Αριθμός 106/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα Ναυτικό
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρίας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στον Πειραιά (οδός …………….), και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο, Μάρκο ΔΑΡΑ.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρίας με την επωνυμία «…………» (καθολικής διαδόχου της «……………….», λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη), που εδρεύει στο ………., εκπροσωπείται νόμιμα και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα με Υποκατάστημα με την επωνυμία «………… (Υποκατάστημα Ελλάδας)», με έδρα στο …….. Αττικής (………..), με Α.Φ.Μ. ……., Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, και με νόμιμο εκπρόσωπο τον κ. ……….., κάτοικο στην παραπάνω διεύθυνση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Νικόλαο ΠΑΠΑΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟ (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν α) η εφεσίβλητη την από 1.2.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2021) αγωγή και β) η εκκαλούσα την από 26.2.2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2021) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπιπτουσα αγωγή, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 4115/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την πρώτη ως άνω (κύρια) αγωγή και δέχθηκε εν μέρει την ως άνω ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η εναγομενη – ανακοινώνουσα τη δίκη-προσεπικαλούσα-παρεμπτιπτόντως ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 26.2.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ……../2024-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ……./2024) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 8.5.2025, μετά δε από αναβολή, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, καθώς και με τους από 22.4.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025) πρόσθετους λόγους έφεσης, των οποίων δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 23.2.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………../26.2.2024 και προσδιορισμού …………./2024 έφεση, κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 4115/2023 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων μερών από το Ναυτικό τμήμα κατά την τακτική διαδικασία επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2021 αγωγής έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση δικογράφου ενώπιον του γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 19 όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 7 του ν. 5134/2024, 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι ασκήθηκε πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης την 24.3.2025 σύμφωνα με τη με αριθμό …………/24.3.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …………. (προσκ. ως σχετ. Δ). Να σημειωθεί ότι για το παραδεκτό της εφέσεως έχει καταβληθεί το ηλεκτρονικό παράβολο εφέσεως με αριθμό ………………. ποσού 100 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012 και το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016). Πρέπει ακολούθως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν κατά την ίδια διαδικασία (άρθρο 533 του ΚΠολΔ) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Με αυτή θα συνεκδικαστεί λόγω της απολύτου συνάφειας και το δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2025 σε συνδυασμό με το γραμμάτιο προκαταβολής ενσήμων …. το οποίο κοινοποιήθηκε τουλάχιστον 30 ημέρες πριν την συζήτηση της εφέσεως (άρθρο 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ) σύμφωνα με τη με αριθμό ……/18.9.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …………… (προσκ. ως σχετ. Η).
Με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό ………../2021 αγωγή η ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με έδρα το ……… που διαθέτει, όπως αναφέρει, υποκατάστημα στο ……. Αττικής, εξέθετε ότι με σύμβαση ασφαλίσεως που κατάρτισε με τον πλοιοκτήτη ασφάλισε το υπό ελληνική σημαία μηχανοκίνητο ταχύπλοο σκάφος αναψυχής μοντέλου PORTOFINΟ 53, συνολικού μήκους 16,2 μ., κατασκευής ….., ετόυς 2008, που φέρει δύο μηχανές MAN με αριθμούς …………και ………., 800 HP εκάστη, με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …… και ονομασία «Ε», το οποίο ελλιμενιζόταν καθ᾽όλη τη διάρκεια της ετήσιας ασφαλιστικής κάλυψης (21.5.2019 έως 21/05/2020) στη Μαρίνα Λαυρίου Αττικής και ότι εκδόθηκε το με αριθμό …………. ασφαλιστήριο ……….., το οποίο κάλυπτε, μεταξύ άλλων, τις ίδιες ζημίες του αοφαλιζόμενου σκάφους, και ότι ως ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή ανώτατο όριο ευθύνης για την κάλυψη ιδίων ζημιών του σκάφους και των μηχανών του ορίστηκε το ποσό των 356,950 ευρώ, ενώ το ύψος της απαλλαγής ορίστηκε στο ποσό 2.000 ευρώ για κάθε ζημιογόνο γεγονός, ενώ η διάρκεια της ασφάλισης το χρονικό διάστημα από τις 21-05-2019 έως τις 21-05-2020. Ότι κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ασφαλίσεως και συγκεκριμένα την 07-01-2020, το ασφαλισμένο σκάφος ελλιμενιζόταν με ασφαλή πρυμνοδέτηση στη θέση Ρ4 στην Μαρίνα Λαυρίου Αττικής ……………, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο, το υπό ελληνική σημαία σκάφος με την ονομασία «R» του οποίου πλοιοκτήτρια ήταν η εναγόμενη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με έδρα τον Πειραιά, και το οποίο περιγράφεται στην αγωγή ήταν πρυμνοδετημένο αριστερά του ασφαλισμένου στην ίδια σκάφος, στην Μαρίνα Λαυρίου. Ότι στις 07/01/2020 το σκάφος της εναγομένης προσέκρουσε στο ασφαλισμένο σκάφος, προκαλώντας του ζημίες στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του (μήκους έως και 2,5 μέτρων), και ειδικότερα στην αριστερή πλευρά των εξάλων του, καθώς και στο οπίσθια δεξιό σημείο του. Ότι όπως διαπιστώθηκε το σκάφος της εναγομένης δεν ήταν ακριβώς παράλληλα ελλιμενισμένο με το ασφαλισμένο σκάφος και ότι επιπλέον είχαν κοπεί τα δύο σχοινιά της πρύμνης του. Ότι οι ζημίες του ασφαλισμένου σκάφους διαπιστώθηκαν την 14/01/2020 και περὶ ώρα 15.00 μ.μ, από τον πλοιοκτήτη του και ότι αναγγέλθηκε νομότυπα η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, πραγματοποιήθηκε πραγματογνωμοσύνη και εκτίμηση ζημίας από τον πραγματογνώμονα της για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας μετά από αυτοψία αμφότερων των σκαφών και του τρόπου πρυμνοδέτησης τους και ότι το ύψος των ζημιών προσδιορίστηκε στο ποσό των 29.424,58 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Ότι ακολούθως αυτή κατέβαλε στον πλοιοκτήτη μετά την αφαίρεση του ποσό απαλλαγής που είχε συμφωνηθεί με το ασφαλιστήριο το ποσό των 27.424,58 ευρώ και ακολούθως υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του πλοιοκτήτη τόσο από το νόμο όσο και με το ρητό όρο περί εκχωρήσεως δικαιωμάτων που συμπεριλήφθηκε στην εξοφλητική απόδειξη και ότι η αγωγή είχε θέση αναγγελίας. Ακολούθως με την κύρια βάση της αγωγής αιτήθηκε το ποσό που κατέβαλε ως ασφαλιστική αποζημίωση με βάση την αντικειμενική ευθύνη της εναγομένης πλοιοκτήτριας του ζημιογόνου σκάφους και επικουρικά με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αφού εξέθετε ότι η ζημία προήλθε από την αμέλεια των προστηθέντων της εναγομένης και ειδικότερα από την παράλειψη του μοναδικού εταίρου και διαχειριστή της να ελέγξει και να αντικαταστήσει τα δύο σχοινιά της πρύμνης του σκάφους της με αποτέλεσμα αυτά να κοπούν και ότι επιπλέον, αυτός δεν ελλιμένισε ορθά, ως όφειλε, το σκάφος πλοιοκτησίας της εναγομένης διότι δεν φρόντισε να είναι παράλληλα ελλιμενισμένο ως είθισται. Αιτήθηκε δε το παραπάνω ποσό εντόκως αφότου επιδόθηκε η αγωγή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι έχει υλική τοπική και λειτουργική αρμοδιότητα για την εκδίκαση της υπόθεσης λόγω της ναυτικής φύσης της διαφοράς (18, 25 παρ. 2, 33 ΚΠολΔ και 51 παρ. 1 περ. α, 2, 3α και 3β του ν. 2172/1993) και ακολούθως διεθνή δικαιοδοσία με βάση τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του ΚΠολΔ και 14 παρ. 1 και 66 του κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12.12.2012 “για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις”. Στη συνέχεια έκρινε ως εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο τόσο για τα θέματα της ασφάλισης όσο και για τα θέματα εκχώρησης και υποκατάστασης της ενάγουσας αλλοδαπής εταιρίας με έδρα το …….. αφενός με βάση τις διατάξεις 4 παρ. 3 του με αριθμό 593/2008 κανονισμού του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17.6.2008 (Ρώμη Ι) και λόγω της επίκλησης αυτού (του ελληνικού δικαίου) και ακολούθως εξ αυτής της επίκλησης σιωπηρής μετασυμβατικής συμφωνίας. Αφού έκρινε ορισμένη την αγωγή απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό περί του αντιθέτου, την έκρινε νόμιμη με έρεισμα στο άρθρο 14 του ν. 2496/1997 σε συνδυασμό με τα άρθρο 914επ. του ΑΚ και στη συνέχεια αφού βεβαίωσε ότι καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου τη δέχθηκε στην ουσία της και υποχρέωσε την εναγομένη ήδη εκκαλούσα να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 27.424,58 ευρώ εντόκως αφότου επιδόθηκε η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η εναγομένη ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεση της και το δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής παραπονούμενη για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου διότι κρίθηκε ορισμένη η αγωγή (πέμπτος λόγος και δεύτερο σκέλος πρώτου λόγου), και διότι κρίθηκε εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο (πρώτο σκέλος πρώτου λόγου και τέταρτος λόγος), διότι η ευθύνη της δεν είναι αντικειμενική αλλά υποκειμενική (πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης) και για κακή εκτίμηση αποδείξεων αφού κρίθηκε ότι αυτή υποχρεούται να αποζημιώσει την ενάγουσα λόγω πταίσματος του προστηθέντος της και μάλιστα απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της λόγω ανωτέρας βίας (άρθρο 235 του ΚΙΝΔ και ήδη άρθρο 205 του ισχύοντος κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης ΚΙΝΔ) (δεύτερος, τρίτος και δεύτερος πρόσθετος λόγος).
Όταν στα δικαιώματα του δανειστή από σύμβαση υποκαθίσταται από τον νόμο τρίτος γενικά και ειδικότερα ασφαλιστής, που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, δεν διέπεται αναγκαίως (εκτός αντίθετης πρόβλεψης στην ασφαλιστική σύμβαση συνάδουσας με το ενωσιακό δίκαιο) από το δίκαιο της πολιτείας που εφαρμόζεται για τη διαφορά από τη σύμβαση, από την οποία προκύπτει η αξίωση αποζημίωσης (ομοίως και από αδικοπραξία), αφού η αξίωση του τρίτου ασφαλιστή έχει άμεσο έρεισμα τον νόμο και δεν απορρέει από τη σύμβαση από την οποία προέκυψε η αξίωση αποζημίωσης, αλλά από το δίκαιο, που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή από το δίκαιο που διέπει την ασφαλιστική σχέση την επιστηρίζουσα την υποκατάσταση του τρίτου- ασφαλιστή στα δικαιώματα του δανειστή. Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως lex causae της υποκατάστασης εφαρμόζεται κατ’ άρθρο 25 ΑΚ (βλ. και ΟλΑΠ 19/1995, ΑΠ 736/2019, 640/2019, 684/2011 δημ. νόμος). Το αναφερόμενο δε στις συμβάσεις ασφάλισης (όχι αντασφάλισης) άρθρο 7 παρ. 2, 3 περ. α και β, 6 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), που εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι: Οι συμβάσεις ασφάλισης που καλύπτουν μεγάλους κινδύνους, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 στοιχείο δ’ της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, διέπονται από το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού. Στο μέτρο που τα μέρη δεν έχουν επιλέξει το εφαρμοστέο δίκαιο, η σύμβαση ασφάλισης διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ο ασφαλιστής έχει τη συνήθη διαμονή του. Όταν από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης προκύπτει ότι η σύμβαση (ασφάλισης) προδήλως συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας (παρ. 2). Σε περίπτωση σύμβασης ασφάλισης, πλην της ασφάλισης που εμπίπτει στην παράγραφο 2, τα μέρη μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 3, να επιλέξουν μόνο μεταξύ των εξής δικαίων: α) του δικαίου οιουδήποτε κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο κίνδυνος κατά τη χρονική στιγμή σύναψης της σύμβασης, β) του δικαίου της χώρας όπου ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη διαμονή του… (παρ. 3). Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η χώρα όπου βρίσκεται ο κίνδυνος προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο δ της δεύτερης οδηγίας 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988 (παρ. 6), ενώ στο άρθρο 2 στ. δ’ της τελευταίας αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για τους σκοπούς της ως κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος νοείται, μεταξύ άλλων, το κράτος μέλος καταχώρισης, όταν η ασφάλιση αφορά κάθε είδους μεταφορικά μέσα, και το κράτος μέλος όπου ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη διαμονή του ή, εάν ο ασφαλισμένος είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος όπου βρίσκεται η εγκατάσταση αυτού του νομικού προσώπου στο οποίο αναφέρεται το ασφαλιστήριο, σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά στις προηγούμενες περιπτώσεις (αφορώσες ασφαλίσεις ακινήτων, ασφαλίσεις διαρκείας μέχρι 4 μηνών για κινδύνους που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ταξιδίου ή διακοπών) (βλ. ΑΠ 1710/2022 sakkoulas on line). Με τους πρώτο και τέταρτο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα παραπονείται για το γεγονός ότι κρίθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο παρόλο που η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία έχει έδρα το ……. διατεινόμενη ότι το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο θα έπρεπε να επικαλεστεί και να αποδείξει η ενάγουσα η οποία μάλιστα επικαλέστηκε για τη νομιμοποίηση της και τις διατάξεις περί εκχώρησης για την οποία δεν εφαρμόζεται οπωσδήποτε το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση ασφάλισης. Επί των παραπάνω λόγων εφέσεως πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Από την επισκόπηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με το οποίο η ενάγουσα είχε καλύψει με σύμβαση ασφάλισης το σκάφος PORTOFINΟ 53, συνολικού μήκους 16,2 μ., κατασκευής ……, ἔτόυς2008, που φέρει δύο μηχανές MAN με αριθμούς 43 ….. και ….., 800 HP εκάστη, με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …………. και ονομασία «Ε», αποδεικνύεται ότι ρητά συμφωνήθηκε η σύμβαση ασφάλισης να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο (βλ. προσκομιζόμενο ως σχετικό 3 ανανεωτήριο συμβόλαιο). Ακολούθως πρωτίστως ως προς τη νομιμοποίηση της ενάγουσας εφαρμοστέο κρίνεται το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση ασφάλισης και εκχώρησης, δυνάμει της οποίας υποκαταστάθηκε στις αξιώσεις της ασφαλισμένη αφού όπως αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, υπάρχει ρητή συμβατική υπαγωγή της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης στις διατάξεις και ρυθμίσεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου. Επιπλέον πέραν της ρητής αυτής πρόβλεψης, δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε το δίκαιο της εκχώρησης και υποκατάστασης δεν διέπεται απαραίτητα από το δίκαιο της σύμβασης ή του τόπου τέλεσης της αδικοπραξίας, το ελληνικό δίκαιο είναι αυτό με το οποίο η υπόθεση εμφανίζει τους στενότερους δεσμούς, όπως επιτάσσουν τα άρθρα 25 του ΑΚ, 4 και 7 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), που εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων αφού η ασφαλιστική εταιρία εδρεύει στο Λουξεμβούργο, αλλά διαθέτει υποκατάστημα στο …….. Αττικής, η σύμβαση ασφάλισης καταρτίστηκε στην Αθήνα σύμφωνα με το προσκομιζόμενο ασφαλιστήριο, το ασφαλιζόμενο σκάφος είναι υπό ελληνική σημαία νηολογίου Πειραιώς και ναυλοχούσε στη Μαρίνα Λαυρίου Αττικής όπου έλαβε χώρα η αναφερόμενη στην αγωγή σύγκρουση σκαφών. Συνεπώς από το σύνολο των συνθηκών κρίνεται ότι το ελληνικό δίκαιο είναι αυτό που πρέπει να εφαρμοστεί αφού με αυτό η υπόθεση συνδέεται στενότερα σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν. Κρίνοντας όμοια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με αιτιολογία που εδώ συμπληρώνεται ορθά το νόμο ερμήνευσε και τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στους σχετικούς πρώτο σκέλος πρώτου λόγου και τέταρτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Η ασφαλιστική υποκατάσταση, ως περίπτωση εκχώρησης εκ του νόμου, επιφέρει την υποκειμενική αλλοίωση της ενοχής, με ό,τι τούτο συνεπάγεται υπό το πρίσμα του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου. Υπό την εκδοχή ότι η ζημία του λήπτη της ασφάλισης καλύφθηκε πλήρως ασφαλιστικά ισχύουν τα εξής: Ο ασφαλιστής υπεισέρχεται στη θέση του λήπτη της ασφάλισης. Είναι, πλέον, ο «νέος δανειστής» της απαίτησης. Αποκτά, έτσι, ευθεία αγωγή κατά του τρίτου εξ ιδίου δικαιώματος. Η εκχωρούμενη απαίτηση παραμένει ίδια. Η φύση ή η ταυτότητά αυτής δεν μεταβάλλεται. Μεταβιβάζεται με όλα τα πλεονεκτήματα (άρθρο 458 ΑΚ) και μειονεκτήματα (άρθρα 462-463 ΑΚ), τα οποία συγκέντρωνε στο πρόσωπο του λήπτη της ασφάλισης. Ως εκ τούτου, λοιπόν, ο ασφαλιστής βρίσκεται στην ίδια νομική θέση, ουσιαστική και δικονομική, στην οποία βρισκόταν ο ζημιωθείς-λήπτης της ασφάλισης κατά τον χρόνο καταβολής του ασφαλίσματος. Κατ’ επέκταση, η αγωγή που εγείρει ο ασφαλιστής είναι, κατ’ αρχήν, εκείνη που θα ήγειρε ο λήπτης της ασφάλισης, αν δεν είχε λάβει χώρα η υποκατάσταση. Ο ασφαλιστής πρέπει για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης να επικαλεσθεί και να αποδείξει (εφόσον ασκηθεί σχετική ένσταση) ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 14 παρ. 1 ΑσφΝ. (Ι. Γκέγκας, Υποκατάσταση ασφαλιστή, 2025, § 2, σ. 40, αρ. 65 = sakkoulas-online). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 Ν. 2496/1997 που αντικατέστησε το άρθρο 210 ΕμπΝ, το οποίο ορίζει ότι εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, δηλαδή ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στις αξιώσεις του ασφαλισμένου του έναντι του ζημιώσαντος τρίτου προσώπου, προκύπτει ότι ο ασφαλιστής, από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ενασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου τις αξιώσεις του τελευταίου. Έτσι, ο ενάγων-ασφαλιστής, ασκώντας την αγωγή που θα ασκούσε ο ίδιος ο ασφαλισμένος κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου αρκεί για την πληρότητά της να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης ν’ αποδείξει την συνδρομή των προϋποθέσεων της ασφαλιστικής υποκατάστασης και συγκεκριμένα: α) τη σύναψη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και γ) την ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε (ΕφΑθ 213/2008, ΕλλΔνη 49.833, ΕφΑθ 6102/1991, ΕΕμπΔ 1992 σελ. 227). Η αξίωση, εξάλλου, περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε. Επομένως, ο ασφαλιστής που κατέβαλε το ασφάλισμα υποκαθίσταται στη θέση που ακριβώς βρισκόταν ο ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας. Με άλλες λέξεις, η αγωγή, την οποία εγείρει ο ασφαλιστής κατά του τρίτου είναι εκείνη την οποία θα ήγειρε ο ασφαλισμένος (βλ. σχετ. ΑΠ 115/1998, ΕλλΔνη 39 σελ. 815). Εξάλλου, αντίθετα προς τη συμβατική, η νόμιμη εκχώρηση, επερχόμενη αυτοδικαίως από το νόμο, απαλλάσσει τους ενδιαφερομένους από την τήρηση οποιασδήποτε διατυπώσεως, χωρίς να εξαιρείται ούτε η αναγγελία. Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι μεγάλη, διότι επί της μεν εκχώρησης η παράλειψη της αναγγελίας αποτελεί κώλυμα για την ενάσκηση του δικαιώματος, ενώ αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση της υποκατάστασης. Έτσι, στην περίπτωση της ασφαλιστικής υποκατάστασης, ο ασφαλιστής, αποδεικνύοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτής, νομιμοποιείται απόλυτα να αξιώσει αυτός από τον τρίτο την έναντι του ασφαλισμένου οφειλή του, παρ’ όλο ότι σε ουδεμία αναγγελία προέβη. Άλλωστε, η έννοια της αυτοδικαίως εκ του νόμου επερχόμενης υποκατάστασης είναι ασυμβίβαστη προς την υποβολή της σε οποιαδήποτε διατύπωση και προς αυτήν ακόμα την αναγγελία (ΕφΑθ 1877/1983 ΕΕμπΔ 35. 292, Μανιατόπουλος, Ασφαλιστική Υποκατάστασις, έκδ. 1955, σελ. 100-101, Ρόκα, Ιδιωτική Ασφάλιση, 11η έκδ., παρ. 537 σελ. 350. Αντίθετοι Ζούρλας, σε ΕρμΑΚ άρθρο 469 αριθ. 4: ως προς το ζήτημα της αναγγελίας και στις περιπτώσεις της νόμιμης εκχώρησης πρέπει να εφαρμοσθούν οι διατάξεις των άρθρων 460 επ. ΑΚ- Σκουλούδης, Δίκαιο Ιδιωτικής Ασφάλισης, γ’ έκδ., σελ. 333 με παραπομπή μεταξύ άλλων και σε Μανιατόπουλο, ο οποίος όμως υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται αναγγελία). Περαιτέρω, ουδεμία σημασία έχει το πρόσωπο εκείνου που εισέπραξε το ασφάλισμα. Αρκεί ότι νομιμοποιείται στην είσπραξη του. Έτσι, ο ασφαλιστής θεωρείται ότι έχει εκπληρώσει την υποχρέωση του και επομένως απολαμβάνει της υποκαταστάσεως εάν κατέβαλε προς τον εκδοχέα του ασφαλισμένου (πρβλ. το καταργηθέν άρθρο 194 παρ. 3 ΕμπΝ). Με τον πρώτο λόγο εφέσεως προβάλλεται το παράπονο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή παρόλο που αυτή δεν είχε το απαιτούμενο από το νόμο περιεχόμενο διότι δεν αναφερόταν το όνομα του επιθεωρητή, ο τρόπος αμοιβής του εργολάβου επισκευής και δεν αναλύει καθόλου την απαίτηση την οποία αξιώνει με την αγωγή. ‘Ομως η εκκαλούσα παραπονείται αβασίμως διότι η αγωγή αφορούσε την αξίωση του ασφαλιστή που κατέβαλε την ασφαλιστική αποζημίωση και υποκαταστάθηκε εκ του νόμου (άρθρο 14 του ν. 2496/1996) (και εκ περισσού αναγράφηκε στην εξοφλητική απόδειξη, οπότε ανήγγειλε με την αγωγή την εκχώρηση της απαίτησης, ότι υποκαθίσταται) και σε αυτή την αγωγή εκτίθετο η σύναψη και οι όροι της ασφαλιστικής σύμβασης, η καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο λόγω της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και η ζημία του ασφαλισμένου που αποζημίωσε. Επομένως όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η αγωγή είχε το απαιτούμενο από το νόμο περιεχόμενο και τα όσα περί του αντιθέτου αναγράφονται στους πρώτο (δεύτερο σκέλος) και πέμπτο λόγο εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Από τις διατάξεις του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι της έφεσης δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται, ως αποτέλεσμα, η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Ετσι, αν η αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη, οι λόγοι που πλήττουν την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και δεν μπορούν να οδηγήσουν, ακόμα κι αν είναι βάσιμοι, σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (βλ. Σ. Σαμουήλ «Η έφεση» έκδ. 2003, παρ. 542 αρ. 6 σελ. 222, ΕφΔωδ 204/2009, 27/2007, 93/2007, 338/2005 ΝΟΜΟΣ). Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο η εναγομένη εκκαλούσα παραπονείται αλυσιτελώς για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου υποστηρίζοντας ότι η αγωγική αξίωση δεν αφορά αποζημίωση από αντικειμενική αλλά από υποκειμενική ευθύνη. Πράγματι στην αγωγή η ενάγουσα ανέφερε ότι με την κύρια βάση της ζητείται μετά από υποκατάσταση η ασφαλιστική αποζημίωση που δόθηκε στην ασφαλισμένη λόγω ζημιών προερχόμενων από την ασφάλιση της αντικειμενικής ευθύνης της εναγομένης πλοιοκτήτριας του σκάφους. Ωστόσο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’ορθή ερμηνεία του νόμου έκρινε ότι η αγωγή έχει έρεισμα στο άρθρο 14 του ν. 2496/1997 σε συνδυασμό με τα άρθρο 914επ. του ΑΚ δηλαδή με βάση την υποκειμενική ευθύνη της πλοιοκτήτριας εκ της αμελούς συμπεριφοράς του προστηθέντος της που δεν είχε τοποθετήσει το σκάφος σύμφωνα με τον κανονισμό της Μαρίνας Λαυρίου. Να αναφερθεί εκ περισσού ότι ήδη με το άρθρο 201 του νέου ΚΙΝΔ, του οποίου η έναρξη ισχύος τοποθετείται την 1.5.2023, δηλαδή πριν τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (βλ. άρθρο 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ορίζεται ότι νόμιμος λόγος ευθύνης αναφύεται μόνο λόγω υπαιτιότητας και ότι είναι αδιάφορα αν τα σκάφη πλέουν ή είναι ακινητοποιημένα εντός ή εκτός λιμένα. Συνεπώς ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος διότι δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης.
Η ανωτέρα βία (vis major, force majeure) εμπίπτει στην έννοια των τυχηρών υπό ευρεία έννοια. Η έννοια της δεν ορίζεται ούτε στη διεθνή συμβαση του 1910 ούτε στον ΚΙΝΔ και συνεπώς για την οριοθέτηση της θα ληφθεί υπόψη το συμπληρωματικά εφαρμοστέο δίκαιο (Λ.Αθανασίου Ναυτικό Δίκαιο 2η έκδοση 2025, 1050επ.). Για τον ορισμό της έχουν διατυπωθεί, ως γνωστόν, δύο θεωρίες: η υποκειμενική και η αντικειμενική. Κατά την υποκειμενική θεωρία, την οποία ακολουθεί η νομολογία, στην έννοια της ανωτέρας βίας περιλαμβάνεται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα άκρας σύνεσης και επιμέλειας του μέσου ανθρώπου. Αντιθέτως, σύμφωνα με την αντικειμενική θεωρία, ανωτέρα βία συνιστούν μόνο γεγονότα που είναι από την ίδια τη φύση τους αναπότρεπτα, απρόβλεπτα και επιπλέον εξωτερικά γι’ αυτόν που τα επικαλείται, δηλαδή ξένα προς τον κύκλο των επιχειρηματικών και οικονομικών του δραστηριοτήτων. Είναι σαφές ότι η αντικειμενική θεωρία είναι δυσμενής για τον δικαιούχο, διότι –σε αντίθεση με την υποκειμενική θεωρία– περιορίζει το πεδίο της μη ευθύνης του, στο μέτρο που απαιτεί το γεγονός να είναι εξωτερικό και από τη φύση του αναπότρεπτο. Περιπτώσεις ανωτέρας βίας συνιστούν η εξαιρετικής πυκνότητας ομίχλη, η καταιγίδα (που ανάλογα με την ταχύτητα του ανέμου μπορεί να εκδηλώσει ισχυρή ένταση), οι θυελλώδεις άνεμοι εξαιρετικής σφοδρότητας, οι μη οφειλόμενες σε πταίσμα βλάβες στο σύστημα πλοήγησης ή στη μηχανή πρόωσης, καθώς και οι εν γένει εξαιρετικώς δυσμενείς καιρικές συνθήκες, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να αδυνατεί το πλοίο να κυβερνηθεί ή να παραμείνει προσδεμένο στο αγκυροβόλιό του, υπό τον όρο όμως ότι αυτά τα καιρικά φαινόμενα δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν ούτε να αποτραπούν οι δυσμενείς συνέπειές τους με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ούτως ώστε το αποτέλεσμα να αποβαίνει αναπόφευκτο. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή πρόκειται για επίταση ήδη υφισταμένων δυσμενών καιρικών συνθηκών ή τα έντονα καιρικά φαινόμενα ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από ορισμένες ατμοσφαιρικές ενδείξεις ή είχαν ήδη προαναγγελθεί με τα εκδιδόμενα σχετικώς από τις αρμόδιες υπηρεσίες (ΕΜΥ) δελτία καιρού, και ο πλοίαρχος δεν λαμβάνει εγκαίρως τις προφυλάξεις που υπαγορεύουν οι κανόνες της ναυτικής τέχνης και η ναυτική πείρα προς εξουδετέρωση του κινδύνου, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας η πρόσκρουση ή σύγκρουση του πλοίου συνεπεία των έντονων αυτών καιρικών φαινομένων (ΕφΠειρ 1003/2003 ΕπΕμπΔ 2004.128). Επομένως, η ένταση και η δυσμενής επίταση των καιρικών φαινομένων δεν αρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετήσει περίπτωση ανωτέρας βίας, αλλά απαιτείται, επιπροσθέτως, οι εξαιρετικές και ακραίες καιρικές συνθήκες να ήταν αιφνίδιες και απρόβλεπτες και κυρίως να ήταν τέτοιας έντασης, ώστε το ζημιογόνο αποτέλεσμα να μην μπορούσε να αποφευχθεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992 ΤΝΠ Νόμος,∙ ΑΠ 106/2017 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 513/2016 ΧρΙΔ 206, 740, ΑΠ 219/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 39/2017 ΤΝΠ Νόμος). Οι εν λόγω αποφάσεις ορίζουν τη δικονομική έννοια της ανωτέρας βίας (άρθρο 152 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την αντίστοιχη έννοια του αστικού δικαίου και διαφοροποιείται από αυτή μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής για τον οφειλέτη (Βλ. Ε. Μπαλογιάννη/Μ. Γεωργιάδου, σε: Χ. Απαλαγάκη – Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος I, 2019, σ. 542 επ). Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 235, 236 του ΚΙΝΔ (ήδη 206 του νέου ΚΙΝΔ που ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 1.5.2023) και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι, επί συγκρούσεως πλοίων, η ευθύνη και η προς αποζημίωση υποχρέωση κανονίζεται ανάλογα με το βαθμό υπαιτιότητας του κάθε πλοίου. Ειδικότερα, εάν η σύγκρουση πλοίων συνέβη από τυχαίο γεγονός ή από ανώτερη βία, ή αν υπάρχουν αμφιβολίες για τα αίτιά της, τότε οι ζημίες βαρύνουν αυτούς που τις υπέστησαν. Αν υπάρχει κοινή υπαιτιότητα, κάθε πλοίο ευθύνεται προς αποζημίωση ανάλογα με το βαθμό της υπαιτιότητας που το βαρύνει. ΄Οταν η σύγκρουση συνέβη από υπαιτιότητα του ενός πλοίου, τότε το πλοίο αυτό, δηλαδή ο πλοιοκτήτης του, είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει όλες τις ζημίες που προκλήθηκαν σε βάρος του άλλου πλοίου ή του φορτίου ή των προσώπων (ΕφΠειρ 335/2003 ΕΝΔ 31. 187, ΕφΠειρ 739/2000 ΕΝΔ 29.57, ΕφΠειρ 274/1999 ΕΝΔ 27. 18, ΕφΠειρ 1373/84 ΕΝΔ 13. 285).
Από την επανεκτίμηση της ενώπιον του Συμβολαιογράφου ………. με αριθμό …../2021 ένορκης βεβαίωσης του …….. ιδιωτικού υπαλλήλου και κατοίκου Νίκαιας που λήφθηκε με τις διατυπώσεις των άρθρων 421επ. του ΚΠολΔ και κατόπιν νόμοτυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του άλλου διάδικου μέρους σύμφωνα με τη με αριθμό …………./25-6.2021 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………….., των εγγράφων που προσκομίζονται μετ’επικλησεως μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφικές απεικονίσεις των δύο σκαφών (ασφαλισμένου και φερόμενου ζημιογόνου) και των αυτεπάγγέλτως λαμβανόμενων υπόψη διδαγμάτων κοινής πείρας (άρθρο 443 παρ. 4 του ΚΠολΔ) πλήρως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης : Η ενάγουσα είναι αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με έδρα το …. που διαθέτει, όπως αναφέρει, υποκατάστημα στο ……. Αττικής. Αυτή με σύμβαση ασφαλίσεως που κατάρτισε με τον πλοιοκτήτη ασφάλισε το υπό ελληνική σημαία μηχανοκίνητο ταχύπλοο σκάφος αναψυχής μοντέλου PORTOFINΟ 53, συνολικού μήκους 16,2 μ., κατασκευής ……, έτους 2008, που φέρει δύο μηχανές MAN με αριθμούς 43 …. και …., 800 HP εκάστη, με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …. και ονομασία «Ε». Το προαναφερόμενο σκάφος ελλιμενιζόταν καθ᾽όλη τη διάρκεια της ετήσιας ασφαλιστικής κάλυψης (21.5.2019 έως 21/05/2020) στη Μαρίνα Λαυρίου Αττικής. Ακολούθως για το διάστημα που εδώ ενδιαφέρει εκδόθηκε το με αριθμό ….. ασφαλιστήριο ……., το οποίο κάλυπτε, μεταξύ άλλων, τις ίδιες ζημίες του αοφαλιζόμενου σκάφους, και ως ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή ανώτατο όριο ευθύνης για την κάλυψη ιδίων ζημιών του σκάφους και των μηχανών του ορίστηκε το ποσό των 356,950 ευρώ. Το ύψος της απαλλαγής ορίστηκε στο ποσό 2.000 ευρώ για κάθε ζημιογόνο γεγονός, ενώ η διάρκεια της ασφάλισης το χρονικό διάστημα από τις 21-05-2019 έως τις 21-05-2020. Κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ασφαλίσεως και συγκεκριμένα την 07-01-2020, το ασφαλισμένο σκάφος ελλιμενιζόταν με ασφαλή πρυμνοδέτηση στη θέση Ρ4 στην Μαρίνα Λαυρίου Αττικής . …… ενώ κατά τον ίδιο χρόνο, το υπό ελληνική σημαία επαγγελματικό σκάφος με την ονομασία «R» μοντέλου Gianetti 55 OPEN, συνολικού μήκους 16,7μ., έτους κατασκευής 2008, που έφερε δύο μηχανές ντίζελ αριθμών …. και…….. νηολογίου Πειραιά …….. του οποίου πλοιοκτήτρια ήταν η εναγόμενη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με έδρα τον Πειραιά, ήταν πρυμνοδετημένο αριστερά του ασφαλισμένου στην ίδια σκάφος, στην Μαρίνα Λαυρίου. Στις 07/01/2020 το σκάφος της εναγομένης προσέκρουσε στο ασφαλισμένο σκάφος, προκαλώντας του ζημίες στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του (μήκους έως και 2,5 μέτρων), και ειδικότερα στην αριστερή πλευρά των εξάλων του, καθώς και στο οπίσθια δεξιό σημείο του. Τις ζημίες διαπίστωσε ο πλοιοκτήτης του σκάφους “Ε” στις 14.1.2020 τις μεσημεριανές ώρες, οπότε επισκέφθηκε τη Μαρίνα, ο οποίος ανέφερε ότι το σκάφος έφερε σημάδια τριβής και φθοράς στο μπροστινό αριστερό μέρος και ότι εμφάνιζε χτύπημα στο πίσω δεξιά σημείο του, ότι έλλειπαν τα δύο μεγάλα μπαλόνια που είχε τοποθετήσει αριστερά. Ανέφερε επίσης ότι το σκάφος πλοιοκτησίας της εναγομένης είχε μετακινηθεί 70-80 εκατοστά σε σχέση με την προηγούμενη θέση του και ότι εξ αρχής δεν ήταν πρυμνοδετημένο παράλληλα με το δικό του σκάφος. Η ενάγουσα στις 21.2.2020 έστειλε μετά τη νομότυπη δήλωση του ατυχήματος και μετά την κοινοποίηση όλων των νομιμοποιητικών εγγράφων του σκάφους πραγματογνώμονα για την εξέταση των δύο σκαφών και του σημείου της Μαρίνας στο οποίο αναφέρθηκε ότι έλαβε χώρα η σύγκρουση. Στο ασφαλισμένο από αυτή σκάφος διαπιστώθηκαν πράγματι εκδορές και αποφλοιώσεις του gel coat σε μήκος 2 μέτρων στην περιοχή μεταξύ της πλώρης και της μεσαίας καθέτου στην αριστερή πλευρά των εξάλων και τοπικές εκδορές και αποφλοιώσεις του gel coat στη δεξιά πλευρά των εξάλων του σκάφους στην περιοχή της πρύμνης. Στο σκάφος πλοιοκτησίας της εκκαλούσας διαπιστώθηκαν εκδορές και υπολείμματα μπλε χρώματος στο μεταλλικό περιμετρικό προστατευτικό (ζωνάρι) στη δεξιά πλευρά των εξάλων του στην περιοχή μεταξύ της μεσαίας καθέτου και της πλώρης του. Οι εκδορές στα έξαλα του εμπλεκόμενου σκάφους διαπιστώθηκε ότι ταιριάζουν υψομετρικά με αυτές του ασφαλισμένου σκάφους και τα μπλε αποτυπώματα οφείλονται στην επαφή των εξάλων των δύο σκαφών. Επομένως αποδεικνύεται ότι το σκάφος της εναγομένης εκκαλούσας μετακινήθηκε προς το ασφαλισμένο σκάφος προκαλώντας του τις προαναφερόμενες ζημίες – εκδορές. Αυτό με τη σειρά του μετακινήθηκε προς τα αριστερά προς το σκάφος calma στο οποίο όμως δεν αποτυπώθηκαν εκδορές και έτσι το ασφαλισμένο σκάφος υπέστη ζημίες και στη δεξιά του πλευρά. Όπως προαναφέρθηκε έγινε νομότυπη αναγγελία επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και περαιτέρω για την αποκατάσταση των ζημιών ο ασφαλισμένος της ενάγουσας πλοιοκτήτης έλαβε προσφορά της εταιρίας …………., ύψους 22950 ευρώ + ΦΠΑ ενώ στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης το κόστος αποκατάστασης των ζημιών εκτιμήθηκε ότι θα ανέλθει στο ποσό των 24.760 ευρῶ ΦΠΑ 24%, ήτοι στο ποσό των 30,690ευρώ.
Να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι το σκάφος της δεν μετακινήθηκε από τη θέση του, διότι ήταν δεμένο ασφαλώς και ότι σε κάθε περίπτωση αυτό οφείλεται σε ανωτέρα βία σύμφωνα με το άρθρο 205 του ισχύοντος κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης ΚΙΝΔ. Η εκκαλούσα ακολούθως προσκομίζει μετ’επικλήσεως το από 26.5.2021 πιστοποιητικό του τμήματος μετεωρολογικών πιστοποιητικών και δεδομένων Ε2 της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας που υπογράφει ο διευθυντής ………….. (βλ. σχετ. 5). Σύμφωνα με αυτό την 7η.1.2020 στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή της Λαυρίου έπνεαν άνεμοι βόρειοι βορειοδυτικοί πολύ ισχυροί έως πολύ θυελλώδεις (7-9 μποφόρ) με ριπές θύελλα ή ισχυρή θύελλα (10-11 μποφόρ) και από τις απογευματινές ώρες πολύ ισχυροί (7 μποφόρ) με ριπές θυελλώδεις ή πολύ θυελλώδεις (8-9 μποφόρ). Να σημειωθεί ότι με βάση τα κλιματικά δεδομένα του σταθμού του Ελληνικού που προσκομίζει η εκκαλούσα, ο οποίος είναι ο κοντινότερος στο Λαύριο (καθώς από το διαδίκτυο προκύπτει ότι υφίστανται δεδομένα από το Σταθμό Ελευσίνας, Τατοίου και Νέας Φιλαδέλφειας) οι άνεμοι τις δεκαετίες 1955 έως 2010 σπάνια υπερέβαιναν τα 7 μποφόρ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστώθηκε ότι μετά τα δυσμενή καιρικά φαινόμενα που επικράτησαν στην περιοχή της Μαρίνας Λαυρίου, μετά από έλεγχο που πραγματοποίησαν οι υπεύθυνοι της Μαρίνας διαπιστώθηκε ότι είχαν κοπεί τα δύο σχοινιά πρυμνοδέτησης του ζημιογόνου σκάφους δηλαδή του σκάφους R. Αυτό αποδεικνύεται από το ηλεκτρονικό μήνυμα από το τμήμα της Μαρίνας του Λαυρίου το οποίο απευθύνει στον πλοιοκτήτη ………. η ………….., η οποία ενημερώνει ότι λόγω των δυσμενών καιρικών φαινομένων είχαν κοπεί και τα δύο σχοινιά στην πρύμνη και ότι το προσωπικό τοποθέτησε σχοινιά και ότι το σκάφος του είναι ασφαλές. Εξάλλου όπως αποδεικνύεται από την ένορκη βεβαίωση του πρώην μηχανικού του εμπορικού μηχανικού ιδιωτικού υπαλλήλου . …., αυτός επισκέφθηκε τη μαρίνα την προηγούμενη μέρα 6.1.2020, μετά από εντολή του πλοιοκτήτη, προκειμένου να επιθεωρήσει τον τρόπο πρόσδεσης του σκάφους, ενόψει της αναμενόμενης επιδείνωσης των καιρικών συνθηκών. Αυτός καταθέτει ότι διαπίστωσε ότι αυτό (το σκάφος (R) ήταν σε ευθεία γραμμή (κάθετα) προς το ντόκο, ότι είχε γύρω του 10 παρεμβλήματα ώστε να αποφεύγεται η έκταση των ζημιών σε περίπτωση πρόσκρουσης με τα διπλανά σκάφη και ότι αυτό ήταν πρυμνοδετημένο με τρεις κάβους και με δύο κάβους στα ρεμέτζα της Mαρίνας. Από τη φωτογραφία με αριθμό 21 που προσκομίζεται μετ’επικλήσεως από την πλοιοκτήτρια του προαναφερόμενου σκάφους αποδεικνύεται ότι οι θέσεις των σκαφών στη μαρίνα είναι συγκεκριμένες, τα σκάφη είναι τοποθετημένα εντελώς παράλληλα και δεν υφίσταται χώρος να πρυμνοδετηθούν διαγώνια ή με άλλο τρόπο όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα με την αγωγή της. Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό και από μόνη την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα πραγματογνωμοσύνη της Νεογνώμων στην οποία διατυπώνεται η από πιθανολόγηση εκτίμηση πως “ήταν δυνατόν λόγω των έντονων βορειοδυτικών ανέμων του επικρατούσαν την προαναφερόμενη ημερομηνία (7.1.2020) το σκάφος r να προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά του ασφαλισμένου σκάφους”, δεν αποδεικνύεται ότι οι προπεριγραφόμενες υλικές ζημίες στο σκάφος Ε οφείλονται σε πρόχειρο τρόπο πρόσδεσης του σκάφους r. Επίσης στη σελίδα 6 της ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης αναφέρονται μετεωρολογικά δεδομένα που αντιστοιχούν σε ριπές βορειοδυτικού ανέμου έως 66 χιλ/ώρα που αντιστοιχούν σε 8 μποφόρ, αλλά δεν προσκομίζονται τα δεδομένα αυτά ούτε αναλύεται ο τρόπος μέτρησης και η κρίση αυτή περί αντιστοιχίας έρχεται σε αντίθεση με το από 26.5.2021 πιστοποιητικό της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας που υπογράφει ο διευθυντής της ……………., με το οποίο πιστοποιούνται τις απογευματινές ώρες της 7.1.2020 θυελλώδεις άνεμοι έως 9 μποφόρ που κατά τη διάρκεια της ισχυρής θύελλας τη διάρκεια της ημέρας θα έφταναν τα 11 μποφόρ. Ακολούθως δεν αποδεικνύεται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών των υλικών ζημιών και της συμπεριφοράς του μοναδικού εταίρου της εναγομένης πλοιοκτήτριας του επαγγελματικού σκάφους. Αποδεικνύεται αντίθετα ότι αυτός δεν ήταν αμελής και ότι κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια την οποία όφειλε να καταβάλει ως κάθε μέσος συνετός ιδιοκτήτης σκάφους ελλιμενισμένου σε Μαρίνα στη θέση του, την περίοδο του χειμώνα, όταν αναμένονται δυσμενή καιρικά φαινόμενα τα οποία με βάση τα κλιματικά δεδομένα της περιοχής δηλαδή του σταθμού του Ελληνικού, ο οποίος είναι ο κοντινότερος στο Λαύριο (καθώς από το διαδίκτυο προκύπτει ότι υφίστανται δεδομένα από το Σταθμό Ελευσίνας, Τατοίου και Νέας Φιλαδέλφειας) οι άνεμοι τις δεκαετίες 1955 έως 2010 σπάνια υπερέβαιναν τα 7 μποφόρ, ενδεχομένως να υπερβούν τα 7 μποφόρ. Και τούτο διότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι ειδικά στην ανωτέρω ημερομηνία όπου επικρατούσε κακοκαιρία, ο πλοιοκτήτης λόγω της ανακοίνωσης των δυσμενών καιρικών συνθηκών είχε στείλει την προηγούμενη μέρα τον ενόρκως βεβαιώσαντα να ελέγξει ότι το σκάφος του ήταν ασφαλώς προσδεδεμένο και ότι επομένως αυτός είχε λάβει υπόψη του τις επικρατούσες κακές καιρικές συνθήκες στην περιοχή και ότι ακολούθως προσπάθησε να εξασφαλίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σταθερό ελλιμενισμό του σκάφους του εντός της Μαρίνας ώστε σε περίπτωση έξαρσης της κακοκαιρίας να μην καταστεί δυνατό να αποδεσμευτεί αυτό και να κινηθεί ανεξέλεγκτα με κίνδυνο να συγκρουστεί με άλλα σκάφη. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες που ακολούθησαν το διάστημα της ημέρας και έφτασαν τα 11 μποφόρ και ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε άνεμοι βόρειοι βορειοδυτικοί πολύ ισχυροί έως πολύ θυελλώδεις (7-9 μποφόρ) με ριπές θύελλα ή ισχυρή θύελλα (10-11 μποφόρ) και πολύ ισχυροί (7 μποφόρ) με ριπές θυελλώδεις ή πολύ θυελλώδεις (8-9 μποφόρ), αποτελούσαν πράγματι συνθήκες ανώτερας βίας, δηλαδή καιρικά φαινόμενα τα οποία ήταν αδύνατον να προβλεφθούν με βάση τα κλιματικά δεδομένα της περιοχής, ούτε να αποτραπούν οι δυσμενείς τους συνέπειες με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη. Ο διαχειριστής και εταίρος της εναγομένης επέδειξε άκρα επιμέλεια αφού έστειλε προστηθέντα του να ελέγξει τον τρόπο που ήταν δεμένο το σκάφος και το αν υπήρχαν διαχωριστικά ανάμεσα σε αυτό και τα άλλα σκάφη αφού υπήρχε πρόβλεψη για δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Άρα αυτός έλαβε εγκαίρως τις προφυλάξεις που υπαγορεύουν οι κανόνες της ναυτικής τέχνης και της ναυτικής πείρας για την εξουδετέρωση κινδύνου (βλ. σχετ. ΕφΠειρ 507/2022 σε ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς), αλλά λόγω της κακοκαιρίας το αποτέλεσμα απέβη αναπόφευκτο. Το γεγονός ότι το σκάφος τελικά λόγω της θύελλας μετακινήθηκε 70 με 80 εκατοστά και έγδαρε μόνο το διπλανό σκάφος δεν οφείλεται σε πρόχειρο τρόπο πρόσδεσης του διότι αν αυτό ήταν πρόχειρα προσδεδεμένο, αλλά αντίθετα πολύ καλά προσδεδεμένο διότι σε αντίθετη περίπτωση οι ζημίες θα ήταν πολύ μεγαλύτερες, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας. Από το περιεχόμενο της αγωγής αποδεικνύεται ότι οι ζημίες στο σκάφος του οποίο ήταν ασφαλισμένο από την ενάγουσα ήταν επιφανειακές αφού για την αποκατάσταση τους χρειάστηκε τρόχισμα, πλαστικοποίηση, στοκάρισμα, τρίψιμο hull και primer και βαφή με primer. Επιπλέον όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη φωτογραφία μέσω δορυφόρου με αριθμό 21 που ενσωματώνεται στην πραγματογνωμοσύνη με αριθμό …………../20 η μαρίνα Λαυρίου είχε καθορισμένες θέσης πρόσδεσης σκαφών τα οποία ήταν παράλληλα δεμένα πολύ κοντά το ένα στο άλλο παράλληλα, τα σκάφη δεν μπορούσαν να είναι με άλλο τρόπο (λχ πλάγια) πρυμνοδετημένα. Επίσης υπήρχε επίβλεψη του χώρου για να διαπιστώνεται ανά πάσα στιγμή η κατάσταση των ελλιμενισμένων σκαφών, όπως αποδεικνύεται από το προαναφερόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα από την υπεύθυνη υπάλληλο της μαρίνας προς τον μοναδικό εταίρο και διαχειριστή της εναγομένης, από το οποίο αποδεικνύεται ότι το σκάφος ήταν ασφαλώς πρυμνοδετημένο και ότι ο διαχειριστής της εναγομένης είχε δείξει τουλάχιστον την επιμέλεια του μέσου ανθρώπου την προηγουμένη ημέρα της κακοκαιρίας. Κατά την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου τούτου λόγω της ισχυρής θύελλας και με βάση το μικρό χώρο ελλιμενισμού του κάθε σκάφους ενδεχομένως να προκλήθηκαν και σε άλλα σκάφη εντελώς ελαφρές ζημίες οι οποίες είναι άγνωστο εάν αποκαταστάθηκαν, εάν τα σκάφη ήταν ασφαλισμένα για ίδιες ζημίες (καθώς η υποχρεωτική ασφάλιση στα σκάφη αναψυχής αφορά μόνο την έναντι τρίτων αστική ευθύνη βλ. ν. 4926/2022) ή αν οι πλοιοκτήτες έκριναν ότι δεν χρειάζεται να αποκατασταθούν. Η πλοιοκτήτρια του ασφαλισμένου σκάφους ‘Ε’ είχε καλύψει με σύμβαση ασφάλισης τις ίδιες ζημίες του σκάφους και συνεπώς αυτή ορθώς αποζημιώθηκε. Όμως οι ίδιες ζημίες στο ασφαλισμένο από την ενάγουσα σκάφος που καλύπτονται με σύμβαση ασφάλισης και αποζημιώνονται δεν μπορούν να αποδοθούν σε υπαιτιότητα δηλαδή στον τρόπο πρόσδεσης του σκάφους R, του οποίου ο πλοιοκτήτης δεν ήταν αμελής αλλά αντίθετα ιδιαίτερα επιμελής, και αυτές οι υλικές ζημίες οφείλονται σε ανωτέρα βία λόγω των μη προβλέψιμων καιρικών συνθηκών. Συνεπώς η νόμιμα προβληθείσα ένσταση ανωτέρας βίας της εναγομένης (άρθρο 205 του ισχύοντος ΚΙΝΔ) και η βάσει αυτής αιτούμενη απαλλαγή της από την αδικοπρακτική ευθύνη έναντι της πλοιοκτήτριας του ασφαλισμένου σκάφους και ακολούθως της ενάγουσας που κατέβαλε την ασφαλιστική αποζημίωση και υποκαταστάθηκε, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά παραδοχή των σχετικών δευτέρου και τρίτου λόγου εφέσεως που διανθίζονται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εφέσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, και ότι οι ζημίες του ασφαλισμένου από την ενάγουσα σκάφους οφείλονταν στην πρόχειρη πρόσδεση του σκάφους πλοιοκτησία της εναγομένης κατά παράβαση του γενικού κανονισμού λειτουργίας τουριστικών λιμένων και του ειδικού κανονισμού λειτουργίας του τουριστικού λιμένα στον όρμο πάνορμο του δήμου Λαυρεωτικής και στην αμέλεια δηλαδή την υπαιτιότητα του μοναδικού εταίρου και διαχειριστή της και ακολούθως ότι, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού, η εναγομένη οφείλει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 71 και 914 του ΑΚ και 25 του ν. 2496/1997 να καταβάλει στην ενάγουσα την ασφαλιστική αποζημίωση που αυτή κατέβαλε στην ασφαλισμένη για ίδιες ζημίες εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Ακολούθως κατά παραδοχή των προαναφερόμενων σχετικών λόγων εφέσεως θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση να κρατήσει το παρόν δικαστήριο να αναδικάσει στην ουσία της τη με αριθμό ………/2021 αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και αφού δεχθεί την ένσταση περί ανωτέρας βίας που πρότεινε η εναγομένη ως ουσιαστικά βάσιμη να απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το ηλεκτρονικό παράβολο εφέσεως με αριθμό ………….. ποσού 100 ευρώ πρέπει να επιστραφεί στην εκκαλούσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3Γβ του ΚΠολΔ, αφού το ένδικο μέσο έγινε δεκτό κατ’ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας θα συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίνω μερών λόγω εύλογης αμφιβολίας του ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρα 183 και 179 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει με την δικονομική παρουσία των διαδίκων επί της από 23.2.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2024 και προσδιορισμού ……../2024 έφεση με το δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2025, κατά της με αριθμό 4115/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε με τη δικονομική παρουσία των διαδίκων μερών κατά την τακτική διαδικασία
Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση
Εξαφανίζει τη με αριθμό 415/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς
Κρατεί την υπόθεση και αναδικάζει επί της από …………../2021 αγωγής
Απορρίπτει την αγωγή
Διατάσσει την απόδοση στη εκκαλούσα του ηλεκτρονικού παραβόλου με αριθμό …………………… ποσού 100 ευρώ που αυτή κατέθεσε με την άσκηση της εφέσεως
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων μερών
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε δε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2026, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης της Εφέτου Μαρίας Παπαδογρηγοράκου- αποτελούμενη από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς, Φεβρωνία Τσερκέζογλου, Πρόεδρο Εφετών, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ