Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 90/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός αποφάσεως 90 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2° Τμήμα)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) ………. 2) ………., 3) ………, 4) …………. και 5) ……….., οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιου Ζαδέλλη (Α.Μ Δ.Σ. Πειραιώς …………..).

Του εφεσίβλητου:  ………, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Μέξη (Α.Μ Δ.Σ. Πειραιώς ………..), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 11/10/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2022 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 8/6/2023, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 1639/2024 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, οι εναγόμενοι άσκησαν την από 25/6/2024 έφεση τους, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………../2024 και β) δικογράφου ……………/2024, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ’ άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον ενώ κατ’ άρθρο 516 παρ.2 ΚΠολΔ, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ως γενική διαδικαστική προϋπόθεση, το έννομο συμφέρον πρέπει να υπάρχει και για την έφεση και για κάθε έναν από τους λόγους της (ΑΠ 622/1990 ΕΕΝ 1991/190), συνίσταται, δε, τούτο στη δυνατότητα να διαμορφωθεί η δικαστική κρίση προς όφελος του εκκαλούντος. Ο νικήσας εναγόμενος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, αν η αγωγή εσφαλμένα απορρίφθηκε για τυπικό λόγο (λ.χ αοριστία, έλλειψη εννόμου συμφέροντος), ενώ έπρεπε να απορριφθεί για ουσιαστικό δηλαδή ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, πράγμα που είχε ζητήσει (ΑΠ 1212/2010 ΤΝΠ Ισοκράτης) ή αν απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, αντί να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ή αν απορρίφθηκε κατά παραδοχή ένστασης συμψηφισμού ή κατάχρησης δικαιώματος αντί να απορριφθεί ως αναπόδεικτη. Αν δεν υπάρχει έννομο συμφέρον του εκκαλούντος, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρο 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 336/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 39/2011 ΕφΑστΔικ 2011/969, ΕφΛαρ 56/2019, ΕφΑΘ 6553/2003, ΕφΑΘ 721/2008, ΤΝΠ ΔΣΑ).

Η κρινόμενη από 25/6/2024 έφεση των εναγομένων, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………../2024 και β) δικογράφου …………/2024, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 1639/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 11/10/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2022 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου κατά των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β’, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 27/6/2024, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των εναγομένων, που έλαβε χώρα στις 28/5/2024 (βλ. αντίγραφο της εκκαλουμένης με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ……………) (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3Α ΚΠολΔ). Υφίσταται, δε, έννομο συμφέρον των εναγομένων προς άσκηση της υπό κρίση εφέσεως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, έστω και αν αυτοί είναι οι νικήσαντες πρωτοδίκως διάδικοι, αφού με την εκκαλουμένη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ήτοι για τυπικό λόγο και οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι έπρεπε ορθώς να απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο ήτοι ως νόμω αβάσιμη. Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι οι εναγόμενοι έχοντας σκοπό να πλήξουν καίρια την τιμή και την υπόληψή του, τον οποίο και επέτυχαν, τέλεσαν σε βάρος του τα αδικήματα της συκοφαντικής, άλλως της απλής δυσφήμησης, που συνιστούν ταυτόχρονα προσβολές της προσωπικότητάς του ως ατόμου και ως επαγγελματία, δια των εν γνώσει τους ψευδών και συκοφαντικών για τον ίδιο ισχυρισμών τους, που περιήλθαν σε γνώση δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων, δικαστικών επιμελητών και τρίτων προσώπων του κοινωνικού περιβάλλοντος του ενάγοντος και που, σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνουν το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο. Ότι ειδικότερα: α) οι 1ος, 2°^, 3η και 4°^ εναγόμενοι, με τις από 1-9-2021 κοινές έγγραφες προτάσεις τους (οι κρίσιμες περικοπές των οποίων αναφέρονται επί λέξει στην υπό κρίση αγωγή), τις οποίες κατέθεσαν ως συνεναγόμενοι επί της από 19-4-2021 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης ……./2021 αγωγής του ……….. (υιού του ενάγοντος) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκαν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εν γνώσει τους ψευδώς ότι δήθεν ο εδώ ενάγων δεν έχει εργασθεί ποτέ και ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα δια της εκ μέρους του αφαίρεσης, χωρίς δικαίωμα, 90 κλασέρ με εταιρικά έγγραφα από τα γραφεία των αναφερόμενων στην υπό κρίση αγωγή εταιρειών, β) η 3η εναγομένη μαζί με την εταιρεία με την επωνυμία «…………» με τις από 11-11-2021 κοινές έγγραφες προτάσεις τους (οι κρίσιμες περικοπές των οποίων αναφέρονται επί λέξει στην υπό κρίση αγωγή), τις οποίες κατέθεσαν ως συνεναγόμενες επί της από 4-12-2020 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης …./2020 αγωγής της ………… (θυγατέρας του ενάγοντος) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκαν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εν γνώσει τους ψευδώς ότι δήθεν ο εδώ ενάγων δεν έχει εργασθεί ποτέ και ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα δια της εκ μέρους του αφαίρεσης χωρίς δικαίωμα 90 κλασέρ με εταιρικά έγγραφα από τα γραφεία των αναφερόμενων στην υπό κρίση αγωγή εταιρειών, γ) η 3η εναγόμενη με την από 29-9-2021 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης ………./2021 αγωγή της, που άσκησε εναντίον της ……….. (συζύγου του ενάγοντος) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (οι κρίσιμες περικοπές της οποίας αναφέρονται επί λέξει στην υπό κρίση αγωγή), ισχυρίσθηκε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εν γνώσει της ψευδώς ότι δήθεν ο εδώ ενάγων διέπραξε ποινικό αδίκημα δια της παροχής εκ μέρους του βοήθειας στη σύζυγό του και εκεί εναγομένη, ………….., να μεταφέρουν χωρίς δικαίωμα 90 κλασέρ με εταιρικά έγγραφα από τα γραφεία των αναφερόμενων στην υπό κρίση αγωγή εταιρειών στην οικία της τελευταίας και δ) ο 5ος εναγόμενος με την υπ’ αριθμόν …../4-1-2022 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ………… (οι κρίσιμες περικοπές της οποίας αναφέρονται επί λέξει στην υπό κρίση αγωγή), η οποία ελήφθη στα πλαίσια της ως άνω από 29-9-2021 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης …../2021 αγωγής που άσκησε η 3η εναγομένη εναντίον της ………… (συζύγου του ενάγοντος) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εν γνώσει του ψευδώς ότι δήθεν ο εδώ ενάγων αφαίρεσε κλασέρ με εταιρικά έγγραφα από τα γραφεία των αναφερόμενων στην υπό κρίση αγωγή εταιρειών. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, τα συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ για τη μη περιουσιακή του ζημία, που συνίσταται στη χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εκ των ως άνω αδικοπραξιών που αυτοί τέλεσαν εναντίον του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής του σε αυτούς και μέχρι την πλήρη εξόφληση και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα.

Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 1639/2024 απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καίτοι ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του εκθέτει ότι οι εναγόμενοι ενέχονται σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησής του λόγω της ηθικής βλάβης που ο ίδιος υπέστη από περισσότερες αυτοτελείς αδικοπραξίες τους εις βάρος του, που συνιστούν και προσβολές της προσωπικότητάς του (δηλαδή: α. οι 1°?, 2°S 3η και 4°^ εναγόμενοι για την συκοφαντική, άλλως απλή δυσφήμησή του τελεσθείσα εκ μέρους τους από κοινού στις 1-9-2021, β. η 3η εναγομένη για την συκοφαντική, άλλως απλή δυσφήμησή του τελεσθείσα εκ μέρους της στις 11-11-2021, γ. η 3η εναγόμενη για την συκοφαντική, άλλως απλή δυσφήμησή του τελεσθείσα εκ μέρους της στις 29-9-2021 και δ. ο 5ος εναγόμενος για την συκοφαντική, άλλως απλή δυσφήμησή του τελεσθείσα εκ μέρους του στις 4-1-2022) με αποτέλεσμα να μην δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ τους, με το ίδιο το δικόγραφο της αγωγής του ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, νομιμοτόκως το ποσό των 25.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Έτσι, όμως, δημιουργείται αοριστία ως προς το από κάθε εναγόμενο αιτούμενο ποσό, αφού δεν πρόκειται για κοινές αδικοπραξίες και δη όλων των εναγομένων, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 926 του ΑΚ κατά το οποίο οι περισσότεροι αδικοπρακτούντες ευθύνονται εις ολόκληρον, ούτε άλλωστε πρόκειται για κοινό χρέος περισσοτέρων, ώστε να έχει εφαρμογή ο κανόνας του άρθρου 480 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο οι συνοφειλέτες σε περίπτωση αμφιβολίας, ευθύνονται κατ’ ίσα μέρη, αφού, εν προκειμένω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι 1ος, 2ος και 4ος εναγόμενοι φέρονται να ενέχονται για μία αδικοπραξία, η 3η εναγομένη φέρεται να ενέχεται για τρεις αδικοπραξίες και ο 5ος εναγόμενος φέρεται να ενέχεται για μία έτερη αδικοπραξία. Συνεπώς, σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί, ως απαράδεκτη λόγω της παραπάνω αοριστίας της ως προς όλους τους εναγομένους.

Με την κρινόμενη έφεση τους, οι εναγόμενοι προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση και παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Ειδικότερα με τον μοναδικό λόγο της έφεσης τους, ισχυρίζονται ότι ο μη προσδιορισμός από τον ενάγοντα του ποσού που αιτείται ως αποζημίωση από καθένα εξ αυτών ξεχωριστά, είτε ως ποσοστό επί του συνολικού αιτηθέντος ποσού είτε ως συγκεκριμένο ποσό, καθιστά την αγωγή του ως μη νόμιμη σύμφωνα με το άρθρο 480 ΑΚ, στοιχείο του νομίμου του οποίου είναι ο ανωτέρω προαναφερθείς καθορισμός των αιτηθέντων ποσών. Πλην όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός των εναγομένων είναι λανθασμένος και αυτό γιατί το άρθρο 480 ΑΚ δεν αποτελεί νόμιμη βάση της αγωγής του ενάγοντος από την αδικοπραξία λόγω προσβολής της προσωπικότητας του, την οποία αποτελούν τα άρθρα 57, 59, 914, 919, 920 και 932 ΑΚ. Το άρθρο 480 ΑΚ δεν είναι παρά μία ερμηνευτική διάταξη, που καθορίζει την έννοια της διηρημένης ενοχής και ρυθμίζει το περιεχόμενο της (βλ. Καράση σε ΕρμΑΚ, Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, II, 1997, άρθρο 480, σελ. 666 – 670). Τίθεται, δε, σε εφαρμογή όταν σε περίπτωση διαιρετής παροχής, ο ενάγων δεν προσδιορίζει ειδικότερα το αιτούμενο ποσό από τον κάθε εναγόμενο. Εν προκειμένω όμως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά έκρινε ότι στην επίδικη αγωγή δεν υφίσταται μία μοναδική ενοχή αλλά διαφορετικές ενοχές από έκαστο των εναγομένων και επομένως ο ενάγων, αιτούμενος ένα ενιαίο ποσό από όλους τους εναγομένους, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, υπέπεσε σε αοριστία, ως προς το αίτημα της αγωγής ήτοι το ποσό της αποζημίωσης που αναλογεί σε έκαστο εναγόμενο ως προς έκαστη δικαιοπραξία και για τον υπολογισμό αυτού, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 480 και 926 ΑΚ. Επομένως ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, απορριπτομένου παράλληλα και του μοναδικού λόγου εφέσεως ως νόμω αβάσιμου.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση των εκκαλούντων, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που κατέβαλαν οι εκκαλούντες, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 6 Φεβρουάριου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Β. ΠΟΡΤΟΚΑΛΛΗΣ              ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ