλι η διάταξη του ανωτέρω άρθρου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός ανακούφισης μέσω της επιλογής από το δικαστήριο μίας διόρθωσης της σύμβασης π.χ. δια της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής ή της αναστολής για ένα χρονικό διάστημα της υποχρέωσης καταβολής δόσεων, και πάντως όχι υποχρεώνοντας την τράπεζα να δεχθεί την εξόφληση των οφειλόμενων δόσεων με την ισοτιμία του χρόνου εκταμίευσης του δανείου. Τέτοια επιλογή αναμόρφωσης της σύμβασης με καθιέρωση για την αποπληρωμή των δόσεων της ισοτιμίας του χρόνου εκταμίευσης, ικανοποιεί μεν στο ακέραιο τα θεμιτά συμφέροντα του δανειολήπτη, αλλά παραβλέπει τελείως τα επίσης θεμιτά συμφέροντα της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας, η οποία έχει δανεισθεί τα ελβετικά φράγκα για να τα δανείσει στο δανειολήπτη και καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης με κάθε δανειολήπτη, έχει ανοικτή οφειλή σε ελβετικά φράγκα στη διατραπεζική αγορά, υφιστάμενη και η ίδια το συναλλακτικό κίνδυνο και τη ζημία από τον κίνδυνο μεταβολής των τιμών συναλλάγματος και την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου. Οδηγεί δε σε μία μονόπλευρη επιβολή των συμφερόντων των δανειοληπτών σε βάρος της τράπεζας με τη μετακύλιση αποκλειστικά στην τελευταία του κινδύνου μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, επιβαρυνόμενης επιπλέον με το χαμηλό επιτόκιο Libor και συνακόλουθα μειωμένο επιτόκιο κέρδους (spread), ενώ αντίθετα οι αντισυμβαλλόμενοί της απολαμβάνουν τα οφέλη χαμηλού επιτοκίου και χαμηλής τοκοχρεωλυτικής δόσης (ΑΠ 1461/2022 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
Με το δεύτερο σκέλος του δέκατου λόγου έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες για κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απόρριψη του επικουρικού αιτήματος της αγωγής τους, για αναπροσαρμογή του οφειλόμενου ποσού των δανείων τους για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα, με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο μετατροπής τους, με το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ. Πλην όμως, η αγωγή ως προς την ανωτέρω βάση της είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, αφενός δεν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος, δεδομένου ότι ο επικαλούμενος λόγος περί δραματικής μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου υπέρ του τελευταίου, ανήκει στο πλαίσιο κινδύνου που ανέλαβαν οι εκκαλούντες με τις επίδικες συμβάσεις και με βάση την αρχή της καλής πίστης, σε περίπτωση παροχής που έχει γίνει επαχθής για τον ένα συμβαλλόμενο, επιβάλλεται η εκπλήρωση αυτής και αποκλείεται η παρέκκλιση, αφετέρου δε η αιτούμενη δια της αγωγής διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου, με βάση την ΑΚ 288, δια του υπολογισμού του υπολοίπου της οφειλής με βάση την ισοτιμία που υπήρχε κατά τη μετατροπή του άληκτου κεφαλαίου των δανείων, η οποία να ισχύει για όλη τη διάρκεια εξυπηρέτησης των δανείων, λαμβάνει υπόψη μονομερώς μόνο τα θεμιτά, σε κάθε περίπτωση, συμφέροντα των εκκαλούντων, αποκλείοντας όμως τα επίσης θεμιτά συμφέροντα της εφεσίβλητης τράπεζας, κατ’ αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης, η οποία αφενός απαιτεί την τήρηση των συμφωνηθέντων, αφετέρου έχει αμφιμερή ενέργεια με την έννοια ότι κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκείται από το φορέα του εντός των κοινωνικοηθικών ορίων, αλλά και αντιστρόφως κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου. Ειδικότερα, η επιβάρυνση των εκκαλούντων και ο επαχθής χαρακτήρας της οφειλής τους, που προέκυψε μεταγενέστερα κατά την εξέλιξη των δανειακών συμβάσεων, λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ προς ελβετικό φράγκο υπέρ του τελευταίου, που κατά τα ανωτέρω ανήκε στο πλαίσιο κινδύνου που αυτοί συμβατικά ανέλαβαν, δεν μπορεί να οδηγήσει, άνευ ετέρου, στην υποχρέωση της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας να δεχτεί την εξόφληση των οφειλόμενων δόσεων με την ισοτιμία του χρόνου μετατροπής των ποσών των δανείων, ήτοι στην πλήρη απαλλαγή τους από το συναλλακτικό κίνδυνο, αφού έτσι θα κατέληγε σε λύση ότι κρίσιμη είναι η ισοτιμία του χρόνου της μετατροπής, χωρίς προηγούμενη στάθμιση των συμφερόντων αμφότερων των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δεδομένου ότι έτσι παραβλέπονται τελείως και τα θεμιτά συμφέροντα της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας, η οποία έχει δανειστεί τα ελβετικά φράγκα για να δανείσει τους ενάγοντες και καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης έχει ανοικτή οφειλή σε ελβετικά φράγκα στη διατραπεζική αγορά, υφιστάμενη και η ίδια το συναλλακτικό κίνδυνο και τη ζημία από τον κίνδυνο της μεταβολής της ισοτιμίας, με αποτέλεσμα τη μετακύλιση αποκλειστικά στην εφεσίβλητη του κινδύνου μεταβολής της ισοτιμίας, επιβαρυνόμενης της τελευταίας με το χαμηλό επιτόκιο Libor και συνακόλουθα μειωμένο επιτοκιακό περιθώριο κέρδους (spread), ενώ οι εκκαλούντες θα απολαμβάνουν τα οφέλη του χαμηλού επιτοκίου και της χαμηλής τοκοχρεωλυτικής δόσης, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο το παραπάνω αίτημα της αγωγής για την αναπροσαρμογή της παροχής των εκκαλούντων, με βάση την ΑΚ 288, ορθά κατ’ αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Συνεπώς, και αυτός ο λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
XVII. Με βάση τα προεκτεθέντα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από τους εκκαλούντες για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με ΓΑΚ/ΕΑΚ : …………./7-7-2021 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, καθότι απορρίφθηκε η ένδικη έφεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», που είχε καταστεί προγενέστερα καθολική διάδοχος της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», λόγω διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της ως άνω νέας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας (άρθρο 16 του Ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. 3 και 59-74 του Ν. 4601/2019 – υπ’ αριθ. 31907 και 31909/20.03.2020 Ανακοινώσεις Γ.Ε.ΜΗ.). Ειδικότερα, η άνω αλλοδαπή εταιρία κατέστη ειδική διάδοχος, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, μεταξύ των οποίων και της επίδικης απαίτησης, δυνάμει της από 13.07.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..» και της άνω αλλοδαπής εταιρίας και περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε με αριθμό πρωτ. ……./14.07.2020 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ……. και με αύξοντα αριθμό ……. Στη συνέχεια, οι άνω συμβαλλόμενοι προέβησαν την 21.07.2020 σε ορθή επανάληψη του Παραρτήματος της από 13.07.2020 σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε με αριθμό πρωτ. ……/21.07.2020 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. και με αύξοντα αριθμό …… Έτι περαιτέρω, προέκυψε ότι η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν, κατά τα ανωτέρω, στην παραπάνω αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού, μεταξύ των οποίων και η ένδικη απαίτηση, ανατέθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………………», δυνάμει της από 13.07.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. ……/14.07.2020 στον τόμο ….. και με αύξοντα αριθμό ……. Σημειωτέον ότι καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτ. ……/08.11.2022, στον τόμο ….. και με αύξοντα αριθμό ….., η από 08.11.2022 σύμβαση συμπλήρωσης, με την οποία συμπληρώθηκε το υπ’ αριθ. πρωτ. …../14.07.2020 έντυπο δημοσίευσης της από 13.07.2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, καταχωρηθέν στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο ….. και με αύξοντα αριθμό ……., μεταξύ άλλων, με ρητή αναφορά ότι η αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού «……….» όρισε ως εκπρόσωπό της και παρέσχε προς τούτο προς την ανώνυμη εταιρία «……………» τη σχετική πληρεξουσιότητα προς εξώδικη και δικαστική επιδίωξη των υπό διαχείριση τιτλοποιημένων απαιτήσεων. Με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……………», υπό την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου και διαχειρίστριας των προαναφερόμενων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και η επίδικη απαίτηση, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αρχικής διαδίκου – εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» και συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης και κατά των εκκαλούντων ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, διότι ήταν ιδιαίτερα δυσχερής η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179 εδ. α, 182 παρ. 2, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των καθ’ ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων Α) την από 6-7-2021 έφεση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …../2021 και ειδικό …/2021 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2021 και ειδικό …./2021 και Β) την από 4-1-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2023 και ειδικό …./2023.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 4-1-2023 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………» υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….».
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 6-7-2021 έφεση κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 934/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τακτική Διαδικασία).
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 17 Δεκεμβρίου 2025 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, την 13 Φεβρουαρίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ