Αριθμός 105 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..» και τον διακριτικό τίτλο «……………», η οποία εδρεύει στην ……… (οδός ………….) και εκπροσωπείται νόμιμα (ΑΦΜ ……….), ως απορροφήσασα διά συγχωνεύσεως τη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στα ……… Κρήτης (………….) και 2) εταιρείας με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στα ……. Κρήτης (………) (ΑΦΜ ……..) και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους δικηγόρο Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……….. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Στέφανο Λύρα (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
Ο εφεσίβλητος-εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 27.4.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2021) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 1482/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες-εφεσίβλητες με την από 5.5.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……./2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2025) έφεσή τους και β) ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος-εκκαλών με την από 8.5.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……../2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025) έφεσή του. Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλουσων-εφεσιβλήτων, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος εφεσιβλήτου-εκκαλούντος, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 5.5.2025 και 8.5.2025 με αριθμούς κατάθεσης …………/2025 και ………./2025 και προσδιορισμού …………/2025 και ………../2025 εφέσεις κατά της οριστικής με αριθμό 1482/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 621 του ΚΠολΔ), επί της από 27.4.2021 με αριθμό κατάθεσης …………/2021 αγωγής, έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις με κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρμοδίως (άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης την 8.5.2023) και εμπροθέσμως λίγο πριν τη λήξη της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης η έφεση δε του ναυτικού ακριβώς στη λήξη της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ακολούθως οι προαναφερόμενες εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές κατά το τυπικό τους μέρος και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ως προς τις διαφορές αυτές υπάρχει απαλλαγή από το παράβολο εφέσεως του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012, συνεκδικαζόμενες, λόγω της προφανούς συνάφειας αυτών αφού πλήττουν την ίδια απόφαση (άρθρα 246, 524 και 591 ΚΠολΔ).
Με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης …………/2021 αγωγή του ο ενάγων ναυτικός κάτοικος ….. εξέθετε ότι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία συμμετοχών με έδρα την …. που έχει ήδη απορροφηθεί από την ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία με έδρα τα ….. έχει την κυριότητα του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου Π του οποίου εφοπλίστρια είναι η δεύτερη εναγομένη ναυτική εταιρία που εδρεύει στα …….. Ότι η πρώτη εναγομένη έχει την πλοιοκτησία των υπό ελληνική σημαία επιβατηγών οχηματαγωγών πλοίων “Π”, “Β”, “Ε”, “H”, και τον εφοπλισμό του επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου Α που εκτελεί μεσογειακά δρομολόγια. Ότι σε όλα τα παραπάνω πλοία αυτός ναυτολογήθηκε στον Πειραιά και την τελευταία φορά στη Σούδα Χανίων για να απασχοληθεί ως ναυτόπαις τα αναφερόμενα στην αγωγή από τις 21.12.2018 έως και 3.6.2020 διαστήματα σύμφωνα με τους όρους της εκάστοτε σσνε πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων και ότι ακολούθως στην Πάτρα στις 11.6.2020 ναυτολογήθηκε για να απασχοληθεί με την ίδια ειδικότητα στο υπό κυπριακή σημαία πλοίο Α του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη εναγομένη έχει τον εφοπλισμό σύμφωνα με τους όρους της τελευταίας ισχύουσας σσνε πληρωμάτων των Μεσογειακών – Τουριστικών πλοίων και ότι απασχολήθηκε εργάσθηκε μέχρι τις 16.07.2020, οπότε απολύθηκε στο Λιμάνι της Πάτρας “αμοιβαία συναινέσει”. Ότι κατὰ τα ἑνδικα χρονικὰ διαστήμστα από την 1.1.2019 έως 25.3.2019, από 09.04.2019 μέχρι 09.06.2019 και απὀ 10.06.2019 έως 19.07.2019 το πλοίο “Π» εκτέλεσε τα ειδικότερα αναφερόμενα επιδοτούμενα δρομολόγια, δυνάμει συμβάσεων ανάθεσης άγονης γραμμής, ενώ το χρονικά διάστημα από 26.3.2019 μέχρι 08.04.2019 βρισκόταν σε ακινησία, εκτελώντας εργασίες ετήσιας. επιθεώρησης. Ότι κατά την απασχόλησή του στο πλοίο αυτὸ εργαζόταν κατὰ μέσο ὀρο τουλάχιστον 15 ώρες ημερησίως τις καθημερινές, τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, ενώ όταν αυτὸ βρισκόταν σε ἀκινησία, απασχολείτο επί 10 ώρες. Ότι κατά τα χρονικά διαστήματα υπηρεσίας του στα πλοία “B”,“Ε” και “H” αυτά εκτελούσαν σε καθημερινή βάση το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά, οπότε για την κάλυψη των αναγκών των ανωτέρω πλοίων χρειάστηκε να εργάζεται τουλάχιστον 13 ώρες κατά μέσο όρο τις καθημερινές, τα Σάββατα, τις Κυριακός και τις αργίες. Ότι κατὰ τη διάρκεια απασχόλησής του στο πλοίο “Α” αυτό εκτελούσε δρομολόγια μεταξύ Πάτρας και Βενετίας με ενδιάμεση προσέγγιση στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας και ότι κατά το χρονικό διάστημα απασχόλησής του στο προαναφερθέν πλοίο εργαζόταν τουλάχιστον 12 ώρες κατά μέσο ὀρο απασχολούμενος κάθε φορά με εκτέλεση περιπολιών για την ασφάλεια των πλοίων, με τη συντήρηση και καθαρισμό του εκάστοτε πλοίου, την φορτοεκφόρτωση των οχημάτων και την πρόσδεση και απόδεση των πλοίων. Ότι για την απασχόλησή του στο πλοίο “Π” δικαιούται το ποσό των 6.933,50 ευρώ για την εκτέλεση υπερωριακής εργασίας τα Σάββατα και τις αργίες, το ποσό των 6.197,04 ευρώ, ως υπερωριακή αμοιβή για την εργασία του τις καθημερινές και τις Κυριακές, το ποσό των 2.267,07 ευρώ για διαφορά δώρου Πάσχα 2019, το ποσό των 949,77 ευρώ ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2019 και το ποσό των 344,65 ευρώ για επίδομα άγονης γραμμής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι ακολούθως για την απασχόληση του στο πλοίο “Β” δικαιούται το ποσό των 2.393,82 ευρώ ως υπερωριακή αμοιβή για την εργασία του τα Σάββατα και τις αργίες το ποσό των 3699,40 ευρώ για την υπερωριακή του απασχόληση τις καθημερινές και τις Κυριακές και το ποσό των 1.975,37 ευρώ ως αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2019. Ότι για την υπηρεσία του στο πλοίο “Ε” δικαιούται το ποσό των 761,67 ευρώ ως υπερωριακή αμοιβὴ για την απασχόληση του τα Σάββατα και τις αργίες, το ποσό των 1.186,60 ευρώ για υπερωριακή αμοιβή για την εργασία του τις καθημερινὲς και τις Κυριακές και το ποσό των 626,35 ευρώ ως αναλογία δώρου Πάσχα του έτους 2020. Ότι για την υπηρεσία του στο πλοίο “H” δικαιούται για την εκτέλεση υπερωριακής εργασίας τα Σάββατα και τις αργίες το ποσό των 1.305,72 ευρώ και για την εκτέλεση υπερωριακής εργασίας τις καθημερινές και Κυριακές το ποσό των 1.367,10 ευρώ, το ποσό των 269.846 ευρώ ως αναλογία δώρου Πάσχα 2020 και το ποσὸ των 542,48 ευρώ ως αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2020. Ότι, τέλος για την υπηρεσία του στο πλοίο “Α” δικαιούται το ποσὸ των 383,40 ευρώ ως υπερωριακή αμοιβή τα Σάββατα, το ποσό των 554,32 ευρώ ως υπερωριακή αμοιβή τις καθημερινές και το ποσό των 127,80 ευρώ, ως υπερωριακή αμοιβή για την εργασία των Κυριακών. Ακολούθως αιτήθηκε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν εις ολόκληρον η πρώτη ως κυρία του πλοίου Π και η δεύτερη ως εφοπλίστρια το ποσό των 13.130,54 ευρώ και να υποχρεωθούν αυτές να του καταβάλουν επιπλέον το ποσό των 3.551,49 ευρώ εντόκως από την ημερομηνία απόλυσης, ήτοι από 19.07.2019 άλλως απὀ την επίδοση της αγωγής και επιπλέον να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.187,87 ευρώ ως έχουσα την πλοιοκτησία των πλοίων “Β”, Ε” και “H” και ως έχουσα τον εφοπλισμό του πλοίου “Α”, με τον νόμιμο τόκο απὀ την τελευταία απόλυση απὀ το πλοίο “Α, ήτοι από 16.07.2020 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι έχει υλική και τοπική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της υπόθεσης κατά την ειδική διαδικασία περί περιουσιακών – εργατικών διαφορών, απορρίπτοντας ισχυρισμό περί τοπικής αναρμοδιότητας ως νομικά αβάσιμου. Έκρινε ορισμένη την αγωγή και ότι αυτή έχει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 297, 330, 340, 341, 345, 346, 361, 481,648,652,653,655 ΑΚ, και 70 ΚΠολΔ, ενώ παρέπεμψε σε διατάξεις του παλαιού ΚΙΝΔ και όχι αυτού που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της, στο άρθρο µόνο της Υ.Α. 70109/8008 (Εµπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/7.1.82. «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδοµάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιουµένους ναυτικούς», και στις διατάξεις των σσνε που ίσχυσαν τα επίδικα διαστήματα δηλαδή της ΣΣΝΕ πληρωµάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων έτους 2018 και 2019, που κυρώθηκαν µε την ΥΑ 2242.5-1.5/80350/2018 και ΥΑ 2242.5-1.5/56040/2019 και της ΣΣΝΕ πληρωµάτων Μεσογειακών – Τουριστικών πλοίων έτους 2019, που κυρώθηκε µε την ΥΑ 2242.5-1.10/56166/2019 (ΦΕΚ Β’ 3097/1-8-2019). Στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και αναφορικά με την υπηρεσία του ναυτικού στο πλοίο Π αφενός αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 4.581,53 ευρώ εντόκως από τις 20.7.2019, αφετέρου τις υποχρέωσε να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 992,61 ευρώ εντόκως από την προαναφερόμενη ημερομηνία, και αναφορικά με την υπηρεσία του ενάγοντος στα υπόλοιπα πλοία υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.510,63 ευρώ εντόκως από τις 17.7.2020 πλην του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων που επιδίκασε εντόκως από την 1.1.2021. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης παραπονούνται ήδη αμφότερα τα διάδικα μέρη με τις κρινόμενες εφέσεις τους και τους διαλαμβανόμενους σε αυτές λόγους παραπονούμενα για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και κακή εκτίμηση αποδείξεων, ο μεν ναυτικός διότι κρίθηκε ότι δεν απασχολείτο υπερωριακά τόσο όσο αυτός επικαλείτο με την αγωγή του με αποτέλεσμα να επιδικαστούν και μειωμένες αποδοχές επιδομάτων εορτών, οι δε εναγόμενες διότι απορρίφθηκε η ένσταση τοπικής αναρμοδιότητα σύμφωνα με τη ρητή συμφωνία παρεκτάσεως της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας, κρίθηκε ότι ο ενάγων απασχολείται υπερωριακά ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε με αποτέλεσμα να υπολογιστούν εσφαλμένα και τα επιδόματα εορτών, απορρίφθηκε ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί εξοφλήσεως δια συμψηφισμού δυνάμει ειδικού όρου σε όλες τις ατομικές συμβάσεις ναυτολόγησης και επιδικάστηκε πλήρες επίδομα άγονης γραμμής παρόλο που τα αναφερόμενα στο σχετικό λόγο έφεσης χρονικά διαστήματα το πλοίο δεν εκτελούσε δρομολόγια άγονης γραμμής. Ακολούθως ζητούν ο ναυτικός να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη ώστε γίνει δεκτή συνολικά η αγωγή του και οι εναγόμενες να απορριφθεί συνολικά.
Η κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που προσδιορίζεται από τα άρθρα 22 έως 41 Κ.Πολ.Δ. (νόμιμη δωσιδικία), αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και ο ενάγων βαρύνεται με την επίκληση (άρθρο 216 παρ. 2 εδάφ. β’ Κ.Πολ.Δ.) και την απόδειξη των στοιχείων εκείνων που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα αυτή, την οποία το Δικαστήριο εξετάζει και αυτεπάγγελτα (άρθρο 46 Κ.Πολ.Δ.). Η αυτεπάγγελτη έρευνα της κατά τόπον αρμοδιότητας περιορίζεται όταν ο εναγόμενος παραστεί κατά τη συζήτηση και δεν προτείνει έγκαιρα ένσταση αναρμοδιότητας, καθόσον στην περίπτωση αυτή θεωρείται πως υπάρχει σιωπηρή συμφωνία παρέκτασης της αρμοδιότητας (άρθρο 42 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Όταν ο ισχυρισμός του εναγομένου περί αποκλειστικής αρμοδιότητας άλλου δικαστηρίου θεμελιώνεται σε ρητή συμφωνία των διαδίκων περί παρεκτάσεως, δηλαδή σε περιστατικό διαφορετικό από τα εκτιθέμενα στην αγωγή που θεμελιώνουν τη νόμιμη δωσιδικία του δικαστηρίου, ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται παραδεκτά μόνο κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 263 εδάφ. α’ του Κ.Πολ.Δ. – ΑΠ 703/2005, ΕφΔωδ. 2/2014, ΕφΑθ 3159/2011, ΕφΛαρ 833/2006, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), συνιστά άρνηση της σχετικής διαδικαστικής προϋποθέσεως και το βάρος αποδείξεως της συνδρομής της προϋποθέσεως αυτής φέρει ο ενάγων (βλ. Νίκα, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, β΄ έκδοση, 2016, §20, αριθμ. 2, σελ. 146). Περαιτέρω, η σχετική περί παρεκτάσεως της κατά τόπον αρμοδιότητας συμφωνία δεσμεύει οπωσδήποτε τους απευθείας συμβαλλομένους (Εφ.Θεσ. 1312/2017, Εφ.Θεσ. 334/2009, Εφ.Αθ. 2523/2005, Μιχ. Μαργαρίτη – Αντ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ, 2η έκδοση – 2018, υπ’ άρθρο 42, αριθ. 3, 4, υπ’ άρθρο 43, αριθ. 2) και παραμερίζει όχι μόνο τις συντρέχουσες αλλά και τις αποκλειστικές δωσιδικίες (Εφ.Πειρ. 640/2018), μεταξύ των οποίων και τη δωσιδικία της συνάφειας, έναντι της οποίας έχει προβάδισμα η δωσιδικία λόγω παρεκτάσεως [Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμ.Κ.Πολ.Δ, Ι. 2000, υπ’ άρθρο 42, αριθ. 9 και υπ’ άρθρο 31, αριθ. 7, Μιχ. Μαργαρίτη – Αντ. Μαργαρίτη, ό.α, υπ’ άρθρο 31, αριθ. 3]. Η άνω συμφωνία αποτελεί δικονομική σύμβαση και πρέπει να είναι ρητή όταν πρόκειται για διαφορές για τις οποίες ισχύει αποκλειστική αρμοδιότητα (άρθρο 42 παρ. 1 εδάφ. 2 Κ.Πολ.Δ. – Α.Π. 423/2018, Α.Π. 1542/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), το δικαίωμα δε πρότασής της δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ. (Α.Π. 1288/1994, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 640/2018, ό.α, Εφ.Αθ. 4609/2012, Εφ.Αθ. 4467/2010, Εφ.Αθ. 717/2009, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου με το άρθρο 51 παρ.1 του Ν. 2172/1993 «Τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεων του Ν. 1756.1988 “Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών”, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Δ 207/16.12.1993), προς το σκοπό εκδίκασης από αυτό ιδιωτικών διαφορών, που χαρακτηρίζονται ως ναυτικές, συνεστήθη στο Πρωτοδικείο Πειραιώς όχι οργανικά αυτοτελές [ειδικό] Δικαστήριο, αλλά ειδικό τμήμα (Κ. Μακρίδου, Δικονομία Εργατικών Διαφορών, 2009, σελ. 58, Ν. Νίκας, ο.π., § 4, αρ. 1, σελ. 41, υποσ. 1) στους κόλπους του ήδη υπάρχοντος δικαστικού σχηματισμού. Με τη σύσταση του ο νομοθέτης απέβλεψε στην προοπτική βελτίωσης της απονομής της δικαιοσύνης στο πεδίο των ναυτικών διαφορών, που εμφανίζουν ιδιαίτερες νομικές και τεχνικές δυσχέρειες, αναφυόμενες κατά κανόνα στο πλαίσιο περισσοτέρων της μιας εννόμων τάξεων, μέσω της ταχύτερης και ορθότερης επίλυσης τους αλλά και στη δημιουργία σταθερής νομολογίας κατά την αντιμετώπιση των συναφών νομικών θεμάτων. Νομοθετικός σκοπός δηλαδή ήταν η ανάθεση της εκδικάσεως των υποθέσεων αυτών σε ειδικευμένους Δικαστές, που έχουν αντίληψη των ιδιαιτεροτήτων, που συνδέονται με τις δραστηριότητες του θαλάσσιου εμπορίου και εμπειρία στην αντιμετώπιση των σχετικών ζητημάτων. Ενόψει του ότι για την οριοθέτηση της λειτουργικής αρμοδιότητας του ειδικού Ναυτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο νομοθέτης απέβλεψε στη φύση των υπαγόμενων σ’ αυτήν διαφορών, δηλαδή χρησιμοποίησε κριτήριο αντικειμενικό, γίνεται δεκτό ότι κατ’ ουσίαν καθιέρωσε ειδική υλική αρμοδιότητα του τμήματος αυτού (ΑΠ 1285/2006 ΔΕΕ 2007,978, ΑΠ 338/2003 ΧρΙΔ 2003/537, Δνη 2004/407, ΑΠ 832/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ. 251/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και μάλιστα αποκλειστική (Γ.Ρήγος, σημείωση κάτω από την ΕφΠειρ. 38/1995, σε Δνη 1995/1313 επομ.), μη δυνάμενη να μεταβληθεί με συμφωνία των διαδίκων (Αθ.Πανταζόπουλος, ο.π., σελ. 574), αφού η υπαγωγή των ναυτικών υποθέσεων στο ομώνυμο τμήμα είναι υποχρεωτική (ΤριμΕφΠειρ 413/2015, ΜονΕφΠειρ 442/2014, ΜονΕφΠειρ 228/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ανάγκη επίτευξης ενότητας στη νομολογία επί των ναυτικών διαφορών στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα υπαγόρευσε και τη νομοθετική επέκταση της χωρικής – γεωγραφικής αρμοδιότητας του ειδικού Ναυτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς τις διαφορές αυτές (Α. Αντάπασης, Η ίδρυση ειδικού τμήματος ναυτικών διαφορών στο Πρωτοδικείο και Εφετείο Πειραιά, σε Ενθύμημα Άλκη Αργυριάδη, Τόμος I, 1996, σελ. 45 επομ. [57]). Έτσι, στην § 2 του ως άνω άρθρου 51 του Ν. 2172/1993, το οποίο άρχισε να ισχύει από την 16η.3.1994, κατά την § 9 εδαφ. δ΄ αυτού (ΕφΠειρ 145/2006 ΠειρΝ 2006/359), ορίστηκε ότι για την εκδίκαση των ναυτικών διαφορών η δικαιοδοσία του Πρωτοδικείου Πειραιά εκτείνεται σε ολόκληρο το νομό Αττικής. Επομένως, από της ισχύος της διατάξεως αυτής καταργήθηκε εφεξής η αντίστοιχη υλική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Αθηνών (ΑΠ1602/2012 ΕΝαυτΔ 2013/17), ενώ μεταγενέστερα με το άρθρο ένατο παρ. 17 του Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν. 4334/2015» (ΦΕΚ A 87/23.7.2015), προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην § 2 του ως άνω άρθρου 51, κατά το οποίο «Για τις λοιπές εκτός Αττικής ναυτικές διαφορές, το Πρωτοδικείο Πειραιά έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα». Κατ’ ουσίαν, με τις ρυθμίσεις αυτές, εκτός της υλικής, καθιερώθηκε και τοπική αρμοδιότητα του ειδικού Ναυτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς (ΤριμΕφΠειρ 112/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2768/2004 ΠειρΝ 2006/354, Α. Αντάπασης, ο.α.π., σελ. 64, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 389), στο οποίο δωσιδικούν έκτοτε οι ναυτικές διαφορές, αποκλειστικώς μεν όσον αφορά το νομό Αττικής (ΕφΑθ 9139/2000, αδημ. επικυρωθείσα με την ΑΠ832/2002, ο.π.) και συντρεχόντως όσον αφορά τις λοιπές περιφέρειες της Επικράτειας, ειδικώς, πάντως, σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι η αρμοδιότητα αυτή οριοθετήθηκε με βάση το αντικειμενικό κριτήριο της φύσης των υπαγόμενων διαφορών. Είναι προφανές ότι το λειτουργικώς αρμόδιο Ναυτικό τμήμα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς έχει αποκλειστική εντός της περιφέρειας του νομού Αττικής τοπική αρμοδιότητα, εφόσον καταφαθεί η υλική του αρμοδιότητα και η σχετική κρίση προϋποθέτει την παραδοχή του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς, κατόπιν αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου και ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς των διαδίκων, όπως συμβαίνει με κάθε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, κατ’ άρθρο 73 ΚΠολΔ, με βάση το εισαγωγικό δικόγραφο και το αποδεικτικό υλικό που τίθεται υπόψη του (Ν. Νίκας, ο.π., § 20, αρ. 1,2, σελ. 280). Για να διευκολύνει την κρίση ο νομοθέτης, αφενός, εισάγει μια γενική ρήτρα (§ 3Α του άρθρου 51), στην οποία χαρακτηρίζονται ως ναυτικές οι ιδιωτικές διαφορές, που πηγάζουν από (δηλαδή αιτία έχουν) πράξεις του θαλάσσιου εμπορίου, τη χρησιμοποίηση, λειτουργία ή ναυσιπλοΐα του πλοίου και την παροχή εργασίας σ’ αυτό και, αφετέρου, προβαίνει σε περιπτωσιολογική απαρίθμηση τους συμπεριλαμβάνοντας στις ενδεικτικά και όχι περιοριστικά (ΤριμΕφΠειρ 253/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) αναφερόμενες στην § 3Β του ως άνω άρθρου και Νόμου ναυτικές διαφορές. (ΕφΑθ 71/2020 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, υποστηρίζεται ότι (σχετικά ΕΠ 83/2024 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς), η εκ του άρθρου 51 ν. 2172/1993 λειτουργική αρμοδιότητα του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του Πρωτοδικείου Πειραιώς για ναυτικές διαφορές, αποκλειστική μεν, όσον αφορά το νομό Αττικής και συντρέχουσα, όσον αφορά τις λοιπές περιφέρειες της Επικράτειας, δεν μπορεί να μεταβληθεί με συμφωνία των διαδίκων, με την οποία επιχειρείται να καταργηθεί η, εκ του ανωτέρω ειδικού Νόμου, καθιερωμένη συντρέχουσα αρμοδιότητα των Δικαστηρίων του Πειραιά για τις εκτός Αττικής ναυτικές διαφορές. Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της από ένδικης εφέσεως οι εναγόμενες εταιρείες παραπονούνται διότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό τους («ένσταση κατά τόπο αναρμοδιότητας») σύμφωνα με τον οποίο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν κατά τόπο αναρμόδιο να εκδικάσει την ένδικη αγωγή του ενάγοντος κατ΄ αυτών. Ο λόγος αυτός της ένδικης εφέσεως παραδεκτά προβάλλεται και επ΄ αυτού πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατά την εκδίκαση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι εναγόμενες εταιρείες αρνήθηκαν τη διαδικαστική προϋπόθεση της τοπικής αρμοδιότητας του εν λόγω Δικαστηρίου ισχυρισθείσες ότι στις ένδικες συμβάσεις ναυτολογήσεως του ενάγοντος περιλαμβανόταν συμφωνία κατά την οποία για οποιαδήποτε διαφορά από την εν λόγω σύμβαση, αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο θα είναι το αρμόδιο καθ΄ ύλην δικαστήριο της πόλεως των Χανίων στο οποίο ζήτησαν να παραπεμφθεί η υπόθεση. Τον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων αρνήθηκε ο ενάγων ισχυριζόμενος, ότι ο σχετικός όρος που επικαλέσθηκαν οι εναγόμενες είναι ρήτρα άκυρη ως καταπλεονεκτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη και ότι η σχετική ένσταση προβλήθηκε με μοναδικό σκοπό την παρέλκυση της δίκης. Ότι με τον όρο αυτόν μεταφέρεται το πεδίο δικαστικής διαμάχης σε άγνωστο για αυτόν (τον ενάγοντα και κάτοικο Μεσσηνίας) χώρο και καθίσταται έτσι δυσχερής ο δικαστικός αγώνας και ότι σε κάθε περίπτωση το ειδικό ναυτικό τμήμα των δικαστηρίων του Πειραιώς έχει συντρέχουσα αρμοδιόττηα σχετικά με τις ναυτικής φύσεως υποθέσεις της καθ’ύλην αρμοδιότητα του. Με την εκκαλουμένη απόφαση, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν αρμόδιο κατά τόπο προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ως εκ του τόπου κατάρτισης των ενδίκων ναυτολογήσεων, εφόσον προς θεμελίωση της κατά τόπο αρμοδιότητος του επικαλέσθηκε τις διατάξεις του άρθρου 33 του ΚΠολΔ, απέρριψε δε τον περί αναρμόδιοτητος αρνητικό ισχυρισμό των εναγμένων κρίνοντας ότι η σχετική δικονομική σύμβαση περί αποκλειστικής αρμοδιότητας των Δικαστηρίων των Χανιών είναι άκυρη, ως ανατιθέμενη στα χρηστά ήθη, κατ’ αποδοχή σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος, καθόσον οι εργοδότριες εκμεταλλευόμενες την ανάγκη του ενάγοντος για εργασία, προέβησαν μέσω του συγκεκριμένου όρου, σε υπερβολική δέσμευση της ελευθερίας του να διεκδικήσει μέσω της δικαστικής οδού τις ενδεχόμενες απαιτήσεις του από τις ένδικες συμβάσεις ναυτολόγησης, παραβλέποντας το γεγονός της ευχέρειας που παρέχεται στους επαγγελματίες ναυτικούς κατά την άσκηση των αξιώσεών τους στην περιφέρεια των Δικαστηρίων της πόλης του Πειραιώς, όπου λειτουργούν ειδικά τμήματα. Να σημειωθεί ότι τα εν λόγω Δικαστήρια δεν είναι άσχετα με την ένδικη διαφορά, καθόσον εκεί διατηρεί εγκατάσταση η πρώτη κυρία του πλοίου Π και πλοιοκτήτρια των πλοίων Β, Ε, και H. Επομένως τα συμβαλλόμενα μέρη δεν αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν αποκλειστική την αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Χανιών, αλλά στο να τη διατηρήσουν ως συντρέχουσα λόγω της έδρας της εφοπλίστριας του πλοίο Π δεύτερης εναγομένης στα Χανιά. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ως μη εφαρμοστέα ως καταπλεονεκτική τη ρήτρα περί υπαγωγής της διαφοράς στα δικαστήρια των Χανίων ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία του καθώς το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι σε κάθε περίπτωση με την σχετική ρήτρα τα μέρη ήθελαν να ορίσουν συντρέχουσα και όχι αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Χανίων και μάλιστα σε περίπτωση μελλοντικής μεταβολής της κυριότητας του πλοίου Π του οποίου η δεύτερη εναγομένη εργοδότρια διατηρούσε μόνο τον εφοπλισμό, ενώ η πρώτη εναγομένη δεν έπαψε να διατηρεί γραφείο στον Πειραιά όπου καταρτίζει τις συμβάσεις ναυτολόγησης των πληρωμάτων. Ακολούθως θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος εφέσεως με τον οποίο οι εναγόμενες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν τοπικά αναρμόδιο.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 § 1 του Ν. 3239/1955 η ατομική σύμβαση εργασίας, που καταρτίζεται από πρόσωπο δεσμευόμενο από συλλογική σύμβαση εργασίας, θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους θεσπισθέντες με αυτήν την τελευταία όρους, οι δε αντίθετες ατομικές συμφωνίες είναι άκυρες. Όμως, όροι ατομικής εργασιακής συμβάσεως ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από αυτούς της συλλογικής σύμβασης είναι επικρατέστεροι. Εκ τούτων συνάγεται ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπόμενων από τη συλλογική σύμβαση και περιελήφθη όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις πέραν των νομίμων καταβαλλόμενες, ο όρος είναι ισχυρός. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις αποδοχές που υφίστανται κατά το χρόνο συνάψεως της ατομικής εργασιακής σύμβασης αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες που θα θεσπιστούν μετά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης. Τα ανωτέρω ισχύουν ομοίως και για αξιώσεις από ναυτική εργασία, που θεμελιώνονται σε ειδικές διατάξεις (ΑΠ 516/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 465/2009, ΕΝαυτΔ 2009/276). Μάλιστα, στη ναυτική πρακτική, η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, ονομάζεται «κλειστός μισθός» και είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, Δνη 44/160 = ΔΕΝ 2002/1314, ΜονΕφΠειρ. 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208, ΕφΠειρ 391/2009, ΕΝαυτΔ 2009/283, ΕφΠειρ 429/2008, ΕΝαυτΔ 2008/284, ΕφΠειρ 30/2008, ΕΝαυτΔ 2008/106, Ι. Πιτσιρίκος, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, 2006, § 9, σελ. 69). Η έννοια του «κλειστού» μισθού, που προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, περιλαμβάνει και τη συμφωνία ότι οι υπέρτερες αποδοχές καταλογίζονται στα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΜονΕφΠειρ. 369/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, εάν συμφωνηθεί στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπομένου από την οικεία ΣΣΝΕ μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς πρόβλεψη περί καταλογισμού αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσόν αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες συμβατικές αξιώσεις του ναυτικού. Αντιθέτως, το ως άνω πρόσθετο χρηματικό ποσό («επιμίσθιο») μπορεί να συμψηφιστεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΝΕ αποδοχές στην περίπτωση, αλλά μόνον σ’ αυτήν, κατά την οποία υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση ναυτικής εργασίας περί καταλογισμού του στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή δεν έχει κάτι τέτοιο ειδικώς και ορισμένως συμφωνηθεί, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον εν λόγω συμψηφισμό, γιατί με τον τρόπο αυτό θα περιόριζε μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζομένου (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 213/2016, ΜονΕφΠειρ. 50/2016, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 496/2015, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 322/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 221/2015, Δνη 2016/1405, ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ο.π., ΤριμΕφΠειρ 185/2012, ΕΝαυτΔ 2012/397, ΤριμΕφΠειρ 471/2011, ΕΝαυτΔ 2011/257, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 60, σελ. 326, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 205). Πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που δεν εξειδικεύονται οι αποδοχές που καλύπτει ο «κλειστός» μισθός και υπάρχει κενό στη σύμβαση εργασίας ή γεννιέται αμφιβολία περί της έννοιας των βουλήσεων που δηλώθηκαν, αν δηλαδή περιλαμβάνονται ή όχι σε αυτόν ορισμένες από τις νόμιμες απαιτήσεις του ναυτικού, ανακύπτει θέμα ερμηνείας της σύμβασης, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1214/2010, ΕφΑΔ 2010/1322, ΑΠ 1746/2009, ΝοΒ 58/729, ΑΠ 142/2003, Δνη 44/1305, ΑΠ 737/2001, Δνη 43/723, ΑΠ 1700/1998, ΕΝαυτΔ 1999/465, ΕφΠειρ. 670/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 457/2000, ΔΕΕ 2000/895).
Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που τα διάδικα μέρη επικαλούνται και προσκομίζουν δηλαδή όλα τα έγγραφα, τις από 11.01.2022 και 12.01.2022 ενώπιον του δικηγόρου Πειραιώς ……….. ένορκες βεβαιώσεις των συνταξιούχου ναυτικού και κατοίκου Δραπετσώνας ……… και του συνταξιούχου ναυτικού και κατοίκου Αστακού Αιτωλοακαρνανίας ………. που δόθηκαν προς απόδειξη της αγωγής, και την ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……… με αριθμό ………/12.01.2022 ένορκης βεβαίωσης της κατοίκου Κορυδαλλού αξιωματικού του Εμπορικού ναυτικού ……………, που δόθηκε προς ανταπόδειξη της αγωγής, οι οποίες ελήφθησαν σύμφωνα με τις διατυπώσεις των άρθρων 421επ. του ΚΠολΔ και μετά από προηγούμενη κλήτευση του άλλου διάδικου μέρους σύμφωνα με τις με αριθμό ……/5.1.2022 και …../5.1.2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Κρήτης …….. και τη με αριθμό …../7.1.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών …………, και τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), πλήρως αποδείχθηκαν κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης: Όπως τα διάδικα μέρη συνομολογούν ο ενάγων που είναι απογεγραμμένος Έλληνας ναυτικός κατάρτισε στον Πειραιά στις 21.12.2018 προσύμφωνο ναυτικής εργασίας με εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης που διατηρεί γραφείο στον Πειραιά, κυρίας του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου Π που είναι νηολογημένο στο Ρέθυμνο του οποίου εφοπλίστρια, κατά το διάστημα που εδώ ενδιαφέρει, ήταν η δεύτερη εναγομένη ναυτική εταιρία με έδρα τα Χανιά, δυνάμει του οποίου ναυτολογήθηκε στο παραπάνω πλοίο με την ειδικότητα του ναυτόπαιδος έναντι συμφωνηθέντος “κλειστού” μηνιαίου μισθού ύψους 1.579,59 ευρώ, και απασχολήθηκε στο παραπάνω πλοίο έως τις 05.08.2019, οπότε απολύθηκε λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου, και επαναυτολογήθηκε την ίδια ημέρα στο λιμάνι της Ρόδου στο αυτό πλοίο με την προαναφερόμενη ειδικότητα και απασχολήθηκε μέχρι την 19.07.2019, οπότε απολύθηκε “αμοιβαία συνανέσει”. Τα δρομολόγια του πλοίου αμφισβητούνται από τις εναγόμενες μόνο για την ημέρα Τρίτη του διαστήματος από 1.1.2019 έως 25.3.2019 και από 9.4.2019 έως 9.6.2019 καθώς αυτές ισχυρίζονται ότι αυτό (το πλοίο) διημέρευε στο λιμάνι του Πειραιά από το οποίο αναχωρούσε στις 8μιση το βράδυ χωρίς να προσεγγίσει άλλο λιμάνι κατά το διάστημα της ημέρας και ότι το διάστημα από 10.6.2019 έως 19.7.2019 κάθε Δευτέρα και Παρασκευή προσέγγιζε τα λιμάνια Σαντορίνης Μήλου και Πειραιά χωρίς αυτά να αποτελούν τμήμα μισθωμένου δρομολογίου. Κατά τα λοιπά τα δρομολόγια του πλοίου αυτού περιγράφηκαν στο κεφάλαιο της εκκαλουμένης που δεν αμφισβητείται ως εξής: Κάθε Τρίτη το πλοίο αναχωρούσε από το λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 20.30 μ.μ. και προσὲγγιζε την Τετάρτη τα λιμάνια της Μήλου, της Σαντορίνης, της Ανάφης, της Σητείας, της Κάσου, της Καρπάθου, του Διαφανίου, της Χάλκης και κατέπλεε στη Ρόδο περὶ ώρα 23.35 μ.μ., απ’όπου αναχωρούσε κάθε Πέμπτη περί ώρα 7 το πρωί και πραγματοποιούσε στάσεις στη Χάλκη, στο Διαφάνι, στην Κάρπαθο, στην Κάσο, στη Σητεία και στην Ανάφη, κάθε Παρασκευή έκανε στάσεις στη Σαντορίνη, στη Μήλο και αφικνείτο στον Πειραιά περί ώρα 10.15 πμ, απ’ που αναχωρούσε περί ώρα 18.00 μμ με προορισμό τη Μήλο και τo Σάββατο τη Σαντορίνη, την Ανάφη, το Ηράκλειο και τη Σητεία, την Κυριακή προσέγγιζε τη Ρόδο περὶ ώρα 01.10 π.μ., αναχωρούσε και πάλι με στάσεις στη Χάλκη, το Διαφάνι και την Κάρπαθο και τέλος τη Δευτέρα έφθανε στη Σαντορίνη, στη Μήλο και κατάπλου στον Πειραιά περί ώρα 10.05 π.μ. Κατά το χρονικό διάστημα από 10.06.2019 μέχρι 19.07.2019 το πλοίο εκτελούσε τα εξής δρομολόγια: Κάθε Δευτέρα αναχωρούσε από τov Πειραιά περί ώρα 18.00 μμ. και προσέγγιζε κάθε Τρίτη τα λιμάνια της Σαντορίνης, της Ανάφης, της Κάσου, της Καρπάθου, του Διαφανίου, της Χάλκης, της Ρόδου, και της Χάλκης, κάθε Τετάρτη έκανε στάσεις στο Διαφάνι, στην Κάρπαθο, στην Κάσο, στη Σητεία, στο Ηράκλειο και επιστροφή στη Σητεία, την Κάσο, την Κάρπαθο και το Διαφάνι, κάθε Πέμπτη προσέγγιζε τα νησιά της Χάλκης, της Ρόδου, της Χάλκης, του Διαφανίου, της Καρπάθου, της Κάσου, της Ανάφης και της Σαντορίνης, στην οποία αφικνείτο περὶ ώρα 23.30 μ.μ. και αναχωρούσε εκ νέου την Παρασκευή περί ώρα 00.10 π.μ. και στη συνέχεια κατέπλεε στον Πειραιά περὶ ώρα 08.14 π.μ, αναχωρούσε εκ νέου περί ώρα 18.00 μ.μ., προσέγγιζε το λιμάνι της Μήλου περί ώρα 25.10 μ.μ. απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 23.30 μ.μ. και το Σάββατο έκανε στάσεις στη Σαντορίνη, στην Ανάφη, στο Ηράκλειο, στη Σητεία, στην Κάσο, στην Κάρπαθο, στο Διαφάνι και στη Χάλκη με κατάπλου στις 23.20 μ.μ. και απόπλου στις 23.50 μ.μ. Τέλος, κάθε Κυριακή πραγματοποιούσε στάσεις στα λιμάνια της Ρόδου, της Χάλκης, του Διαφανίου, της Καρπάθου, της Κάσου, της Σητείας, του Ηρακλείου και της Ανάφης με άφιξη στις 23.40 μ.μ. και αναχώρηση 23.59 μμ. Ο ενάγων ήταν ο πιο χαμηλόβαθμος από το προσωπικό καταστρώματος που αποτελείτο από 1 ναύκληρος, 2 – 3 υποναύκληρους, 10 – 12 ναύτες και 3 ναυτόπαδες με αποτέλεσμα να απασχολείται 12 ώρες περίπου από τις 8 το πρωί μέχρι τις 8 το βράδυ με εργασίες κατάπλου και απόπλου, παραλαβή ασυνόδευτων δεμάτων, ασφάλιση και έχμαση των οχημάτων και ακόμη και με εργασίες καθαριότητας των εξωτερικών χώρων του πλοίου δηλαδή των καταστρωμάτων, διαδρόμων και κλιμάκων του πλοίου ενώ τακτικά προέβαινε και σε εργασίες συντήρησης (βαψίματα, ματσακονίσματα). Λόγω των πολλαπλών λιμανιών κατάπλου του πλοίου η απασχόληση του διαρκούσε επιπλέον ένα δίωρο και συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι το χρονικό διάστημα απασχόλησης του στο συγκεκριμένο πλοίο η μέση ημερήσια απασχόληση του ανερχόταν στις 14 ώρες ημερησίως και ότι για το διάστημα από 1.1.2019 έως 25.3.2019 και από 9.4.2019 έως 19.7.2019 για τις 6 ώρες τις 105 καθημερινές και 21 Κυριακές χ 6,84 την ώρα έπρεπε να λάβει το ποσό των 5.171,04 ευρώ. Επιπλέον ορθά έκρινε ότι για 14 ώρες απασχόλησης τα 22 Σάββατα και τις 8 αργίες, δηλαδή για 420 ώρες χ 8,21 ευρώ έπρεπε να λάβει το ποσό των 3.448,20 ευρώ. Αβασίμως παραπονείται ο ναυτικός ισχυριζόμενος ότι η ημερήσια απασχόληση του ανερχόταν σε 15 ώρες ημερησίως καθώς ο ενόρκως βεβαιώσας …………. συνταξιούχος ναυτικός και κάτοικος ……… δεν προσδιορίζει επακριβώς το ωράριο του ενάγοντος. Επιπλέον η περικοπή της ένορκης βεβαίωσης του σχετικά με 10ωρη απασχόληση το διάστημα που διενεργούνταν επισκευές στο πλοίο έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής. Σημειωτέον ότι και η …………., που εξετάστηκε για λογαριασμό των εναγομένων, ενώ καταθέτει για 9ωρο διακεκομμένο ωράριο εργασίας (6 το πρωί με 12 το μεσημέρι και 6 το απόγευμα με 9 το βράδυ) περιγράφει πολύ αόριστα τις συνθήκες εργασίας του πληρώματος του καταστρώματος αναφέροντας ότι οι πληρωμένες οργανικές θέσεις είχαν ως αποτέλεσμα να μην εργάζονταν εξαντλητικά οι ναυτικοί. Εξάλλου, πέραν του ότι η προαναφερόμενη ενόρκως βεβαιώσασα συνυπηρέτησε μόνο 10 ημέρες με τον ενάγοντα, αυτή με την ένορκη βεβαίωση της προβαίνει σε ιδιαίτερα απλοϊκές κρίσεις όπως το ότι “δεν είχε ακούσει κάποιο παράπονο από τον ενάγοντα όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας του και τις απολαβές του” και ότι συνεπώς εξ αυτού του λόγου συμπεραίνει αυτό ότι αυτός δεν εργαζόταν υπερωριακά. Όμως το συμπέρασμα της αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, αφού το ευάλωτο μέρος στη σύμβαση εργασίας που είναι αναμφισβήτητα ο εργαζόμενος δεν χρειάζεται να περιφέρεται στο πλοίο και να διαδίδει ότι είναι καταπονημένος και δυσαρεστημένος με τις συνθήκες εργασίας του και ιδίως με το ωράριο του προκειμένου να θεωρηθεί βάσιμο το τυχόν παράπονο του, διότι ακριβώς λόγω του ότι εργάζεται πέραν του ωραρίου του δεν προλαβαίνει, ούτε έχει τη διάθεση να διαμαρτυρηθεί. Τέλος αυτή αναφέρεται στην πανδημία του covid 19 παρόλο που το διάστημα απασχόλησης του ενάγοντος το 2018 δεν υφίστατο πανδημία. Επομένως εφόσον με τη συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων ανερχόταν για το έτος 2019 στο ποσό των 3.060,57 ευρώ αποτελούμενος από ενεργείας (άρθρο 1) ποσού 946,93 ευρώ, αντίτιμο τροφής (άρθρο 3) ποσού 587.70Ε (= 19,59 χ 30 ημέρες), επίδομα Κυριακής (άρθρο 6) ποσού 208,32 ευρώ, επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 8) ποσού 35,926, αποδοχές αδείας (άρθρο 19) ποσού 396,10 ευρώ (= 946,93 ευρώ + 208,32 ευρώ + 587,70 ευρώ : 22 χ 5) + και με μέσο όρο υπερωριών κατά τα προαναφερόμενα σε 235,04 ευρώ [= 126 ημέρες (= 105 εργάσιμες Κυριακές) x 6 ώρες κ 6,84 ευρώ/22) + μέσο όρο υπερωριὼν Σαββάτου, ποσού 407,69 (= 52 Σάββατα : 12 μήνες = 4,33 ώρες χ 14 ώρες x 8,21 ευρώ) και μέσο όρο αμοιβής αργιών (άρθρο 18) ποσού 152,87 ευρώ δηλαδή 16 αργίες/12 μήνες = 1,33 ώρες x 14 ώρες χ 8,21 ευρώ) ορθώς του επιδικάστηκε ως διαφορά επιδόματος εορτών Πάσχα 2019, οπότε εργάστηκε κατά το χρονικό διάστημα απὀ 01.01.2019 έως 30.04.2019, το ποσό των 784,16 ευρώ, δεδομένου ότι δικαιούτο το ποσό 1.530,15 ευρώ {= 3.060,57 ευρώ /2 = 1.530,28 ευρώ x 1 /15 = 102,01 ευρώ χ 15 8ήμερα και όπως αποδεικνυόταν από τις αποδείξεις μισθοδοσίας του έλαβε το ποσό των 745,99 ευρώ και επίσης ορθώς του επιδικάστηκε ως διαφορά επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2019, για το διάστημα απασχόληση του από 01.05.2018 έως 19.7.2019 το ποσό των 142,99 ευρώ, δεδομένου ότι αυτό δικαιούτο το ποσό των 643,92 ευρώ (3060,57 ευρώ χ 2 /25 = 244,84 ευρώ χ 2,63, 19ήμερα) και είχε λάβει σύμφωνα με τις αποδείξεις μισθοδοσία του το ποσό των 500,93 ευρώ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 της ως άνω εφαρμοζόμενης ΣΣΝΕ, που τιτλοφορείται «Επίδομα γραμμών Δημόσιας υπηρεσίας (αγόνων)» ορίζεται ότι: «σε ολόκληρο το πλήρωμα περιλαμβανομένου του πλοιάρχου και του Α’ Μηχανικού, που εργάζεται σε πλοία που δραστηριοποιούνται στις γραμμές για τις οποίες έχει συναφθεί Σύμβαση Δημόσιας Υπηρεσίας (αγόνων), χορηγείται ειδικό επίδομα εκ ποσοστού 7% επί του μισθού ενεργείας της παρ.1 του άρθρου 1 για απασχόληση στις γραμμές αυτές επί 7 ημέρες. Για απασχόληση επί ολιγότερες ημέρες καταβάλλεται αναλογία των 7/7». Από τη γραμματική διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης συνάγεται ότι το εν λόγω επίδομα δεν υπολογίζεται ανά μήνα, αλλά ανά εβδομάδα, διότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στον κατά τον τρόπο αυτό προσδιορισμό του ανωτάτου ύψους του εν λόγω επιδόματος και όχι στον υπολογισμό αυτού ανά μήνα, καθ’ όσον η ίδια η διάταξη θέτει, ρητά, ως χρονική μονάδα υπολογισμού το 7ήμερο και όχι το μήνα (ΕφΠειρ 200/2016, ΕφΠειρ 260/2016 και ΕφΠειρ 773/2014 δημ. νόμος). Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι εκκαλούσες κυρία και εφοπλίστρια του προαναφερόμενου πλοίου παραπονούνται για το γεγονός ότι επιδικάστηκε ολόκληρο το επίδομα άγονης γραμμής παρόλο που το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 έως 25.3.2019 και από 9.4.2019 έως 9.6.2019 το πλοίο διημέρευε στο λιμάνι του Πειραιά και ότι το διάστημα από 10.6.2019 έως 19.7.2019 το πλοίο κάθε Δευτέρα και Παρασκευή προσέγγιζε τους λιμένες Σαντορίνης, Μήλου και Πειραιώς οι οποίοι δεν αποτελούσαν τμήμα μισθωμένου δρομολογίου. Το πρώτο σκέλος του λόγου εφέσεως είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο καθώς οι εκκαλούσες δεν προσκομίζουν τις σχετικές σελίδες του ημερολογίου του πλοίου προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι το σχετικό 4 που αποτελείται από σελίδες του ημερολογίου αναφέρεται ότι στις 25.3.2019 στις 23.47 το βράδυ της Δευτέρας το πλοίο ξεκίνησε για το λιμάνι της Μήλου και συνεπώς αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούσες ότι κάθε Τρίτη δεν εκτελείτο δρομολόγιο. Το δεύτερο σκέλος του λόγου εφέσεως είναι απορριπτέο ως δικονομικά απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του διότι εφόσον οι εναγόμενες καταφάσκουν ότι τελέστηκαν πλόες προς τα λιμάνια που αναφέρουν δεν γίνεται κατανοητό γιατί δεν οφείλουν το επίδομα άγονης γραμμής ως ειθισμένο μισθό στους ναυτικούς. Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε ως υπόλοιπο επιδόματος άγονης γραμμής το ποσό των 65,46 ευρώ καθώς ο ενάγων έπρεπε να λάβει το ποσό των 331,40 (66,28 = 946,93 χ 7%) για τα 5 30ήμερα απασχόλησης του και είχε λάβει 265,94 ευρώ σύμφωνα με τις καταστάσεις μισθοδοσίας τους. Ακολούθως ο σχετικός τέταρτος λόγος εφέσεως των εναγομένων είναι απορριπτέος στο σύνολο του.
Περαιτέρω από το προηγούμενο αποδεικτικό υλικό και αναφορικά με το διάστημα ναυτολόγησης του ενάγοντος στα πλοία πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης Β το διάστημα από 25.8.2019 έως 29.11.2019 και από 29.11.2019 έως 30.12.2019, στο ‘Ε το διάστημα από 30.12.2019 έως 4.3.2020 και από 5.3.2020 έως 13.4.2020, και H το διάστημα 14.4.2020 έως 3.6.2020 αποδείχθηκε ότι η ημερήσια απασχόληση του ενάγοντος δεν υπερέβαινε τις 12 ώρες όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο εφέσεως του. Στην κρίση αυτή καταλήγει το παρόν δικαστήριο εκτιμώντας την ένορκη βεβαίωση του κατοίκου ….. Αιτωλοακαρνανίας συνταξιούχου ναυτικού …………… σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και ιδίως το γεγονός ότι τα παραπάνω πλοία εκτελούσαν μονολίμανο δρομολόγιο δηλαδή εκτελούσαν καθημερινά τα δρομολόγιο Πειραιάς Χανιά με καθημερινή αναχώρηση περί ώρα 21.00 μ.μ. και άφιξη στο λιμάνι της Σούδας στις 6 το πρωί. Ο ενάγων κατά την απασχόληση του με την ειδικότητα του ναυτόπαιδος εκτελούσε δύο υποχρεωτικές τετράωρες βάρδιες από τις 00.00 έως 04.00 π.μ. και από 12.00 έως 16.00 μμ. ἡ από 04.00 π.μ. μέχρι 08.00 π.μ. και απὀ 16.00 μμ. έως 20.00 μμ. ή από 08.00 πμ μέχρι 12.00 και από 20.00 μμ. έως 24.00, οι οποίες μπορεί να επεκτείνονταν κατά δύο ώρες είτε κατά την έναρξη είτε κατά τη λήξη τους. Τα καθήκοντά του συνίσταντο σε εργασίες καθορισμού και συντήρησης (βάψιμο, πλύσιμο, σκούπισμα), εργασίες απόπλου και κατάπλου (δέσιμο, λύσιμο κάβων) και φορτοεκφόρτωσης οχημάτων. Το γεγονός ότι ο προαναφερόμενος ενόρκως βεβαιώσας έχει ασκήσει αγωγή αναφορικά με μισθολογικές του αξιώσεις δεν τον καθιστά εξ αυτού του λόγου αναξιόπιστο μάρτυρα αλλά αντίθετα καταδεικνύει ότι οι απασχολούμενοι στα πλοία εφοπλισμού της πρώτης εναγομένης διατηρούν παράπονα από την απασχόληση στα πλοία εφοπλισμού της. Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιούτο το ποσό των 2.959,52 ευρώ (636 ώρες (87 καθημερινές και 19 Κυριακές χ 4 ώρες) χ 6,98 ευρώ και για την απασχόληση του τα Σάββατα και τις αργίες το ποσό των 2.209,68 ευρώ για 264 ώρες (17 Σάββατα και 5 αργίες χ 12 ώρες) χ 8,37 ευρώ. Επιπλέον με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του σύμφωνα με τη σσνε πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων για το έτος 2019 ανερχόταν στο ποσό των 2.921,40 ευρώ, αποτελούμενος από μισθό ενεργείας (άρθρο 1) ποσού 965,87 ευρώ, αντίτιμο τροφής (άρθρο 3) ποσού 599,40 (= 19.986 x 30 ημέρες), επίδομα Κυριακής (άρθρο 6) ποσού 212,49 ευρώ, επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 8) ποσού 36,64 ευρώ, αποδοχές αδείας (άρθρο 16 ποσού 404,00 (= 965,87 + 599,40 + 212,40 ευρώ /22 x 5), μέσο όρο υπερωριών, ποσού 134,52 ευρώ [= 106ημέρες (= 87 εργάσιμες και 18 Κυριακές) x 4 ώρες X 6,98 ευρώ : 22), μέσο όρο υπερωριών Σαββάτου 434,90 ευρώ (52 Σάββατα : 12 μήνες= 4,33 ώρες χ 12 ώρες χ 8,37 ευρώ) και μέσο όρο αμοιβής αργιών (άρθρο 18) ποσού 133,58 ευρώ (16 αργίες: 12= 1,33 ώρες χ 8,37 ευρώ), για την απασχόληση του από 25.8.2019 έως 30.12.2019 ορθά επιδίκασε ως διαφορά επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2019 το ποσό των 767,57 ευρώ καθώς αυτός δικαιούτο το ποσό των 1.572,86 ευρώ (2.921,40 ευρώ χ 2 : 25 = 233,71 χ 6,73 19ήμερα) και είχε λάβει σύμφωνα με τις αποδείξεις μισθοδοσίας του το ποσό των 805,29 ευρώ. Για τη 12ώρη ημερήσια απασχόληση του στο πλοίο Ε από 4.3.2020 έως 13.4.2020 ο ενάγων ορθά κρίθηκε ότι δικαιούτο το ποσό των 949,28 ευρώ (136 ώρες (28 καθημερινές και 6 Κυριακές χ 4 ώρες) χ 6,98 ευρώ και για την απασχόληση του τα 6 Σάββατα και τη μια αργία του παραπάνω διαστήματος χ 12 ώρες χ 8,37 ευρώ το ποσό των 703,08 ευρώ. Τέλος με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του σύμφωνα με τη σσνε πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων για το έτος 2019 ανερχόταν στο ποσό των 2.830,02 ευρώ, αποτελούμενος από μισθό ενεργείας (άρθρο 1) ποσού 965,87 ευρώ, αντίτιμο τροφής (άρθρο 3) ποσού 599,40 (= 19.986 x 30 ημέρες), επίδομα Κυριακής (άρθρο 6) ποσού 212,49 ευρώ, επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 8) ποσού 36,64 ευρώ, αποδοχές αδείας (άρθρο 16 ποσού 404,00 (= 965,87 + 599,40 + 212,40 ευρώ /22 x 5), μέσο όρο υπερωριών, ποσού 43,14 ευρώ [= 34 ημέρες (= 28 εργάσιμες και 6 Κυριακές) x 4 ώρες X 6,98 ευρώ : 22), μέσο όρο υπερωριών Σαββάτου 434,90 ευρώ (52 Σάββατα : 12 μήνες= 4,33 ώρες χ 12 ώρες χ 8,37 ευρώ) και μέσο όρο αμοιβής αργιών (άρθρο 18) ποσού 133,58 ευρώ (16 αργίες: 12= 1,33 ώρες χ 8,37 ευρώ), ορθά κρίθηκε ότι έπρεπε να λάβει ως διαφορά επιδόματος εορτών Πάσχα 2020 το ποσό των 223,47 ευρώ, διότι έπρεπε να λάβει το ποσό των 483,44 ευρώ (2.830,02 ευρώ : 2 = 1.415,01 ευρώ χ 1/15= 94,33 χ 5,125 8ήμερα) και έλαβε το ποσό των 259,97 ευρώ. Για τη δωδεκάωρη ημερήσια απασχόληση του στο πλοίο Η, κατά τη χρονική περίοδο από 14.04.2020 μέχρι 03.08.2020, ορθά κρίθηκε ότι έπρεπε να λάβει αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση τις 32 καθημερινές και 7 Κυριακές χ 4 δηλαδή για 156 ώρες με ωρομίσθιο ύψους 6,98 ευρώ το ποσό των 1.088,88 ευρώ. Ομοίως ορθά κρίθηκε ότι για 7 Σάββατα και 5 αργίες χ 12 ώρες δηλαδή για 144 ώρες με ωρομίσθιο ύψους 8,37 ευρώ έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.205,28 ευρώ. Επιπλέον με δεδομένο ότι ο νόμιμος μισθός του σύμφωνα με τη σσνε πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων για το έτος 2019 ανερχόταν στο ποσό των 2.836,37 ευρώ, αποτελούμενος από μισθό ενεργείας (άρθρο 1) ποσού 965,87 ευρώ, αντίτιμο τροφής (άρθρο 3) ποσού 599,40 (= 19.986 x 30 ημέρες), επίδομα Κυριακής (άρθρο 6) ποσού 212,49 ευρώ, επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 8) ποσού 36,64 ευρώ, αποδοχές αδείας (άρθρο 16 ποσού 404,00 (= 965,87 + 599,40 + 212,40 ευρώ /22 x 5), μέσο όρο υπερωριών, ποσού 49,49 ευρώ [= 39 ημέρες (= 32 εργάσιμες και 7 Κυριακές) x 4 ώρες X 6,98 ευρώ : 22), μέσο όρο υπερωριών Σαββάτου 434,90 ευρώ (52 Σάββατα : 12 μήνες= 4,33 ώρες χ 12 ώρες χ 8,37 ευρώ) και μέσο όρο αμοιβής αργιών (άρθρο 18) ποσού 133,58 ευρώ (16 αργίες: 12= 1,33 ώρες χ 8,37 ευρώ), ορθά κρίθηκε ότι ως επίδομα εορτών Πάσχα 2020 για το διάστημα απασχόλησης του από 14.4.2020 έως 30.4.2020 του οφείλεται το ποσό των 93,08 ευρώ διότι δικαιούτο 200,89 ευρώ (2.836,37 ευρώ : 2 = 1.418,18 ευρώ χ 1/15 = 94,54 ευρώ χ 2,125 8ήμερα) και σύμφωνα με τις καταστάσεις μισθοδοσίας έλαβε το ποσό των 1077,81 ευρώ, και ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2020 για το διάστημα απασχόλησης από 1.5.2020 έως 3.6.2020 πρέπει να λάβει το ποσό των 194,62 ευρώ, διότι δικαιούτο το ποσό των 403,88 ευρώ (2.836,37 ευρώ χ 2/25 =226,90 χ 1,78 19 ήμερα) και εισέπραξε το ποσό των 209,26 ευρώ. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι έφεσης αμφοτέρων των διαδίκων μερών που πλήττουν την ορθότητα των συγκεκριμένων κεφαλαίων της εκκαλουμένης (πρώτος και τρίτος του ναυτικού και πρώτο σκέλος δεύτερου και τρίτου λόγου των εναγομένων) και κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από το άρθρο 13 της σχετικής σσνε πληρωμάτων μεσογειακών τουριστικών πλοίων (ΥΑ 224//2019 (ΥΑ 2242.5-1.10/56166 ΦΕΚ Β 3097 2019): Κύρωση Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων 2019) που καθορίζει τις ώρες εργασίας των ναυτικών προκύπτουν τα ακόλουθα:” 1. Οι ώρες εργασίας για όλους εν γένει τους ναυτικούς παντός βαθμού και ειδικότητας τους εργαζομένους επί των Μεσογειακών και Τουριστικών Πλοίων εν πλω και στα λιμάνια καθορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως ήτοι σε οκτώ (8) ώρες καθ’ εκάστη από Δευτέρας μέχρι και Παρασκευής, της πέραν των ωρών τούτων εργασίας των μελών του πληρώματος εν γένει, ως και της εργασίας του Σαββάτου, αμειβομένης υπερωριακώς. 2. Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης όπως οι εργασίες εν πλω συνεχίζονται καθ’ όλας τας ημέρας της εβδομάδος, οι άνδρες των φυλακών υποχρεούνται να εκτελούν εν πλω την υπηρεσία των φυλακών κατά Σάββατο, και Κυριακή επί 8ωρον, αμειβόμενοι υπερωριακώς για το Σάββατο, της εργασίας της Κυριακής, και μέχρι οκτώ (8) ωρών καλυπτόμενης δια του εξ 22% ειδικού επιδόματος Κυριακών.” Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 περί ημερών αργίας εν πλω και στο λιμάνι ” 1. Ως ημέρες αργίας εν πλω και στο λιμάνι ορίζονται: α. H 1η του Έτους. β. Η εορτή των Θεοφανείων. γ. Η Καθαρή Δευτέρα. δ. Η 25η Μαρτίου. ε. Η Μεγάλη Παρασκευή. στ. Η Δευτέρα του Πάσχα. ζ. Η ημέρα του Αγίου Γεωργίου. η. Η 1η Μαΐου. θ. Η ημέρα της Αναλήψεως. ι. Η 15 Αυγούστου. ια. Η 14η Σεπτεμβρίου. ιβ. Η 28η Οκτωβρίου. ιγ. Η ημέρα του Αγίου Νικολάου. ιδ. Η ημέρα των Χριστουγέννων. ιε. Η Δευτέρα ημέρα των Χριστουγέννων. ιστ. Οι εις τους Ελληνικούς λιμένας αναγνωρισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές εφ` όσον το πλοίον ναυλοχεί εις τίνα τούτων. 2. Κατά τας άνω ημέρας οι ναυτικοί απαλλάσσονται πάσης εργασίας. Τυχόν απασχόληση τούτων εν πλω και στο λιμάνι λόγω αναγκών του πλοίου είναι υποχρεωτική και αμείβεται υπερωριακώς (άρθρον 20). 3. Η εργασία στο λιμάνι κατά τας Κυριακάς εις τους απασχολουμένους εις εργασίας ημέρας (DAYMEN) διέπεται από τις ανωτέρω αναφερόμενες περί εργασίας διατάξεις και αμείβεται υπερωριακώς (άρθρον 20). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 20 περί προσθέτων εργασιών και προσθέτων αμοιβών και υπερωριών “1. Εάν ο ναυτικός διαταχθεί να εκτελέσει πρόσθετη εργασία, πέραν δηλαδή των κεκανονισμένων ωρών, είναι υποχρεωμένος να την εκτελέσει, δεν δύναται όμως η πρόσθετος αυτή εργασία να υπερβαίνει τις τέσσαρες ώρες εντός του 24ώρου. 2. Για την πρόσθετη αυτή εργασία ο εκτελέσας αυτήν ναυτικός δικαιούται σε πρόσθετη αμοιβή (υπερωρία) η οποία υπολογίζεται ως εξής: Tο ποσόν του μισθού ενεργείας του άρθρου 2 παρ. 1 διαιρείται δια των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχολήσεως, τούτων εξευρισκομένων δια της διαιρέσεως των εβδομάδων του έτους δια δώδεκα μηνών και του πολλαπλασιασμού του εκ της διαιρέσεως ταύτης προκύπτοντος πηλίκου (4,33) επί τας ώρας της εκάστοτε ισχυούσης εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχολήσεως. Βάσει του ανωτέρω υπολογισμού οι ώρες μηνιαίας υποχρεωτικής απασχολήσεως ανέρχονται εις (173). 3. Για κάθε πρόσθετη εργασία πέραν δηλαδή των κεκανονισμένων ωρών, η υπερωριακή αμοιβή των ναυτικών που προκύπτει από την εφαρμογή της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25%. 3α. Για την πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση του πληρώματος κατά τα Σάββατα, και τις αργίες, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρο 9 της παρούσης, καταβάλλεται υπερωριακή αμοιβή ίση με το 1/173 του μισθού ενεργείας του άρθρου 2 παρ. 1, προσαυξημένου κατά ποσοστό 50%, για όλες τις ώρες της υπερωριακής απασχόλησης κατά τα Σάββατα και τις αργίες.” Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 21 περί προσθέτων εργασιών και καθορισμού της αμοιβής αυτών “1. Εις τους απασχολουμένους εις πρόσθετον εργασίαν (υπερωρία) ναυτικούς καταβάλλεται πρόσθετη αμοιβή όπως αυτή ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο. 2. Πρόσθετοι εργασίαι αμειβόμεναι κατά την προηγουμένη παράγραφο θεωρούνται: α. H κατά τας Κυριακάς, εν πλω και εν λιμένι, απασχόληση του προσωπικού Καταστρώματος και Μηχανολεβητοστασίου, πλέον της 8ωρου καθαρώς φυλακής του (άρθρο 13 παρ. 2). β. Αι κατά Σάββατο εν πλω και εν λιμένι, πέραν της υποχρεωτικής φυλακής, ώρες απασχόλησης (άρθρο 13 παρ. 1). γ. Η εν πλω πέραν της υποχρεωτικής απασχόλησης, παρεχομένη εργασία υπό των εκτός φυλακής ανδρών (DAYMEN) καταστρώματος και μηχανολεβητοστασίου (άρθρο 14ον παρ. 2 και άρθρο 15 παρ. 2). δ. Η εν λιμένι, κατά τας Κυριακάς και ημέρας αργίας απασχόλησης εις εργασίας ημέρας (DAYMEN) (άρθρο 10 παρ. 3). ε. Η εν λιμένι κατά Σαββάτο απασχόλησης των ναυτικών. στ. Η εν λιμένι κατά τας Κυριακάς και αργίας απασχόλησης του πληρώματος εις εργασίας μη απαιτουμένας εκ των αναγκών του πλοίου η μη έχουσας σχέσιν με την επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών (άρθρο 10 παρ. 2 και άρθρο 13 παρ. 6). ζ. Η εν λιμένι κατά τας Κυριακάς απασχόλησης του προσωπικού καταστρώματος και μηχανολεβητοστασίου εις εργασίας συντηρήσεως και καθαρισμού του πλοίου (άρθρο 13 παρ. 6). η. Η εν λιμένι διατήρηση των φυλακών ουχί διά λόγους ασφαλείας του πλοίου. Για την πρόσθετη αυτή εργασία καταβάλλεται εις έκαστο άνδρα πρόσθετη αμοιβή για (3) ώρας από Δευτέρας μέχρι και Κυριακής (άρθρο 16 παρ. 2). θ. Η εν λιμένι, μετά την διάλυση των φυλακών, διατήρηση φυλακών ειδικώς δια το προσωπικό καταστρώματος και μηχανολεβητοστασίου (ναύτες για την φύλαξη του πλοίου και θερμαστές μόνον εντός του λεβητοστασίου αποκλειόμενης της απασχόλησης τούτων στο Μηχανοστάσιο ή άλλο Τμήμα). Για την πρόσθετη αυτή εργασία καταβάλλεται εις τους απασχολουμένους στην ειδική αυτή φυλακή πρόσθετη αμοιβή κατ’ άνδρα και κατά φυλακή (2) δύο ωρών από Δευτέρας μέχρι και της Παρασκευής, πέντε (5) ωρών κατά Σάββατο και οκτώ (8) ώρας κατά Κυριακή (άρθρο 16 παρ. 5). ι. Η κατόπιν διαταγής εκτέλεση εργασίας της ειδικότητας των εκ μέρους των εν λιμένι επί του πλοίου παραμενόντων δια το πέραν των εργασίμων ωρών του τρέχοντος εικοσιτετραώρου χρονικό διάστημα (άρθρο 16 παρ. 6). ια. Η πέραν του 8ωρου εργασία (υπολογιζόμενου δια της αθροίσεως των ωρών φυλακής εν πλω και εργασίας εν λιμένι) των ανδρών Καταστρώματος και Μηχανολεβητοστασίου κατά τας ημέρας κατάπλου και απόπλου. ιβ. Η πέραν του 8ώρου κατά 24ωρον εν πλω απασχόληση των ανδρών φυλακών δια την νυκτερινή ασφάλειαν του πλοίου. ιγ. Η επί τετράωρο πέραν του 8ώρου ανά 24ωρον απασχόληση του νυκτοφύλακος εν λιμένι. Για την απασχόληση αυτή καταβάλλεται αμοιβή (4) ωρών από Δευτέρας μέχρι και Παρασκευής και (12) ωρών κατά Σάββατο και Κυριακή. Ομοίως δια πάσα εργασία εκτελούμενη εντός του προηγηθέντος ή επακολουθήσαντος 24ωρου.”
Περαιτέρω από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι δυνάμει της από 11.06.2020 σύμβασης ναυτολόγησης, που συνήφθη στην Πάτρα, μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης αυτός προσλήφθηκε, για να εργαστεί με την ειδικότητα του ναυτόπαιδος στο υπό κυπριακή σημαία επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο A εφοπλισμού της πρώτης εναγομένης με τους όρους της συλλογικής σύμβασης ναυτικής εργασίας πληρωμάτων Μεσογειακών και Τουριστικών επιβατηγών πλοίων του έτους 2019. Σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του συνταξιούχου ναυτικού και κατοίκου Δραπετσώνας ………………, του οποίου η ένορκη βεβαίωση εκτιμάται με βάση το βαθμό αξιοπιστίας του και σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας κυρίως διότι έχει ως πηγή γνώσης τον ίδιο τον ενάγοντα η απασχόληση του ενάγοντος που ήταν το χαμηλόβαθμο μέλος του καταστρώματος ανερχόταν στις 12 ώρες ημερησίως καθώς από τις συνθήκες εργασίας του στο πλοίο που εκτελούσε δρομολόγια από Πάτρα προς Ιταλία μέσω Ηγουμενίτσας εκτελούσε βάρδιες, απασχολείτο με τη φόρτωση και την εκφόρτωση των οχημάτων στα λιμάνια Πάτρας, Ηγουμενίτσας, Ανκόνας και Βενετίας στο λύσιμο και δέσιμο των κάβων αλλά και με το καθάρισμα του χώρου του γκαράζ και των εξωτερικών χώρων του πλοίου. Η πρώτη εναγομένη εφοπλίστρια δεν προσκομίζει αποδεικτικό μέσο προς ανταπόδειξης του ισχυρισμού περί υπερωριακής απασχόλησης κατά το μέρος που αυτός έγινε δεκτός κατ’ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πλην όμως ισχυρίζεται ότι ήταν νομικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα περί καταβολής υπερωριακής αμοιβής για την απασχόληση τις Κυριακές με ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, και ότι η προσαύξηση που έπρεπε να δοθεί έπρεπε να περιοριστεί το 25%. Πράγματι από την επισκόπηση των διατάξεων της σσνε που προεκτέθηκαν προκύπτει ότι η εργασία στο λιμάνι κατά τας Κυριακάς εις τους απασχολουμένους εις εργασίας ημέρας (DAYMEN) διέπεται από τις ανωτέρω αναφερόμενες περί εργασίας διατάξεις και αμείβεται υπερωριακώς (άρθρον 20). Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 για κάθε πρόσθετη εργασία πέραν δηλαδή των κεκανονισμένων ωρών, η υπερωριακή αμοιβή των ναυτικών που προκύπτει από την εφαρμογή της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, προσαυξάνεται κατά ποσοστό 25% ενώ ειδικά για τα Σάββατα και τις αργίες η προσαύξηση ανέρχεται στο 50%. Επομένως μη ορθά το πρωτοβάθμιο εξομοίωσε την απασχόληση την Κυριακή πέραν του 8ώρου με αργία και συνεπώς κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως της πρώτης εναγομένης (εφοπλίστριας) για το χρονικό διάστημα από 28.06.2010 έως 90.12.2010 ο ναυτικός έπρεπε να λάβει για την απασχόληση του 5 Κυριακές χ 4 ώρες δηλαδή για 20 ώρες το ποσό των 5,33 ευρώ για κάθε ώρα και όχι το ποσό των 6,39 ευρώ όπως κρίθηκε πρωτοδίκως. Άρα του έπρεπε να λάβει το ποσό των 106,60 ευρώ και όχι το ποσό των 127,80 ευρώ, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως. Συνεπώς για την απασχόληση του στο πλοίο αυτό η πρώτη εναγομένη εφοπλίστρια οφείλει για 104 ώρες τις 24 καθημερινές χ 4 χ 5,33 ώρες = 554,32 ευρώ, όπως ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως. Για τις 12 ώρες των 5 Σαββάτων δηλαδή για 60 ώρες χ 6,39 ευρώ του οφείλεται το ποσό των 383,40 ευρώ, όπως ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως.
Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι εναγόμενες ήδη εκκαλούσες παραπονούνται με το τέταρτο σκέλος του δευτέρου λόγου εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό τους περί συμψηφισμού εκτάκτων αμοιβών που λάμβανε ο εργαζόμενος και οι οποίες ανέρχονταν συνολικά για όλα τα πλοία απασχόλησης του στο ποσό των 8.352,51 ευρώ καθώς αυτός λάμβανε μηνιαίως πρόσθετη αμοιβή που αντιστοιχούσε σε 35 ώρες εργασίας τα Σάββατα και σε 10,67 ώρες εργασία τις αργίες, ισχυριζόμενες ότι ο συμψηφισμός αυτός προβλέπεται από τους 1 και 4 συμπληρωματικούς όρους. Από τις προσκομιζόμενες πανομοιότυπες ατομικές συμβάσεις εργασίας του ναυτικού (που έχουν μόνο διαφορετική γραμματοσειρά σε κάθε πλοίο) αποδεικνύεται ότι στους συμπληρωματικούς όρους (σελ. 3) αναφέρονται τα εξής: 1) κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρίας σχετικές με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. 4) Σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία πιστωθούν στο λογαριασμό μισθοδοσίας του Ναυτικού ποσά που δεν δικαιούται αυτός, είτε γιατί δεν προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση εργασίας, είτε γιατί δεν πραγματοποιήθηκε η εργασία του, είτε γιατί δεν δικαιολογείται το πιστωθέν ποσό από την όλη εργασιακή σχέση, η Εταιρία ή ο Πλοίαρχος δικαιούται να καταλογίσει τα αχρεωστήτως πιστωθέντα ποσά στον επόμενο λογαριασμό μισθοδοσίας. Σύμφωνα προς όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, ο συμβατικός αυτός όρος, ερμηνευόμενος κατά τις υποδείξεις των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, επιτρέπει συμψηφισμό, ως προς το σταθερό ποσό που καταβαλλόταν για υπερωρίες. Να σημειωθεί ότι τα ποσά αυτά εμφαίνονται στις αποδείξεις μισθοδοσίας δηλαδή ότι αυτός έλαβε για το διάστημα απασχόλησης του στο πλοίο Π 696,30+ 696,30 +603,47 +92,83+ 614,20+ 696,30+ 696,30+ 440,99 + 93,71 ευρώ δηλαδή συνολικά 4.630,40 ευρώ. Επομένως το ποσό αυτό έπρεπε να αφαιρεθεί από αυτό που του οφείλεται λόγω υπερωριακής απασχόλησης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όπως προκύπτει από το 5ο φύλλο της εκκαλουμένης αφαίρεσε από το ποσό των 5.171,04 + 3.448,20 =8.619,24 ευρώ συνολικά 4.037,71 (2.092,13 + 1.945,58) και του επιδίκασε 4.581,53 ευρώ και συνεπώς έσφαλε αφού έπρεπε να αφαιρέσει το ποσό των 4.630,40 ευρώ. Επομένως κατά εν μέρει παραδοχή του σχετικού προαναφερόμενου λόγου εφέσεως των εναγομένων θα πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 3.988,84 ευρώ η πρώτη ευθυνόμενη μέχρι την αξία του πλοίου και η δεύτερη ως εφοπλίστρια αυτού εντόκως όπως πρωτοδίκως. Επίσης πρέπει μα υποχρεωθούν να του καταβάλουν τη διαφορά επιδομάτων εορτών και του επιδόματος άγονης γραμμής που ανέρχονται συνολικά σε 992,61 ευρώ (784,16 + 142,99 + 65,46), όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την απασχόληση του λόγω υπερωριακής απασχόλησης συνεπώς στο πλοίο Β ο ενάγων έλαβε 90,63 +396,18 +1,82 + 396,18+ 396,18 + 396,18 ευρώ δηλαδή συνολικά 1.677,17 ευρώ και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφαίρεσε από το συνολικά οφειλόμενο ποσό των 2.959,52+2.209,68= 5.169,20 το ποσό των 59,10+1.239,82= 1.298,92 ευρώ, και συνεπώς έσφαλε. Επομένως κατά εν μέρει παραδοχή του σχετικού προαναφερόμενου λόγου εφέσεως της πρώτης εναγομένης πλοιοκτήτριας αυτού θα πρέπει για την υπερωριακή απασχόληση στο προαναφερόμενο πλοίο να του καταβάλει το ποσό των 3.492,03 ευρώ εντόκως όπως πρωτοδίκως. Επίσης πρέπει μα υποχρεωθεί να του καταβάλει τη διαφορά επιδόματος εορτών (επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2019) που ανέρχεται σε 767,57 ευρώ, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Για την υπερωριακή του απασχόληση στο πλοίο Ε ο ενάγων έλαβε 396,77 + 171,68 δηλαδή συνολικά 568,45 ευρώ αλλά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο από το συνολικά οφειλόμενο ποσό των 949,28+703,08 =1.652,36 αφαίρεσε μόνο το ποσό των 19,08 + 400,26 =419,34 ευρώ και συνεπώς έσφαλε. Επομένως κατά εν μέρει παραδοχή του σχετικού προαναφερόμενου λόγου εφέσεως της πρώτης εναγομένης πλοιοκτήτριας αυτού θα πρέπει για την υπερωριακή απασχόληση στο προαναφερόμενο πλοίο να του καταβάλει το ποσό των 1.083,91 ευρώ εντόκως όπως πρωτοδίκως. Επίσης πρέπει μα υποχρεωθεί να του καταβάλει τη διαφορά αναλογίας επιδόματος εορτών (Πάσχα 2020) που ανέρχεται σε 223,47 ευρώ, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Για την υπερωριακή του απασχόληση στο πλοίο Η έλαβε το ποσό των 224,50+ 396,18+ 39,62 = 660,30 ευρώ αλλά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αφαίρεσε από το συνολικά οφειλόμενο ποσό των 1.088,88 + 1.205,28 = 2.294,16 ευρώ αφαίρεσε μόνο το ποσό των 23,27 + 488,12 = 511,39 ευρώ και συνεπώς έσφαλε. Επομένως κατά εν μέρει παραδοχή του σχετικού προαναφερόμενου λόγου εφέσεως της πρώτης εναγομένης πλοιοκτήτριας αυτού, θα πρέπει για την υπερωριακή απασχόληση στο προαναφερόμενο πλοίο να του καταβάλει το ποσό των 1.633,86 ευρώ εντόκως όπως πρωτοδίκως. Επίσης πρέπει μα υποχρεωθεί να του καταβάλει τη διαφορά αναλογίας επιδομάτων εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων 2020) που ανέρχονται σε 93,08 και 194,62 ευρώ αντίστοιχα, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Τέλος για την υπερωριακή του απασχόληση στο πλοίο Α ο ενάγων έλαβε 468,44 + 374,75 =843,19 ευρώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από το συνολικά οφειλόμενο ποσό των 554,32 + 383,40 +106,60 (και όχι 127,80 για τους λόγους που προαναφέρθηκαν) = 1.044,32 ευρώ αφαίρεσε μόνο το ποσό των 574,9 + 164,86 = 739,89 ευρώ και συνεπώς έσφαλε. Επομένως κατά εν μέρει παραδοχή του σχετικού προαναφερόμενου λόγου εφέσεως της πρώτης εναγομένης εφοπλίστριας αυτού, θα πρέπει για την υπερωριακή απασχόληση στο προαναφερόμενο πλοίο να του καταβάλει το ποσό των 201,13 ευρώ εντόκως όπως πρωτοδίκως. Συνεπώς η πλοιοκτήτρια των υπό ελληνική σημαία πλοίων Β, ‘Ε, H και εφοπλίστρια του υπό κυπριακή σημαία πλοίου A πρώτη εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα για την απασχόληση του στα πλοία αυτά εντόκως όπως πρωτοδίκως, το συνολικό ποσό των 7.689,67 (3.492,03+767,57 +1.083,91 + 223,47 + 1.633,86 + 93,08 +194,62 +201,13) ευρώ και όχι το ποσό των 8.510,63 ευρώ το οποίο κρίθηκε ότι έπρεπε να λάβει πρωτοδίκως διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφενός έπρεπε να αφαιρέσει συνολικά τα ποσά που λάμβανε μηνιαίως λόγω υπερωριακής απασχόλησης ο ενάγων και νομίμως είχε συμφωνηθεί να συμψηφίζονται στις ατομικές συμβάσεις εργασίας του σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και με βάση τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Επιπλέον εάν είχε ερμηνεύσει ορθά τις διατάξεις της σσνε πληρωμάτων μεσογειακών τουριστικών πλοίων δεν θα εξομοίωνε την απασχόληση των Κυριακών πέραν του 8ώρου με τις αργίες και θα επιδίκαζε το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και όχι κατά 50%. Το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από τις 17.7.2020 πλην του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2020 ύψους 194,62 ευρώ το οποίο οφείλεται εντόκως από την 1.1.2021 και μέχρι την εξόφληση.
Ακολούθως των ανωτέρω θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η με αριθμό ………./2025 (…………/2025) έφεση και να γίνει μόνο κατά ένα μέρος δεκτή δηλαδή μόνο κατά ένα μέρος του δευτέρου λόγου της (ως προς το παράπονο περί εν μέρει εξοφλήσεως δια συμψηφισμού και ως προς το παράπονο της εξομοίωσης της αμοιβής της Κυριακής με την αμοιβή των αργιών) η με αριθμό …….. (…../2025) έφεση. Θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της για το ενιαίο της εκτέλεσης (ΕφΑθ 44/2006 ΕλλΔνη 48,1507, Σ.Σαμουήλ «Η έφεση» έκδ. Ε΄σελ. 430-431 παρ. 1143) αφού εφόσον όταν εξαφανίζεται ολικά ή εν μέρει η εκκαλούμενη απόφαση, εξαφανίζεται και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, ολικά και στις δύο περιπτώσεις, στην μεν πρώτη ως αναγκαίο επακόλουθο της εξαφανίσεως της αποφάσεως, στη δε δεύτερη εν όψει της αναγκαιότητος ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως (ΑΠ 192/1998 ΕλΔ 39.825), και το παρόν δικαστήριο να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει στην ουσία της (άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ) τη με αριθμό …………./2021 αγωγή. Αυτή έχει νόμιμο έρεισμα σε όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις και επιπλέον σε εκείνες των άρθρων 361, 648 επ. 340, 341 εδ. α’, 345 εδ. α’, 346 ΑΚ, 59, 165επ., 292 και 293 του ν. 5020/2023. Ακολούθως θα πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή και :α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των 3.988,84 ευρώ η πρώτη ευθυνόμενη μέχρι την αξία του πλοίου και η δεύτερη ως εφοπλίστρια αυτού εντόκως όπως πρωτοδίκως. Επίσης πρέπει να υποχρεωθούν να του καταβάλουν τη διαφορά επιδομάτων εορτών και του επιδόματος άγονης γραμμής που ανέρχονται συνολικά σε 992,61 ευρώ, η πρώτη ευθυνόμενη μέχρι την αξία του πλοίου και η δεύτερη ως εφοπλίστρια αυτού εντόκως όπως πρωτοδίκως και β) θα πρέπει υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη πλοιοκτήτρια των υπό ελληνική σημαία πλοίων Β, ‘Ε, H και εφοπλίστρια του υπό κυπριακή σημαία πλοίου Α να καταβάλει στον ενάγοντα για την απασχόληση του σε αυτά με την προαναφερόμενη ειδικότητα του χρόνους που προαναφέρθηκαν το συνολικό ποσό των 7.689,67 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 17.7.2020, πλην του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2020 ύψους 194,62 ευρώ το οποίο οφείλεται εντόκως από την 1.1.2021 και μέχρι την εξόφληση. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των δικαιοδοσίας θα συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων μερών λόγω εύλογης αμφιβολίας ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρα 183 και 179 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων τις από 5.5.2025 και 8.5.2025 με αριθμούς κατάθεσης ……./2025 και ………./2025 και προσδιορισμού ………./2025 και ……/2025 εφέσεις κατά της με αριθμό 1482/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών επί της από 27.4.2021 με αριθμό κατάθεσης …………/2021 αγωγής,
Δέχεται τυπικά τις εφέσεις
Απορρίπτει τη με αριθμό ………./2025 (………../2025) έφεση και ό,τι άλλο έκρινε ως απορριπτέο στο σκεπτικό
Δέχεται εν μέρει τη με αριθμό …….. (……./2025) έφεση
Εξαφανίζει τη με αριθμό 1482/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς
Κρατεί και αναδικάζει την υπόθεση επί της με αριθμό ……………/2021 αγωγής
Δέχεται κατά ένα μέρος τη με αριθμό …………../2021 αγωγή
Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών του ευρώ (3.988,84) η πρώτη ευθυνόμενη μέχρι την αξία του πλοίου και η δεύτερη ως εφοπλίστρια αυτού εντόκως από τις 20.7.20219
Υποχρεώνει τις εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον στον ενάγοντα το ποσό των ενναικοσίων ενενήντα δύο ευρώ και εξήντα ενός λεπτών του ευρώ (992,61) η πρώτη ευθυνόμενη μέχρι την αξία του πλοίου και η δεύτερη ως εφοπλίστρια αυτού εντόκως από τις 20.7.20219
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και εξήντα επτά λεπτών του ευρώ (7.689,67) με το νόμιμο τόκο από τις 17.7.2020, πλην του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2020 ύψους εκατόν ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα δύο λεπτών του ευρώ (194,62) το οποίο οφείλεται εντόκως από την 1.1.2021 και μέχρι την εξόφληση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων μερών
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε δε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2026, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης της Εφέτου Μαρίας Παπαδογρηγοράκου- αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, Φεβρωνία Τσερκέζογλου, Πρόεδρο Εφετών, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ