ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
4ο τμήμα
Αριθμός απόφασης : 130/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(4ο τμήμα)
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε στο ακροατήριό του την …………., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ :
Α) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………..», η οποία εδρεύει στον Πειραιά, οδός ……………0, ως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Νικόλαο Αναγνωστόπουλο [ΔΕ ΧΑΤΖΗΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ, ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ &ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ], (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Β) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : της εταιρείας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής, οδός ……………, ως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Νικόλαο Αναγνωστόπουλο [ΔΕ ΧΑΤΖΗΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ, ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ &ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ], (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ (Α-Β) : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» και το διακριτικό τίτλο «…………», πρώην με την επωνυμία «………..» (………….) και διακριτικό τίτλο «…………» η οποία εδρεύει στο …….. Αττικής, επί της οδού ……….., με ΑΦΜ …….. ΔΟΥ. ΦΑΕ Πειραιά και με αρ. Γ.Ε.ΜΗ ………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16.03.2017 ΦΕΚ (τ. ΒΙ)], η οποία ενεργεί ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «………..», με έδρα το ………. Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………..» (πρώην με την επωνυμία «………….»), η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Γεώργιο Σπηλιόπουλο (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)
Οι ανακόπτουσες και ήδη εκκαλούσες άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς τις ανακοπές αντίστοιχα 1) την από 24.04.2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025 ανακοπή τους, και 2) την από 24.04.2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025. Επί των άνω υποθέσεων, που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3577/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε τις ανακοπές. Κατά της τελευταίας απόφασης η ανακόπτουσα και ήδη (α) εκκαλούσα άσκησε την από 2-9-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2025 έφεση και η ανακόπτουσα και ήδη (β) εκκαλούσα άσκησε την από 2-9-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025 έφεσή της. Οι άνω υποθέσεις προσδιορίστηκαν για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση των άνω υποθέσεων, αφού συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στα πρακτικά και τις προτάσεις που είχαν προκαταθέσει.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι εφέσεις : α) από 2-9-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025 και β) από 2-9-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2025, οι οποίες στρέφονται κατά της με αριθ. 3577/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Οι άνω εφέσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ), ενώ, επίσης έχει κατατεθεί για κάθε μία το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. αντίστοιχα το με αρ. ………….. e και ………. – παράβολο, το οποίο εξοφλήθηκε). Οι άνω υποθέσεις πρέπει να συνεκδικασθούν, καθώς στρέφονται κατά της ίδιας οριστικής απόφασης, όπως εκτέθηκε και από τη συνεκδίκασή τους επιταχύνεται και διευκολύνεται η έκβαση της δίκης κι επέρχεται μείωση των δικαστικών εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους,.
Με τις υπό στοιχ. (1) και ( 2) ανακοπές οι ανακόπτουσες και ήδη εκκαλούσες ζήτησαν με το ταυτόσημο αίτημα των ανακοπών τους την ακύρωση της από 1.5.2024 επιταγής προς πληρωμή, κάτωθι του αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμ. ………../2023 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, και β) της υπ’ αριθμ. …../11-3-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……….., δυνάμει της οποίας εκτίθεται σε πλειστηριασμό στις 15.10.2025 ακίνητο συγκυριότητας αυτών κατά ποσοστό 16,65 % της πρώτης και 83,35 % της δεύτερης. Με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε τις ανακοπές. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ανακόπτουσες και ήδη εκκαλούσες με τις (α) και (β) εφέσεις τους. Εξάλλου με τις εφέσεις έχουν ενώσει και αίτημα αναστολής εκτέλεσης, για τον πλειστηριασμό που ήταν επικείμενος στις 15.10.2025, κατά το χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της έφεσής τους. Το αίτημα όμως αυτό έχει ήδη απορριφθεί με την προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Εφετείου Πειραιά, η δε ημερομηνία του πλειστηριασμού έχει παρέλθει, ώστε πλέον στερείται αντικειμένου.
Σύμφωνα με το άρθρο 918 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που έχει τον εκτελεστήριο τύπο (απόγραφο). Έτσι, αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει με βάση αντίγραφο του απογράφου, αλλά μόνο με βάση απόγραφο, το οποίο ο επισπεύδων πρέπει απαραιτήτως να έχει στα χέρια του για την ενέργεια της αναγκαστικής εκτελέσεως (Π. Γέσιου-Φαλτσή, «Δίκαιον αναγκαστικής εκτελέσεως», Β` έκδ. σελ. 116). Εξάλλου, κατά το άρθρο 924 παρ. 1 εδ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση, η οποία γράφεται κάτω από το αντίγραφο. Η σειρά που ακολουθείται για να κινηθεί η διαδικασία της εκτελέσεως αρχίζει από το πρωτότυπο του εκτελεστού τίτλου, στο οποίο τίθεται ο εκτελεστήριος τύπος που προβλέπεται στο άρθρο 918 παρ. 1 εδ. 2 του ίδιου κώδικα. Από το έγγραφο που διαμορφώνεται με τον τρόπο αυτό (πρωτότυπο με τον εκτελεστήριο τύπο) εξάγεται το αντίγραφο, ήτοι ένα πλήρες αντίγραφο του πρωτοτύπου του εκτελεστού τίτλου, που περιέχει τον εκτελεστήριο τύπο. Το απόγραφο παραδίδεται σ’ αυτόν που νομιμοποιείται και έχει έννομο συμφέρον για αναγκαστική εκτέλεση. Από το απόγραφο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος εκδίδει αντίγραφο, κάτω από το οποίο συντάσσει την επιταγή. Το τελευταίο (αντίγραφο απογράφου με επιταγή για εκτέλεση) είναι εκείνο που κοινοποιείται στον καθ’ ού η εκτέλεση (I. Μπρίνια, «Αναγκαστική εκτέλεσις», β` εκδ., σελ. 218). Η ακρίβεια της αντιγραφής του απογράφου πρέπει να βεβαιώνεται από το δικηγόρο, ο οποίος εκδίδει το αντίγραφο (άρθρ 449 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 36 παρ. 2 περ. β’ του Ν. 4194/2013, του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων, άρθρο 52 παρ.1 και 2 του ήδη καταργηθέντος ν.δ/τος 3026/1954΄). Η παράλειψη της βεβαιώσεως αυτής, η μη έκδοση αντιγράφου απογράφου – και επομένως και η έκδοση αντιγράφου όχι από απόγραφο, αλλά από αντίγραφο αυτού – καθώς και η επίδοση απλού και όχι επικυρωμένου αντιγράφου του απογράφου, η οποία εξομοιώνεται με μη επίδοση (πρβλ. ΑΠ 2/1993, ΕλλΔ/νη 36.1084 και 312/1976, ΝοΒ 24.853), οδηγούν σε ακυρότητα της αναγκαστικής εκτελέσεως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ΄ού η εκτέλεση (ΕφΠατρ.10/2021, ΕφΠειρ 707/2015, ΕφΘεσ 862/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ I. Μπρίνια, ο.π. σελ. 307, 308 και 311). Εξάλλου για το κύρος της επικύρωσης φωτοαντιγράφου με δικηγορική βεβαίωση της ακριβείας της (με την έννοια ότι αποδίδει ακριβώς το πρωτότυπο), δεν είναι αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση στη σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του γεγονότος της προσωρινής κατοχής του πρωτοτύπου από το δικηγόρο, αλλά αρκεί να συνάγεται βεβαίωση και του γεγονότος αυτού από την όλη διατύπωση της πράξης (Α.Π. 1957/2009 Ε.Πολ.Δ.2010.730, ΑΠ 1022/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 916/2002 ΕλλΔνη 2003.1297, ΕφΠειρ 42/2025, ΕφΠειρ 85/2020 https://www.efeteio-peir.gr/, Εφ.Αθ. 776/2006 ΕλλΔνη 47.1499, Εφ.Πειρ. 469/2009 ΔΕΕ 2010.192).
Στην προκείμενη περίπτωση οι ανακόπτουσες με τον ταυτόσημο πρώτο λόγο των εφέσεων επαναφέρουν τον πρώτο λόγο των ανακοπών τους με τον οποίο ισχυρίζονται ότι η καθ΄ής με την από 1/5/2024 επιταγή προς πληρωμή προέβη σε κοινοποίηση απλού αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου, της με αρ. …../2023 Διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και όχι αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού, με αποτέλεσμα η επίδοση αυτή να είναι άκυρη και η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση να πάσχει ακυρότητας ανεξαρτήτως βλάβης αυτών. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, καθώς στηρίζεται στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από τα έγγραφα που νομότυπα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ’ αριθμ ……/2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, οι ανακόπτουσες και ήδη (α) και β) εκκαλούσες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην καθ΄ής, εις ολόκληρον με τους ……………., το ποσό των 400.000 €, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη της 1.1.2023 πλέον τόκων και εξόδων και ποσού 5.000 € ως δικαστικά έξοδα. Την 1.5.2024 η καθ΄ής επέδωσε στις ανακόπτουσες αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με την, κάτω από αυτό, από 01.5.2024 επιταγή προς πληρωμή, επιτάσσοντας τις ανακόπτουσες και τους λοιπούς συνοφειλέτες να καταβάλουν σ΄αυτή το συνολικό ποσό των 405.402 €. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή η επισπεύδουσα την εκτέλεση – καθ΄ης η ανακοπή εξέδωσε αντίγραφο από το εις χείρας της με αρ. …./2023 Α΄ απόγραφο, την ακρίβεια της αντιγραφής του οποίου βεβαιώνει ο δικηγόρος ……… στο σώμα της επιταγής, αναγράφοντας επί λέξει ότι: «ακριβές φωτοαντίγραφο εκ του εις χειρός μου πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ΄αριθ. ……./2023 Διαταγής πληρωμής, το οποίο επικυρώνω..». Η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη επιταγή επικύρωση του ακριβούς φωτοαντιγράφου του απογράφου, που δίνει ταυτόχρονα και την παραγγελία στον δικαστικό επιμελητή για επίδοση του ως άνω εκτελεστού τίτλου είναι αρκετή, δεδομένου ότι το αντίγραφο του απογράφου και η επιταγή, με την οποία συγχρόνως βεβαιώνεται και η ακρίβεια του αντιγράφου, έχουν συρραφεί σε ένα ενιαίο έγγραφο, στα ενδιάμεσα φύλλα έχει τεθεί η σφραγίδα του άνω Δικηγόρου και στο τέλος υπάρχει η από 1.5.2024 επιταγή. ¨Όπως εκτέθηκε δεν είναι απαραίτητη η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ούτε έχει σημασία το σημείο που έχει τεθεί η σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του πληρεξουσίου Δικηγόρου (βλ. adhoc ΕφΠειρ 707/2015). Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που η επιταγή δεν συντάσσεται χειρόγραφα κάτω ακριβώς από το αντίγραφο του απογράφου, διατύπωση, η οποία δεν επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας, αλλά με μηχανική αποτύπωση σε αυτοτελές πρόσθετο φύλλο, το οποίο επισυνάπτεται στο αντίγραφο του απογράφου, με αποτέλεσμα να αποτελεί ένα σώμα με αυτό (ΑΠ 1957/2009 ΕΠολΔ 2010.730 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ· ΕφΘεσ 525/2022, ΕφΘεσ 189/2020 ΤΝΠ Qualex·). Συνεπώς δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι στις ανακόπτουσες επιδόθηκε αντίγραφο του πρώτου απόγραφου, δηλαδή αντίγραφο του πρωτοτύπου της διαταγής πληρωμής, που περιέχει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 918 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠολΔ εκτελεστήριο τύπο και όχι απλό αντίγραφο της διαταγής πληρωμής, ώστε ο σχετικός λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως θυσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζουν oι εκκαλούσες με τον πρώτο λόγο της των εφέσεών τους, με τον οποίο επαναφέρουν τον πρώτο λόγο των ανακοπών τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα και ειδικότερα λόγος ανακοπής που επαναφέρεται με το δικόγραφο της έφεσης (και όχι των προτάσεων επί της εφέσεως) πρέπει να απορριφθούν οι (α) και (β) εφέσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες. Περαιτέρω να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκε από τις εκκαλούσες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.ε΄ Κ.Πολ.Δ). Τέλος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλουσών λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 106, 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις εφέσεις : (α) από 2-9-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025 έφεση και (β) από 2-9-2025 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2025.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις και απορρίπτει αυτές κατ΄ουσίαν.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις σωρευόμενες στο δικόγραφο αιτήσεις αναστολής.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης σε βάρος των εκκαλουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) € για κάθε μία έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή των παραβόλου των εφέσεων, που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την 26.2.2026.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ