ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 125/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο Τμήμα )
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Του εκκαλούντος-αιτούντος: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βαρβάρα Ζαχαράκη (ΔΣΑ ……………) και κατέθεσε προτάσεις.
Της εφεσίβλητης-καθ’ης η αίτηση: Αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στο ……… Ιρλανδίας ( ………………) και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία «……….», η οποία εδρεύει στη ……….. Αττικής, ………….., με ΑΦΜ ……… και αρ. ΓΕΜΗ ……….., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (αρ. απόφασης 207/1/29/11/2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως μη δικαιούχος διάδοχος, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 2παρ.4 του Ν.4354/2015, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» νομίμως εκπροσωπουμένης με ΑΦΜ ………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Ευάγγελο Ψύχα (ΔΣΑ …….), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΨΥΧΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ- ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» με ΑΜ …. και ΑΦΜ …… και κατέθεσε προτάσεις.
Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών άσκησε σε βάρος της καθ’ης ήδη εφεσίβλητης, την από 12.7.2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2023) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 4145/2023 οριστική απόφαση, δικάζοντας την ανακοπή αντιμωλία των διαδίκων απέρριψε την ανακοπή. Ο ανακόπτων, ήδη εκκαλών, προσβάλλει την απόφαση αυτή με την από 6/2/2024 έφεσή του, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 6/2/2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./6.2.2024. Στο ίδιο δικόγραφο ο εκκαλών σώρευσε αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής. Επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης κατατέθηκε αυθημερόν στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../6.2.2024 ενώ δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από τον Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς η 8/2/2024 και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ……
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 4145/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και απέρριψε την από 12/7/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………../2023) ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [20/12/2023] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 6/2/2024, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ………………/2024 παράβολο σε συνδυασμό με την από 6/2/2024 ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η έφεση, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ, μαζί με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό υπό τον όρο καταβολής εγγύησης με αποτέλεσμα την προσωρινή αναστολή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού (στις 6.2.2024) έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης αναστολής και υπό τον όρο συζήτησης αυτής στην προσδιορισθείσα δικάσιμο της 7/11/2024, οπότε και αναβλήθηκε, διατηρηθείσας της προσωρινής διαταγής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατά την αυτή, ως άνω, ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της (άρθρα 522, 524 παρ.1 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών, με την από 12/7/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./13.7.2023) ανακοπή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου ανακοπές των άρθρων 633παρ.2 ΚΠολΔ και 933 ΚΠολΔ, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την οποία απηύθυνε κατά της καθ’ης και ήδη εφεσίβλητης ζητούσε για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή την ακύρωση α) της υπ’ αριθμ. …../2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) της από 21/6/2023 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου του υπ’ αριθμ. …../2013 πρώτου εκτελεστού απόγραφου της ως άνω διαταγής πληρωμής και γ) της υπ’ αριθμ. ……../10.7.2023 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………….. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 4145/2023 οριστική απόφαση απέρριψε τις σωρευόμενες ανακοπές και επικύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, καταδίκασε δε τον ανακόπτοντα στα δικαστικά έξοδα της καθ’ης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται οι ανακόπτων με την κρινόμενη έφεσή του και με τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ώστε να γίνει δεκτή η ανακοπή του και να ακυρωθεί τόσο η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής όσο και οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης.
1.Oι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, που παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, θα πρέπει να κηρύσσονται άκυρες, μετά από την άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Η αρχή της αναλογικότητας, με τις επιμέρους αρχές στις οποίες αναλύεται, θέτει όρια τα οποία απαγορεύουν τη χρήση μέσων εκτέλεσης, άρα και την επιχείρηση των σχετικών πράξεων εκτέλεσης, όταν τα μέσα αυτά δεν είναι κατάλληλα για να επιτύχουν το σκοπό της εκτελεστικής διαδικασίας (αρχή της καταλληλότητας), όταν δεν είναι αναγκαία επειδή υπάρχει άλλο ηπιότερο μέσο (αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου) και όταν προκαλούν ζημία που είναι δυσανάλογα μεγάλη και επιβαρυντική για τον θιγόμενο, γιατί τα ωφελήματα που επιδιώκει ο επισπεύδων με τις πράξεις εκτέλεσης δεν βρίσκονται σε αρμόζουσα λογική ακολουθία με τις αρνητικές επιπτώσεις για τον καθ` ου η εκτέλεση (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 724/2017, δημ. Νόμος). Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008, ΕφΘεσ 2613/2017, ΕφΠειρ 36/2017, δημ. Νόμος). Σχετικά, έχει κριθεί ότι οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου, όταν η αξίωση του δανειστή είναι δυνατό να ικανοποιηθεί με άλλο μέσο ασυγκρίτως ηπιότερο για τον οφειλέτη, όπως με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων του, η αξία των οποίων είναι μικρότερη του αρχικά κατασχεθέντος στοιχείου, αξία βέβαια που καλύπτει την αξίωση του δανειστή, όπως και όταν οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας υπό στενή έννοια και, δη, όταν εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για το συγκεκριμένο οφειλέτη, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια της θυσίας του, ενώ, ταυτόχρονα, το ποσό της απαίτησης που εκτελείται είναι ελάχιστο σε σχέση με τη δυσανάλογα μεγάλη αξία του κατασχεθέντος (Β. Βαθρακοκοίλης: ΚΠολΔ-Ερμηνεία και Νομολογιακή Ανάλυση, τομ. Ε, υπό άρθρο 951 αρ.14) και, συνεπώς, έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτέλεσης και του σκοπού για τον οποίο αυτό επιβάλλεται. Επίσης, ο οφειλέτης μπορεί, για την απόκρουση του επισπευδομένου ή για την ακύρωση του ήδη διενεργηθέντος πλειστηριασμού, να προβάλλει ότι, λόγω των συνθηκών που συντρέχουν, η πραγμάτωση του δικαιώματος από τον επισπεύδοντα δανειστή απαγορεύεται γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 126/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 1871/2014, ΑΠ 1504/2013, ΑΠ 279/2008, ΑΠ 298/2008, δημ. Νόμος). Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατά την παραπάνω διάταξη, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει το δικαίωμα από την σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και, μάλιστα, προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 1472/2004, ΜονΕφ Πειρ 590/2025, ΜονΕφΠειρ 147/2025, ΕφΑΘ 535/2018, ΕφΘεσ 473/2017, ΕφΔυτΜακ 26/2007 δημ. Νόμος).
Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον πρώτο λόγο της ανακοπής του που βάλλει κατά της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, στον οποίο εξέθετε ότι η σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του κατάσχεση είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη για το λόγο ότι τα ακίνητά του αποτελούν την κύρια και μοναδική κατοικία του ιδίου και της οικογένειας του και η εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος του μόνο για μέρος της απαίτησης της καθ’ ης ύψους 50.000,00 ευρώ ενώ η εμπορική αξία των ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των 160.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 136.600 ευρώ, όπως τα αξιολόγησε ο πιστοποιημένος εκτιμητής της καθ’ ης καθώς επίσης και για το λόγο ότι η διαταγή πληρωμής, βάσει της οποίας επισπεύδεται εκτέλεση, δεν έχει ακόμα κριθεί τελεσίδικα. Με το παραπάνω περιεχόμενο ο πρώτος λόγος της ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος καθώς τα επικαλούμενα σε αυτόν πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ καθώς δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη. Ειδικότερα, ο ανακόπτων δεν επικαλείται ότι η καθ’ ης, δημιούργησε σε αυτόν εύλογα την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το απορρέον από το νόμο δικαίωμά της να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του για να πετύχει την ικανοποίηση των απαιτήσεών της, δικαίωμα που είναι άμεσα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της. Επίσης, το γεγονός ότι με την αναγκαστική αυτή εκτέλεση ο ανακόπτων, θα στερηθεί το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων που αποτελούν την πρώτη κατοικία του ίδιου και της οικογένειας του , δεν καθιστά την επίδικη κατάσχεση καταχρηστική καθώς η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της καθ’ ής αποσκοπεί στην έστω αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεών της, καθώς η επίσπευση αυτή εκ μέρους της συνιστά ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος της στενά συνδεδεμένου με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνον αυτή μπορεί να αποφασίζει, εκτός εάν υπάρχει προφανής υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, γεγονός το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, η από μέρους της καθ’ ης η ανακοπή συμπεριφορά ως δανείστρια και δη η επιβολή κατάσχεσης δεν αντίκειται ούτε στην καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της προς επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά ούτε και στην αρχή της αναλογικότητας και τις επιμέρους αρχές στις οποίες αναλύεται. Και τούτο διότι ουδεμία δυσαναλογία υφίσταται μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του χρησιμοποιουμένου μέσου εκτέλεσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση είναι το μόνο κατάλληλο και αναγκαίο μέσο για να επιτύχει τον σκοπό της εκτελεστικής διαδικασίας, ενόψει του ότι δεν υπάρχει οιοδήποτε άλλο ηπιότερο μέσο, ενώ η ζημία που θα προκαλέσει στον θιγόμενο ανακόπτοντα δεν τυγχάνει δυσανάλογα μεγάλη και επιβαρυντική για τον τελευταίο, δοθέντος ότι τα ωφελήματα που επιδιώκει η επισπεύδουσα με τη συγκεκριμένη πράξη εκτέλεσης ευρίσκονται σε αρμόζουσα λογική ακολουθία με τις αρνητικές επιπτώσεις της για τον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη. Άλλωστε από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης προκύπτει ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε για το ποσό των 50.000,00 για λόγους μείωσης των εξόδων, και μόνον, με την ρητή επιφύλαξη είσπραξης της υπόλοιπης απαίτησης. Επομένως είναι προφανές και απολύτως προβλέψιμο με βεβαιότητα ότι η εφεσίβλητη θα αναγγελθεί στον επισπευδόμενο πλειστηριασμό για το σύνολο της απαίτησής της, που επιδικάσθηκε με την υπ’ αριθμόν 371/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ήτοι για το ποσό των 81.545,62 ευρώ για κεφάλαιο νομιμοτόκως από τις 8-9-2012 και για δικαστική δαπάνη ποσού 1.800 ευρώ, η οποία (συνολική απαίτηση κεφάλαιο-τόκοι-δικαστικά έξοδα) ανέρχεται στο ποσό των 132.972,23 ευρώ και είναι ανάλογη της αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων. Ενόψει των προεκτεθέντων, η ενάσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή να προβεί σε κατάσχεση των ακινήτων αποκλειστικής κυριότητας του ανακόπτοντος δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Εξάλλου, το επικαλούμενο από τον εκκαλούντα γεγονός ότι κατά την επιβολή της κατάσχεσης η αξία των ακινήτων εκτιμήθηκε από την καθ΄ ης σε ποσό που υπολείπεται της εμπορικής τους αξίας και αληθές υποτιθέμενο, δεν καθιστά την ένδικη κατάσχεση καταχρηστική, αλλά αποτελεί ενδεχομένως λόγο διόρθωσης της ανακοπτόμενης έκθεσης που μπορεί να προβληθεί με την ειδική ανακοπή του άρθρου 954 ΚΠολΔ, ώστε να αποφευχθεί η επικαλούμενη αντίστοιχη βλάβη του ιδιοκτήτη τους. Περαιτέρω, η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό (904 ΚΠολΔ) και είναι άμεσα εκτελεστή, μπορεί, δηλαδή, να εκτελεσθεί και πριν να αποκτήσει αυτή δύναμη δεδικασμένου, η άσκηση δε ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και η εξ αυτής εκκρεμοδικία δεν εμποδίζει την πρόοδο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει διαταγής πληρωμής, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη δεν είναι καταχρηστική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ανακόπτων, δεδομένου μάλιστα ότι δεν εκθέτει στην ανακοπή περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η καθής του δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα προέβαινε στην επιδίωξη της σχετικής αξίωσής της σε βάρος του με την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης και κατάσχεσης των ακινήτων του αλλά θα ανέμενε την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη στις ίδιες παραδοχές και απέρριψε τον πρώτο λόγο της ως άνω ανακοπής ως μη νόμιμο, δεν έσφαλλε, παρά τα περί του αντιθέτου διατεινόμενα από τον εκκαλούντα, καθώς ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο, απορριπτόμενου του σχετικού πρώτου υπό στοιχείο Α1 λόγου της υπό κρίση εφέσεως.
2.Στην ελληνική έννομη τάξη η κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, όπως λχ συμβαίνει με το σύνδικο της πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης, τον εκκαθαριστή κληρονομίας, τον αναγκαστικό διαχειριστή, τον Εισαγγελέα στη δίκη ακύρωσης του γάμου κλπ. Ωστόσο, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση ότι πρόκειται για μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο, εφόσον από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου πρέπει να αναζητείται εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του, δηλαδή την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Προς τούτο συγκλίνει και η αντικειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ερμηνευτής ενός κανόνα δικαίου αναζητεί το αντικειμενικό νόημα του νόμου, δηλαδή την ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική, έτσι ώστε αυτός, ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχομένων συμφερόντων και αναγκών να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Ο νομοθέτης, στο άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 ρύθμισε ρητά το ειδικό δικονομικό καθεστώς των εταιρειών διαχείρισης, απονέμοντας σ` αυτές την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Ωστόσο, αυτές οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του Ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιρειών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Γι` αυτό οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του Ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του Ν. 4354/2015. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 δ` του Ν. 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι “παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (Ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το Ν. 4354/2015). Η προβλεπόμενη με την πιο πάνω διάταξη παράλληλη εφαρμογή των δύο νομοθετημάτων αναφέρεται στη διαδικασία μεταβίβασης των απαιτήσεων και σκοπεύει να διευκολύνει τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3156/2003, απαλλάσσοντας τους συμβαλλόμενους από τις επιπλέον προβλεπόμενες ειδικότερες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μεταβίβαση των απαιτήσεων με βάση το Ν. 4354/2015. Η ως άνω ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευόμενου Ν. 3154/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του Ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 αυτού, μόνο όταν η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και όχι όταν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν. 3156/2003, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α` του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Τέλος, υπέρ της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης ότι ο διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων του Ν. 3156/2003 νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος αποτελεί και η ιστορική καταγωγή του Ν. 3156/2003. Ειδικότερα, η τιτλοποίηση απαιτήσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 14 του Ν. 2801/2000 και αφορούσε την τιτλοποίηση απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια δε, ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε και στον ιδιωτικό τομέα με τη θέσπιση του Ν. 3156/2003. Με την παρ. 13 του άρθρου 14 του άνω Ν. 2801/2000 ορίστηκε ότι η είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων συνεχίζει να γίνεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο όνομα και για λογαριασμό αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την είσπραξη δημόσιων εσόδων και με όλα τα διαδικαστικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, σαν να μην είχε λάβει χώρα εκχώρηση ή μεταβίβαση των σχετικών απαιτήσεων, οι δε προβλεπόμενες επί των εσόδων κρατήσεις και δικαιώματα υπέρ τρίτων αποδίδονται στους δικαιούχους τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Ο εκδοχέας των απαιτήσεων δεν νομιμοποιείται να παρέμβει ή να συμμετάσχει κατά οποιονδήποτε τρόπο στις σχετικές διαδικασίες. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ` αναλογία και όταν πρόκειται για εκχώρηση απαιτήσεων ΝΠΔΔ. Συνεπώς, με βάση τον ως άνω νόμο, που προηγήθηκε του Ν. 3156/2003, το Ελληνικό Δημόσιο ως διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων έχει την αποκλειστική εξουσία να ενεργεί στο όνομά του ως μη δικαιούχος διάδικος όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ενώ ο εκδοχέας των απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης. Η υποστηριζόμενη άποψη ότι οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι μόνο όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης σ` αυτές γίνεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, λόγω του ότι προβλέπεται διαφορετική φορολογική μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης στους δύο νόμους, καθώς ο Ν. 3156/2003 θέτει τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις υπό καθεστώς φορολογικής ατέλειας, ενώ οι μεταβιβάσεις που γίνονται με βάση το Ν. 4354/2015 υπόκεινται σε φορολογία, δεν μπορεί να στηρίξει πειστικά αυτή τη διαφορετική άποψη. Επίσης, το επιχείρημα υπέρ της ίδιας ως άνω άποψης, λόγω του ότι ο Ν. 4354/2015 θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των καταναλωτών την προηγούμενη πρόσκληση του συνεργάσιμου δανειολήπτη και του εγγυητή για να διακανονίσουν τις οφειλές τους (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4354/2015), ενώ ο Ν. 3156/2003 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόβλεψη, είναι ατελέσφορο, διότι η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις, αφού εξαιρούνται από την προϋπόθεση αυτή απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. β Ν. 4354/2015). Επομένως, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. (ΟλΑΠ 1/2023 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ).
3.Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των ν. 4354/2015 και 3156/2003, προκύπτει ότι η μεταβίβαση απαιτήσεων κατά τους ορισμούς τους, γίνεται με έγγραφο τύπο και συντελείται με την καταχώριση της σύμβασης πώλησης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, από την οποία (καταχώριση) αποκτώνται τα δικαιώματα του αναδόχου έναντι του τρίτου οφειλέτη και πριν την αναγγελία της εκχώρησης στον τελευταίο, αφού ως τέτοιο, ισχύει πλασματικά εκ του νόμου, η καταχώριση της σύμβασης στο βιβλίο αυτό, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3156/2003, εφόσον πρόκειται για τιτλοποίηση απαιτήσεων, η δε διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων ανατίθεται υποχρεωτικά σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά το ν. 4354/2015 από την Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου (δανειστή), ο οποίος δεν αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο και δικαιούται κατ’ άρθρο 919 παρ. 1 ΚΠολΔ ή άλλη ειδική διάταξη να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, υποχρεούται, για το έγκυρο της αναγκαστικής εκτέλεσης που ενεργείται από αυτόν, να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση νέα επιταγή, ακόμη και αν έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως επιταγή από τον αναφερόμενο στον εκτελεστό τίτλο αρχικό δικαιούχο, καθώς και τα νομιμοποιητικά της διαδοχής του έγγραφα, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά, τόσο για την έναρξη όσο και για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Απαιτείται δε η επίδοση ολόκληρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Παρά τα ανωτέρω, στην περίπτωση της διαδοχής του δικαιούχου λόγω σύμβασης μεταβίβασης των τιτλοποιούμενών τραπεζικών απαιτήσεων, κατά τους ορισμούς των ν. 4354/2015 και 3156/2003, με δεδομένη τη συνθετότητα και την έκταση των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων και, εν συνεχεία, η ανάθεση της διαχείρισης αυτών, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, ολόκληρων των σχετικών συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία, παρεμποδίζοντας αδικαιολογήτως την πρόσβαση σε αυτήν των δανειστών. Η αναγκαστική εκτέλεση, θέτει μεν, συνήθως, τον τύπο πριν από την ουσία, όχι όμως σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ’ ανάγκη λοιπόν, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της μεταβίβασης και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε, τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι των τρίτων από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της εταιρίας που αναλαμβάνει τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, αρχίζει ακριβώς από τότε. Άρα, τα έγγραφα που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα υπόλοιπα, οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ’ εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν, συνεπώς, την εταιρεία που ανέλαβε τη διαχείριση των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, είναι η καταχώριση σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, ήτοι η δημοσίευση του εντύπου που καθορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 161/337/2003 (ήδη ΥΑ 207/2020) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, με το σχετικό απόσπασμα των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων απ’ όπου φαίνεται η καταχώριση της μεταβίβασης της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μοφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΜονΕφΛαμ 25/2025, ΕφΘεσ 177/2022., ΕφΠειρ 574/2020 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ)
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο εκκαλών επαναφέρει το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, ο οποίος βάλλει κατά της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή, με τον οποίο και ειδικότερα με το πρώτο σκέλος αυτού ισχυρίστηκε ότι η καθ’ης δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στη διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης ως διαχειρίστρια εταιρεία των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας την οποία εκπροσωπεί, αφού η ανάθεση της διαχείρισης της απαίτησης σε αυτήν έγινε βάσει του Ν.3156/2003 που δεν απονέμει την ιδιότητα του μη δικαιούχου διάδικου σε αντίθεση με τις διατάξεις του Ν.4354/2015 και ως εκ τούτου μόνο η αλλοδαπή εταιρεία νομιμοποιείτο για τη διενέργεια πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η καθ’ης ως Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχει την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελέσθηκε η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή και στην περίπτωση που η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης συντελέσθηκε, όπως εν προκειμένω σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων.
Περαιτέρω κατά το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της ανακοπής ο ανακόπτων ήδη εκκαλών ζητούσε την ακύρωση της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αρ. ……/2013 διαταγής πληρωμής, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης εκ μέρους της επισπεύδουσας διότι δεν του κοινοποίησε τα οριζόμενα κατ` άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ νομιμοποιητικά έγγραφα και συγκεκριμένα ολόκληρες τις συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων καθώς και τις συμβάσεις διαχείρισης των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, ήτοι το πλήρες κείμενο με τους όρους της κάθε σύμβασης, αλλά αντίθετα του κοινοποίησε μόνο τις καταχωρίσεις των πράξεων στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών σε αποσπάσματα, των τελευταίων μη αρκούντων κατά τους ισχυρισμούς του προς απόδειξη της ενεργητικής της νομιμοποίησης. Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη, από την καταχώριση της κάθε σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000, έχει επέλθει η μεταβίβαση αυτής, ώστε να είναι αρκετή η προσκόμιση περίληψης που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία των συμβάσεων μεταβίβασης και ανάθεσης της διαχείρισης. Επιπροσθέτως κατά το τρίτο σκέλος του ίδιου ως άνω δεύτερου λόγου ανακοπής ο ανακόπτων ήδη εκκαλών ισχυρίσθηκε ότι από τα έγγραφα που συγκοινοποιήθηκαν στον ίδιο από την καθ’ ης και ειδικότερα από το απόσπασμα του συνημμένου παραρτήματος στην περίληψη της σύμβασης πώλησης – μεταβίβασης απαιτήσεων, καθώς και από το απόσπασμα του συνημμένου παραρτήματος στην περίληψη της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, δεν αποδεικνύεται ότι μεταξύ των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν από την αρχική πιστώτρια τράπεζα προς την αποκτώσα εταιρία (τη διαχείριση των οποίων εν συνεχεία ανέλαβε η καθ’ ης η ανακοπή), ήταν και η απαίτηση που πηγάζει από την επίδικη δανειακή σύμβαση, διότι στα προαναφερόμενα έγγραφα δεν αναγράφονται ο αριθμός λογαριασμού του δανείου αλλά μόνο το όνομα του ανακόπτοντος ως οφειλέτη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, κατά το συγκεκριμένο σκέλος του, είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 455, 456, 458, 460, 462 ΑΚ, 904, 919, 924, 925, 933 ΚΠολΔ, 10 ν. 3156/2003, 3 ν. 2844/2000 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που επαναπροσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 14-2-2013 αίτησης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», εξεδόθη η υπ’ αριθ. ……/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας επιτάχθηκε ο εκκαλών να καταβάλει στην ανωτέρω Τράπεζα, το ποσό των 81.545,62 ευρώ εντόκως από τις 8/9/2012 με το ανώτατο επιτρεπόμενο κάθε φορά επιτόκιο υπερημερίας για τις οφειλές από την αιτία αυτή προς την Τράπεζα που βρίσκονται σε καθυστέρηση, το οποίο κατά την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής πληρωμής ανερχόταν σε 2,50% πλέον του ενήμερου συμβατικού επιτοκίου ετησίως και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας από 8/9/2012 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση καθώς και ποσό 1.800 ευρώ για δικαστική δαπάνη, για απαίτηση η οποία προέκυψε από την υπ’ αριθμ. …………./ 19.11.2007 σύμβαση στεγαστικού δανείου. Ακολούθως, δυνάμει της από 30/4/2020 σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 και των άρθρων 455 επ. Α.Κ., που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………………» η πρώτη μεταβίβασε στη δεύτερη χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι απαιτήσεις από την επίδικη σύμβαση δανείου μετά των προσαρτημάτων της. Η ως άνω σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, καταχωρήθηκε την 30-4-2020 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας της μεταβιβάζουσας τραπεζικής εταιρείας που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και, συγκεκριμένα, στον τόμο …. με αριθμό …. και αριθμ. πρωτ. …./30.4.2020, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3156/2003. Δυνάμει της από 18-6-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. …/22-6-2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στον τόμο … με αριθμό ….. στις 22/6/2021, όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει της από 10/4/2023 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως νομίμως καταχωρίστηκε σε περίληψη με αριθμ. πρωτ…./11.4.2023 στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο …. και με αυξόντα αριθμό ….. η ως άνω δικαιούχος της απαίτησης αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» ανέθεσε στην εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «……………» κατ’ άρθρο 10 § 14 Ν. 3156/2003, την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων. Στις 22-6-2023, η τελευταία, επέδωσε στον εκκαλούντα την από 21-6-2023 επιταγή προς εκτέλεση, κάτωθι του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ……/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επιτάσσοντας αυτόν να της καταβάλει, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της προαναφερόμενης αλλοδαπής εταιρίας, νέας δικαιούχου της ένδικης απαίτησης: 1) για επιδικασθέν κεφάλαιο, το ποσό των 81.545,62 ευρώ, 2) για τόκους υπερημερίας του ως άνω κεφαλαίου από 8-9-2012 έως 21-6-2023 το ποσό των 49.201,61 ευρώ, 3) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, το ποσό των 1.800 ευρώ, 4) για λήψη απογράφου και αντιγραφικά δικαιώματα το ποσό των 10 ευρώ, 5) για σύνταξη β επιταγής το ποσό των 360 ευρώ και 6) για παραγγελία προς επίδοση καθώς και για επίδοση της παρούσας επιταγής το ποσό των 55 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 132.972,23 ευρώ και για τα κονδύλια 4-6 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της επιταγής μέχρι την εξόφληση. Εξάλλου, προκειμένου η εφεσίβλητη να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση, συγκοινοποίησε στον εκκαλούντα, κατ’ άρθρο 925 ΚΠολΔ, πέραν των ανωτέρω αναφερόμενων εγγράφων, και αντίγραφο από το απόσπασμα του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, που επισυνάφθηκε ως Παράρτημα στην αρ. πρωτ. …./30.4.2020 περίληψη, από το οποίο αποδεικνύεται η εκχώρηση προς την «……………..», των απαιτήσεων από την ένδικη σύμβαση δανείου. Στο απόσπασμα των στοιχείων των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων που επισυνάφθηκαν ως Παράρτημα, που, αφορά στην ανωτέρω μεταβίβαση, αναφορικά με την ένδικη δανειακή σύμβαση, αναφέρονται τα κάτωθι στοιχεία: α) το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, ήτοι του ανακόπτοντος-εκκαλούντος καθώς και ο αριθμός αστυνομικού δελτίου ταυτότητας (ΑΔΤ) και ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ), β) η αιτία της οφειλής από στεγαστικό δάνειο και η ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης 19/11/2007 γ) ο φυσικός/ηλεκτρονικός αριθμός της σύμβασης …./………… και δ) ο αριθμός λογαριασμού ….. Από τα ανωτέρω στοιχεία ταυτοποιείται πλήρως η μεταβιβαζόμενη απαίτηση και πρέπει ο δεύτερος λόγος της ανακοπής κατά το τρίτο σκέλος του με τον οποίο ο ανακόπτων υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προέβη στις ίδιες παραδοχές και απέρριψε το δεύτερο λόγο της ως άνω ανακοπής κατά τα δύο πρώτα σκέλη του ως μη νόμιμο και κατά το τρίτο σκέλος του ως ουσιαστικά αβάσιμο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού υπό στοιχείο Α2 δεύτερου λόγου της υπό κρίση εφέσεως.
4.Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 § 6 Ν. 2251/1994, οι γενικοί όροι συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών εις βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία εξαρτάται Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 § 7 Ν. 2251/1994, καταχρηστικός ενδεικτικά, είναι οι Γ.Ο.Σ., που, μεταξύ άλλων, (ε’) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσης ή τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο, (ια’) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή, (κζ’) αναστρέφουν το βάρος απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα, (λ’) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής το», υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση (βλ. ΑΠ 1001/2020 ΤΝΠ ΔΣΑ, 1401/1999 ΔΕΕ 2000.192). Οι γενικοί όροι που εμπίπτουν στις πιο πάνω αναφερόμενες ενδεικτικά περιπτώσεις θεωρούνται, άνευ ετέρου, από το νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτού: και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της διάταξης του άρθρου 2 §6 Ν. 2251/1994. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των Γ.Ο.Σ. αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη, κατά κύριο λόγο, το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως, της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα, η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο, ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η δε διατάραξη πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλόμενων στη συγκεκριμένη σύμβαση μερών και εξετάζεται είναι το συμφέρον του προμηθευτή για διατήρηση του όρου που ελέγχεται και ποιο είναι εκείνο του καταναλωτή για κατάργηση του. Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειες θα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου, που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί, κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι Γ.Ο.Σ. πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 10 ΔΕΕ 2010.943, ΑΠ 430/2005 ΔΕΕ 2005.460, ΕφΠειρ 64/2021, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΠειρ 501/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ, Εφ.Θεσ. 459/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΈφΛαρ 298/2008 ΕπισκΕμπΔ 2008.1063, ΕφΑθ 1558/2007 ΕλλΔνη 48.902). Προκειμένου να διαπιστωθεί τυχόν καταχρηστικότητα ΓΟΣ, πρέπει, με βάση τα παραπάνω, αρχικά να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη, ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση, και στη συνέχεια, να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εντέλει, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται, σε πρώτη φάση, αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου (ΟλΑΠ 6/2006, AΠ 1987/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α του Ν. 2251/1994, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου I του Ν. 3587/2007: «α) Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του». Η θεσπισθείσα με τον άνω νόμο έννοια του καταναλωτή διεύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας υπ’ αριθ. 1961/1991 νόμος. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β` της Οδηγίας «καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες», ενώ σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του προϊσχύσαντος νόμου 1961/1991: «καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών». Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του Ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 733/2011 ΕΕμπΑ 2011.819, ΑΠ 1738/2009 ΕλλΔνη 2011.750, ΑΠ,16/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 989/2004 ΕΕμπΑ 56.517). Τέτοιος δε «λαός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, πώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το Ν. 2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεσή του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, που ορίζει ότι «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή», επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σε αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών ΓΟΣ και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 2β της άνω οδηγίας. Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεσή του (κοινοτικού νομοθέτη) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας. Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης, όμως, της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του, ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του Ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών (ΑΠ 1343/2012, ΑΠ 733/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης. Ενόψει των εκτεθέντων ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του Ν. 2251/1994 (ΟλΑΠ 13/2015 ΧρΙΔ 2015.675).
5.Περαιτέρω, η ακυρότητα ενός ΓΟΣ δεν επιδρά στο κύρος όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με τον νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (181 ΑΚ), δηλαδή ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σε αυτή, ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο. Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, δεν αναγνωρίζεται στον προμηθευτή η δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί. Εξ αντιδιαστολής, έτσι, συνάγεται ότι ο καταναλωτής δεν εμποδίζεται να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 181. Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 181 ΑΚ, ολική είναι η ακυρότητα όταν καταλαμβάνει ολόκληρη τη δικαιοπραξία, ενώ μερική είναι η ακυρότητα, εάν αφορά μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Μερική ακυρότητα υπάρχει όταν, κατά την έννοια του νόμου, η ενέργεια ακυρότητας (και όχι η αιτία – λόγος ακυρότητας), πλήττει μέρος μόνο της δικαιοπραξίας. Η μερική ακυρότητα δικαιοπραξίας μπορεί να αναφέρεται σε οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας, ο δε γενικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 181 ΑΚ έχει εφαρμογή μόνον η δικαιοπραξία μπορεί να διαιρεθεί σε δυο ή περισσότερα διακριτά μεταξύ τους μέρη ή όταν πρόκειται για ενιαία, εξωτερικά, δικαιοπραξία, αποτελούμενη από περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, που συνάπτουν οι συμβαλλόμενοι και συναποτελούν, λόγω του περιεχομένου και του σκοπού τους, ενιαία οικονομική ενότητα και, κατά τη θέληση όλων των συμβαλλόμενων μερών, οι περισσότερες αυτοτελείς δικαιοπραξίες, τελούν σε συνεξάρτηση και έχουν συνομολογηθεί ως ουσιώδεις, με την έννοια ότι η σύναψη της μιας έχει από τη σύναψη της άλλης, ώστε και η ακυρότητα μίας από αυτές, να καθιστά μη ηθελημένη την ενιαία δικαιοπραξία. Για να επεκταθεί η ακυρότητα, του μέρους, σε ολόκληρη τη δικαιοπραξία, πρέπει ένας από τους συμβαλλόμενους να ισχυριστεί και να αποδείξει, ότι η υποθετική θέληση όλων των μερών, κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας θα ήταν να μην ισχύσει η (όλη), δικαιοπραξία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, δηλαδή του συγκεκριμένου όρου ή της αυτοτελούς συμφωνίας κλπ. Η δε αναζήτηση και εξακρίβωση, της σχετικής υποθετικής βούλησης γίνεται με χρήση υποκειμενικών κριτηρίων (αξιολογήσεις των συμβαλλόμενων, κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας, οικονομικά συμφέροντα αυτών κλπ.), αλλά και με χρήση αντικειμενικών κριτηρίων (φύση της δικαιοπραξίας, σκοπός αυτής κλπ ), βάσει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1448/2014 ΕπισκΕμπΔ 2014.345, 772/2014 ΧρΙΔ 2014680, 216/2017 ΤΝΠ ΔΕΑ, 21/2G17, ΕφΛαρ 17/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
6.Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α`, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση. Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο Δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 του ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, η ακύρωση της διαταγής πληρωμής απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί αυτή με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1376/2018, ΑΠ 682/2015, ΕφΠειρ 399/2020, δημ. Νόμος). Ειδικότερα, κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119 του Κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ. α` του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που να εξατομικεύουν την απαίτηση, όσον αφορά στο αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, έναντι του αιτούντος (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 15/2007, δημ. Νόμος). Από δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 περ. γ’ και δ` ΚΠολΔ – που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί -, προκύπτει ότι αυτή δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρα 631 και 904 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ). Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής, του καταβλητέου ποσού χρημάτων, απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος. Η δε απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό, με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013, δημ. Νόμος). Αντίθετα, δεν απαιτείται η διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ’ αυτήν προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που τη συγκροτούν (ΑΠ 1094/2006, ΤριμΕφΑθ3467/2023 δημ. Νόμος).
Με τον τρίτο λόγο (υπό στοιχείο Α.3) της έφεσης ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη του τρίτου λόγου κατά τα οικεία σκέλη υπό στοιχείο Β1 και Β2 της ανακοπής, ο οποίος βάλλει κατά της υπ’ αριθμ. ……/2013 διαταγής πληρωμής και της απαίτησης ισχυριζόμενος ότι η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη στο σύνολό της, λόγω αοριστίας, διότι εκδόθηκε για απαίτηση μη εκκαθαρισμένη. Ότι ειδικότερα η απαίτηση προέκυψε από την εφαρμογή άκυρων ως καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγής, οι οποίοι είχαν προδιατυπωθεί στην ένδικη δανειακή σύμβαση, η οποία συνήφθη μεταξύ αυτού (ανακόπτοντος) και της αρχικής δικαιοπαρόχου της καθής τραπεζικής εταιρείας, αναφορικά με το επιτόκιο, την προσαύξηση του και τις επιβαρύνσεις (ποσοστό περιθωρίου, εισφορά ν.128/75) οι οποίοι διαμόρφωσαν την τελική οφειλή του. Ωστόσο, ο λόγος αυτός ανακοπής ορθά απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 στοιχ.4 και 216 παρ.1 στοιχ.β’ ΚΠολΔ, διότι ο ανακόπτων αφενός δεν επικαλέστηκε και δεν προσδιόρισε στην ανακοπή του συγκεκριμένο όρο της ένδικης δανειακής σύμβασης, ο οποίος αφορά στον ανατοκισμό, ώστε να μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο εκ του περιεχομένου του αν πράγματι είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, αφετέρου δε, ο ανακόπτων αμφισβητεί απλώς το ύψος της απαιτήσεως χωρίς να προσβάλλει κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού και χωρίς να προσδιορίζει είτε τα συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε από τον, παράνομο κατά την άποψή της, ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλλον ποσό, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του, είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής της, όπως αυτό θα ήταν αν δεν είχε λάβει χώρα ο εν λόγω ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νομίμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, αφού, ακόμη και σε περίπτωση ενσωματώσεως στο κεφάλαιο της απαιτήσεως παρανόμων ανατοκισμών δε θίγεται η βεβαιότητα της απαιτήσεως ούτε καθίσταται αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα αντιστοίχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της. Επομένως ο σχετικός υπό στοιχείο Α3 τρίτος λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη του παραπάνω λόγου ανακοπής του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
7.Με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και παράλληλα ορίστηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από τον διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 336/29.2.1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 28/τ. α’/14.4.1984), με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΝΠΘ/ΤΕ), που με την 2435/26.6.1998 πράξη του (ΦΕΚ 142/τ. α’/29.6.1998) μετονομάστηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΗ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν τους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Οι εκδιδόμενες από την εν λόγω Επιτροπή αποφάσεις, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Έτσι, στο πλαίσιο αυτό, με τις περιπτώσεις i) και iv) της παραγράφου 2 εδ. α’ του κεφαλαίου Β’ της ΠΔ/ΤΕ/2501/2002 (ΦΕΚ Α’ 277/18.11.2002) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν κατ’ ελάχιστο να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με “το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται. Επιπλέον, αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό”), καθώς και “σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)”. Περαιτέρω, με τα εδάφια α) και β) της παραγράφου 2 της απόφασης 178/2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΦΕΚ Α’ 152/9.8.2004), ορίζεται ότι: “α) Η παρ. 2 εδ. α’ (iv) του Κεφαλαίου Β’ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης. β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κ.λ.π., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου ως εξής: i) ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζομένου μέχρι ενός ανώτατου ορίου. Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου”. Με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ως άνω ν. 2251/1994, που εφαρμόζονται και επί δανείων, που χορηγούνται από Τράπεζα, με προμηθευτή την τελευταία και καταναλωτή τον δανειολήπτη (ΑΠ 1196/2010, ΑΠ 2123/2009, ΑΠ 430/2005), καθώς και τις πιο πάνω αποφάσεις της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ΤΕ, γίνεται δεκτό ότι δεν είναι καταχρηστικός ο όρος, με τον οποίο προβλέπεται, σε σύμβαση δανείου, η δυνατότητα μεταβολής του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οικονομικού μεγέθους που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/00 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας [με την έννοια της “απόκλισης” από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει], δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής κατ’ ανώτατο όριο δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης (ΑΠ 919/2021, ΑΠ 354/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 652/2010). Εξάλλου, συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίσθηκαν μετά την απελευθέρωσή τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 370/2012). [ΑΠ 852/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ).
8.Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 ’’επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανόμενης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών”. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβαρύνσεως, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας λέξεως “βαρύνουσα” στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο διότι, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτάτο από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υποχρέου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων – δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελευθέρου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 917/2011). Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβαρύνσεως στο δανειολήπτη αποτέλεσε από την ισχύ του ν.128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών στην παγίωση της οποίας, συνετέλεσαν: α) Το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά, ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια-πιστώσεις). Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ν. 2515/1997 καθορίστηκε ρητά, ότι για τα δάνεια από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικό, β) Το ότι το ύψος του συντελεστή καθόλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 ν. 2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β` του ν. 3152/2003 κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις, προς τις I.Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Ευξείνου Πόντου και από την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Αν η εν λόγω εισφορά εβάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα δεν θα θεσπίζοταν οι παραπάνω εξαιρέσεις και γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του ν.128/1975, ουδέποτε θεώρησε, ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της, του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων – χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993. Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβαρύνσεως με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο 82 αυτής, επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την Τράπεζα και στην επιβολή “ειδικών εισφορών” και η εισφορά του ν.128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά. Ωστόσο, η μετακύλιση αυτή της ανωτέρω εισφοράς στον πιστούχο – δανειολήπτη, ενόψει και της ανωτέρω ΠΑΤΕ 2501/2002, μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΑΠ 430/2005). Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζομένη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 368/2019).
9.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178 ΑΚ, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 180 ΑΚ, προκύπτει ότι για να χαρακτηριστεί δικαιοπραξία ως αισχροκερδής – καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη λόγω αντιθέσεως της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς τρία στοιχεία, δηλαδή : 1) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική αξία αυτών κατά το χρόνο καταρτίσεως της δικαιοπραξίας, 2) συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου. Ως απειρία θεωρείται η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές, ως κουφότητα η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική και 3) η εκμετάλλευση της γνωστής στον συμβαλλόμενο ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του, που συντρέχει όταν επωφελείται ο πρώτος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Για τη συνδρομή του στοιχείου της εκμετάλλευσης δεν είναι αναγκαίο να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του συμβληθέντος επιλήψιμη, που να τείνει στην επίτευξη της αισχροκέρδειας. Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, χωρίς να αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω αντιθέσεως της προς τα χρηστά ήθη κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αν συντρέχουν στοιχεία προσδίδοντα σε αυτή ανήθικο χαρακτήρα (ΑΠ 973/2015, ΑΠ 1726/2011, ΕφΛαμ 5/2020, δημ. ΤΝΠ Νόμος).
Με τον τέταρτο λόγο (υπό στοιχείο Α.4) της έφεσης ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη του τρίτου λόγου κατά τα σκέλη υπό στοιχείο Β3, Β4, Β5, Β6,Β7 και Β8 της ανακοπής και με τον πέμπτο λόγο (υπό στοιχείο Α.5) της έφεσης κατά το σκέλος του ανωτέρω τρίτου λόγου ανακοπής υπό στοιχείο Β9, που βάλλουν κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής για το λόγο ότι η απαίτηση είναι μη εκκαθαρισμένη διότι προέκυψε από την εφαρμογή άκυρων ως καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών της ένδικης σύμβασης, οι οποίοι ήταν προδιατυπωμένοι και διαμόρφωσαν την τελική οφειλή του και ειδικότερα ότι είναι άκυροι α) οι όροι της μεταξύ τους σύμβασης όσον αφορά το επιτόκιο και την προσαύξησή του και τις επιβαρύνσεις (ποσοστό περιθωρίου, εισφορά ν.128/75) και τα κριτήρια μεταβολής του επιτοκίου για τα χρεωστικά υπόλοιπα των τμηματικών καταβολών, όπως και τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/75 την κεφαλαιοποίηση, τον παράνομο εκτοκισμό και ανατοκισμό των ποσών της εισφοράς αυτής και τον υπολογισμό τους στο συνολικό ποσοστό του τόκου και το οφειλόμενο κεφάλαιο καθώς κατ’ εφαρμογή αυτών το επιτόκιο που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της επίδικης δανειακής σύμβασης ξεπερνούσε ως συνολικό επιτόκιο ι) το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ιι) το ανώτατο ύψος του συμβατικού τόκου με βάση τα νομοθετικά όρια του ανώτατου επιτοκίου των εξωτραπεζικών συναλλαγών κατά παράβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ώστε να καθίσταται άκυρη στο σύνολό της η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και όχι μόνο κατά το άκυρο μέρος της , β) οι όροι αναφορικά με τα κριτήρια μεταβολής του επιτοκίου σύμφωνα με τους οποίους προβλεπόταν ότι οι συμβατικοί όροι που βαρύνουν το χρεωστικό υπόλοιπο στις περιπτώσεις τμηματικών εξοφλήσεων υπολογίζονται με βάση κυμαινόμενο επιτόκιο που καθορίζεται κάθε φορά από την τράπεζα χωρίς την αναφορά του προσδιορισμού με τρόπο ορισμένο κατά παράβαση της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 και ως εκ τούτου η παράνομη και καταχρηστική επιβολή υπέρμετρα υψηλού επιτοκίου που υπερβαίνει κατά πολύ το εξωτραπεζικό επιτόκιο καθιστά τη διαταγή πληρωμής ακυρωτέα διότι εκδόθηκε επί τη βάσει εν μέρει άκυρης σύμβασης παροχής πίστωσης ενώ το οφειλόμενο ποσό δεν είναι εκκαθαρισμένο διότι διαμορφώθηκε με την καταχρηστική επιβολή δυσθεώρητα υψηλών επιτοκίων κατά τρόπο αντικείμενο στο νόμο (ΑΚ 281) ( Β3 και Β4 λόγοι), γ) οι όροι αναφορικά με την παράνομη επιβάρυνσή του με την εισφορά του ν. 128/75 και με τον παράνομο ανατοκισμό αυτής. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη διότι εκδόθηκε με βάση τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της δανείστριας τράπεζας, στα οποία γινόταν μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/75 στον ανακόπτοντα,. Ότι επιπλέον από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 2601/1998 και του προϊσχύσαντος άρθρου 8 περ. 6 του ν. 1083/1980 και της απόφασης 289/1980 της νομισματικής επιτροπής προκύπτει ότι επιτρεπτός είναι ο ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων και μόνο και ότι σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται ο ανατοκισμός προμηθειών, εξόδων και φόρου. Ότι εν προκειμένω από τον συνδυασμό της ένδικης δανειακής σύμβασης και των εμπορικών βιβλίων που τέθηκαν υπόψη του εκδόσαντος την ένδικη διαταγή πληρωμής δικαστή, προέκυπτε ότι σε όρο της επίιδκης σύμβασης περιέχεται η επιβάρυνση του ανακόπτοντος με εισφορά του ν. 128/1975. Ότι πέραν της ευθείας αντίθεσης στο νόμο ως προς την επιβολή της εισφοράς, από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων, τα οποία τέθηκαν υπόψη του παραπάνω Δικαστή για την απόδειξη της απαίτησης από τη σύμβαση πίστωσης, προκύπτει ότι η καθ’ης κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσης και ανατόκιζε τα ποσά της, αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του ν. 128/1975, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς). Ότι ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γινόταν με την ενσωμάτωσή τους στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων. Ότι επομένως ως προς το ποσό της απαίτησης, για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ’ης τράπεζας, τα οποία προσκομίστηκαν, το σύνολο της οφειλής, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανόμενων στο λογαριασμό ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975 και του ανατοκισμού αυτών. Ότι η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν από την καθ’ης, δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής, αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ’ης (Β5 λόγος), δ) ότι από τον άκυρο όρο που αφορούσε στο επιβαλλόμενο επιτόκιο που υπερέβαινε εκείνο των εξωτραπεζικών επιτοκίων σε συνδυασμό με την απειρία του, η οποία οφείλεται στην έλλειψη ειδικών γνώσεων προκύπτει σαφώς δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής με αποτέλεσμα να υποστεί ο ανακόπτων υπέρμετρη σε σχέση με την παροχή περιουσιακή βλάβη (Β 6 λόγος), ε) ότι η από 21-6-2023 επιταγή προς πληρωμή είναι άκυρη διότι η απαίτηση είναι μη βεβαία και μη εκκαθαρισμένη, αφού στο ποσό του κεφαλαίου έχουν ενσωματωθεί και εμπεριέχονται παρανόμως εξαχθέντες και υπέρμετροι τόκοι, καθώς και παράνομα επιτόκια υπερημερίας και ότι η οφειλή έχει επιβαρυνθεί με επιπλέον χρηματικά ποσά πέραν του κεφαλαίου, όπως τόκους που έχουν ανατοκιστεί, κεφαλαιοποιηθεί και επανατοκιστεί και μετά τη λύση της σύμβασης κατόπιν καταγγελίας από την αρχική δικαιοπάροχο, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο διαχωρισμός και η αφαίρεσή τους από τη συνολική απαίτηση (Β7 λόγος), στ) ότι ο τρόπος υπολογισμού της οφειλής είναι αόριστος και δεν αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα με επίκληση από την καθ’ης αποσπάσματα από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα λογιστικά βιβλία διότι ι) έχουν συνταχθεί και υπογραφεί μονομερώς από την καθ’ης, ιι) δεν περιέχουν καμία δική του υπογραφή και αποδοχή, ιιι) η καρτέλα κίνησης του λογαριασμού για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής αν και έχει επισυναφθεί στην αίτηση δεν αναφέρεται από την έναρξη της σύμβασης μέχρι το κλείσιμο του λογαριασμού και είναι ελλιπή χωρίς παράθεση των μηνιαίων λογαριασμών και ότι ως εκ τούτου δεν υφίσταται έγγραφη απόδειξη του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής και η οφειλή του καθίσταται μη ορισμένη και μη εκκαθαρισμένη με συνέπεια να καθίσταται άκυρη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής( Β8 λόγος), ζ) ότι ο όρος που προβλέπει τη μονομερή καταγγελία της σύμβασης σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής μίας δόσης του δανείου με αξίωση του συνόλου του ανεξόφλητου ποσού με τους τόκους υπερημερίας είναι άκυρος ως καταχρηστικός (Β9 λόγος). Ο λόγος αυτός ανακοπής ορθά απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη στο σύνολό του ως αόριστος κι επομένως απαράδεκτος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 στοιχ.4 και 216 παρ.1 στοιχ.β’ ΚΠολΔ, διότι ο ανακόπτων αφενός δεν επικαλέστηκε και δεν προσδιόρισε στην ανακοπή του συγκεκριμένους όρους της ένδικης δανειακής σύμβασης, οι οποίοι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί όροι συναλλαγών ώστε να μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο εκ του περιεχομένου τους αν πράγματι είναι καταχρηστικοί και συνεπώς άκυροι, αφετέρου δε, ο ανακόπτων αμφισβητεί απλώς το ύψος της απαιτήσεως χωρίς να προσβάλλει συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού και χωρίς να προσδιορίζει είτε τα συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε λόγω εφαρμογής των ανωτέρω επικαλούμενων καταχρηστικών όρων ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλλον ποσό, για να κριθεί έτσι η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού του, είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής του, όπως αυτό θα ήταν αν δεν είχε λάβει χώρα ο εν λόγω ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νομίμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, αφού, ακόμη και σε περίπτωση ενσωματώσεως στο κεφάλαιο της απαιτήσεως παρανόμων ανατοκισμών δε θίγεται η βεβαιότητα της απαιτήσεως ούτε καθίσταται ανεκκαθάριστη αυτή, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα αντιστοίχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της.
Περαιτέρω με το υπό στοιχείο Β6 σκέλος του τρίτου λόγου ανακοπής ο ανακόπτων επαναφέρει τους ισχυρισμούς του περί ακυρότητας των όρων της ένδικης συμβάσεως ως προς το επιτόκιο, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι με τους όρους αυτούς, που του επιβλήθηκαν μονομερώς από τη δικαιοπάροχο της καθ’ ης η ανακοπή, η τελευταία εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη του για τη λήψη της πίστωσης και του δανείου, καθώς και την απειρία αυτού ως στερούμενου ειδικών γνώσεων της νομικής επιστήμης και της επιστήμης των οικονομικών, ώστε να συναφθεί η επίδικη σύμβαση με φανερή δυσαναλογία παροχής – αντιπαροχής. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κατά το ανωτέρω σκέλος, είναι απορριπτέος ως αόριστος πέραν των ανωτέρω, και για το λόγο ότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της όλα τα στοιχεία της διάταξης του άρθρου 179 του ΑΚ, τα οποία απαιτούνται, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην υπό στοιχείο 9 νομική σκέψη, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της ένδικης συμβάσεως ως αισχροκερδούς, καθόσον δεν εκτίθεται καθόλου η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, η οποία πρέπει να είναι προφανής, ούτε εξειδικεύεται η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ανακόπτοντος ως συμβαλλόμενου, ούτε η εκμετάλλευση από την έτερη συμβαλλόμενη, δικαιοπάροχο της καθ’ης, μιας από τις γνωστές σε αυτήν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα, δεν γίνεται μνεία της εν γένει συγκρότησης του ανακόπτοντος ως ατόμου και ως επαγγελματία κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως, η οποία να δικαιολογεί την επικαλουμένη απειρία του περί των νομικών και των οικονομικών ζητημάτων, ούτε γίνεται μνεία του εκπροσώπου – υπαλλήλου της καθ’ ης η ανακοπή κατά την υπογραφή των συμβάσεων, ούτε ότι αυτός τελούσε σε γνώση της απειρίας του αντισυμβαλλόμενου ανακόπτοντα. Σημειωτέον ότι ως προς τα υπό στοιχεία Β3 και Β4 σκέλη του τρίτου λόγου της ανακοπής, αναφορικά με το ανώτατο ύψος του επιτοκίου των συμβάσεων τραπεζικής πίστωσης και των κριτηρίων μεταβολής του (κυμαινόμενου) επιτοκίου η συμφωνία μεταξύ δανείστριας τράπεζας και δανειολήπτη σε τραπεζική δανειακή σύμβαση για επιτόκια που υπερβαίνουν τα εξωτραπεζικά δεν είναι άκυρη κατ’ άρθρο 281 ΑΚ σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία υπό στοιχείο 7 νομική σκέψη καθώς συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίσθηκαν μετά την απελευθέρωσή τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες. Ακολούθως όσον αφορά το υπό στοιχείο Β5 σκέλος του ανωτέρω λόγου αναφορικά με τη μετακύλιση της εισφοράς του ν.128/1975 , σύμφωνα με την οικεία υπό στοιχείο 8 νομική σκέψη, η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς, με όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, με την οποία καθορίζονται μεν ως υπόχρεοι για την καταβολή της τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες καταναλωτές, χωρίς, όμως, να απαγορεύεται από αυτήν η από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους. Εφόσον δε η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Ο σχετικός δε όρος (ΓΟΣ) της επίδικης δανειακής σύμβασης, ελέγχεται μόνο από άποψη διαφάνειας. Ωστόσο ο ανακόπτων δεν προσδιόρισε συγκεκριμένους όρους της επίδικης σύμβασης σχετικά με το ύψος του επιτοκίου και τα κριτήρια μεταβολής του καθώς και τη μετακύλιση της εισφοράς του ν.128/1975 ώστε να κριθεί από το σχετικό περιεχόμενό τους αν οι συγκεκριμένοι όροι είναι έγκυροι και διαφανείς ή όχι και να διακριβωθεί εάν οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί ή όχι στην επίδικη σύμβαση. Τέλος, σημειώνεται ότι η περιλαμβανόμενη στην ένδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου ειδική συμφωνία ότι το χρέος του οφειλέτη προς τη δικαιούχο ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της μεταξύ των μερών συμβάσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της δικαιούχου εταιρείας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη (ΑΠ 575/2022 στην ΤΝΠ Νόμος), απλώς ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα ανταπόδειξης και δη δύναται παρά τη σχετική συμφωνία να αμφισβητήσει τη νομιμότητα συγκεκριμένων κονδυλίων που έχουν περιληφθεί στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, κάτι το οποίο εν προκειμένω ο ανακόπτων δεν πράττει. Ενόψει των ανωτέρω ορθά απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη ο παραπάνω λόγος ανακοπής στο σύνολό του προεχόντως ως αόριστος αλλά και ως μη νόμιμος και πρέπει οι τέταρτος (υπό στοιχείο Α.4) και πέμπτος (υπό στοιχείο Α5) λόγοι της έφεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
10.Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 6/2016, Α.Π. 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 267/2021). Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 6/2016). Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 Α.Κ., παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 526/2024, Α.Π. 267/2021, Α.Π. 311/2020, Α.Π. 333/2019 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα ΑΠ).
Ακολούθως, με τον έκτο λόγο (υπό στοιχείο Α6) της έφεσης ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη του τρίτου λόγου ανακοπής ως προς το σκέλος υπό στοιχείο Β10, με το οποίο ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της δικαιοπαρόχου της καθ’ης με την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και εν συνεχεία την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του είναι καταχρηστική διότι ο ίδιος υπέβαλε στο παρελθόν προτάσεις ρύθμισης της οφειλής αναμένοντας εγγράφως μια πρόταση ρύθμισης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος της καθ’ης να προβεί στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής επιδιώκοντας την είσπραξη της απαίτησής της και την επίσπευση βάσει αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ανακόπτοντος, κατά προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, διότι η αποδοχή των προτάσεων του ανακόπτοντος για διακανονισμό δεν συνιστά υποχρέωση της καθ’ης, η οποία έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται τις απαιτήσεις της δικαιούχου τούτων, κατά τον συμφερότερο τρόπο επιπλέον δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά, που να υποδηλώνουν συμφέρον της καθ’ης στην ρύθμιση της οφειλής κατά τον προταθέντα από τον ανακόπτοντα τρόπο, όπως και περιστατικά που να εξασφαλίζουν την αποπληρωμή του χρέους του και ότι παρόλα αυτά ενήργησε με σκοπό βλάβης του εκδίδοντας την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και επισπεύδοντας την εναντίον του εκτέλεση. Ενόψει των ανωτέρω ορθά απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη ο παραπάνω λόγος ανακοπής ως μη νόμιμος και πρέπει ο έκτος (υπό στοιχείο Α.6) λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
11.Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν την σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής. Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην προεκτεθείσα διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση, για να αποκρουσθεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή, αναφορά όλων των προαναφερόμενων στοιχείων, που απαιτεί ο νόμος. Ειδικότερα, τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη σύμβαση πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, να αναφέρονται με ακρίβεια σ` αυτό, αλλιώς θα είναι αυτή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Περαιτέρω, απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη, ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του προαναφερόμενου άρθρου, δεν αρκεί μόνη η κατά τα άνω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως, το αναμενόμενο κέρδος από την σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με την σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους, που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβληθέντων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον (ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 850/2010). Εάν δεν συντρέχει από τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού. Η διάταξη του άρθρου αυτού ΑΚ, κατά την οποία “ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη”, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Παρέχει δε η εν λόγω διάταξη στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (Ολ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 73/2020). Τη συνδρομή των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της ως άνω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της αγωγής, να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Ειδικότερα, όταν κατ` εφαρμογή της ως άνω διάταξης ζητείται η μείωση της συμφωνηθείσας παροχής, ο ενάγων οφείλει να περιλάβει στο εισαγωγικό δικόγραφο, πλην όλων και πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, από την εκτίμηση των οποίων να μπορεί να σχηματισθεί δικανική πεποίθηση ότι το προτεινόμενο από αυτόν χρηματικό αντάλλαγμα είναι εκείνο που αντισταθμίζει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, την αξία της αντιπαροχής (πρβλ. ΑΠ 983/2018, ΑΠ 893/2010). [ΑΠ 696/2021 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ]
Με τον έβδομο λόγο ( υπό στοιχείο Α7) της έφεσης ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη του τρίτου λόγου ανακοπής ως προς το σκέλος υπό στοιχείο Β11 με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης είναι άκυρες ως καταχρηστικές λόγω της απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών, η οποία επήλθε μετά την κατάρτιση της σύμβασης δανείου από την οποία πηγάζει η απαίτηση, συνεπεία της γενικής οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα και ειδικότερα τον τομέα της κατασκευής ακινήτων όπου ο ίδιος δραστηριοποιείτο. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι προδήλως αόριστος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία υπό στοιχείο 11 νομική σκέψη, διότι ο ανακόπτοντων δεν εξειδικεύει στον ανωτέρω λόγο ανακοπής τις απαιτούμενες ειδικές συνθήκες, ούτε αναφέρει συγκεκριμένα δεδομένα, που του στέρησαν τη δυνατότητα να εκπληρώσει την οφειλή του, ήτοι την οικονομική κατάσταση των μερών, τις εξυπηρετούμενες ανάγκες του και τις τυχόν υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για τον ίδιο ως οφειλέτη και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον, ενώ επιπλέον δεν προτείνει κανένα χρηματικό αντάλλαγμα ικανό να αντισταθμίσει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών την αξία της αντιπαροχής. Ενόψει των ανωτέρω ορθά απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη ο παραπάνω λόγος ανακοπής ως μη νόμιμος και πρέπει ο έβδομος (υπό στοιχείο Α.7) λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον όγδοο λόγο (υπό στοιχείο Α8) της έφεσης, ο εκκαλών παραπονείται για την εσφαλμένη απόρριψη του τρίτου λόγου της ανακοπής του ως προς το σκέλος υπό στοιχείο Β12 με το οποίο ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη στο σύνολό της για το λόγο ότι το μερικότερο ποσό των 21.541,24 ευρώ της απαίτησης αναφέρεται ως έξοδα υπέρβασης ορίου, τα οποία ωστόσο δεν γνωρίζει πως επιβλήθηκαν σε αυτόν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι αφενός ο ανακόπτων δεν επικαλείται και δεν προσδιορίζει συγκεκριμένους όρους της επίδικης σύμβασης σχετικά με την επιβολή εξόδων ώστε να κριθεί από το σχετικό περιεχόμενό τους αν οι συγκεκριμένοι όροι είναι έγκυροι και διαφανείς ή όχι και να διακριβωθεί εάν οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί ή όχι στην επίδικη σύμβαση αφετέρου δεν εκθέτει αναλυτικά όλες τις θεωρούμενες από τον ίδιο ως μη νόμιμες χρεώσεις κατά μήνα και έτος των εξόδων υπέρβασης ορίου του τηρηθέντος για την εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμού, καθόσον δεν αρκεί η αμφισβήτηση της ορθότητας γενικώς, του λογαριασμού αλλά απαιτείται η αμφισβήτηση μεμονωμένων κονδυλίων αυτού. (βλ.ΑΠ999/2019 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν απέρριψε τον σχετικό τρίτο λόγο ανακοπής κατά το σκέλος υπό στοιχείο Β12 ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 στοιχ.4 και 216 παρ.1 στοιχ.β’ ΚΠολΔ αλλά ως μη νόμιμο και πρέπει ως προς τον σχετικό λόγο να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει και δικάσει τον τρίτο λόγο ανακοπής κατά το σκέλος υπό στοιχείο Β12, να τον απορρίψει κατά τα ανωτέρω ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.
12. Σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, η επιταγή με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς, όμως, να απαιτείται να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ’ αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισµός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων. Ακόμη, ούτε ο τρόπος υπολογισµού των οφειλοµένων τόκων, αλλά ούτε και το ποσό αυτών χρειάζεται να αναφέρεται στην επιταγή, αφού το ποσοστό του τόκου ορίζεται από τον νόµο και το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, µπορεί να βρεθεί µε απλό µαθηµατικό υπολογισµό βάσει του ποσοστού αυτού και του χρονικού διαστήµατος που θα έχει παρέλθει µέχρι της ηµεροµηνίας εξόφλησης της επιταγής. Αν η επιταγή δεν περιέχει τα ως άνω στοιχεία, επέρχεται ακυρότητα που κηρύσσεται από το δικαστήριο, εφόσον κατά την κρίση του προκαλείται από την αοριστία της επιταγής στον οφειλέτη δικονοµική βλάβη που δεν µπορεί να επανορθωθεί µε άλλο τρόπο παρά µε την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 474/1999, ΜονΕφΠειρ 215/2025, ΜονΕφ.Πατρ. 21/2021, ΜονΕφ.Πειρ. 217/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τον ένατο λόγο (υπό στοιχείο Α9) της έφεσης, ο εκκαλών παραπονείται για την εσφαλμένη απόρριψη του τρίτου λόγου της ανακοπής του ως προς το σκέλος υπό στοιχείο Β13 με το οποίο ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη επιταγή είναι άκυρη καθόσον περιγράφει την απαίτηση κατά τρόπο αόριστο που δημιουργεί αμφιβολίες για τον ορθό υπολογισμό της και ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται α) ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου υπερημερίας ως προς το κεφάλαιο της κύριας οφειλής του, β) το ποσοστό συμβατικών και τόκων υπερημερίας για το ποσό του κύριου κεφαλαίου και γ) το ποσοστό τόκου υπερημερίας για το ποσό των κεφαλαιοποιημένων τόκων υπερημερίας με συνέπεια η έλλειψη αυτή να της προκαλεί δικονομική βλάβη. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης επιταγής προς εκτέλεση, προκύπτει ότι ο καθ’ου ήδη ανακόπτων επιτάσσεται να καταβάλει « 1. Για επιδικασθέν κεφάλαιο, το ποσό των Ευρώ ογδόντα μίας χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα πέντε και εξήντα δύο λεπτών (81.545,62 €) 2. Για νόμιμους τόκους υπερημερίας του ως άνω κεφαλαίου από 8/9/2012 έως 21/6/2023, το ποσό των Ευρώ 49.201,61 €, 3) Για επιδικασθείσα σε μένα δικαστική δαπάνη, το ποσό των Ευρώ 1.800,00 €, 4) Για λήψη απογράφου και αντιγραφικά δικαιώματα, το ποσό των 10,00 € 5) Για σύνταξη β΄ επιταγής, το ποσό των Ευρώ 360,00€ 6) Για παραγγελία προς επίδοση, καθώς και για επίδοση της παρούσας επιταγής, το ποσό των 55,00 €, ήτοι το ποσό των ευρώ 132.972,23 €, και αυτά όλα, για τα κονδύλια 4-6 με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής της επιταγής μέχρι την εξόφλησή της. Διαφορετικά σε περίπτωση μη πληρωμής θα επακολουθήσει αναγκαστική εκτέλεση της παρούσας, οπότε θα πληρωθούν και ευρώ 50,00 (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 24%) για την παραγγελία προς εκτέλεση προς τον δικαστικό επιμελητή.» Ενόψει των ανωτέρω ορθά απορρίφθηκε από την εκκαλουμένη ο παραπάνω λόγος ανακοπής ως μη νόμιμος αφού η επίδικη επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυρισθεί και να αποδείξει την απόσβεση της απαίτησης ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή τον εσφαλµένο υπολογισµό ή το παράνοµο των τόκων και ως εκ τούτου πρέπει ο ένατος (υπό στοιχείο Α.9) λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος, ο εκκαλών σωρεύει στο δικόγραφο της ένδικης εφέσεως αίτηση αναστολής κατ’ άρθρο 938 ΚΠολΔ της επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης. Στηρίζει δε τη σχετική αίτηση στο γεγονός ότι κινδυνεύει να εκπλειστηριασθεί η μοναδική και κύρια κατοικία αυτού και της οικογένειάς του, γεγονός που θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, επιπλέον δε επικαλείται την ευδοκίμηση των λόγων της εφέσεώς του και περαιτέρω ως λόγο για την ευδοκίμηση της αίτησής του το ότι ήδη από τις 24.1.2024 έχει υποβάλει την κατ’ άρθρο 17 του Ν. 4916/2022 αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του εν λόγω νόμου αναμένοντας την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Ότι στο πλαίσιο των διατάξεων του νόμου αυτού και μέχρι τη σύσταση του Φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης, ο νόμος προβλέπει ένα ενδιάμεσο πρόγραμμα στήριξης του ευάλωτου οφειλέτη για την προστασία της κύριας κατοικίας δια της αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης της εις βάρος του αλλά και δια της ειδικής συνεισφοράς του Δημοσίου. Με αυτό το περιεχόμενο, η υπό κρίση αίτηση κατά το μέρος που στηρίζεται στους ήδη κριθέντες και απορριφθέντες λόγους εφέσεως τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της, αφού για να διαταχθεί αναστολή της εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει να μπορεί να ευδοκιμήσει το ασκηθέν ένδικο μέσο, ενώ ως προς την επιστήριξη της αίτησης αναστολής εκτέλεσης στο μεταγενέστερο της άσκησης της ένδικης ανακοπής γεγονός ότι ο εκκαλών υπέβαλε την κατ’ άρθρο 17 του Ν. 4916/2022 αίτηση για υπαγωγή στις διατάξεις του εν λόγω νόμου χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ακόμη η επεξεργασία της αίτησης αυτής, η αίτηση αναστολής εκτέλεσης τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού ο σχετικός λόγος αναστολής της εκτέλεσης δεν αποτέλεσε και λόγο έφεσης. Συγκεκριμένα κατά το άρθρο 938 παρ.2 εδ.1 ΚΠολΔ «Ειδικώς επί κατάσχεσης ακινήτου δεν εφαρμόζεται η παρ.1, η δε άσκηση του ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός εάν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται με το ένδικο μέσο ή με τις προτάσεις, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., διατάξει την αναστολή με ή χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ενδίκου μέσου». Επομένως προϋπόθεση για να χορηγηθεί η ως άνω προβλεπόμενη αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι η σχετική αίτηση να στηρίζεται σε λόγο ανακοπής που απορρίφθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με λόγο έφεσης στον δεύτερο βαθμό, η ευδοκίμηση του οποίου πρέπει να πιθανολογείται, μη επιτρεπομένου να στηριχθεί η αίτηση του άρθρου 938 παρ.2 ΚΠολΔ σε οψιγενή λόγο ανακοπής που δεν έχει προβληθεί στον πρώτο βαθμό, ούτε βέβαια έχει αποτελέσει λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης. (βλ. ΜονΕφΠειρ 174/2024)
Κατόπιν αυτών πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς το σκέλος υπό στοιχείο Β12 του τρίτου λόγου της ένδικης ανακοπής, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την έφεση παραβόλου κατ’ άρθρο 495 παρ.4 προτελ. εδ. ΚΠολΔ στον εκκαλούντα, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί η ανακοπή κατά το σκέλος Β12 του τρίτου λόγου ανακοπής και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ανακοπής κατά το ανωτέρω σκέλος ως αόριστος. Ακολούθως δε να απορριφθεί κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα η σωρευθείσα αίτηση αναστολής. Τέλος, ενόψει της εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης, κατά τα προαναφερθέντα, εξαφανίζεται και η περί επιβολής των δικαστικών εξόδων διάταξή της, και ακολούθως τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης- καθ’ης η αίτηση αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν κατόπιν σχετικού αιτήματος της σε βάρος του εκκαλούντος-ανακόπτοντος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 183, 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 6.2.2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………./6.2.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς ……../12.2.2024) έφεση κατά της 4145/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./6.2.2024).
Απορρίπτει την αίτηση αναστολής.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη ως προς το υπό στοιχείο Β12 σκέλος του τρίτου λόγου της από 12/7/2023 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/13.7.2023) ανακοπής
Κρατεί και δικάζει το υπό στοιχείο Β12 σκέλος του τρίτου λόγου της ως άνω ανακοπής.
Απορρίπτει τον τρίτο λόγο κατά το υπό στοιχείο Β12 σκέλος της ως άνω ανακοπής
Επιβάλλει στον εκκαλούντα-ανακόπτοντα τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης-καθ’ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις 25-2-2026 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ