ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 742/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………………………., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Του καλούντος – εκκαλούντος – ασκούντος τους πρόσθετους λόγους έφεσης – εφεσίβλητου: ……………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλλιόπη Κάρμαντζη (ΑΜ ΔΣ Χίου …….).
Των καθ’ων η κλήση – εφεσιβλήτων – καθ’ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – εκκαλούντων: 1) ………………., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της ……………, άνευ ΑΦΜ, 2) ……………….. άνευ ΑΦΜ, 3) …………….. και 4) ……………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μόσχο (ΑΜ ΔΣΑ ……., ΔΕ ΠΑΥΛΑΚΗΣ – ΜΟΣΧΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΜ ΔΣΠ …..), που κατέθεσε την από 15.10.2025 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Οι ενάγοντες – καθ’ων η κλήση άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 21.7.2021 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/2021) αγωγή με την οποία ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Επ’αυτής εκδόθηκε η υπ’αριθ. 282/2022 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α) οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες – εφεσίβλητοι – καθ’ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, με την από 3.3.2022 (αριθ.καταθ. στο εκδόν Δικαστήριο …………/2022 και προσδιορισμού στο Εφετείο ………..//2022) έφεση και β) ο εναγόμενος, ήδη εκκαλών – εφεσίβλητος – ασκών τους πρόσθετους λόγους έφεσης, με την από 2.3.2022 (αριθ.καταθ. στο εκδόν Δικαστήριο ………./2022 και προσδιορισμού στο Εφετείο ………../2022) έφεση και τους από 10.9.2022 (αριθ.καταθ. στο Εφετείο ………../2022) πρόσθετους λόγους, επί των οποίων συνεκδικαζόμενων, εκδόθηκε η υπ’αριθ. 666/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που έκανε δεκτές τυπικά και απέρριψε κατ’ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, ο εναγόμενος -εφεσίβλητος – εκκαλών – ασκών πρόσθετους λόγους, άσκησε την από 28.11.2022 και με αριθ.καταθ. …………/2022 στο Εφετείο αίτηση αναίρεσης, που έλαβε αριθμό δικογραφίας 2240/2022 και τους από 23.3.2023 πρόσθετους λόγους αυτής. Ο Άρειος Πάγος, με την απόφασή του υπ’αριθ. 220/2024, αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής και παρέπεμψε την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ήδη, ο καλών – εκκαλών – ασκών τους πρόσθετους λόγους έφεσης – εφεσίβλητος, με την από 19.5.2024 κλήση του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………./22.05.2024, ζήτησε και προσδιορίστηκε η συζήτηση της ως άνω, από 2.3.2022, έφεσης αρχικά για τη δικάσιμο της 8.5.2025 και μετά από νόμιμη αναβολή για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο και συζητήθηκε.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και αν πρόκειται για τους λόγους, που αναφέρονται στους αριθμούς 1.2.3.6 έως 17. 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Αυτό θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 975/2000 ΕλΔ 42.81). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και κατά τα κεφάλαια εκείνα που συνέχονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011, AΠ 614/2009, ΑΠ 570/2005, ΑΠ 1308/2004). Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους (ΑΠ 43/2005 ΕλλΔνη 46.1401, ΑΠ 380/1999, ΑΠ 674/1998 Νόμος). Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 129/2004, ΑΠ 975/2000). Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ` αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Στην περίπτωση δε αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά (τα παράπονα) ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012). Για την εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της απόφασης, απαιτείται κλήση που πρέπει να επιδοθεί στον αντίδικο του επισπεύδοντος, χωρίς να είναι υποχρεωτική και η επίδοση της αναιρετικής απόφασης (βλ. ΑΠ 141/2005 Δ 2005.1033) και η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις (βλ. άρθρο 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 561/2013, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 1603/2011, ΕφΛαρ 107/2017 δημ. ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης). Το Εφετείο της παραπομπής ερευνά πρώτα το παραδεκτό της εφέσεως (π.χ. το εμπρόθεσμο) και αν ακόμη δεν είχε προσβληθεί η απόφαση ως προς τούτο (βλ. και Κεραμεύς – Κονδύλης – Νίκας (Μιχ. Μαργαρίτης), «Ερμηνεία ΚΠολΔ», Τόμος Ι, υπ’ άρθρο 581 ΚΠολΔ, παρ. 6, σελ. 1082, όπου και παραπομπή σε νομολογία ΑΠ 1276/1992 ΕλλΔνη 1994. 1554-1555, ΕφΠειρ 658/1989 ΝοΒ 1990 σελ. 661). Οι διάδικοι κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής μπορούν να προτείνουν τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να προταθούν παραδεκτά κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε (ΑΠ 707/2006). Εξάλλου, αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα, και τούτο διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ 2003. 145. ΑΠ 963/1999).
Με την από 19.5.2024 κλήση του καλούντος – εκκαλούντος – ασκούντος πρόσθετους λόγους έφεσης – εφεσιβλήτου, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, η από 2.3.2022 έφεσή του και οι από 10.9.2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που στρέφονται κατά της οριστικής απόφασης υπ’αριθ. 282/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών – εργατικών διαφορών, μετά τον ορισμό νέας δικασίμου, ύστερα από την απόφαση 220/2024 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ’αριθ. 666/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, καθ’ ο μέρος είχε απορρίψει την ως άνω έφεση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η κλήση απευθύνεται παραδεκτά μόνο κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης – εκκαλούσας – εφεσίβλητης –καθ’ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγουσας, ατομικά και για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων από αυτήν ανηλίκων τέκνων της, ………….. και ……………, ως έχουσα τη γονική μέριμνα αυτών, ως προς την οποία έχει θιγεί η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, ενώ εξαιτίας της διατήρησης του δεδικασμένου ως προς τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν αναιρέθηκαν, η συζήτηση της υπόθεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων – εκκαλούντων – εφεσιβλήτων – καθ’ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – εναγόντων, οι οποίοι μετείχαν μεν στην αναιρετική δίκη, αλλά η αναίρεση ως προς αυτούς απορρίφθηκε (ΑΠ 1042/1975, ΝοΒ 1976, σελ. 387. βλ. και Μπέη, Πολιτική Δικονομία, τόμ. V, σελ. 2402, Νίκα, Πολιτική Δικονομία, τόμ. ΙΙΙ, σελ. 561, Πανταζόπουλο, Ένδικα μέσα και ανακοπές, σελ. 297).
Με την από 21.7.2021 και με αριθ.καταθ.δικογρ. ………../2021 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες – εφεσίβλητοι – καθ’ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, εξέθεταν ότι ο ……………, υπήκοος Αιγύπτου, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των εκπροσωπούμενων από την ίδια ανήλικων τέκνων της, υιός της δεύτερης και αδελφός των τρίτου και τέταρτου των εναγόντων, είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εργασθεί ως αλιεργάτης στο υπό ελληνική σημαία αλιευτικό σκάφος τύπου μηχανότρατα (Α/Κ) <<ΑΙΙΙ>> (αριθμός νηολογίου Χίου …., ΔΔΣ ….., ΙΜΟ ……), πλοιοκτησίας του εναγομένου. Οτι την 1.1.2021 και ενώ εργαζόταν υπέστη εργατικό ατύχημα, υπό τις αναλυτικά αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής συνθήκες, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατός του, ο οποίος οφείλεται σε υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου και του προστηθέντος αυτού, κυβερνήτη του σκάφους, ………….., που συνιστούν παραβάσεις των ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων, άλλως αμελή συμπεριφορά του εναγομένου και του προστηθέντος αυτού, όπως περιγράφονται στο δικόγραφο της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει με την κύρια βάση της αγωγής α) στην πρώτη ενάγουσα για τον εαυτό της ατομικά ι) το ποσό των 124.800 ευρώ για στέρηση διατροφής με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, άλλως το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 2.1.2021 έως 2.1.2047 με το νόμιμο τόκο από τη δεύτερη ημέρα εκάστου μηνός, άλλως επικουρικώς το ποσό των 13.732 ευρώ, ως αποζημίωση κατ’άρθρο 3 ν.551/1915, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής καθώς και ιι) το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, β) στην πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της …………… ι) το ποσό των 28.000 ευρώ για στέρηση διατροφής με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής άλλως το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 2.1.2021 έως 2.1.2033 με το νόμιμο τόκο από τη δεύτερη ημέρα εκάστου μηνός άλλως και όλως επικουρικώς το ποσό των 10.299 ευρώ ως αποζημίωση κατ’άρθρο 3 ν.551/1915 με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής καθώς και ιι) το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, γ) στην πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό του ανήλικου υιού της …………. ι) το ποσό των 36.000 ευρώ για στέρηση διατροφής με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, άλλως το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 2.1.2021 έως 2.1.2033 με το νόμιμο τόκο από τη δεύτερη ημέρα εκάστου μηνός, άλλως και όλως επικουρικώς το ποσό των 10.299 ευρώ ως αποζημίωση κατ’άρθρο 3 ν. 551/1915 με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής καθώς και ιι) το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, δ) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, και ε) σε κάθε έναν από τους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων το ποσό των 75.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησομένη απόφαση, να απαγγελθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’αριθ. 282/2022 οριστική απόφαση δέχθηκε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.2, 3 παρ.1 και 4 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 παρ.1, 35, 62 παρ.1 του Κανονισμού ΕΚ 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης της 12ης Δεκεμβρίου 2012 “για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις”), έκρινε εφαρμοστέο, ως προς τη διερεύνηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων το ελληνικό δίκαιο, το οποίο έκρινε εφαρμοστέο και ως προς τη διερεύνηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων, με βάση το άρθρο 8 παρ.2 του Κανονισμού ΕΚ 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) ως το δίκαιο της χώρας όπου ο θανών εργαζόμενος παρείχε την εργασία του κατ’εκτέλεση της σύμβασης και αφού απέρριψε την προβληθείσα από τον ενάγοντα ένσταση αοριστίας, έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 662, 71, 298, 299, 914, 922, 928, 932, 330, 340, 345, 346 ΑΚ, 176, 191 αρ.2, 907, 908παρ.1 δ΄, ε΄, 1047 παρ.1 ΚΠολΔ, άρθρ. 1,2,3 του Ν.551/1915. Μετά δε την αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κύριο αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης που ερείδετο στις περί αδικοπραξίας διατάξεις λόγω παράβασης μέτρων για την ασφάλεια των εργαζομένων και δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ’ουσίαν, ως προς την επικουρική της βάση, επιδικάζοντας την προβλεπόμενη από τα άρθρα 3παρ.5 και 6περ.1 του Ν.551/1915 ως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, αποζημίωση και δη επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα ατομικά το ποσό των 83.732 ευρώ (13.732 ευρώ ως αποζημίωση του Ν.551/1915 και 70.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ψυχικής της οδύνης), σε κάθε ένα από τα τέκνα της πρώτης ενάγουσας (εκπροσωπούμενα από την ίδια) το ποσό των 70.299 ευρώ (10.299 ευρώ ως αποζημίωση του Ν.551/1915 και 60.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης), στη δεύτερη ενάγουσα (μητέρα του θανόντος) το ποσό των 10.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ψυχικής της οδύνης και σε κάθε έναν από τους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων (αδελφούς του θανόντος) το ποσό των 5.000 ευρώ για την ίδια ως άνω αιτία, κήρυξε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση και επέβαλε σε βάρος του εναγομένου μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων. Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλαν με εφέσεις αμφότερα τα διάδικα μέρη, επί των οποίων, συνεκδικαζόμενων, εκδόθηκε η υπ’αριθ. 666/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτές κατ’ουσίαν. Κατόπιν άσκησης αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης από τον εφεσίβλητο – εκκαλούντα, …………, εκδόθηκε η με αρ. 220/2024 απόφαση του Β2’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της μέρος και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο.
Ειδικότερα, με την ως άνω υπ’αριθ. 220/2024 απόφαση του Β2’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κρίθηκε επί λέξει ότι: : «Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν στα κρίσιμα ζητήματα: α) της αποζημίωσης που δικαιούται η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των δύο ανηλίκων τέκνων της, από το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της και πατέρα των ως άνω ανηλίκων τέκνων, που συνέβη την 1.1.2021 επί του με ελληνική σημαία αλιευτικού σκάφους- μηχανότρατας “Ά.Ι.” με αριθμό νηολογίου Χίου …, κατά την ώρα που ο θανών αλιεργάτης εργαζόταν και β) του υπόχρεου στην καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε τα ακόλουθα: “Ο εκκαλών -εφεσίβλητος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) είναι πλοιοκτήτης του υπό ελληνική σημαία αλιευτικού σκάφους – μηχανότρατας (Α/Κ) “Ά. Ι.” με αριθμόν νηολογίου Χίου …. […]. Το συγκεκριμένο σκάφος διενεργεί αλιεία στα εσωτερικά θαλάσσια ύδατα και σε αυτό υπάρχει, σύμφωνα με το π.δ. 16/2004 υποχρέωση ναυτολόγησης ενός Κυβερνήτη Γ, ενός Μηχανοδηγού Β και ενός ναύτη. Την 1.1.2021 το ανωτέρω σκάφος διενεργούσε 2.ν.μ. από τα Καρδάμυλα, βορειανατολικά της νήσου αλιεία στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή Καρδαμύλων Χίου, έχοντας προς τούτο σχετική άδεια αλίευσης με το εργαλείο δίχτυ τράτας βυθού, με πλήρωμα τον Κυβερνήτη Ι. Ν. και τέσσερις αλιεργάτες Αιγύπτιους υπηκόους και κατόχους ατομικών αδειών αλιείας, μεταξύ των οποίων και ο σύζυγος της πρώτης εκκαλούσας εφεσίβλητης ενάγουσας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), πατέρας των εκπροσωπουμένων από αυτή ανηλίκων τέκνων Μ. και Χ. […]. Ο προαναφερόμενος είχε προσληφθεί από τον εναγόμενο πλοιοκτήτη στις 16.10.2020 δυνάμει άτυπης (προφορικής) συμβάσεως εργασίας, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως λιμενεργάτης στο σκάφος. Επισημαίνεται δε ότι πέραν των καθηκόντων που άπτονταν της αλιευτικής δραστηριότητας, ο θανών εκτελούσε, κατόπιν ρητών εντολών και οδηγιών του πλοιοκτήτη, και καθήκοντα πηδαλιούχου τις ώρες κατά τις οποίες γινόταν η ανέλκυση των διχτύων αλιείας στο κατάστρωμα του σκάφους και ο ως άνω κυβερνήτης του σκάφους αναπαυόταν, εκτελώντας ο ίδιος (Χ.Μ.) τους απαιτούμενους ελιγμούς του σκάφους κατά τη διάρκεια της ανέλκυσης και συνέδραμε στη συνέχεια τους λοιπούς αλιεργάτες στην ανέλκυση των διχτύων και στις λοιπές απαιτούμενες εργασίες σχετικά με το αλίευμα. […], [ακολουθούν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις συνθήκες του εργατικού ατυχήματος, με τα αίτια πρόκλησής του και την υπαιτιότητα]. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι το προαναφερόμενο εργατικό ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με παράβαση κάποιου ειδικού όρου ασφαλείας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών ασφαλιζόταν κατά το χρόνο επέλευσης του ένδικου ατυχήματος στο ΝΑΤ, σύμφωνα με την από 7.1.2021 δήλωση του εκκαλούντος -εφεσίβλητου εναγομένου πλοιοκτήτη, με αποτέλεσμα να παραμείνει σε ισχύ ως προς αυτόν το σύστημα σωρευτικής απόληψης της αποζημιώσεως που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 930 ΑΚ και συνακόλουθα το δικαίωμα των διατρεφόμενων από αυτόν πρόσωπα [ορθό προσώπων] να απαιτήσουν αποζημίωση από τον υπόχρεο πλοιοκτήτη ανεξαρτήτως του εάν το ΝΑΤ κάλυψε μέρος της ζημίας τους για την αυτή αιτία και συνεπώς ο σχετικός πέμπτος λόγος [εννοείται της έφεσης] του πλοιοκτήτη περί του αντιθέτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ως βάση για τον υπολογισμό της πιο πάνω αποζημίωσης λαμβάνονται οι πραγματικές αποδοχές που καταβάλλονταν πράγματι στον θανόντα μέσα στο πριν από το ατύχημα δωδεκάμηνο και αν η εργασία του δεν διήρκησε σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 αρ. 5, 6 αρ. 2 περ. α’ και 4 παρ. 2 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου η αποζημίωση περιλαμβάνει τους μισθούς πέντε ετών, προκύπτει ότι η οφειλόμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις στη σύζυγο του θανόντος και τα ανήλικα τέκνα της αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 34.331 ευρώ […] τα 2/5 εκ των οποίων δικαιούται η σύζυγος και τα 3/5 τα ανήλικα τα οποία αυτή εκπροσωπεί.”. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που, αναιρετικώς ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, δηλαδή ο εναγόμενος [ήδη αναιρεσείων], που είναι πλοιοκτήτης του αλιευτικού σκάφους “Ά. Ι.” στις 16.10.2020 προσέλαβε τον υπήκοο Αιγύπτου Χ.Μ., σύζυγο της πρώτης ενάγουσας [ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης] και πατέρα των εκπροσωπουμένων από αυτήν δύο ανηλίκων τέκνων της, προκειμένου ο Χ.Μ. να εργασθεί ως αλιεργάτης [από προφανή παραδρομή τον αναγράφει λιμενεργάτη] στο ως άνω σκάφος, ότι, έκτοτε αυτός, κατ’ εντολή του εναγομένου -πλοιοκτήτη, εκτελούσε εργασίες σχετικές με την αλίευση και το αλίευμα, καθώς και τις πρόσθετες επί του πλοίου εργασίες που περιγράφονται στην απόφαση και ότι την 1.1.2021, που συνέβη το ένδικο εργατικό ατύχημα, από το οποίο επήλθε ο θάνατος του Χ.Μ., το αλιευτικό σκάφος ιδιοκτησίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος διενεργούσε αλιεία στην ευρύτερη περιοχή Καρδαμύλων Χίου, με πλήρωμα τον Κυβερνήτη Ι.Ν. και τέσσερις αλιεργάτες Αιγυπτίους υπηκόους, μεταξύ των οποίων ήταν και ως άνω θανών” οδηγούν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ασφαλιστικού Οργανισμού, στον οποίο υπάγεται υποχρεωτικά από το νόμο ο θανών αλλοδαπός αλιεργάτης, στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1 εδαφ. α, παρ. 2 περ. γ, δ υποπερ. ββ και γγ και 10 εδαφ. α του ν. 3232/2004 “Θέματα Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις”, που αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σύμφωνα με τις οποίες ο θανών αλλοδαπός αλιεργάτης υπάγεται αυτοδίκαια στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. Συνεπώς, η επακολουθήσασα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ως άνω αλιεργάτης ήταν ασφαλισμένος στο ΝΑΤ συγκρούεται και αλληλοαναιρείται με τις ως άνω αρχικές της παραδοχές. Επιπλέον, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι “ο θανών ασφαλιζόταν κατά το χρόνο επέλευσης του ένδικου ατυχήματος στο ΝΑΤ σύμφωνα με την από 7.1.2021 δήλωση του εκκαλούντος εφεσίβλητου εναγομένου πλοιοκτήτη” δεν έχει επαρκή αιτιολογία, καθότι δεν καθορίζεται η Αρχή ή η Υπηρεσία του Δημόσιου Τομέα ή ο Ασφαλιστικός Οργανισμός ή και ο τρίτος, όπου απευθύνεται η από 7.1.2021 δήλωση και δεν παρατίθεται το περιεχόμενό της, με συνέπεια να μην προκύπτει με σαφήνεια το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ότι από τη δήλωση αυτή συνάγεται ότι ο θανών αλλοδαπός αλιεργάτης υπάγεται στο ΝΑΤ. Οι ως άνω αντιφάσεις και οι παραλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης στερούν αυτή νόμιμης βάσης, διότι δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής ή μη συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 3 αριθμ.5, 4 και 6 του ν. 551/1915, του άρθρου 7 παρ. 1 εδαφ. α και 10 εδαφ. α του ν. 3232/2004, του άρθρου 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006, του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 όπως αντικατ. με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 και των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που αφορούν στο ουσιώδες ζήτημα της υποχρέωσης ή της απαλλαγής του εναγομένου-αναιρεσείοντος, [πλοιοκτήτη και εργοδότη του θανόντος κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα Αιγύπτιου αλιεργάτη] να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρου 3 αριθμ. 5 του ν. 551/1915 στα δικαιούμενα κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου μέλη της οικογένειάς του [δηλαδή στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και στα εκπροσωπούμενα από αυτήν δύο ανήλικα τέκνα της]. Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι “ο θανών ασφαλιζόταν κατά το χρόνο επέλευσης του ένδικου ατυχήματος στο ΝΑΤ, με αποτέλεσμα να παραμένει σε ισχύ ως προς αυτόν το σύστημα σωρευτικής απόληψης της αποζημίωσης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρο 930 ΑΚ και συνακόλουθα το δικαίωμα των διατρεφόμενων από αυτόν προσώπων να απαιτήσουν αποζημίωση από τον υπόχρεο πλοιοκτήτη” και καταλήγοντας στο πόρισμα να επιδικάσει στην πρώτη εναγομένη-πρώτη αναιρεσίβλητη για την ίδια και για τα εκπροσωπούμενα από αυτήν δύο ανήλικα τέκνα της, την προβλεπόμενη από τα άρθρα 3 αρ. 5 και 4 του ν. 551/1915 αποζημίωση, που περιλαμβάνει τους μισθούς των πέντε ετών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και το άρθρο 930 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αναφέρεται στην κατά τα άρθρα 928-929 ΑΚ υποχρέωση αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου [αποζημίωση σημειωτέον που δεν επιδικάσθηκε στην ένδικη υπόθεση] και το οποίο δεν εφαρμόζεται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει με την παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1985, σύμφωνα με την οποία η κατ’ άλλους νόμους αξίωση αποζημίωσης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει σε αυτά κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας τους και η οποία (παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960 όπως ισχύει) σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 47 του ν. 3518/2006 έχει ανάλογη εφαρμογή και στον ΟΓΑ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση [χωρίς να αριθμείται] η από το αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, εξεταζόμενος και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (καθότι, όπως ήδη αναφέρθηκε περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης), είναι βάσιμος».
Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση αναίρεσης και αναίρεσε την υπ’αριθ. 666/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιό της με το οποίο επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα – πρώτη αναιρεσίβλητη, για την ίδια και για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων από αυτήν δύο ανηλίκων τέκνων της την οριζόμενη στα άρθρα 3 αριθ.5 και 4 του ν.551/1915 αποζημίωση μισθών πέντε ετών, ακολούθως δε παρέπεμψε την υπόθεση κατά το ως άνω κεφάλαιό της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η ανωτέρω απόφαση του Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την προεκτεθείσα (υπό στοιχ Ι) νομική σκέψη, δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ως προς το ανωτέρω νομικό ζήτημα που έλυσε (άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ). Επομένως, μετά την έκδοση της με αριθμό 220/2024 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία η με αριθμό 666/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε μερικά, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, οι διάδικοι, ήτοι, η πρώτη ενάγουσα – εκκαλούσα – εφεσίβλητη – καθ’ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, ατομικά και για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων από αυτήν ανηλίκων τέκνων της ………… και …………., ως έχουσα τη γονική μέριμνα αυτών και ο εναγόμενος – εφεσίβλητος – εκκαλών – ασκών τους πρόσθετους λόγους έφεσης, που καταλαμβάνονται από την ως άνω αναιρετική απόφαση, επανέρχονται στην πρότερη της εκδόσεως της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση (άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δε Δικαστήριο τούτο, ως δικαστήριο της παραπομπής πρέπει να επανεκδικάσει την από 2.3.2022 ένδικη έφεση και τους από 10.9.2022 πρόσθετους λόγους αυτής, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και δη μόνο ως προς τον λόγο του δικογράφου της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά το σκέλος που αποδίδει πλημμέλεια στην εκκαλούμενη απόφαση σχετικά με την κρίση της στο ζήτημα της υποχρέωσης του εναγομένου (πλοιοκτήτη και εργοδότη του θανόντος Αιγύπτιου αλιεργάτη) να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρου 3 αριθ.5 του ν.551/1915 στα δικαιούμενα κατά το άρθρο 6 του ιδίου νόμου μέλη της οικογένειάς του (ήτοι την πρώτη ενάγουσα και στα εκπροσωπούμενα από αυτήν δύο ανήλικα τέκνα της). Περαιτέρω, η από 2.3.2022 ένδικη έφεση, κατά της με αριθμό 282/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, επί της από 21.7.2021, με αρ. κατ. ……………../2021 αγωγής των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων της ανωτέρω έφεσης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον ο εκκαλών επικαλείται επίδοση της εκκαλουμένης την 4.2.2022 (βλ. προσκομιζόμενο αντίγραφο της εκκαλουμένης με την επί του σώματος αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Χίου ……………..), η δε έφεση ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου της, στις 4.3.2022, στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα [30] ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης [άρθρα 511, 513 παρ. 1 περ. β΄, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 741 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 518 ισχύει, λόγω του χρόνου άσκησής της, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο και τέταρτο του άρθρου 1 σε συνδ. με άρθρο 1 του ένατου άρθρου παρ. 4 του Ν. 4335/2015], ενώ για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η προσκόμιση παραβόλου εφέσεως του άρθρου 495 παρ.3 ΚΠολΔ λόγω της εργατικής φύσης της διαφοράς. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν οι λόγοι που περιέχονται σε αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 533 ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που διαγράφονται με την ως άνω αναιρετική απόφαση και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, δηλαδή μόνο ως προς το κεφάλαιο που έγινε δεκτός ο αναιρετικός λόγος και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με την από 3.2.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ 202/128/2022) έφεση και τους λόγους αυτής.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 “Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων” συνάγεται ότι, εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή εάν το ατύχημα συνέβη στον τόπο εργασίας του που βρίσκεται στην ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως του εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στο ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπομένη κατά τις διατάξεις του Ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων. Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο (ή στα δικαιούμενα αποζημίωσης μέλη της οικογένειας του θανατωθέντα σε εργατικό ατύχημα εργαζόμενου) την από το άρθρο 34 παρ. 2 του Α.Ν. 1846/1951 διαφορά μεταξύ του ποσού της σύμφωνα με το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που λόγω του ατυχήματος το ΙΚΑ χορηγεί στον εργαζόμενο (ΑΠ 246/2022). Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960 (ΦΕΚ Α 147), όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 (ΦΕΚ Α 103) και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 (ΦΕΚ Α 177) ορίζονται τα εξής: Επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, εφ`όσον ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογενείας του δύνανται ν`αξιώσουν κατ`άλλους νόμους αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υποχρέου, η αξίωσις αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι`ο ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικώς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημώσεως, καθ`α ειδικώτερον θέλει ρυθμισθή δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσεις του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ. Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές. Επίσης, με το άρθρο 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α 272) ορίζεται ότι: Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960 (ΦΕΚ Α 147), όπως αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 (ΦΕΚ Α 103) και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 καθώς και οι διατάξεις του β.δ. 226/23.2./21.3.1973 (ΦΕΚ 66 Α) έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολούμενων, καθώς και στον Ο.Γ.Α.. Από την τελευταία διάταξη [δηλαδή αυτή της παρ. 6 του άρθρου 47 του ν. 3518/2006], σαφώς συνάγεται ότι η παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. δ 4104/1960 [όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986] έχει στο σύνολό της ανάλογη εφαρμογή [και] στον ΟΓΑ. Ειδικότερα, η αυτοδίκαιη μεταβίβαση στον ΟΓΑ της αξίωσης αποζημίωσης των ασφαλισμένων σε αυτόν μισθωτών, για την ζημία την οποία οι τελευταίοι αξιώνουν από τρίτο συνεπεία ασθένειας, ή αναπηρίας [ή σε περίπτωση θανάτου τους αξιώνουν τα δικαιούμενα διατροφής μέλη της οικογένειάς τους], μέχρι το ποσόν που ο ΟΓΑ τους οφείλει ασφαλιστικές παροχές, ισχύει (κατ`ανάλογη εφαρμογή) υπό την επιφύλαξη της μη συνδρομής των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που ορίζουν τα δικαιώματα των παθόντων [ή σε περίπτωση θανάτου τους τα δικαιώματα των μελών της οικογένειάς τους] σε εργατικό ατύχημα. Επομένως, όταν ο παθών από ατύχημα (ή σε περίπτωση θανάτου τούτου τα δικαιούμενα αποζημίωσης μέλη της οικογένειάς του) που προκλήθηκε εξαιτίας βίαιου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΟΓΑ, ανεξαρτήτως του εάν κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε πράγματι ασφαλισθεί ή όχι στον ΟΓΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση προς αποζημίωση του παθόντος (και σε περίπτωση θανάτου του των μελών της οικογένειάς του) δηλαδή τόσο από την ευθύνη προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπόμενη κατά τις διατάξεις του ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση, ακόμη και αν το ατύχημα προκλήθηκε εξαιτίας του ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων. Και μόνον αν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο (ή σε περίπτωση θανάτου του στα δικαιούμενα αποζημίωσης μέλη της οικογένειάς του) τη διαφορά μεταξύ του ποσού της αποζημίωσης που ο παθών -εργαζόμενος δικαιούται κατά τον Αστικό Κώδικα (άρθρα 297, 298, 914, 928, 929) και του ποσού των παροχών που λόγω του εργατικού ατυχήματος ο ΟΓΑ χορηγεί στον παθόντα (ή σε περίπτωση θανάτου του στα μέλη της οικογένειάς του). Επίσης στο άρθρο 7 παρ. 1 εδαφ. α, παρ. 2 περ. γ, δ υποπερ. ββ κα γγ και παρ. 10 εδαφ. α και β του ν. 3232/2004 “Θέματα Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α 48/12.2.2004) ορίζονται τα εξής: “1 εδαφ. α. Στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α. υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια, από 1.1.2004, εξαιρούμενοι της ασφάλισης του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, οι απασχολούμενοι με αμοιβή σε αγροτικές εργασίες της πρωτογενούς αγροτικής δραστηριότητας, σε αγροτικές εκμεταλλεύσεις ή σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή και το μέγεθος αυτών. [ … ] . 2) Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού ισχύουν οι ακόλουθοι εννοιολογικοί ορισμοί: α) [ … ] . β) [ … ] . γ) Αγροτικά προϊόντα είναι τα αγαθά που παράγονται στα πλαίσια των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και είναι, κατά βάση, τα προϊόντα του εδάφους, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της δασοπονίας, καθώς και τα προερχόμενα από το πρώτο στάδιο επεξεργασίας των προϊόντων αυτών. δ) Αγροτική εκμετάλλευση είναι η μονάδα παραγωγής αγροτικών προϊόντων η οποία δραστηριοποιείται ιδίως: αα) [ … ] . ββ) Στην κτηνοτροφία, αλιεία, ιπποπαραγωγή. γγ) Στην αλιεία σε γλυκά νερά, στην παράκτια και στη μέση αλιεία, στην σπογγαλιεία, στην ιχθυοτροφία, στην παραγωγή γόνου, στη βατραχοτροφία, στην καλλιέργεια μυδιών, στρειδιών και στην εκτροφή μαλακίων και μαλακοστράκων. [ … ] . 10. Οι αλλοδαποί εργαζόμενοι που προσκαλούνται να απασχοληθούν στην αγροτική οικονομία ή σε εκμεταλλεύσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ασφαλίζονται στον Ο.Γ.Α. από την είσοδό τους στη χώρα. Ο προσκαλών με την αποστολή της πρόσκλησης υποχρεούται να ενημερώσει συγχρόνως τον Ο.Γ.Α. για τον αριθμό των προσκαλούμενων αλλοδαπών, τα ατομικά στοιχεία τους, το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους, καθώς και το είδος της απασχόλησης στην αγροτική οικονομία. [ … ]”. Από τις ως άνω διατάξεις του νόμου 3232/2004 σαφώς συνάγεται ότι ο αλλοδαπός, ο οποίος προσκαλείται στην Ελλάδα για να εργασθεί ως αλιεργάτης, ασφαλίζεται υποχρεωτικά στον Ο.Γ.Α. από την είσοδό του στη χώρα (ΑΠ 220/2024, προσκομιζόμενη).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που προσκομίζονται σε κεκυρωμένο αντίγραφο από τους διαδίκους και εκτιμώνται αυτοτελώς και σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά το λόγο γνώσης και αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από την υπ’αριθ. …../25.11.2021 ένορκη βεβαίωση του ………., που λήφθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. υπ’αριθ. …./19.11.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Βορείου Αιγαίου ……….), τις υπ’αριθ. …./7.9.2021 και …./7.9.2021 ένορκες βεβαιώσεις του ……. και ……… αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης ………, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. υπ’αριθ. …./2.9.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς ………), την υπ΄αριθ. …./2.12.2021 ένορκη βεβαίωση του ………, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλιβερίου …….., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. υπ’αριθ. …./24.11.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς ……..) και την υπ’αριθ. …./3.12.2021 ένορκη βεβαίωση του ………, ενώπιον του δικηγόρου Πειραιώς ………., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. υπ’αριθ. …./30.11.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς ……..), τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις που εκτιμώνται ως έγγραφα, τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ.1 εδ.γ, 448 παρ.2 και 457 παρ.4ΚΠολΔ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και τις ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφα τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος είναι πλοιοκτήτης του υπό ελληνική σημαία αλιευτικού σκάφους τύπου μηχανότρατα (Α/Κ) <<ΑΙΙΙ>> (αριθμός νηολογίου Χίου …, ΔΔΣ ….., IMO …..). Το συγκεκριμένο σκάφος διενεργεί αλιεία στα εσωτερικά θαλάσσια ύδατα και σε αυτό υπάρχει, σύμφωνα με το Π.Δ 16/2004, δεδομένου ότι η ιπποδύναμή του είναι 500 ίππων, υποχρέωση ναυτολόγησης ενός Κυβερνήτη Γ’ και ενός ναύτη. Στο ανωτέρω αλιευτικό σκάφος προσλήφθηκε ο ………., υπήκοος Αιγύπτου, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των εκπροσωπούμενων από την ίδια ανηλίκων τέκνων της …….. και ………, υιός της δεύτερης και αδελφός των τρίτου και τέταρτου των εναγόντων, δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη την 16.10.2020 μεταξύ του ιδίου και του εναγομένου, προκειμένου να εργασθεί ως αλιεργάτης. Την 1.1.2021, ενώ το ανωτέρω σκάφος διενεργούσε αλιεία στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή Καρδαμύλων, βορειανατολικά της νήσου Χίου, με πλήρωμα τον κυβερνήτη ……… και τέσσερις αλιεργάτες, υπηκόους Αιγύπτου, μεταξύ των οποίων και τον ……., επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου υπό τις ειδικότερες συνθήκες που έγιναν δεκτές με την υπ’αριθ. 282/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα ήταν εργατικό υπό την έννοια του ν.551/1915, διότι ο θάνατος του ……… ήταν αποκλειστική συνέπεια του εγκλωβισμού του σώματός του στο αριστερό τύμπανο του βαρούλκου αλιείας και της επανειλλημένης πρόσκρουσης αυτού στο κατάστρωμα κατά τη διάρκεια της περιστροφής του μηχανισμού, χωρίς να αποδειχθεί έτερη οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και ότι ο θανάσιμος τραυματισμός δεν θα ελάμβανε χώρα χωρίς την παροχή της εξαρτημένης εργασίας αυτού και την υπό τις δεδομένες συνθήκες εκτέλεσή της. Ετι περαιτέρω, έκρινε ως υπεύθυνο για την πρόκληση του ατυχήματος τον εναγόμενο και τον προστηθέντα από αυτόν κυβερνήτη του σκάφους, η αμελής συμπεριφορά των οποίων συνίστατο στο ότι δεν επέδειξαν την απαιτούμενη προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν από τις περιστάσεις να καταβάλουν, παραλείποντας να φροντίσουν για τη συνεχή παρουσία ατόμου εκπαιδευμένου στους τρόπους άμεσης διακοπής λειτουργίας του βαρούλκου, είτε με κίνηση του μοχλού προς τα πάνω με τράβηγμα του σχοινιού αποσύμπλεξης και αποκλειστικά επιφορτισμένου με το χειρισμό του συγκεκριμένου μηχανισμού κατά τη διάρκεια της ανέλκυσης των διχτύων, ώστε το βαρούλκο να μπορεί να σταματήσει άμεσα τη λειτουργία του. Η κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο αυτό (υπαιτιότητα) δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δεν δύναται να κρίνει διαφορετικά, καθόσον ο σχετικός λόγος έφεσης (περί έλλειψης υπαιτιότητας του εναγομένου) που είχε διατυπωθεί και ως αναιρετικός λόγος και απορρίφθηκε, καλύπτεται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο …………., ο οποίος απασχολούνταν ως αλιεργάτης επί μακρό χρονικό διάστημα, είχε υπαχθεί αρχικά στην ασφάλιση του Ο.Γ.Α, ως προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 εδ.α, παρ.2 περ.γ,δ, υποπερ.ββ και γγ και παρ.10 εδαφ.α και β του ν.3232/2004 (βλ. σχετ. την από 18.09.2012 ατομική βεβαίωση απασχόλησης του θανόντος ως αλιεργάτη από την συμπλοιοκτησία <<…………..>>), ενώ κατά το χρόνο επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ’επικλήσεως από τον εναγόμενο, αναλυτική περιοδική δήλωση του τελευταίου προς τον ανωτέρω ασφαλιστικό φορέα που αφορά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 2020 έως και τον Ιανουάριο 2021. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ήταν ασφαλισμένος στο ΝΑΤ, όπως αβασίμως διατείνεται η ενάγουσα, αφού στην προσκομιζόμενη μετ’επικλήσεως, από 07.01.2021 δήλωση του εναγομένου προς το ΝΑΤ – ΕΦΚΑ, ο ………… αναφέρεται στο πεδίο <<Κωδικός Απαλλαγής>> ως αλλοδαπός αλιεργάτης, ενώ δεν έχουν υπολογιστεί ασφαλιστικές εισφορές και κρατήσεις για τον εν λόγω εργαζόμενο όπως εμφαίνεται στα σχετικά πεδία της δήλωσης. Συνεπώς σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη (υπό στοιχ ΙΙ), ο εναγόμενος – εργοδότης του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ κατά τον ένδικο χρόνο του ατυχήματος, θανόντος αλιεργάτη, απαλλάσεται από την υποχρέωση προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας των μελών της οικογένειάς του (της πρώτης ενάγουσας και των εκπροσωπούμενων από αυτήν ανηλίκων τέκνων της), ήτοι από την καταβολή της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του ν.551/1915 ειδικής αποζημίωσης. Επισημαίνεται ότι η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του εργοδότη δεν αφορά και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενικών προσώπων του θανόντος (ΑΠ 220/2024, ΑΠ 246/2022, ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς την πρώτη ενάγουσα ατομικά και για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων από την ίδια ανηλίκων τέκνων της ……………. και ………, κατά την επικουρική βάση της αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ.5 και 6περ.1 του ν.551/1915, έσφαλε, κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των ενώπιόν του αποδείξεων, γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου της ένδικης έφεσης του εναγομένου – εκκαλούντος και των πρόσθετων λόγων αυτής, ως ουσιαστικά βάσιμων. Κατόπιν αυτού, πρέπει να γίνουν δεκτοί η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ως βάσιμοι κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο επιδικάστηκε στην πρώτη ενάγουσα, ατομικά και για λογαριασμό των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, η οριζόμενη στα άρθρα 3 αριθ.5 και 4 του ν.551/1915 αποζημίωση, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, κατά το αναλογούν στην πρώτη ενάγουσα μέρος αυτών, προκειμένου να γίνει επανακαθορισμός του και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Ακολούθως, αφού κρατηθεί και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, κατά το παραπάνω μέρος της, η από 21.7.2021 αγωγή, (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά το ανωτέρω κεφάλαιο. Επίσης πρέπει να απορριφθεί το αίτημα περί αναβολής της συζήτησης κατ’άρθρο 250 και 462 ΚΠολΔ, που υποβλήθηκε με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του εναγομένου – εκκαλούντος – ασκούντος πρόσθετους λόγους έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και με τις έγγραφες προτάσεις του, καθόσον από την αξιολόγηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού το Δικαστήριο δύναται να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση. Τέλος τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (εναγομένου – εκκαλούντος – ασκούντος τους πρόσθετους λόγους έφεσης και πρώτης ενάγουσας – πρώτης εφεσίβλητης – καθ’ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης), λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 106, 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αποφαίνεται ότι η από 19.5.2024 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/…../2024) κλήση του καλούντος – εκκαλούντος – ασκούντος πρόσθετους λόγους έφεσης, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η από 2.3.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/…../2022) έφεσή του και οι από 10.9.2022 (υπό ΓΑΚ/ΕΑΚ/…../2022) πρόσθετοι λόγοι αυτής, που στρέφονται κατά της υπ’αριθ. 282/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία περιουσιακών – εργατικών διαφορών), είναι απαράδεκτη ως προς την δεύτερη, τον τρίτο και τον τέταρτο των καθ’ων η κλήση – εφεσιβλήτων – καθ’ων οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης.
Δικάζει αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την από 2.3.2022 (αριθ.καταθ. στο εκδόν Δικαστήριο …../2022 και προσδιορισμού στο Εφετείο …../2022) έφεση και τους από 10.9.2022 (αριθ.καταθ. στο Εφετείο …../2022) πρόσθετους λόγους, κατά της υπ’ αριθ. 282/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία περιουσιακών – εργατικών διαφορών).
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 282/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα, ατομικά και για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων από την ίδια ανηλίκων τέκνων της …….. και ………, την οριζόμενη στα άρθρα 3 αριθ.5 και 4 του ν.551/1915 αποζημίωση μισθών πέντε ετών και δη επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα ατομικά το ποσό των δεκατριών χιλιάδων επτακοσίων τριάντα δύο (13.732) ευρώ και για λογαριασμό ενός εκάστου των εκπροσωπούμενων από την ίδια ανηλίκων τέκνων της ………. και …………, το ποσό των δέκα χιλιάδων διακοσίων ενενήντα εννέα (10.299) ευρώ.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την ως άνω αγωγή, ως προς την πρώτη ενάγουσα ατομικά και για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων από την ίδια ανηλίκων τέκνων της ………. και ………., κατά την ανωτέρω βάση της.
Απορρίπτει την αγωγή, ως προς την πρώτη ενάγουσα ατομικά και για λογαριασμό των εκπροσωπούμενων από την ίδια ανηλίκων τέκνων της ………… και ……….., ως προς την επικουρική της βάση και δη ως προς το κεφάλαιο της οριζόμενης στα άρθρα 3 αριθ.5 και 4 του ν.551/1915 αποζημίωσης μισθών πέντε ετών.
Συμψηφίζει το σύνολο των δικαστικών εξόδων, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων (εναγομένου – εκκαλούντος – ασκούντος τους πρόσθετους λόγους έφεσης και πρώτης ενάγουσας – πρώτης εφεσίβλητης – καθ’ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους στις 9 Δεκεμβρίου 2025
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ