Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 126/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Απόφασης    126/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο Τμήμα )

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Παρούση, Εφέτη, που όρισε  η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Α) Της εκκαλούσας-αιτούσας: …………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσια δικηγόρο της, Μιχαήλ Μαρμαρινό (ΔΣΑ ………), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Παπαδοπούλου Βασιλεία, Καλαντζή Αναστασία και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» με ΑΜΔΣΘ … και ΑΦΜ …..  και κατέθεσε προτάσεις.

Των εφεσίβλητων-καθ’ων η αίτηση: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……… » με διακριτικό τίτλο «……..» πρώην με την επωνυμία «………..» και διακριτικό τίτλο «………..», η οποία εδρεύει στο …………. Αττικής επί της οδού ………., με ΑΦΜ …. και αριθμό ΓΕΜΗ ……, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το Ν.4354/2015, (αρ. απόφασης 220/1/13/03/2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος) ενεργούσα ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στο …. Ιρλανδίας, οδός ……………. νομίμως εκπροσωπουμένης, ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………..», πρώην με την επωνυμία «…………..» κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου (ΔΣΑ ……..) και κατέθεσε προτάσεις, 2) Αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία η οποία εδρεύει στο ….. Ιρλανδίας, οδός ……….. με αριθμό μητρώου …………, νομίμως εκπροσωπουμένης, ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……., με ΑΦΜ ………….., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3156/2003 της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της οποίας είναι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……… » με διακριτικό τίτλο «……..» πρώην με την επωνυμία «………..» και διακριτικό τίτλο «………..», η οποία εδρεύει στο …………. Αττικής επί της οδού ………. με ΑΦΜ ….. και αριθμό ΓΕΜΗ …., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………, με ΑΦΜ ………. και αριθμό ΓΕΜΗ ……….,  όπως νόμιμα εκπροσωπείται, πρώην με την επωνυμία «………..», η οποία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο

Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος των καθ’ων ήδη εφεσίβλητων, την από 13/6/2024 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2024 ανακοπή μετά των με το από 24/9/2024 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ζήτησε να γίνει δεκτή η ανακοπή μετά των προσθέτων λόγων της. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 3469/2024 οριστική απόφαση, συνεκδικάζοντας την ανακοπή μετά των προσθέτων λόγων ερήμην της τρίτης των καθών και  αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, απέρριψε την ανακοπή.          Η ανακόπτουσα, ήδη εκκαλούσα, προσβάλλει την απόφαση αυτή  με την από  11/11/2024 έφεσή της, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις 13/11/2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/13.11.2024. Στο ίδιο δικόγραφο η εκκαλούσα σώρευσε αίτηση αναστολής  της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης με αίτημα χορήγησης σημειώματος- προσωρινής διαταγής. Επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης κατατέθηκε στις 14.11.2024 στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ  …………/14.11.2024  ενώ δικάσιμος ορίστηκε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από τον Εφέτη Πρόεδρο Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιώς η 22/5/2025 και κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό …….

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3469/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην της τρίτης των καθ’ων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου άσκησης, την από 13/6/2024 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2024 ανακοπή μετά των ασκηθέντων με  το από 24/9/2024 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024 ιδιαίτερο δικόγραφο  προσθέτων λόγων αυτής, με τα οποία ζήτησε την ακύρωση της υπ’αριθμ ………./26.4.2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της περιγραφομένης, ευρισκομένης στον Δήμο Κερατσινίου-Δραπετσώνας, ακίνητης περιουσίας της, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……………, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο της δικογραφίας και από τη δημοσίευσή της [29/10/2024] μέχρι την άσκηση της ένδικης εφέσεως στις 13/11/2024, δεν έχει παρέλθει διετία [άρθρα 19, 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1  περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 495 και 518 ισχύουν, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1  του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015] και  έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. …………../2024 παράβολο σε συνδυασμό με την από 13/11/2024 ηλεκτρονική απόδειξη πληρωμής) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495παρ. 3 Α περ.β του  ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως,  η έφεση, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται αίτηση αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 παρ.2 ΚΠολΔ, μαζί με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό με αποτέλεσμα την προσωρινή αναστολή του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού (στις 5.12.2024) έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης αναστολής  και υπό τον όρο συζήτησης αυτής στην προσδιορισθείσα δικάσιμο της 22/5/2024, οπότε και αναβλήθηκε, διατηρηθείσας της προσωρινής διαταγής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και διατηρηθείσας αυτής εκ νέου  από τη δικαστή αυτού του Δικαστηρίου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ένδικης έφεσης, να γίνει τυπικά δεκτή και  να εξεταστεί περαιτέρω κατά την αυτή, ως άνω, ειδική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, (άρθρα 522, 524 παρ.1 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ),   ερήμην  της δεύτερης και τρίτης των εφεσίβλητων, καθόσον, όπως προκύπτει από τις υπ’αριθμ. ……/27.11.2024 και …/27.11.2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………, που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο  της κρινόμενης έφεσης, με την πράξη καταθέσεως και προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 22/5/2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο,  επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε αυτές, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά τη δικάσιμο τούτη, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει, επομένως, να δικασθούν ερήμην, αλλά η διαδικασία να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτές παρούσες [άρθρο 524 παρ.4 εδαφ.α΄ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 παρ. 1 του ν.3994/2011 και η συγκεκριμένη παράγραφος εξακολουθεί να ισχύει υπό τον Ν.4335/2015, που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από 1.1.2016 ένδικα μέσα, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν.4335/2015 – ΦΕΚ Α΄ 87/23.7.2015) και τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ.1 α΄ ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν.4335/2015), που εφαρμόζονται στην διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, κατ’εφαρμογή του άρθρου 524 παρ.1 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015)], δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρα 226 παρ.4,  524 παρ.4 εδ.α ΚΠολΔ).

Η εκκαλούσα – ανακόπτουσα με την από  13/6/2024 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024 ανακοπή μετά των ασκηθέντων με το από 24/9/2024 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2024 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων ανακοπής  που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ζητούσε να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους στα ως άνω δικόγραφα λόγους, οι οποίοι και κατωτέρω θα αναπτυχθούν η επισπευδόμενη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της  υπ΄ αρ. …../26.04.2024  Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ……….. Επί της ως άνω ανακοπής μετά των προσθέτων λόγων της εκδόθηκε ερήμην της τρίτης των καθ’ων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3469/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Ήδη η ανακόπτουσα – εκκαλούσα  με την κρινόμενη έφεση της  παραπονείται  για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου  και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να γίνει  δεκτή η από  13/6/2024 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2024 ανακοπή μετά των ασκηθέντων με το από 24/9/2024 και με αριθμ. κατάθεσης ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων ανακοπής.

Σύμφωνα με το άρθρο 934 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. A’87/23-7-2015 με έναρξη ισχύος την 1/1/2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 Ν. 4335/2015 ) «1. Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον καθ` ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής β) Αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγράφει η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης». Συνεπώς, το άρθρο 934 παρ. 1αρ. α ΚΠολΔ. όπως αντικαταστάθηκε ανωτέρω, προβλέπει μία ενιαία προθεσμία για όλους τους λόγους ανακοπής που υπάγονταν προηγουμένως στο (παλαιό) άρθρο 934 παρ. 1 αρ. α και β και συνεπώς, όλους τους λόγους ανακοπής που βάλλουν κατά των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας έως και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας εκθέσεως, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους ως πράξεων της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως όπως και τους λόγους που αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, αν και δεν περιλαμβάνονται στην γραμματική διατύπωση του άρθρου και στην απαίτηση. Εξάλλου, η προσήκουσα κάθε φορά προθεσμία που πρέπει να τηρήσει ο εκάστοτε ανακόπτων κρίνεται και υπό την νέα μορφή του άρθρου 934 ΚΠολΔ, όχι από το αίτημα της ανακοπής του, δηλαδή από την πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλει αυτός, αλλά από τους λόγους που προτείνει με την ανακοπή του, δηλαδή από τα ιστορούμενα σε αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως στο κύρος της προσβαλλόμενης με την ανακοπή πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1107/2003, ΕλλΔνη 46 (2005), 107, ΕφΘεσ 411/2009 ΕΠολΔ 2009.698, ΕφΙωαν 129/2006 NoΒ 55 (2007), 2127, Πελαγία Γέσιου- Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης Γενικό Μέρος εκδ. 2017 σελ.692). Εξάλλου, κριτήριο του εμπροθέσμου της ανακοπής αποτελεί ο προβαλλόμενος λόγος, ήτοι η πράξη όπου ενυπάρχει το επικαλούμενο ελάττωμα και όχι το αίτημά της, δηλαδή οι επόμενες πράξεις των οποίων ζητείται η ακύρωση (ΑΠ 1898/2011, ΑΠ 37/2009, δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ). Αν κάποια πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν προσβληθεί μέσα στην προσήκουσα, κατά τα παραπάνω, προθεσμία, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, αν κάποια πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν προσβληθεί μέσα στην προσήκουσα, κατά τα παραπάνω, προθεσμία, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της (άρθρ. 161 ΚΠολΔ) -γεγονός που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, που κρίνει τη σχετική ανακοπή, με αποτέλεσμα η πράξη να θεωρείται έγκυρη και ισχυρή και το ελάττωμά της να μην μπορεί να προβληθεί μεταγενέστερα, ούτε να μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ 1371/2013, ΑΠ 37/2009, ΑΠ 93/2001 και 1784/1998, αμφότερες στο Σύστημα Νομικών Πληροφοριών του Δ.Σ.Α., Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, έκδ. β, παρ. 149. σελ. 395, Φραγκίστα-Γέσιου/Φάλτσή, έκδ. 1998 Αναγκαστική Εκτέλεση I, παρ. 40, σελ. 203). Γίνεται λοιπόν δεκτό ότι η ανακοπή που περιέχει λόγους ακυρότητας που θίγουν αμέσως τις προγενέστερες του πλειστηριασμού πράξεις της εκτέλεσης και εμμέσως μόνο την πράξη του πλειστηριασμού, ως τελευταία πράξη της εκτέλεσης, πρέπει να ασκηθεί μέσα στην ανωτέρω προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ. α’ ΚΠολΔ, μόνο δε μετά την τελεσίδικη παραδοχή της και την ακύρωση των προγενεστέρων αυτών πράξεων της εκτέλεσης, η οποία ακύρωση επιδρά ακυρωτικά και επί του πλειστηριασμού, μπορεί να προσβληθεί παραδεκτώς για το λόγο αυτόν ο πλειστηριασμός μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ. β και 2 του ΚΠολΔ. Η νέα διαδικαστική δομή της 1 ανακοπής του άρθρου 933, επέβαλε και την τροποποίηση του άρθρου 934, ώστε τα στάδια προσβολής των πράξεων εκτέλεσης και προβολής των ελαττωμάτων τους να περιοριστούν από τρία σε δύο. Έτσι, όλες οι ανακοπές που αφορούν ενδεχόμενες πλημμέλειες που εντοπίζονται στο χρονικό πλαίσιο από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, που συντελούνται από την προδικασία της επιταγής (924), την εντολή προς εκτέλεση (927) και την κατάσχεση (954, 955, 992, 995) ή και την προδικασία του πλειστηριασμού (ιδίως 999), πρέπει να ασκηθούν μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία της κατάσχεσης. Μέσα στην ίδια προθεσμία προβάλλονται και οι αντιρρήσεις που αφορούν την απαίτηση (βλ. Απαλαγάκη Χ., Συστηματική παρουσίαση των Βα­σικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν 4335/2015, εκδ. 2016, σελ. 50, Μακρίδου Κ./Απαλαγάκη Χ./Διαμαντόπουλος Γ., Πολιτική Δικονομία-θεωρία-Νομολογία-Υποδείγματα, εκδ. 2016, σελ. 35). Εξάλλου η τήρηση των παραπάνω προθεσμιών της ανακοπής, που ορίζονται από το άρθρο 934 ΚΠολΔ, προϋποθέτει ότι ο καθού η εκτέλεση θα έχει πραγματικά λάβει γνώση της προσβαλλόμενης πράξης, προκειμένου να την προσβάλλει αποτελεσματικά ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Διότι ναι μεν το σχετικό δικαίωμα πρόσβασης σ΄ αυτό δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε περιορισμούς, ειδικότερα σε ότι αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, πλην όμως οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να εμποδίζουν την ανοικτή πρόσβαση σε ένα άτομο κατά τρόπο ή σε βαθμό, ώστε το δικαίωμά του αυτό να θίγεται στην ίδια την ουσία του. Οι εν λόγω περιορισμοί συμβιβάζονται με το άρθρο 6 παρ. 1 της κυρωθείσας αρχικώς με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν. δ. 57/1974, σύμβασης της Ρώμης «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών», το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ (Ολ. ΑΠ 40/1998), μόνο εφόσον τείνουν σε ένα νόμιμο σκοπό και εφόσον υπάρχει σχέση αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού (απόφαση της 6.12.2002 του Ε.Δ.Α.Δ.). Αλλά και κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ΄ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει», δεν αποκλείεται στο νομοθέτη να θέτει περιορισμούς υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα. Δύναται, συνεπώς, ο νομοθέτης, θεσπίζοντας προϋποθέσεις προσφυγής στα δικαστήρια, να καθορίζει και προθεσμία μέσα στην οποία οφείλει να ορίζει τη γνώση του θιγομένου για το βλαπτικό του οφειλέτη γεγονός, πράξη ή παράλειψη, γιατί χωρίς μια τέτοια γνώση δεν καθίσταται εφικτή η εκ μέρους του διεκδίκηση της παροχής έννομης προστασίας. Η γνώση αυτή του θιγομένου δεν απαιτείται μεν αναγκαίως να διαπιστώνεται από την επίδοσης της βλαπτικής πράξης στον ίδιο. Πρέπει όμως τουλάχιστον να συνάγεται κατά τρόπο ασφαλή, ότι ενόψει των συντρεχουσών, κατά περίπτωση, συνθηκών, μεταξύ των οποίων και ο χρόνος που μεσολάβησε, ο θιγόμενος, ως επιμελής άνθρωπος, έλαβε ή μπορούσε να έχει λάβει γνώση του βλαπτικού για αυτόν γεγονότος (πράξης ή παράλειψης), ώστε να είναι σε θέση να επιδιώξει την παροχή έννομης προστασίας (ΑΕΔ 2/1999) [ΜονΕφΑιγαίου 80/2020 ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το Πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις είτε εν σχέσει προς την ανακοπή υπάρχουν και άλλοι λόγοι ανακοπής, δοθέντος ότι οι λόγοι ανακοπής επέχουν θέση ιστορικής βάσεως της αγωγής, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στους λόγους της ανακοπής, που, όμως, δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η ανακοπή. Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως λόγων ανακοπής γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ανακόπτοντος (ΑΠ 2039/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1556/2012 ΕΔΠολ 2013.559, ΑΠ 920/2011 ΤΝΠ Νόμος, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. 2003, παράγρ. 968 επ., όπου παραπέμπει η ΜονΕφΑθ 3385/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, βλ. επίσης Κ. Παναγόπουλο σε Κυριάκου Οικονόμου Η έφεση, Νομική Βιβλιοθήκη 2017, άρθρο 535, σελ. 353).

Η εκκαλούσα-ανακόπτουσα με το μοναδικό λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα την υπό κρίση ανακοπή μετά των προσθέτων λόγων αυτής κατά της υπ΄ αρ. …../26.04.2024  Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς ………….., διότι έλαβε υπόψη για την έναρξη της προθεσμίας του άρθρου 934παρ.1α ΚΠολΔ, ήτοι την προθεσμία των σαράντα πέντε ημερών, την επομένη της επιβολής της κατάσχεσης, ήτοι την 27/4/2024 ενώ αν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε το νόμο θα έπρεπε να λάβει ως ημερομηνία έναρξης της ανωτέρω προθεσμίας την 29/4/2024, ήτοι την ημερομηνία επίδοσης του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης σε αυτή. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η πρώτη εφεσίβλητη καθ’ης  η ανακοπή, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία «…………» ενεργούσα δυνάμει της από 18/6/2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων επ ονόματι και για λογαριασμό της δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», ειδικής διαδόχου της τρίτης εφεσίβλητης -καθ’ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», βάσει της από 18/6/2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει του με αριθμό ………../2013 πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ………../2013 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την παρά πόδας αυτής από 20.3.2024 επιταγή προς πληρωμή που κοινοποίησε στην ανακόπτουσα στις 22.3.2024, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας, επιβάλλοντας αναγκαστική κατάσχεση με την με αριθμό ……………/26.4.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………., βάσει της οποίας προγραμματίστηκε για τις 5.12.2024 ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς, ……………. , που αφορά το αναλυτικά περιγραφόμενο σε αυτή ακίνητο. Κατά την επιβολή της κατάσχεσης στις 26/4/2024 η ανακόπτουσα ήταν παρούσα, πλην όμως δεν της επιδόθηκε αμέσως αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, ούτε προέκυψε ότι καταρτίστηκε άμεσα σχετικό αντίγραφο ,  ώστε να λάβει πραγματικά γνώση της πράξης αυτής και να έχει τη δυνατότητα να την προσβάλλει αποτελεσματικά ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου. Επομένως, ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας για την προσβολή της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης άρχεται κατ’ άρθρο 995παρ.1ΚΠολΔ από την επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης κατασχετήριας έκθεσης στη θιγόμενη ανακόπτουσα ήτοι στις 30/4/2024 (βλ. την υπ’ αριθμ. ………΄/29.4.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ……..) και ως εκ τούτου η ανακόπτουσα εμπροθέσμως εντός της νόμιμης προθεσμίας των σαράντα πέντε ημερών (άρθρο 934παρ.1α του ΚΠολΔ) άσκησε την υπό κρίση ανακοπή στις 13/6/2024 (βλ.την υπ’ αριθμ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./13.6.2024 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθμ. ………./13.6.2024, …../13.6.2024, ……./13.6.2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……..). Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απέρριψε την ανακοπή ως ασκηθείσα εκπροθέσμως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και  πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3469/2024 απόφαση (άρθρο 535παρ.1 ΚΠολΔ) να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην εκκαλούσα, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η ανακοπή μετά των προσθέτων λόγων της ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Η υπό κρίση ανακοπή καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 933παρ.1 και 3 ΚΠολΔ) εισήχθησαν προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία περιουσιακών διαφορών (937παρ.3, 614 ΚΠολΔ) και έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα  κατ’ άρθρα 933παρ.1 σε συνδυασμό με 934παρ.1 περ.α του ΚΠολΔ . Η ένδικη ανακοπή έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα κατά τα προαναφερόμενα εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 934 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας, οι δε από 24.9.2024 εξεταζόμενοι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής ασκήθηκαν νομότυπα κι εμπρόθεσμα, αφού το δικόγραφο αυτών κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 24.9.2024 και επιδόθηκε αυθημερόν στους καθ’ων  (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ανακόπτουσα υπ’ αρ. …/24.9.2024,  …/24.9.2024 και …./24.9.2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………), δηλαδή εντός της οριζόμενης κατά το άρθρο 933 παρ.2 εδ.γ ΚΠολΔ οκταήμερης προθεσμίας πριν τη συζήτηση της ένδικης ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 4.10.2024.  Ωστόσο όσον αφορά την τρίτη των καθ’ων, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «……………» η ανακοπή μετά των προσθέτων λόγων της είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της τρίτης των καθ’ων (άρθρα 68,73 ΚΠολΔ) διότι κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή η τελευταία δυνάμει της από 18/6/2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως καταχωρισθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών είχε  μεταβιβάσει την  απαίτηση στη δεύτερη των καθ’ων αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..» την 18/6/2019,  ήτοι πριν την άσκηση της ένδικης ανακοπής και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη ανακοπή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 4055/2012, «Λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της αυτής ή άλλης πράξης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης». Με την παραπάνω διάταξη καθιερώθηκε για την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ το σύστημα συγκέντρωσης, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλεται να προβάλλονται σε αυτήν όλοι οι έως την άσκησή της γεννημένοι λόγοι ως ειδική έκφανση της αρχής του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι, εφόσον η προσβολή των πράξεων της εκτέλεσης καθίσταται όχι απλώς σταδιακή, αλλά υποχρεωτικά σταδιακή. Ειδικότερα, με την εν λόγω διάταξη η οποία αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των διαφορών που αναφύονται στην εκτέλεση και εντεύθεν στην ασφάλεια των συναλλαγών, θεσπίζεται το απαράδεκτο προβολής λόγων που βάλλουν κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτέλεσης, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν με ήδη ασκηθείσα ανακοπή, ανεξαρτήτως αν προβάλλονται στη συνέχεια με νέα ανακοπή προς ακύρωση, άλλης, επόμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης από αυτή κατά της οποίας είχε ασκηθεί η προηγούμενη ανακοπή. Ειδικότερα, για την εφαρμογή του άρθρου 935 ΚΠολΔ απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να έχει προηγηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εναντίον ορισμένης πράξης της διαδικασίας εκτέλεσης, της οποίας το κύρος καλείται να εξετάσει άλλο δικαστήριο, είτε κυρίως είτε παρεμπιπτόντως, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η προγενέστερη αυτή δίκη, χωρίς, δηλαδή, να ενδιαφέρει εάν αυτή εκκρεμεί ή περατώθηκε τελεσίδικα (ΕΑ 2202/1990 Δ 1991, 523 ΕφΠειρ 720/2022 efeteio-peir.gr., ΕφΠειρ 740/2022 ΕπιθΑκινήτων 2023, 480),  β) οι μεταγενεστέρως προτεινόμενοι λόγοι να ήταν γεννημένοι και να μπορούσαν να προταθούν κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προγενέστερης δίκης, είτε με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής είτε με αυτό των πρόσθετων λόγων της, ως τέτοιοι δε νοούνται όχι μόνο οι γνωστοί στον ανακόπτοντα αλλά και οι άγνωστοι σ’ αυτόν.  Κρίσιμο για την ερμηνεία του άρθρου είναι η  δυνατότητα προβολής τους και όχι το αίτημα της προγενέστερης ανακοπής, δηλαδή η πράξη εκτέλεσης την ακύρωση της οποίας αυτή επιδιώκει.  Η έννοια επίσης των «γεννημένων» λόγων περιλαμβάνει και όσους ήδη  προτάθηκαν στην προγενέστερη ανακοπή. Αντίθετα, λόγοι ανακοπής που γεννήθηκαν μετά το χρονικό σημείο, στο οποίο ήταν δυνατή η παραδεκτή κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στην προηγούμενη δίκη δεν υπάγονται στο απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ και θεωρούνται ως λόγοι οψιγενείς (ΑΠ 1130/1994 ΕλλΔνη 1996, σελ. 644). Επίσης, λόγοι ανακοπής που, μολονότι γεννημένοι, ήταν απαράδεκτοι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της προηγούμενης δίκης της ανακοπής, γιατί δεν μπορούσαν να αποδειχθούν αμέσως (άρθρο 933 § 5 ΚΠολΔ), δεν νοούνται ως λόγοι που «μπορούν να προταθούν» και δεν θεωρούνται ότι καλύπτονται από το απαράδεκτο του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο των λόγων, αν αυτοί οι λόγοι αφορούν τυπικό ελάττωμα πράξης της εκτέλεσης ή την απαίτηση (ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΟλΑΠ 10/1993, Δ 1994, 562, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1284/2008, ΑΠ 1660/2006 ΕλλΔνη 2008, 1410), γ) διεξαγωγή μεταγενέστερης δίκης στην οποία ανακύπτει, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, η εγκυρότητα της αυτής ή άλλης πράξης της εκτέλεσης. Σύμφωνα με την ερμηνεία, που είχε επικρατήσει μέχρι την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 935 ΚΠολΔ με το άρθρο 19 § 2 ν. 4055/2012, το ως άνω απαράδεκτο ανέκυπτε, όταν επρόκειτο για μεταγενέστερη προβολή λόγων ακύρωσης της ίδιας πράξης εκτέλεσης. Μετά όμως την αντικατάσταση της ως άνω διάταξης με το άρθρο 19 § 2 ν. 4055/2012, κατέστη ήδη υποχρεωτική η σώρευση στο δικόγραφο της ανακοπής όχι μόνο των γεννημένων κατά την άσκησή της λόγων που αφορούν στην προσβαλλόμενη με αυτήν πράξη εκτέλεσης, αλλά και επιπρόσθετα και όλων των γεννημένων λόγων που αφορούν σε όσες άλλες πράξεις εκτέλεσης προηγήθηκαν, ανεξάρτητα δηλαδή αν προσβάλλεται με την ανακοπή η ίδια ή άλλη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας (ΕφΑθ 1724/2023, ΕφΑθ 2472/2022, ΕφΑιγ 1/2020 ΤΝΠ Νόμος), δ) ταυτότητα διαδίκων στην πρώτη και στη δεύτερη δίκη, δεδομένου ότι μόνο εκείνος που άσκησε προγενέστερη ανακοπή αποκρούεται με τη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ και όχι τρίτος δανειστής του καθ’ ου. Οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι θεωρούνται ως συνέχεια του αρχικού διαδίκου στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 935 ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο του άρθρου 935 λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο,  βαίνει παράλληλα, ανεξάρτητα και πέρα από εκείνο του άρθρου 933 παρ.4 ΚΠολΔ για τους καλυπτόμενους από το δεδικασμένο λόγους και η χρησιμότητα της διάταξης ακριβώς έγκειται στην κάλυψη περιπτώσεων, όπου δεν συντρέχουν οι όροι του. Δεν εφαρμόζεται, όταν  η άσκηση της νεότερης ανακοπής γίνεται κατά το άρθρο 69 § 1δ’ ΚΠολΔ, συντρεχόντων των όρων αυτού (ΑΠ 242/2001, ΜονΕφΠειρ 473/2024 και ΜονΕφΠειρ 512/2024 στην efeteio-peir.gr, ΕφΑθ 3124/2024, ΕφΚρ 182/2024, ΕφΑθ 1724/2023,  ΕφΚρητ 127/2023, ΕφΑθ 2472/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΤΝΠ Νόμος,  ΕφΠειρ 330/2024, ΕφΠειρ 740/2022 στην efeteio-peir.gr, Μάζης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΚΠολΔ2, άρθρο 935  αρ.2, 3 σελ. 247επ., Γέσιου Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως 2017, Μιχαηλίδου, III. Η αρχή της συγκέντρωσης των λόγων της ανακοπής, σε: Η άμυνα κατά της εκτέλεσης, 2017, σ. 217-223). [ΜονΕφΠειρ 222/2025 ΝΟΜΟΣ].

Με τον πρώτο λόγο ανακοπής και κατά το οικείο σκέλος του η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης λόγω έλλειψης νομιμοποίησης της πρώτης καθ’ης ως διαχειρίστριας της δεύτερης για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, λόγω μη τήρησης  των προϋποθέσεων του άρθρου 925 ΚΠολΔ, λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας της δικηγόρου που υπογράφει την εντολή για κατάσχεση και έλλειψης πληρεξουσίου στο πρόσωπό της , αφού η πρώτη καθ’ης δεν απέδειξε ότι έδωσε τη σχετική εντολή για κατάσχεση προς το δικαστικό επιμελητή, την οποία υπογράφει η πληρεξούσια  δικηγόρο της,  δια των αρμοδίων και εξουσιοδοτημένων οργάνων του καταστατικού της καθώς ελλείπει α) η απόφαση του ΔΣ που αναθέτει την αρμοδιότητα σε δύο μέλη να διορίζουν δικηγόρο για τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, β) η απόφαση των δύο μελών με δύο υπογραφές για τον ανωτέρω διορισμό, άλλως πληρεξούσιο με δύο υπογραφές ομοίως για το σχετικό διορισμό της δικηγόρου και γ) το πληρεξούσιο της πρώτης των καθ’ων κατόπιν απόφασης των μελών της προς την υπογράφουσα ως πληρεξούσια της επισπεύδουσας.

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που η εκκαλούσα νομίμως προσκομίζει και επικαλείται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφα τους και εκτιμώνται, κατ’ άρθρα 264 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ, αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 1/3/2013 αίτησης της τρίτης εφεσίβλητης-καθ’ης η ανακοπή  ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …………/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία  υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα ως εγγυήτρια να καταβάλει στην ανωτέρω τραπεζική εταιρεία το ποσό των 115.661,71 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτηση της τελευταίας προερχόμενη από την από 10.04.2009  σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, ποσού 100.000,00 ευρώ για κεφάλαιο κίνησης που καταρτίσθηκε μεταξύ της ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ως δανείστριας  και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……….» με διακριτικό τίτλο «…….»   ως οφειλέτη, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε η εκκαλούσα – ανακόπτουσα. Ακολούθως, η πρώτη εφεσίβλητη-καθ’ης η ανακοπή, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία «……………» ενεργούσα δυνάμει της από 18/6/2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων επ ονόματι και για λογαριασμό της δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..», η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της τρίτης εφεσίβλητης -καθ’ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», με την από 18/6/2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, επέδωσε στις 22/3/2024 στην ανάκοπτουσα το με αριθμό …………./2013 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της με αριθμό …………/2013 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την παρά πόδας αυτής από 20.3.2024 επιταγή προς πληρωμή με την οποία άρχισε εναντίον της η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 924 ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής με την από 20/9/2013 επιταγή προς πληρωμή είχε επιδοθεί στην ανακόπτουσα για πρώτη φορά στις 20/9/2013 (βλ. την υπ’ αριθμ. ………./4.10.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών . …….). Ακολούθως, η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ίδιων με την παρούσα ανακοπή καθών την από 12/4/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024) ανακοπή για την ακύρωση τόσο της ως άνω διαταγής πληρωμής όσο και της  από 20.3.2024 επιταγής προς πληρωμή καθώς και τους από 1/10/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../4.10.2024) πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, η πρώτη των καθ’ων σε εκτέλεση της ως άνω από 20/3/2024 επιταγής προς πληρωμή  επέβαλε στις 26/4/2024 αναγκαστική κατάσχεση δυνάμει της με αριθμό ………./26.4.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………….., βάσει της οποίας προγραμματίστηκε για τις 5.12.2024 ηλεκτρονικός πλειστηριασμός ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς, ……………… , που αφορά το αναλυτικά περιγραφόμενο σε αυτή ακίνητο, ήτοι στην υπό στοιχεία Γ1 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 80,79 τ.μ., με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ. …………, πλήρους κυριότητας της ανακόπτουσας, κείμενη επί πολυώροφης οικοδομής, κτισμένης σε οικόπεδο ευρισκόμενο στην περιφέρεια του Δήμου Κερατσινίου  εντός του εγκεκριμένου σχεδίου  πόλης στη διασταύρωση των οδων ……………. και ………….. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι προβαλλόμενοι με τον πρώτο λόγο ανακοπής και κατά το οικείο σκέλος αυτού ισχυρισμοί περί έλλειψης νομιμοποίησης της επισπεύδουσας για επιβολή κατάσχεσης, περί μη τήρησης των διατυπώσεων του άρθρου 925 ΚΠολΔ και περί  έλλειψης  πληρεξουσιότητας της δικηγόρου που υπογράφει την προσβαλλόμενη από 20/3/2024 επιταγή προς πληρωμή και την εντολή για επιβολή κατάσχεσης σε εκτέλεση αυτής ήταν ήδη γεννημένοι κατά το χρόνο άσκησης της από 12/4/2024 προηγούμενης κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής και μπορούσαν να προταθούν, όπως και προτάθηκαν, στο πλαίσιο αυτής. Επομένως και δεδομένου ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν είναι οψιγενείς, ούτε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 933παρ.5 ΚΠολΔ, η προβολή των ανωτέρω ισχυρισμών και συνακόλουθα του πρώτου λόγου ανακοπής κατά το οικείο σκέλος του στα πλαίσια της υπό κρίση ανακοπής, όπου προσβάλλεται άλλη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, ήτοι η  με αριθμό ……../26.4.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ……………. είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Με τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής, η ανακόπτουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, διότι, κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η πρώτη καθής  καταχρηστικά, ήτοι καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, επέβαλε κατάσχεση στην ακίνητη περιουσία της παρά το γεγονός ότι  αυτή (ανακόπτουσα) είχε υποβάλει την από 26/1/2024 αίτηση περί υπαγωγής στις διατάξεις του Ν.4738/2020, η οποία οριστικοποιήθηκε στις 20/3/2024 και  ήταν στο στάδιο της αξιολόγησης με εκτιμώμενη ημερομηνία ολοκλήρωσης του τελευταίου αυτού σταδίου στις 25/6/2024 και η πρώτη καθ’ης είχε υποβάλει δύο αιτήματα διόρθωσης με αποτέλεσμα να της δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της μέχρι την περάτωση της διαδικασίας του εξωδικαστικού μηχανισμού και ενώ η απαίτηση της ήταν εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης ποσού 130.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Επιπλέον με τον ίδιο λόγο κατά το οικείο σκέλος του ισχυρίζεται η ανακόπτουσα ότι η ως άνω συμπεριφοράς της πρώτης καθής είναι καταχρηστική διότι  την ίδια ημέρα της οριστικοποίησης της από 26/1/2024 αίτησης η πρώτη των καθ’ων συνέταξε την από 20/3/2024 δεύτερη επιταγή, την οποία της επέδωσε στις 22/3/2024 μετά από ένδεκα χρόνια αδράνειας και αφού η απαίτηση είχε ανέλθει σε δυσθεώρητο ύψος, ήτοι από το ποσό των 117.776,99 ευρώ στο ποσό των 554.336,81 ευρώ, επέβαλε δε αναγκαστική κατάσχεση με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ……../26.4.2024 έκθεση αναγκαστική κατάσχεσης  της μίας και μοναδικής κύριας κατοικίας της, ορίστηκε δε για τις 5/12/2024 πλειστηριασμός του ακινήτου της ενώπιον της συμβολαιογράφου …………… προκαλώντας σε αυτήν ανεπανόρθωτη βλάβη. Επιπροσθέτως  με τον ίδιο λόγο και κατά το οικείο σκέλος του η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι η επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης με την προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ασκείται καταχρηστικά διότι η πρώτη των καθ’ων με την από 13/11/2023 αναγγελία της είχε ήδη αναγγελθεί μεταξύ άλλων ως δανείστρια για το ποσό των  526.335,06 ευρώ που επιδικάστηκε με την υπ’ αριθμ. …………./2013 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι τον εκτελεστό τίτλο της προσβαλλόμενης με την υπό κρίση ανακοπή  έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, ως εγχειρόγραφη δανείστρια αιτούμενη την κατάταξη της ως εγχειρόγραφη δανείστρια στο πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε κατόπιν διενέργειας στις 8/11/2023 ηλεκτρονικού πλειστηριασμού επισπευδόμενου από τη δανείστρια ……….. της υπό στοιχεία Μ-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας με ΚΑΕΚ …………… ευρισκόμενη στη … Αττικής και ότι  σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ…………./12.1.2024 πίνακα κατάταξης δανειστών-πρόσκλησης δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών ……… …… ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού κατατάχθηκε  για το ποσό των 1.576,45 ευρώ σε σχέση με την επίδικη απαίτηση. Ότι επιπλέον η πρώτη καθ’ης  έχει ήδη αναγγελθεί ως δανείστρια και για τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό της υπό στοιχεία Υ-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας ευρισκόμενης στη ………. Αττικής εμπορικής αξίας 335.000 ευρώ, ο οποίος ματαιώθηκε για δεύτερη φορά λόγω έλλειψης πλειοδοτών στις 21/2/2024. Ότι ως εκ τούτου και μολονότι κατά τα προαναφερόμενα η πρώτη καθης είχε ήδη αναγγελθεί για την επίδικη απαίτηση στους ανωτέρω πλειστηριασμούς επέδωσε την από 20/3/2024  επιταγή και επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση δυνάμει της προσβαλλόμενης έκθεσης στη μοναδική της κατοικία στο Κερατσίνι, όπου συνοικεί με την κόρη της και μάλιστα χωρίς να περιορίσει την απαίτησή της κατά το ανωτέρω ποσό για το οποίο κατετάγη. Ωστόσο οι ανωτέρω ισχυρισμοί περί του ότι η πρώτη καθ ’ ης, παράνομα και καταχρηστικά και καθ ’ υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών προέβη στην επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης δια της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, ήταν ήδη γεννημένοι κατά το χρόνο άσκησης της από 12/4/2024 προηγούμενης κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής και μπορούσαν να προταθούν, όπως και προτάθηκαν, στο πλαίσιο αυτής. Επομένως και δεδομένου ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν είναι οψιγενείς, ούτε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 933παρ.5 ΚΠολΔ, η προβολή των ανωτέρω ισχυρισμών και συνακόλουθα του τρίτου λόγου ανακοπής της στα πλαίσια της υπό κρίση ανακοπής, όπου προσβάλλεται άλλη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, ήτοι η  με αριθμό …………../26.4.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, …………. είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Η αρχή της διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) διέπει και την εκτελεστική διαδικασία, η οποία αποτυπώνεται στο άρθρο 927 ΚΠολΔ και εκτείνεται όχι μόνο στην έναρξη της εκτελεστικής διαδικασίας αλλά και στην εξέλιξη αυτής από στάδιο σε στάδιο πάντοτε με την πρωτοβουλία του επισπεύδοντος. (Β.Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ τόμος Ε άρθρο 927 αριθμ.10). Για την έναρξη της διαδικασίας απαιτείται η καλούμενη εντολή ή παραγγελία προς το αρμόδιο όργανο, ήτοι κυρίως προς τον δικαστικό επιμελητή προκειμένου αυτός ως φορέας δημόσιας εξουσίας να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες προς ικανοποίηση της αξίωσης του δανειστή. Η εντολή ή παραγγελία συνιστά διαδικαστική πράξη και μάλιστα εξώδικη, δίδεται μόνο εγγράφως και τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει όπως αυτά προκύπτουν από το άρθρο 927 ΚΠολΔ είναι τα εξής: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστικού επιμελητή, στον οποίο παρέχεται η εντολή, β) καθορισμός του είδους της εκτέλεσης που θα διενεργηθεί, γ) τα αντικείμενα επί των οποίων θα γίνει η εκτέλεση, δ) το ονοματεπώνυμο του επισπεύδοντος και του καθ’ ου η εκτέλεση, ε) ορισμός συμβολαιογράφου του τόπου της εκτέλεσης ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού και στ) χρονολογία και υπογραφή του επισπεύδοντος ή του πληρεξουσίου. Εξάλλου, η μη παράθεση των αντικειμένων επί των οποίων θα διενεργηθεί η εκτέλεση δεν επιφέρει ακυρότητα είτε πρόκειται για άμεση είτε για έμμεση εκτέλεση ώστε αρκεί η παράθεση της γενικής φράσης περί κατάσχεσης της κινητής ή ακίνητης περιουσίας χωρίς όμως να αρκεί η απλή γενική εντολή για εκτέλεση της απόφασης (Β.Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ τόμος Ε άρθρο 927 αριθμ.18). Έτσι η εντολή παρέχει την εξουσία στον δικαστικό επιμελητή, στον οποίο δόθηκε να κινήσει την εκτελεστική διαδικασία και να ενεργήσει τις περαιτέρω αναγκαίες πράξεις έως το τέλος της και όταν πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων να επιβάλλει και νέα κατάσχεση πάνω σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, κινητά ή ακίνητα του οφειλέτη, εφόσον με την προηγηθείσα δεν ικανοποιήθηκε πλήρως η απαίτηση (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Μάζης) ΕρμΚΠολΔ 2021, άρθρο 927 αριθμ.4). Εάν όμως στην εντολή αναφέρονται συγκεκριμένα αντικείμενα εκτέλεσης δεν μπορεί να ενεργήσει ο δικαστικός επιμελητής εκτέλεση σε άλλα αντικείμενα, αφού στην περίπτωση αυτή η γεννηθείσα από την εντολή σχέση δημοσίου δικαίου μεταξύ επισπεύδοντος και δικαστικού επιμελητή έχει ως αντικείμενο μόνον την εκτέλεση επί των αντικειμένων αυτών. Πράξεις εκτέλεσης που επιχειρήθηκαν χωρίς την ύπαρξη εντολής θεωρούνται άκυρες με τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης είτε πρόκειται για ανυπαρξία της εντολής είτε για μη τήρηση του έγγραφου τύπου (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Μάζης) ΕρμΚΠολΔ 2021, άρθρο 927 αριθμ.2). Τέλος ενόψει ότι η εντολή δεν συνιστά πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας αλλά εντάσσεται στο προπαρασκευαστικό στάδιο αυτής, δεν μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ αλλά η τυχόν ελαττωματικότητά της στοιχειοθετεί λόγο ακύρωσης των πράξεων εκτέλεσης που επακολουθούν (Α.Βαθρακοκοίλης Η έναρξη της εκτέλεσης κατά τον ΚΠολΔ 2023 άρθρο 927)

Με τον πρώτο λόγο ανακοπής κατά το οικείο σκέλος και το συναφή πρόσθετο λόγο η ανακόπτουσα ζητεί να ακυρωθεί η με αριθμό ……………/26.4.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………………, διότι υπάρχει αναντιστοιχία της σχετικής εντολής και της επιβληθείσας αναγκαστικής κατάσχεσης, αφού η εντολή αφορά σε αναγκαστική κατάσχεση πλοίου και όχι ακινήτου έχει δε υποστεί δικονομική βλάβη αφενός μεν διότι  στο νηολόγιο φέρεται να εκκρεμεί σε βάρος της δυνάμει της προσβαλλομένης έκθεσης πλειστηριασμός πλοίου, στο δε κτηματολόγιο πλειστηριασμός ακινήτου με αποτέλεσμα να θίγεται ευθέως η πιστοληπτική της ικανότητα αφετέρου δε διότι επιβαρύνθηκε με πρόσθετα έξοδα και δη άπασες τις επιδόσεις, τα τέλη που καταβλήθηκαν, τα έξοδα συντάξεως των πράξεων και ως προς τον τηρούντατο νηολόγιο αλλά και με επιδόσεις στο «Α Τελωνείο Πειραιώς», στον «……….» και στην «Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής». Από την επισκόπηση της από 10/4/2024 εντολής προς κατάσχεση, η οποία επισυνάφθηκε στο επικυρωμένο αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου προκύπτει ότι περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 927 ΚΠολΔ στοιχεία και ειδικότερα όσον αφορά το αντικείμενο της εκτέλεσης η εντολή δίδεται για αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα για το με ΚΑΕΚ …….. ακίνητο κυριότητας της καθ’ης η εκτέλεση που βρίσκεται στη Δημοτική Ενότητα Κερατσινίου του Δήμου Κερατσινίου Δραπετσώνας Περιφερειακής Ενότητας Πειραιά της Περιφέρειας Αττικής επί της οδού ………….. Το γεγονός ότι αμέσως μετά την περιγραφή του ως άνω ακινήτου αναφέρεται στην εντολή η φράση «Στη συνέχεια να εκθέσεις ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΑΥΤΟ» σε αναγκαστικό πλειστηριασμό οφείλεται σε προφανή παραδρομή, δεδομένου ότι από την όλη διατύπωση ουδεμία αμφιβολία καταλίπεται ότι αφορά στο αμέσως παραπάνω περιγραφόμενο ακίνητο, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε περιγραφή πλοίου. Επομένως με το ανωτέρω περιεχόμενο η από 10/4/2024 εντολή η οποία επισυνάφθηκε στο επικυρωμένο αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου αφορά προδήλως στην κατάσχεση του περιγραφόμενου σε αυτή ακινήτου της καθ’ης η κατάσχεση και όχι σε κατάσχεση πλοίου, για το λόγο δε αυτό η ως άνω εντολή η οποία περιέχεται στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης αναφέρεται ορθώς σε «ΑΚΙΝΗΤΟ» χωρίς να υπάρχει διαφοροποίηση στο περιεχόμενό της. Άλλωστε η επικαλούμενη βλάβη της ανακόπτουσας που έγκειται κατά τους ισχυρισμούς της στο γεγονός ότι στο Νηολόγιο πλοίων Οργανισμού Λιμένος φέρεται να εκκρεμεί σε βάρος της δυνάμει της προσβαλλομένης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης πλειστηριασμός πλοίου στο δε κτηματολόγιο πλειστηριασμός ακινήτου με αποτέλεσμα να θίγεται ευθέως η πιστοληπτική της ικανότητα ουδόλως υφίσταται,  δεδομένου ότι για να εγγραφεί κατάσχεση στο νηολόγιο πλοίων πρέπει να υπάρχει πλοίο για κατάσχεση. Επιπροσθέτως, η ανακόπτουσα επικαλείται βλάβη διότι οι επιδόσεις της κατασχετήριας έκθεσης στο «Α Τελωνείο Πειραιώς», στον «………………» και στην «Τελωνειακή Περιφέρεια Αττικής» αφορούν σε έξοδα που δεν αφορούν σε κατάσχεση ακινήτου αλλά πλοίου και προκλήθηκαν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, τα οποία έχουν ήδη προκαταβληθεί και θα αφαιρεθούν από το πλειστηρίασμα περιορίζοντας έτσι μέρος του πλειστηριασμάτος. Ωστόσο η επικαλούμενη αυτή βλάβη, η οποία αφορά στην κατανομή των εξόδων εκτέλεσης στον πίνακα κατάταξης, προσβάλλεται μέσω ανακοπής του άρθρου 979 ΚΠολΔ. (βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Μάζης) ΕρμΚΠολΔ 2021, άρθρο 932 αριθμ.5) και όχι στα πλαίσια της ανακοπής του άρθρου 933ΚΠολΔ. Επομένως   ο πρώτος λόγος της ανακοπής κατά το ανωτέρω σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 995 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 77 Ν.4842/2021 (ΦΕΚ Α 190) : «1.Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ` ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνηση του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της κατάσχεσης κατά το π.δ. 59/2016 (Α` 95). 2. Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Αν πρόκειται για πλοία νηολογημένα στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που τηρεί το νηολόγιο, όπου είναι γραμμένο το πλοίο, και αν πρόκειται για αεροσκάφη γραμμένα σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. Ο υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να εγγράφει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ` ων η κατάσχεση…3… 4. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσης της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/2016…» Σύμφωνα, δε, με την παρ.6  περ. ιβ του  άρθρου 116 του ν.4842/2021, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 176 ν.4855/2021 (ΦΕΚ Α` 215/12.11.2021) : «…ιβ) Οι παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιούνται με το άρθρο 77 του παρόντος, εφαρμόζονται για επιδόσεις που πρόκειται να γίνουν μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Σύμφωνα δε με το άρθρο 120 του ν. 4842/2021, η έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου έλαβε χώρα από την ημέρα δημοσίευσης του στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης, η οποία έλαβε χώρα την 13η.10.2021. Η παράλειψη ή το εκπρόθεσμο των διατυπώσεων των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, λχ. η μη επίδοση ή η εκπρόθεσμη επίδοση του αντιγράφου ή της περίληψης της εκθέσεως κατάσχεσης, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της κατάσχεσης, εξαιτίας της σπουδαιότητας που αποδίδει σ΄αυτές  ο νομοθέτης και   θεμελιώνεται λόγος ανακοπής της διάταξης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης (ΑΠ 1255/2020, ΕφΠειρ 252/2024, ΕφΠειρ 181/2024, ΕφΑθ 55/2024, δημ.TNΠ ΝΟΜΟΣ,  ΕφΙωαν 525/2023 ΤΝΠ ΔΣΑ, Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη σε Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας 2,  Ερμηνεία ΚΠολΔ 2021, άρθρο 995 ΚΠολΔ, αρ. 3, Ορφανίδης σε Κεραμεύς, ΕρμΚΠολΔ 2000, άρθρο 159 ΚΠολΔ, παρ. 8, 9 σελ. 380, Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙ, Ειδικό Μέρος, Γ΄ Έκδοση, σελ. 252 επ), ενώ, αντίθετα, οι παραλείψεις ή τα ελαττώματα της εμπρόθεσμης επίδοσης του αντιγράφου ή της περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης, επιφέρουν ακυρότητα μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής βλάβης, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται ειδικά στην απόφαση που ακυρώνει την κατάσχεση (ΑΠ 1255/2020, ΑΠ 196/2006, ΑΠ 1470/2004, ΕφΠειρ 252/2024, ΕφΠειρ 181/2024, δημ.TNΠ ΝΟΜΟΣ, Κιουπτσίδιου – Στρατουδάκη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδοση 2021, σελ. 854). Ούτε οι διατυπώσεις της παρ.4 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, επιβάλλονται με ποινή ακυρότητας. Συνεπώς, η παράλειψη κατάθεσης ή η εκπρόθεσμη κατάθεση των αναφερομένων εγγράφων (λ.χ. του εκτελεστού τίτλου με βάση τον οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση κ.λ.π.) στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, δημιουργεί μεν ευθύνη του δικαστικού επιμελητή, ακυρότητα, όμως, επιφέρει μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος ΙΙ, άρθρο 995, σελ. 1935, αρ. 5). Τέλος, η επίδοση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης γίνεται στον καθ’ου η εκτέλεση, αν αυτός είναι απών κατά την κατάσχεση ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, εντός της επόμενης ημέρας από την κατάσχεση, εφόσον ο καθ’ου η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου του τόπου της κατάσχεσης. Εάν, όμως, η επόμενη ημέρα είναι κατά νόμο εξαιρετέα, η κοινοποίηση πρέπει να γίνει την μεθεπόμενη, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 3994/2011, το Σάββατο θεωρείται για τον παρόντα Κώδικα εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα. (ΜονΕφΠειρ 155/2025, ΜονΕφΠειρ 463/2024 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς).

Με το δεύτερο  λόγο της ανακοπής και το συναφή πρόσθετο λόγο η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη με αριθμό …………/26.4.2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………………  είναι άκυρη ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 995 ΚΠολΔ, διότι αν και ήταν παρούσα κατά την επιβολή της κατάσχεσης δεν της επιδόθηκε αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης μόλις αυτή περατώθηκε, αλλά της επιδόθηκε εκπρόθεσμα την επομένη της κατάσχεσης μη εξαιρετέα ημέρα, ήτοι στις 29/4/2024 και επιπροσθέτως  είναι άκυρη διότι επιδόθηκε  στη σύνοικο κόρη της ………. και όχι στην ίδια αυτοπροσώπως . Ότι η προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης είναι άκυρη διότι ο ως άνω δικαστικός επιμελητής κατέθεσε εκπροθέσμως στην υπάλληλο του πλειστηριασμού  συμβολαιογράφο Πειραιώς ……………  τα έγγραφα του πλειστηριασμού στις 10/5/2024 και όχι εντός 8 ημερών, ήτοι μέχρι τις 6/5/2024 και επιπλέον εξέδωσε και δημοσίευσε απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων εκπροθέσμως στις 8/5/2024 και όχι εντός δέκα ημερών από την κατάσχεση, ήτοι μέχρι τις 6/5/2024 κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 955παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ. Ότι η παραβίαση των ανωτέρω προθεσμιών της δημιούργησε ανεπανόρθωτη βλάβη διότι οι υποψήφιοι πλειοδότες δεν έλαβαν γνώση εντός του χρονικού διαστήματος που προβλέπει ο νόμος.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Ειδικότερα, το άρθρο 995παρ.1 ΚΠολΔ  ορίζει ότι αν δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση αντιγράφου η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που περατώθηκε η κατάσχεση εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του Δήμου όπου έγινε η κατάσχεση. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση που ο καθου η κατάσχεση είναι παρών αλλά δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση αντιγράφου, χωρίς να τίθενται από το νόμο όροι και προϋποθέσεις  αναφορικά με τους λόγους αδυναμίας αυτής, επιτρέπεται η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης την επόμενη της κατάσχεσης και εάν αυτή είναι εξαιρετέα την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα. Στην προκείμενη περίπτωση κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή η αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε στις 26/4/2024 ημέρα Παρασκευή παρουσία της καθ’ης η εκτέλεση-ανακόπτουσας. Ωστόσο επειδή δεν κατέστη δυνατή η άμεση κατάρτιση αντιγράφου, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης της επιδόθηκε εμπροθέσμως στις 29/4/2024 ημέρα Δευτέρα, δεδομένου ότι το Σάββατο και η Κυριακή είναι εξαιρετέες ημέρες. Περαιτέρω, η επίδοση αυτής εγκύρως έγινε στη σύνοικο κόρη της καθ’ης η κατάσχεση συντασσομένης της με αριθμό ………./29.4.2024 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή  της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………….. καθώς, η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης γίνεται κατ’ άρθρ. 995 παρ. 1 ΚΠολΔ, αποκλειστικά και μόνο στον παρόντα κατά την ημέρα της κατάσχεσης οφειλέτη. Αντίθετα, όταν η επίδοση δεν γίνεται την ίδια μέρα, όπως εν προκειμένω ιστορείται στο δικόγραφο της ανακοπής, επειδή ο καθ’ ου η εκτέλεση είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση αντιγράφου, η επίδοση είναι έγκυρη όταν, σε περίπτωση απουσίας (ή άρνησης του καθ’ ου), ακολουθείται ένας από τους τρόπους επίδοσης των άρθρων 122 επ. και συγκεκριμένα με επίδοση σε σύνοικο ή με θυροκόλληση. Στην περίπτωση αυτή δεν προβλέπεται από το νόμο ότι η επίδοση πρέπει να γίνεται ατομικά στον ίδιο τον οφειλέτη αυτοπροσώπως, αποκλεισμένης έτσι κάθε άλλης έμμεσης επίδοσης (βλ. έτσι και γνωμοδότηση Εισαγγελέα ΑΠ 1/2025). Τέλος από τα εκτιθέμενα στην ανακοπή η κατάθεση των προβλεπόμενων στο άρθρο 995 παρ.4 ΚΠολΔ εγγράφων από τον ως άνω δικαστικό επιμελητή έγινε εντός της τασσόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας στην υπάλληλο του πλειστηριασμού και συγκεκριμένα στις 10/5/2024, ήτοι εντός δεκατεσσάρων ημερών ομοίως δε η δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων έγινε στις 8/5/2024, ήτοι εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας, δηλαδή εμπρόθεσμα παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ανακόπτουσα.

Πρέπει, επομένως, ενόψει των ανωτέρω, ελλείψει άλλων λόγων προς έρευνα, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη ανακοπή.  Εξάλλου, με την έκδοση της παρούσας οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση εφέσεως, καθίσταται άνευ αντικειμένου κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ η αίτηση αναστολής  των ανακοπτόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, οπότε η σχετική αίτηση πρέπει να απορριφθεί. (βλ.ΜονΕφΠειρ 307/2024). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης-καθ’ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας-ανακόπτουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 183, 176 ΚΠολΔ),  όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 11.11.2024 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ………./13.11.2024 και αριθμός έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς …………./14.11.2024) έφεση κατά της 3469/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση αναστολής (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./14.11.2024).

Απορρίπτει την αίτηση αναστολής.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ Δημοσίου, που μνημονεύεται στο σκεπτικό.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 3469/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 13.6.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024) ανακοπής μετά των από 24/9/2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2024)  προσθέτων λόγων αυτής.

Απορρίπτει την ανακοπή.

Επιβάλλει  στην εκκαλούσα-ανακόπτουσα τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης-καθ’ης η ανακοπή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη συνεδρίαση, στις    25/2/2026    με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ